The last simphony
(ανάκλαση)
Άννα,
Φρόντιζε για μένα,
Χτένισε μου τα μαλλιά με τα λεπτά σου δάχτυλα,
Γιατί έχω γράψει έναν ύμνο για σένα.
Έλα, για τελευταία φορά να με λούσεις.
Και αγάπη μου…. Συγχώρεσέ με,
Όπως συγχωράς τη βροχή που ρίχνει τα φύλλα στη γη.
Στο συρτάρι υπάρχει ένα τετράδιο,
Άνοιξε το στην τελευταία σελίδα και διάβασε το από μέσα σου…
Δέξου το σαν δώρο.
Και μετά πες μου αν κάτι της λείπει,
για να είναι τέλειο.
Άννα…,
Στο πιάτο , ένα μήλο περιμένει να κοπεί.
Απόλαυσε το εσύ !
Στο βάζο , το λουλούδι διψά για νερό. Πότισε το εσύ!
Το άσπρο φουλάρι, που έχει δυο εποχές να φορεθεί,
φόρεσε το εσύ!
Και τώρα άνοιξε το παράθυρο αγάπη μου,
Να γευτώ τη μελωδία του δάσους , που γυμνώνεται αυτή την εποχή.
Αχ, στο κεφάλι μου υπάρχει μονό η σιωπή.
Αισθάνεσαι το παλμό του αέρα;
Είναι του θεού η αναπνοή.
Το πρόσωπο σου, είναι η παρομοίωση Του!
Ήμουν χαμένος χωρίς εσένα, Άννα.
Δυστυχισμένος και σιωπηλός.
Άννα….
Ο σκύλος θρηνεί.
Διαισθάνεται την αποδημία της ψυχής.
Μα τι υπάρχει πέρα από το δάσος Άννα…;

 

Για την δεκαοχτάχρονη Αννέτα

Αννέτα, μη μεγαλώσεις πια,
Χαμένα τα’ χει η μάνα σου,
Σαν βλέπει τα στήθη σου σαν μπουμπούκια
έτοιμα να πετάνε κάτω από το φουστάνι,
και τη λάμψη των ματιών σου, την ερωτική.
«Πιάσε το φουστάνι, Αννέτα, κρύψε τα βραχάκια σου»!

Πως άνθησες έτσι ξαφνικά!
Μη, Αννέτα, μη μεγαλώσεις πια.

Σε θυμάμαι μικρή σαν χθες, Αννέτα,
Με τα σορτς επάνω στο ποδήλατο
Ξένοιαστο παιδί του αέρα, ζωή γεμάτο
Και τη φωνή της μάνας σου «Μη πέσεις παιδάκι μου»!

Σαν μεγάλωσες Αννέτα.
Το βλέπω στα διψασμένα μάτια των αγοριών
που κυνηγάνε τον τρελό αέρα που αφήνει πίσω
το φτερούγισμα των φτερών σου,
Όμορφη Αννέτα.

Μικρούλα μου Αννέτα,
Σαν περνούσες το πρωί κάτω από το παραθύρι μου,
Το μελαγχολικό αέρα της μοναξιάς μου ταρακούνησες
Με το κρότο των ψηλών τακουνιών σου
Που χτύπησε την πόρτα της πονεμένης μνήμης της ψυχούλας μου,
και ράγισα…ζήλεψα την νιότη σου.
Ήμουν κι’ εγώ μικρούλα, σαν εσένα, και όμορφη, Αννέτα
Γεμάτη ζωή και όνειρα, αχ, με όνειρα μόνο
Που εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις, τα σκλαβωμένα μου όνειρα.
Εκεί στην Αλβανία που γεννήθηκα και μεγάλωσα,
Τότε στα χρόνια των φυλακισμένων ψυχών.
Νιότη μου ονειρεμένη, Αννέτα εσύ.


Άντονι

Άντονι, μην πεθάνεις αυτό το φθινόπωρο
Γιατί αυτή την κοκκινωπή θλίψη της φύσης
Πρέπει να την νιώσεις στα κόκαλα,
Και το απόβραδο
όταν κολλήσει το πρόσωπο του στο παραθύρι σκεπασμένο με πάχνη
Αχ, νιώσε και την σιωπηλή μοναξιά της γκρίζας λίμνης, χωρίς γλάρους.
Γιατί κανένα φθινόπωρο δεν είναι ίδιο,
Ούτε οι έρωτες.
Χωρίς αίμα Άντονι…χωρίς αίμα θέλει αυτή η ζωή

Στο κάτω-κάτω Άντονι
Αυτή είναι η ζωή,
ο ίδιος ήλιος ανατέλλει
ο ίδιος δύει.
Η μοίρα μας δεν είναι ίδια.
Και σαν ξυπνήσεις αύριο το πρωί
Έλα και πες μου αίθριος τις ιστορίες σου.
Την απογοήτευση σου με την κύρια Μίνα
Και για εκείνη την νύχτα του χωρισμού
Που τσακωθήκατε άσχημα.
Πες μου για εκείνο το Σάββατο που αποπειράθηκες να αυτοκτονήσεις
Τα πάντα να μου πεις….

Θεέ μου πόσο σε πονώ.
Που να σε πάρει….μοιάζουμε τόσο πολύ.

 

Ονομάζομαι Αρντίτα Ιατρού (Ardita Jatru) και γεννήθηκα στα Τίρανα το 1972. Βρέθηκα στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) το 1990. Έχω εκδώσει δυο βιβλία με ποιήματα και τώρα ετοιμάζω μια τρίτη ποιητική συλλογή και ένα μυθιστόρημα. Για πρώτη φορά μετέφρασα ποιήματά μου στα ελληνικά.