*
Αυτό το φόρεμα
Ήταν
Νεκρής – από χρόνια
Αγαπημένης γυναίκας
Ένας αέρας
Τώρα το φοράω εγώ
Κάθε χειμώνα
Περιμένω τον Αύγουστο
Κάθε Αύγουστο
Μετρώ τα καλοκαίρια της
Και τα δικά μου
Αμαρτία
Η κλίση σου
Τράβηξε άλλους δρόμους
Μα κάτι ελάχιστο
Και σκοτεινό
Στους ίσκιους των ματιών σου
Που μόνο εσύ εγνώριζες
Κάτι σαν βαθύ νερό
Κάτι που έμοιαζε
Σαν να πεθαίνει κάποιος
Και να μην έχει
Συγχωρέσει
Βιογραφικό
Γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Απόφοιτος της Σχολής του Θεάτρου Τέχνης του Κουν, έχει διακριθεί για τις ερμηνείες της. Εμφανίστηκε στα γράμματα με την ποιητική συλλογή “Μια Γυναίκα” (1978). Ακολούθησαν: “Ωδίνες” (1982), “Αργά το απόγευμα (1990), “Από τότε” (1996), “Θα καπνίζω” (2004) και το παιδικό βιβλίο “Όταν μιλώ με τα παιχνίδια μου”. Είναι αδελφή του ποιητή και στιχουργού Μάνου Ελευθερίου. Στίχους της μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στο δίσκο: “Φαίδρα”, Σύνθεση: 1984. Αθήνα. Ηχογράφηση: 1985, Αλίκη Καγιαλογλου, Πέτρος Πανδής, ΣΕΙΡΙΟΣ.
Τραγούδια:
ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΚΡΥΟ
ΔΑΚΡΥΣΑΝ ΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ ΜΟΥ
ΕΠΑΙΞΕΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ
ΟΤΑΝ ΣΕ ΒΡΗΚΑ
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
ΟΝΕΙΡΟ ΑΓΑΠΗΣ
ΣΑΝ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙΣ ΜΟΝΟΣ
ΜΕ ΒΡΗΚΕ ΠΑΛΙ Η ΕΡΗΜΙΑ
ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΑΓΩΣΕ
ΘΕΛΩ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
ΝΥΧΤΩΝΕΙ











Καλημέρα Ελλάδα, καλημέρα Κόσμε!
Πρώτη φορά διαβάζω ποιήματα της κυρίας Αγγελικής Ελευθερίου. Δεν τη γνώριζα… έως σήμερα το πρωί. Τον κύριο Ελευθερίου τον συναντούσαμε κατά καιρούς στο υπόγειο της “Πολιτείας” στην Ασκληπιού, όλοι όσοι εργαστήκαμε κατά περιόδους στο βιβλιοπωλείο του Λιβέριου. Ενεός, αντιγράφοντας εκ νέου με τη μέθοδο του copy-paste:
Αμαρτία
Η κλίση σου
Τράβηξε άλλους δρόμους
Μα κάτι ελάχιστο
Και σκοτεινό
Στους ίσκιους των ματιών σου
Που μόνο εσύ εγνώριζες
Κάτι σαν βαθύ νερό
Κάτι που έμοιαζε
Σαν να πεθαίνει κάποιος
Και να μην έχει
Συγχωρέσει
Θεωρώ το δεύτερο κυρίως ποίημα της κυρίας Ελευθερίου σαν ένα δείγμα υψηλής ποιητικής σύλληψης και αποτύπωσης αυτής με περισσή ικανότητα επιλογής των κατάλληλων εκφραστικών τρόπων.
Καταρχήν “μπαίνει” μέσα στο ποίημα με μια ανάστροφη και πολύ πετυχημένη κίνηση αντικατάστασης της έννοιας της διάρκειας του δρόμου (που περιλαμβάνει το μάκρος του καθένα )με την έννοια της κλίσης του δρόμου ,η χάραξη της οποίας πάνω στο οδόστρωμα αποτελεί την την ιδιωτική παρέμβαση του ανθρώπου στην διαδικασία της ζωής.
Με αυτή την κίνηση και μόνο “πονηρεύει” θα έλεγα τον αναγνώστη για το τι πρόκειται να ακολουθήσει όπως και τον ειδοποιεί λιγάκι για την διαδικασία της ματιάς που πρέπει να ακολουθήσει αν θέλει να φτάσει ως τα έγκατα εκείνου, για χάρη του οποίου χρεώθηκε την αγωνία ο ποιητής για έναν όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένο ορισμό που διακρίνει κάποιος στην συνέχεια του ποιήματος..
Και πράγματι.Η αγωνία της περιπέτειας περιγραφής αρχίζει.
Μοιάζει με κάτι ελάχιστο στην αρχή.Κάτι που δεν έχει την βεβαιότητα μιας σίγουρης έκτασης.
Προχωρά στον χρωματισμό του μετά..Κάτι σκοτεινό. Βέβαια..Κάτι που δεν θα μπορούσε να ξεχωριστεί εύκολα μέσα από όλα τα υπόλοιπα σκοτεινά πράγματα του κόσμου που περιλαμβάνουν τα σημάδια ή τις αλήθειες.
Η τοποθέτηση του πράγματος αυτού στους ίσκιους των ματιών ,ήταν θα λέγαμε η μόνη άμεσα σχεδόν ανακοινώσιμη είδηση στον αναγνώστη από την αρχή του ποιήματος.Δεν θα μπορούσε ποτέ να γινόταν αλλιώς άλλωστε μιας και ταυτοποιείται αυτή η θέση των ματιών με την την βαθιά αυτογνωσία του ατόμου που θεωρεί τόσο αδιαπραγμάτευτα δικό του αυτό το μικρούλι και θεοσκότεινο πράγμα που φυτεύτηκε στην νύχτα των ματιών του..
Ανάγκη για “γηινοποίηση- αν τέλος πάντων στέκει ένας τέτοιος ορισμός -νοιώθει πιο μετά ο ποιητής…ισως για τον λόγο του να μην απομακρυνθεί εντελώς από τα συνήθεια των ανθρώπων να κατέχουνε δίπλα τους κάποια πράγματα σαν περιβάλον. Η επιλογή ακούει στο όνομα “βαθύ νερό”..
Δύσκολα θα μπορούσε να παρερμηνεύσει κανείς την αβυσσαλέα σημασία ενος τέτοιου βαθιού νερού όταν μάλιστα συνδέεται τόσο άμεσα με το σκοτάδι,με την ελαχιστότητα και με τους ίσκιους των ματιών..
Και έχεται το τελος ..και έρχεται ο Ανθρωπος μαζί με το τέλος αυτό για να δώσει την δικιά του αυθεντική συνεισφορά σε αυτό το σύνθετα δομημένο στοιχείο..
Διαλέγει τον θάνατο ..Διαλέγει τον θάνατο που ασυγχώρητα άφησε να τον βρει δίχως να έχει προλάβει ή διχως την ψυχή του να έχει αφήσει ελεύθερη προκειμένου να συγχωρέσει τα πάντα.
Το ποίημα τελειώνει..Η παρουσία της Αμαρτίας -από όποια πλευρά μπορεί κάποιος αληθινά να την δει-έχει μόλις αρχίσει να τρέφεται ζωντανή..
Χαμηλόφωνη κατάθεση. Ξεχωριστή γραφή! Μόνο να προσθέσω από τη συλλογή ΘΑ ΚΑΠΝΙΖΩ [2004] ένα ποίημα της κυρίας Αγγελικής Ελευθερίου (θυμίζω και την ανθολόγηση του Αργύρη Χιόνη στο “Ελληνομουσείο” του λευκωσιάτικου περιοδικού “Ακτή”, τχ. 79, Καλοκ. 2009):
ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ όταν δε γράφουν μαραζώνουν
Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πως η αιτία είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτα δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τούς τρομάζει
Καλημέρα Μύ-ς,
Έτσι, θα καπνίζω, θα καπνίζω, θα καπνίζω… όπως ο χαμαιλέοντας, ώσπου σε άλλον κόσμο να βρεθώ. Μπράβο σου. Να είχαμε και κανένα βιβλιοπωλείο της προκοπής στη Λευκωσία με παρακαταθήκη παλαιών τευχών, να αναζητούν αυτοί που υπακούουν στο μήνυμα της αρμπαρόριζας, ό,τι κατεβάζει ο νους τους. Ευχαριστώ. Θα αναζητήσω το τεύχος 79, που αναφέρεις.
Μια ποιήτρια ολιγογράφος, μακρυά από τα φώτα, σεμνή και για τούτο πάντα ουσιαστική και αυθύβολη.
Πάντα βιαστικός, είδα μετά τα λάθη μου. Απ΄την αρχή λοιπόν. Γνώρισα την Αγγελική Ελευθερίου από τη συλλογή της ΘΑ ΚΑΠΝΙΖΩ. Λιγόλογη και συναισθηματική γραφή, που αγάπησα.