ΑΝ ΤΟ ΗΞΕΡΕ…

-Κάνε μου ένα καφέ…
– Σήκω και κάνʼ το μόνος σου,
πάω με την Καίτη θάλασσα…
Κι εγώ είχα ξυπνήσει μεσάνυχτα.
Πήρα….
Άσπρο
Μπλε
Γαλάζιο
Tουρκουάζ,
φορτώθηκα και ένα σακί αλάτι.
Φρεσκάρισα τα νερά με χρώματα
τα αλμύρισα.
Για να κολυμπήσει με τη φίλη της.
Αν το ήξερε
είμαι σίγουρος
ένα καφεδάκι
θα μου άφηνε στο κομοδίνο.

ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΗ ΣΚΟΝΗ

Σκόνη στην ατμόσφαιρα
μετέδωσε το μετεωρολογικό δελτίο.
Σκούπιζε τη βεράντα…
Έγραφα στίχους…
γκρίνιαζε που δε βοηθάω.
γκρίνιαζα που δεν έβρισκα τη λέξη.
Το πρωί
τη βεράντα κάλυψε κόκκινη άμμος.
Είδε και έφριξε.
Είδα και χάρηκα.
Με το δάκτυλο έγραψα
αγαπώ σε.
Βρήκα τη λέξη!
Πρώτα στην έρημο μέσα μου
Ύστερα
στη Σαχάρα.

ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΕΣ

Απʼ τις ποιητικόσκονες
προτιμώ την απλή
του χώματός μας.
Την αφήνω να μαζεύεται
στο παράθυρο
στα έπιπλα
στα ποιήματά μου
Θέλω να την αγγίζω.
Όπως παλιά παιδί
να γράφω ανορθόγραφες λέξεις.

ΝΑ ΒΟΗΘΑΜΕ ΟΛΟΙ ΣΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Ανέβηκα και καθάρισα τον ουρανό
καλυτέρα να μας βλέπουν οι άγγελοι.
Καθώς κατέβαινα
ξεσκόνισα τα κουρτινόξυλα,
τα νταβάνια, τα παράθυρα, τους τοίχους.
«Τσαπατσουλιές» ακούω να λέει…
Mʼένα πανί
πήρε ακόμα και την φεγγαρόσκονη
απ τα τζάμια…

ΣΤΙΧΟΙ ΠΕΣΜΕΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ

Το ποίημα ετοιμοθάνατο
ξαπλώνει στο φέρετρό του.
Απέναντι στο πρόσωπό του
στο μικρό τζάμι
στη σκόνη που μαζεύτηκε,
ακούμπησε το ακροδάκτυλό
και λίγο πριν ξεψυχήσει
έγραψε:
πλισιμο
δεν θέλο.