*

Με παραμύθια ξορκίζω το κακό
γιατί απʼ την πρώτη του ύπνου συντροφιά έμαθα πως μιλάει ο θάνατος
και μοναχά στη γη βρήκα έναν τόπο να πατήσω

Υάκινθοι της τρέλας ζουμπούλια, σεις φίλοι του βαθιού κυανού
ίσαμε το αμέτρητο της νύχτας,
και σεις του ανέμου αγριοκούνελα που σπαρταράτε σʼ ένα νύχι
κρυμμένα όλα είστε πίσω από κουρτίνες
με σταγόνες νερά και μια ορδή πετροχελίδονα

Ξυπνώ και βλέπω γύρω βασιλικούς ξεραμένους
ανοίγω το ένα μάτι ίδια τα φιλιά σου πρώτη νύχτα
και ίδιος ρημαγμένος ο ουρανός
το βλέφαρο ανοίγει δεύτερο από μόναχό του
σαν σπαρταράει στο φως όλης της πόλης η ασχήμια

Καταραμένος ο Τειρεσίας και τούτες οι κασσάνδρες
πιότερο γιατί τʼ ανθρώπου ανήμερη πνοή κατείχαν
τέτοια που πουλήσαν την σκιά τους

η σκιά του άγριου περιστεριού ταξιδεύει με τις πρώτες στάχτες κατά το νότο

Κει στην έρημο που πάς και τις τύχες απαντάς
αν ιδείς και τη δική μου να τηνε χαιρετίσεις,
αν κάθεται να σηκωθή κι αν είναι ολόρθη να ʽρθη
Να θερίσουμε το στάρι πʼ έσπειρα στη νεκλησσά το βράδυ
μ’ αγκαλιά δυο λύπες
και παραμάσχαλα το βλέμμα του οργισμένου

*

Αναστηλώνεται η μεγάλη όψις του φθινοπώρου
πως κάποτε στις φυλακές του Ρέντινγκ έλαμπαν, μεσίστιες
της θλίψης
οι σημαίες κάποτε ίσως πάλι λάμψουν

εκείνος γράφει ευγενικά σονέτα, γερμένος ελαφρά
στην πάνω πόρτα της αβύσσου
γύρω του αγάλματα παρελαύνουν όπως πάντα φθαρμένα έτσι τώρα
πιο λειψά, μα

τον έβδομο μήνα, τον χλωρό, τα χνώτα του
που μυρίζουν χώμα σαλιγκάρια ξεθωριασμένη ηδονή
του θέρους, φασκιωμένο
θα με βρεις στην κορυφή ενός απογεύματος

γιατί ο άλλος προσμένει πιο σκληρό
έναν χειμώνα που θ’αγριέψει τα γένια που το μέσα πρόσωπο
θα οστεώσει κρυμμένος έτσι στις κόγχες
των τροπαίων

Έτσι καθρεφτισμένο το φως ίσως αναδυθεί
γέννημα-θρέμμα της πίστης ώστε να πάρουν πάλι οι αίγαγροι τ’ουρανού
το δρόμο τους και τα πουλιά που αγκαλιάζουν τη γη
με τις φτερούγες τους

ο τρίτος που μας πέταξε στο σκότος, που την σιωπή ορίζει
που τους λογαριασμούς του με τις αντανακλάσεις του φωτός
έκλεισε νωρίς αυτός ήξερε το ρυθμό και το μέλος:

Κει που την πίκρα μου ‘ταξες να αρματέψω πρώτη
κει που το στήθος πιάστηκε σε αραχνένιο τόπι
ριγά το χέρι το ζερβό, μιλά βουβό το χείλι
κι όπου κι αν σέρνεις το χορό με θα’χεις στο μαντήλι

*

Πίσω από το παράθυρο, κρυμμένη έτσι που ο πεύκος
έκοβε τον ήλιο στα δυο
κυκλωμένη από την χορωδία των τζιτζικιών
κι η γη καυτή τρίαινα
καρφωμένη στην ανατολική μήτρα της ηδονής
στα πόσα στόματα που βλαστημούν
το καλοκαίρι της αναζήτησης

γυναίκα που στον απόηχο ενός μεσημεριού άγγιξες,
κισσός δυσδόκιμος στην αγκαλιά των τοίχων

μ’ άργησε ο κρίνος τ’ ουρανού
και τ’ αλγεινά μελτέμια
ζώσαν τις πύλες, ουρλιαχτά
άλογα, δίχως γκέμια

στην κάμαρα την ορισμένη με λιβάδια τριφύλλια
ανοιχτά από παντού στους ανέμους
στις γεύσεις που ταΐζονται τα σύννεφα,
μα δεν έφτανε ποτέ στα χείλια της το φύσημα
και πόσο πια τα βλέφαρα ν’ αγγίξει;

-άσεμνε κόσμε, φορέα της ευθύνης
άγουρα είνʼ τα δάκρυα και μην τα λογοκρίνεις
γιατί σαν ξαγρυπνάς τις ώρες
στην σκληρή του γιασεμιού ανάσα
στους τοίχους σέρνεται ο ιστός μιας ζέστης
κι άρυθμος αντηχώ των βουνών τις πέτρες
δίχως τη γλώσσα μου, λάφυρο των ανέμων
της κατρακύλας θόρυβος εινʼ αψύς ή κούφιος;

Τις θλίψεις ο μάντης έμαθε
τόσες λέξεις περασμένες σκουριά
κι οι πληγές οι ξεραμένες στην σιωπή λόγω παλαιότητας,
φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν
η κυρά που κρύβεται στις χαραμάδες των πατζουριών,
να βλέπει ίσως, να μην την βλέπουν

*

Έθαβʼ η θύρα σε μυστικό κουτί αυτό που την κλειδώνει
τι αρχινά καν δυο καν τρεις στο θλιβερό σεντόνι

Μπαίνεις στο γέρμα δανεισμένος, στο ψάξιμο να μοιραστείς
με κύματα γεμάτος στις ανάσες της αυγής
και βρίσκεις τον ήλιο άγευστο

Ανασήκωσʼ η κουρτίνα την ποδιά της
να βρούνε χώρο τα στοιχειά να παίξουνε κοντά της

μα έχει σιωπή στα πάνω πέταλα της νύχτας
κι ένα άγριο σκύλο, άγρυπνο

κι όψιμα μίλησαν τα φύλλα των βιβλίων
-θα’ρθούνε ξέρεις τα παιδιά ν’αλείψουνε τους τοίχους
μήπως και φύγουν τα πουλιά, μήπως και σβήσουνε οι κτύποι
κι έτσι σωθεί το μοίρασμα της πίτας

χτισμένη στην άγνοια διαστροφή
στο ξύλο σέρνεται καθώς το φως σε τρώει

και το κρεβάτι έγειρε, άγκυρες στολισμένο
-πού νότισα τα βήματα ψυχή
κι ο ρόχθος πως σε μόχθησε να φύγεις;

κι αν ανοίγει σαν φονιάς η κάμαρα σαν
σπάνει η αγάπη τα κουπιά της στην κουπαστή της μήτρας
είν’ ένα αίνιγμα γυμνό κι απάνω του όλα σβήνουν

*

Σου είπαν κάποτε γιʼ αγάπες
και για το τέλος μιας βαθιάς παλιάς πληγής

μα όταν αντίκρυσες το τραγούδι του ενός λεπτού και
θολωμένος μέσα στο αλάτι ρίχτηκες

είπαν όλοι αυτός ναι ήξερε να γράφει, να μιλάει όμορφα και ζεστά
μα ποτέ του δεν μπόρεσε να τραγουδήσει

Σε είδαν μου παν σε πόλεις μακρινές και ξεχασμένες
κάπως γερμένον στʼ ανοιχτά μιας λύπης
και είπα μέσα μου τούτος εδώ δεν χάθηκε πότε

μονάχα βολοδέρνει μεταξύ λήθης και μιας αόριστης ήττας
σαν να μην έμαθε ποτέ απʼ έξω το τραγούδι του ενός λεπτού

μήτε αγάπη μήτε φρόνημα του τάφου
και πιο πολύ μήτε ανάγκη για ζωή
μια αρμονία λησμονημένη σαν τα μέλη της ιτιάς
την οσμή του σύννεφου και το βαθύ βλέμμα
του Πανός
τραγούδα και εσύ πριν χαθείς το τραγούδι του ενός λεπτού