Rua da bella vista
Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ
Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβόνα,
ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή·
-ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ’ αγρύπνια-
αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή.
Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους.
Τη μέρα ειν’ ένα τίποτα. Το βράδυ ειν’ «εγώ»,
που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα,
να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο.
Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης,
για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή
κι απ’ το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση:
«Κουράστηκε η ψυχή μου απ’ τη ζωή».
Γλυκά θ’ ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν,
ο υπάλληλος Πεσόα θ’ αφήσει τις σκιές
και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία,
αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές.
Σαμπάχ
Πότε αλύγιστος και πότε χάρτινος
από τα θαύματα του κόσμου εξαντλημένος.
Νότες ανήσυχες σκαλίζουν τα χωράφια μου
και κάθε άνοιξη φυτρώνουν venceremos.
Όσοι με γέλασαν,όσοι με κέρασαν
πικρό ποτήρι κι άχρηστους κανόνες,
θα ηττηθούν απ’ ό,τι πιο αδύναμο
από τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες.
Ψυχή αδάμαστη, θεριό ανήμερο,
το απολιθωμένο φως να σε λογχίσει
κι απ\’το διάφανο το τραύμα το γλυκό
ένα σαμπάχ μακριά να φτερουγίσει.
Fortino Samano
Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται:
“Είμαι ότι δεν έζησα, είμαι η βροχή που θα ‘ρθει
να δροσίσει άγνωστων γυναικών το κορμί.
Βράδυ στα κρεβάτια τους πως στενάζουν ξαναμμένες
ποιος Σαμάνος έφερε τούτη τη βροχή…”
Ο στρατιώτης με τ’όπλο σημαδεύει και σκέφτεται:
“Με μια κίνηση απλή θα του κλέψω ότι έχει ζήσει
είμαι ένας μικρός θεός, είμαι ένα στοιχιό.
Πάνω από το αίμα του αύριο εδώ την ίδια ώρα
ερπετά θα σέρνονται όπως κάνω κι εγώ…”
Το τελευταίο τσιγάρο κι εκείνο σκέφτεται:
“Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ σε παιδιά που ξεφαντώνουν
ο καιρός θα χάνεται ώσπου κάποιο απ’αυτά
θα φωνάξει “Λιμπερτά!” κι όπως θα κοιτάει τις κάνες
θα βρεθώ στα χείλη του σαν τσιγάρο ξανά…”
Αγία Νοσταλγία
Αγία νοσταλγία πέλαγο ανοιχτό
πόσα σκαριά έχεις πάρει για πάντα στο βυθό
Αγία νοσταλγία φιλώ την εικόνα σου
δεν έχω απόψε πού να πάω δέξου με στο δώμα σου
Αγία νοσταλγία τις αγάπες μου καλώ
μέσα από καθρέφτη παραμορφωτικό
Αγία νοσταλγία της μνήμης αδερφή
είσαι αγκάθι βάλσαμο τραγούδι και στριγκλιά μαζί
Αγία νοσταλγία ανίκητο θεριό
έχεις κλείσει την καρδιά μου σε λαβύρινθο
Η ουρά του αλόγου
Ο καβαλάρης τ’ άλογο το ‘χε μες στην καρδιά του.
Που να ‘βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του.
Το τάιζε αγριοκρίθαρο, τετράφυλλο τριφύλλι,
στολίδια είχε στη σέλα του με λαμπερό κοχύλι.
Ήταν λευκό, ήταν κάτασπρο, ήταν γοργό και ξύπνιο,
κάλπαζε στα γυμνά βουνά και ξέφευγε απ’ τον ίσκιο.
Μα ένα παλιομεσήμερο, σε μια συκιά από κάτω,
αστρίτης στραβογάμησε και δίνει δαγκωσιά του.
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μα πέρασαν αιώνες
ο καβαλάρης το θρηνεί, χαϊδεύει τους λαγώνες.
«Σύντροφε που ξανοίγεσαι, που χάνεσαι και φεύγεις;
Ας δώσουμε όρκο. Με καιρούς θα σ’ εύρω ή θα μ’ εύρεις».
Σκυφτός γυρνάει στο σπίτι του, σκυφτός την πόρτα ανοίγει,
καρφώνει τα παράθυρα και στο πιοτό το ρίχνει.
Το άλογο στο μεταξύ τα όρνια το τυλίξαν
το σκελετό και την ουρά μονάχα που τ’ αφήσαν.
Περνούσε κι ένας μάστορας που ‘μαθε στην Κρεμόνα
να φτιάχνει βιόλες και βιολιά που να κρατάνε χρόνια.
Είδε την τρίχα της ουράς άσπρη και μεταξένια,
την πήρε κι έφτιαξε μ’ αυτή δοξάρια ένα κι ένα.
Δυο μήνες έκανε ο νιος ν’ ανοίξει παραθύρι
την Τρίτη την πρωτομηνιά βγαίνει στο πανηγύρι.
Εκεί ‘ταν λαουτιέρηδες που θέλαν’ παρακάλια
ήταν κι ένας βιολιτζής που έπαιρνε κεφάλια.
«Γεια και χαρά στου βιολιτζή. Χρήμα πολύ θα δώσω.
Θέλω ν’ ακούσω απ’ τα καλά, μήπως και ξαλαφρώσω».
Δέκα φορές το πέρασε ρετσίνι το δοξάρι,
ταιριάζει στο σαγόνι του, τ’ όργανο με καμάρι,
και σαν αρχίζει δοξαριές, μια πάνω και μια κάτω,
τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη γη μέσα στο πιάτο.
Πετάει με χούφτες τα λεφτά, ο άντρας και χορεύει
ακούγεται χλιμίντρισμα και το μυαλό του φεύγει.
Άστρο του πρωινού
Του πρωινού άστρο θαμπό
για χάρη σου αγρυπνούμε.
Η αναπνοή μας σου μιλά
κι οι βράχοι κρυφακούνε,
άστρο του πρωινού!
Το φως σου από ουρανό
απόμακρο το στέλνεις
άστρο θαμπό του πρωινού
που τη ζωή μας φέρνεις
άστρο του πρωινού!
Ένα λοφίο πορφυρό
φορώντας πλησιάζεις,
αστέρι, που πριν έρθεις καν,
άστρο μου φεύγεις πάλι
άστρο του πρωινού!
Άστρο θαμπό του πρωινού
βλέπουμε να σιμώνεις
κι όσο έρχεσαι λαμπρύνεσαι,
το φως σου δυναμώνεις,
άστρο του πρωινού!
Άστρο θαμπό του πρωινού
για χάρη σου αγρυπνούμε
και τούτη η μέρα ας μας βρει
μ’ αυτούς που αγαπούμε,
άστρο του πρωϊνού!
Οι καλογέροι
Πολλοί θέλουν την άνοιξη
κι άλλοι το καλοκαίρι,
και το χειμώνα το βαρύ
μονάχα οι καλογέροι.
Έλα βοριά, καλέ βοριά
χιόνι και καταιγίδα
να πέσουνε τα μάνταλα
να σφραγιστούν οι θύρες
να μην περνούν οι έμορφες
και πέσω σε παγίδες.
Γιατί είμαι αδύναμο σκαρί
και χάνω τη σειρά μου
όταν γυναίκα δαίμονας
περάσει από κοντά μου.
Η πίστη θέλει στήριγμα
θεό που να λατρεύει
και μοναστήρι πέτρινο
κελί σαν μαύρη απόχη
στρώμα από άγριο μαλλί
τα όνειρα να διώχνει.
Έλα βοριά, καλέ βοριά
χιόνι και καταιγίδα
να πέσουνε τα μάνταλα
να σφραγιστούν οι θύρες
να μην περνούν οι έμορφες
και πέσω σε παγίδες.











Επιτέλους!
Δεν υπαρχει μουσικη του που να μην ειναι πολυδιαστατη κι ολοκληρωμενη…δεν υπαρχει τραγουδι που να μην εχει πισω του λογια φιλτραρισμενα απ’ το συναισθημα…και σκεψεις καλειδοσκοπημενες απ’ τις εμπειριες.
Με μια λοιπον μοναχα λεξη…
ΑΞΙΟΣ!
υγ. ακουστε και το Μ81!!!!δεν κυκλοφορει ευρυτερα ομως ειναι πολυ σπουδαιο του κομματι. Οταν μια φορα τον ειχα ρωτησει γιατι δεν το παιζει πουθενα μου ειπε πως δεν το ζητανε…Αυτος ο μουσικος χρειαζεται αξιους συνεργατες και σε αλλες μορφες τεχνης.
Συμφωνώ απόλυτα για το Μ81.
Ο Θανάσης είναι ένας απλός και γλυκός άνθρωπος. Τον θυμάμαι με χαμόγελο να μας καλοδέχεται στο χωριό του. Τέτοια λιτότητα και σεμνότητα είναι θαυμαστή σε ένα καλλιτέχνη. Βαρέθηκα να βλέπω δήθεν καλλιτεχνάδες, με σνομπισμό στα μάτια και αιώνια περιφρόνηση. Λες και η διάνοια κρύβετε στα σφραγισμένα στόματα.
Ο Θανάσης..Άνθρωπος.. σαν φίλος από πάντα, σαν τον συγγενή μου διηγείται ιστορίες και βιώματα με τόση αλήθεια και σεβασμό απέναντι σε όσα τον επηρέασαν, τον δημιούργησαν και τον έπλασαν ότι είναι.
Απ’ τους πολύ λίγους αξιόλογους που έχουν μείνει στο Ελληνικό τραγούδι. Απ’ τους λίγους που φανερά και συνειδητά συνεχίζουν αυτό που κάποτε ξέραμε σαν ελληνικό τραγούδι. Λόγος μεστός, λόγος περιεκτικός, λόγος ποιητικός, λόγος λαικός όχι “λαικίστιμος”, οχι “δήθεν” και “ελίτ”.
Σ’ αυτό τον τόπο απ’ την εποχή του Ομήρου -κάπου πρέπει να τόχω ξαναγράψει εδώ- “ποίηση” σημαίνει σε μεγάλο βαθμό “τραγούδι”. Τα “τραγούδια μου” ‘ελεγαν Καρυωτάκης και Παλαμάς. Για “τραγούδια” μιλούσε και ο Ρίτσος.
Ας τόχουν υπ’ ‘οψιν τους αυτό οι νέεοι επίδοξοι ποιητές κι ας συμπεριλάβουν στα αναγνώσματά τους και τη Δημοτική μας ποίηση (και κατ’ επέκτασιν τη Βαλκανική).
Δε μ’ αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό
τα δάκρυα μου δεν σας λένε κάτι
Λοιπόν, διηγηθείτε μου τι έγινε εδώ
να βρω ξανά του νήματος την άκρη
Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας
που κάνουν τα καλάμια να λυγίζουν
στα όρια των χωραφιών κι εν μέσω άπνοιας
τα μέτωπα των αγροτών δροσίζουν
Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας
Φωτογραφίες δείξτε μου αυτών που Κυριακή
γεννήθηκαν κι εκείνων που έχουν πέσει
από τη βάρκα λίγο πριν φτάσει στην ακτή
γιατί η ζωή τους πια δεν τους αρέσει
Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή
σαν σβήνουνε τα φώτα στην πλατεία
καθώς και τ’ απογεύματα μετά την προσευχή
και πριν να ξεκινήσει η αλητεία
Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή
Αν συνεχίζουν πείτε μου κοιτώντας τη φωτιά
οι άνθρωποι να κάθονται στις φτέρνες
και αν οι ομορφότερες γυναίκες στα κρυφά
κάτω από τη γλώσσα εκτρέφουν σμέρνες
Πείτε μου, ακόμα, αν έρχεται στην άκρη του χωριού
ο λύκος του θανάτου τους χειμώνες
που σαν κουνούσε την ουρά το γάλα έπηζε
στα τρομαγμένα στήθη απ’ τις λεχώνες
Πείτε μου ακόμα αν έρχεται στην άκρη του χωριού
Πείτε μου, μη βρέθηκε η σκάφη που, παλιά
λουζόμουνα με ήλιο και με χιόνι
ή τα μαλλιά που φύλαξε απ’ την πρώτη μου κουρά
η μάνα που ακόμα ρούχα απλώνει
Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό
σύντροφοι, μήπως βρέθηκε και κείνο
να φτύσω μέσα με θυμό που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο
Δε μ’ αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό
Θ. Παπακωνσταντίνου – San Michele, Ανέκδοτο
Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι ένας από αυτούς που με τους τρόπους που επιλέγουν θα εμφυσήσουν την δύναμη στην νέα εποχή..
Απαλλάσει την τέχνη του από την καλλιέργεια της συντόμευσης στα αυτιά μας μέσω της ορατής και προσεγμένης ανάγνωσης..στην ουσία ουδέποτε την ζητά για αυτό και ανακατώνει περίτεχνα την θεματολογία του σε δείνα και δεινά ενός αλλόκοτου κόσμου..
Ο Φορτίνο Σαμάνο,ο Πεσσόα,η Σάρα,ο Τσε,ο Καγιάμ,ο Πεχλιβάνης,ο περιβόητος ληστής Θωμάς Γκαντάρας,ο Πλάτανος στα Τέμπη,οι Καλογέροι , ο Ξενιτεμένος ,ο Βέγας με τον Ντενεμπ και τον Αλνταιρ τραγουδισμένα όλα με την δικιά του φωνή ή από αυτήν που οι πεθυμιές του ορίζουν θα μας απαλλάξουν από τα “Νταλαροειδή”συμπράγκαλα της πανταχού εκμετάλευσης..
Επιπλέον θα έλεγα ότι μας χαρίζει την τόσο αναμενόμενη αλλά δυσεύρετη για την φαντασία μας στιχουργική έκπληξη..
Το να ξεκινάς από την Θεσσαλονίκη και να βλέπεις στη σειρά τον Καραβόμυλο ,την Στυλίδα και καπάκι μετά την Ιεριχώ είναι υπέροχο..τρομαχτικά υπέροχο ..συγκινητικά ίσως..τελικά κάπως σαν την Ιεριχώ που φοβόμαστε όλοι να δούμε μήπως και παρεξηγηθούμε από την Αρχή που μας ορίζει..
Μου αρέσει που εφαρμόζει το σύστημα των τριών “ου” όπως λέει (δηλαδή κουτουρού) στην γραφή της μουσικής και των στιχων του και που επίσης ξέρει πως όπου κι αν μεγαλόπρεπα καταλήξει θα παρομοιάζεται με την σκηνή της αφόδευσης μιας φοράδας στο αλώνι..
Αγαπημένος..αμέτρητα!
Aν ο Χωρολατρης αναγκάστηκε να θυμηθεί ή να εμπευστεί το…… <>, απ΄ τον ποιητή, ε΄ τότε μπράβο του Θ. Παπακωνσταντίνου, μπράβο και του Χωρολάτρη.
Aν ο Χωρολατρης αναγκάστηκε να θυμηθεί ή να εμπευστεί το…… Απαλλάσει την τέχνη του από την καλλιέργεια της συντόμευσης…, απ΄ τον ποιητή, ε΄ τότε μπράβο του Θ. Παπακωνσταντίνου, μπράβο και του Χωρολάτρη.
Πεχλιβάνης
Μια νύχτα θα ‘ρθει από μακριά, βρε αμάν αμάν
αέρας Πεχλιβάνης
να μην μπορείς να κοιμηθείς, βρε αμάν αμάν
μόλις τον ανασάνεις.
Θα ‘χει θυμάρι στα μαλλιά, βρε αμάν αμάν
κράνα για σκουλαρίκια
και μες στο στόμα θα γυρνά, βρε αμάν αμάν
ρητορικά χαλίκια.
Θα κατεβεί σαν άρχοντας, βρε αμάν αμάν
θα κατεβεί σαν λύκος
να πάρει χρώμα και ζωή, βρε αμάν αμάν
της μοναξιάς ο κήπος.
Τα μελισσάκια θα γυρνούν, βρε αμάν αμάν
γύρω απ’ τις πολυθρόνες
και το νερό το κρύσταλλο, βρε αμάν αμάν
θα ρέει απ’ τις οθόνες.
Αέρα να ‘σαι τιμωρός, βρε αμάν αμάν
να ‘σαι και παιχνιδιάρης
κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου, βρε αμάν αμάν
να ‘ρθεις να μου την πάρεις,
για να κοιτάει από ψηλά, βρε αμάν αμάν
του κόσμου τη ραστώνη,
να ξεχαστεί σαν των βουνών, βρε αμάν αμάν
το περσινό το χιόνι.