τοπίο

χώρα μακρινή
το ατέλειωτό σου τοπίο
το γνώρισα
με τις παλάμες μου.

νερό γάργαρο.
μικρούς καταρράκτες
άκουσα
μες απ’ το γέλιο σου.

δάσος τροπικό.
γεμάτο ίσκιους κι υγρασία
ανάπνευσα
στον κόρφο των φύλλων σου.

νύχτες υγρές.
στα μαλακά σκοτάδια του ορίζοντα
τις πέρασα
μες απ’ τα μάτια σου.

περιστέρια τρυφερά.
το ρυθμικό σας στέναγμα
με δόνησε
στον ήχο των σπλάχνων σου.

σπαθί παλλόμενο.
μ’ επιθυμία και νοσταλγία
ταίριαξα
στο θηκάρι της προσφοράς σου.

ανακατάταξη

σκοτοδίνη του ύψους
ύψος της στήλης
στήλη του τάφου
τάφος της πέτρας
πέτρα της θάλασσας
θάλασσα της επιθυμίας
επιθυμία της ελπίδας
ελπίδα του χαμού
χαμός της ανάμνησης
ανάμνηση της αρχαιότητας
αρχαιότητα της δημιουργίας
δημιουργία της ζέσης
ζέση της ανακατάταξης
ανακατάταξη της ύπαρξης
ύπαρξη της μη-ύπαρξης…
…τι αναζητούσα;

συχώρα μας

καϋμένε,
στερνέ καρπέ
του χειμωνιάτικου
ξεγυμνωμένου δέντρου,

έρημε,
δίχως φύλλα προστατευτικά,
δίχως να γνωρίζεις
την ύπαρξη
κι άλλων εποχών,

ο ήλιος σου,
απ’ το κρύο, άσπρος ανατέλλει,
μικρός,
των θερμών χωρών
νοσταλγός,

η θάλασσά σου,
μακρυνό ταξείδι
σου ετοιμάζει
χωρίς την συγκατάθεση
του Ποσειδώνα.

ξένος σε τρεις χώρες,
ξένος στον κόσμο όλον.

συχώρα τους ανθρώπους,
συχώρα τον εγωισμό
που σε θέλει
σ’ ένα κόσμο
όπου δεν υπάρχουν
κήποι καλοκαιριού
και λουλούδια της άνοιξης.

συχώρα με
για τις αναλωμένες μου
θάλασσες
και τα βουνά,
για τ’ άδεια μου
τα χέρια
για την καρδιά μου
τη στεγνή.

συχώρα μας
που σε βγάλαμε
απ’ τους κήπους
της αθωότητας σου,
απ’ την αιώνια σου
ύπαρξη.

ο ήλιος

τις μέρες αυτές
η γης άναψε,
ο ήλιος κατέβηκε πιο χαμηλά
και τη φωτιά του δυνάμωσε
για να μας κάψη,
για να μας στεγνώση,
κι εμείς τον βλέπουμε, τον νοιώθουμε,
τον νομίζουμε ίδιο όπως πάντα
πως ίσως τώρα λίγο υπερβάλλει
και σύντομα θα γίνη όπως και πριν.
όμως, τελείωσαν τα ψέμματα,
τώρα θα μας κάψη για τα καλά.
τώρα, πίσω δεν θα κάνη.
το κατώφλι το περάσαμε,
το κατώφλι απ’ όπου επιστροφή δεν υπάρχει.
για μας, η τελευταία δροσιά πέρασε,
από δω και πέρα ο δρόμος οδηγεί
στο κάψιμο, στο λειώσιμο
με τελικό σκοπό τη μεγάλη πυρά
που, αλλοίμονο
δεν θα ‘ναι η πυρά της λύτρωσης,
ούτε η πυρά της κάθαρσης.
θα ‘ναι της κόλασης πυρά
αυτή που διαρκεί
που καίει, καίει
δίχως ν’ αναλώνεται.

αχ, αυτός ο ήλιος!
γιατί άρχισε
την αναπότρεπτη πορεία
της καταστροφής;

το λεωφορείο

με διπλώσανε στα δυο
αδειάζοντας το κεφάλι μου
με μεγάλες κουτάλες της σούπας
ώρες ολόκληρες.
μέχρι που αράχνιασε
το εσωτερικό της όρασής μου
κι έγινε μαύρο
με ψιλές ασπριδερές κλωστίτσες
από καύκαλο σε καύκαλο.
πήρα όλο τούτο το κενό
τόκλεισα σε δυο βαλίτσες
κι έφυγα
απ’ την πίσω πόρτα της μοναξιάς μου,
τρέχοντας να προλάβω
το λεωφορείο που ‘φευγε
χωρίς οδηγό
αφού βαρέθηκε
να περιμένη ακούνητο
τόσες μέρες.
πρόλαβα μονάχα
τον αέρα της οικειότητας μας
-το κάτι κοινό που ‘χαμε αναπτύξει-
και σ’ αυτόν πάνω
φόρτωσα τις βαλίτσες μου
και τα διάφορα στρώματα
των τελευταίων μου πραγματικοτήτων.
ακολούθησα
τετράγωνος και κενός
σαν κιβώτιο ξύλινο.

τα βουνίσια μονοπάτια

τα βουνίσια μονοπάτια
είναι άγρια,
είναι πάντα
κοντά στο μεγάλο γκρεμό,
εκεί που φαίνεται το βάραθρο,
εκεί που μυρίζει,
η υγρασία του κινδύνου,

πολλές φορές
περπατήσαμε το βουνό,
-παρά τρίχα να γκρεμιστούμε-
πολλές φορές νοιώσαμε
την προδοσία της πέτρας
κάτω απ’ το βήμα,
όμως το μονοπάτι
τραβάει σε μάκρος
και σ’ αυτό το μονοπάτι
πατάγαμε το πόδι.

τώρα, τα πόδια μας
δεν μπορούν ν’ αναγνωρίσουν
τις προδότρες πέτρες,
δεν ξέρουν πώς να πατήσουν
τους ύποπτους βράχους,
δεν ξέρουν όπως πρώτα
να μας οδηγήσουν
στην λύτρωση.
περιμένουμε κάθε στιγμή
την πτώση,
την μεγάλη πτώση,
που θα διαρκέση
μια αιωνιότητα
μέχρι τον σκοτεινό βυθό,
τον βυθό τον υγρό
τον τελιωτικό,
τον οριστικό.

[το εξώφυλλο και τα σχέδια γίναν κατ’ ευθείαν στον
ηλεκτρονικό υπολογιστή απ’ τον Γιώργο Ν. Ζιώγα.

τα ποιήματα γράφτηκαν στα ισπανικά
και μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τον ίδιο]