(Πίνακας του Γιώργου Ρόρρη-Ιδιωτική Συλλογή)

Τράγων ωδές

1

Οι τρύπες στις παλάμες μου είναι έργο σταγόνων αρχαίου νερού. Οι ίδιες που αποκαθιστούν στην ορχήστρα τη λήξη των παραστάσεων. Τα αποκυήματα της ύλης προς διαφύλαξη της αναγκαιότητας των μύθων. Τεκμήρια ανέξοδου ηρωισμού για να θεώμαι ως ισόθεος. Παραστάσεις άνευ θεατών, ενώπιον κατόπτρων.

Ο του κρατήρα οίνος των σπονδών που απέμεινε επί της θυμέλης, αφαιρεί το άλγος της λύσης με ενύπνιο αφθαρσίας.

2

Ατρείδες

Oι πορτοκαλιές πάντοτε τραυματίζουν το χειμώνα. Την εποχή των χρωμάτων του νερού.

Οι ορθοί λιόντες, χρονοφαγωμένοι φύλακες του αίματος στη πύλη της τραγικής πόλης, διαιωνίζουν τους ήρωές της και τα έργα τους στις ατραπούς της ποίησης. Εντάσσουν το χρόνο στην συνεχή παρουσία και τέλεσή τους.

Τα χρυσήλατα προσωπεία βούλονται την άρση της ύβρης των πολέμων, των σφαγών, του μίσους, των εκδικήσεων. Τα έργα του θεόθεν ψεύδους των αρχόντων.

Οι χρυσόχυμοι καρποί πάντοτε πληγώνουν τον χειμώνα.

Ήχοι από κυπριά τράγων, οι μόνιμοι κάτοικοι στις γκρεμισμένες εστίες των αγκρέμιστων λόγων.

Η άνοιξη, όσο κι αν τρέχει το αίμα, ποτέ δεν αποχωρεί από τούτο τον χιλιοσκοτωμένο τόπο.

3

Λαβδακίδες

Κόκκινος αέρας ζυμώνει τις οιμωγές στο χώμα· της πόλης το άχθος. Ακούστηκε μέχρις εκεί το θριαμβικό γέλιο του τέρατος παρά το γκρέμισμά του. Πια εξήγηση να δώσουν; Κι ο γεροτυφλός, παλιό του κουσούρι, μιλάει με τα πουλιά. Άλλωστε μόνο σα γίνει το κακό τα φταιξίματα δείχνει, ποτέ δεν το προφτάνει. Μήπως ο ανομολόγητος ομαίματος έρωτας όλων των σκιών, τόκος της γένεσης στα σκοτεινά δώματα, που τέλεσε την ύβρη της πράξης; Μα θα υπήρχε το ύψιστο θηλυκό ήθος χωρίς της ύβρης τον εξιλασμό με εμφύλιο αίμα και την διαστροφή της εξουσίας;

Αλλά πάλι, μη κι ήταν η απάντηση «άνθρωπος» που προκάλεσε τον τερατώδη γέλωτα κατά τη πτώση;

4

Ενύπνια

Νύχτες άφεγγες. Σαν δισθανής ονείρου κατεβαίνω σε κεραμικούς. Με τροφή μέλι, γάλα, κρασί και νερό. Συνάζονται παραλίμνια γύρω μου. Μα μπλάβο αίμα πʼ ανοίγει της λαλιάς το δρόμο, δεν έχω άλλο και μένουν βουβοί. Κανέναν δεν απωθώ. Σκιές οικίες, ξένες, καθημερνές. Ανείδωλες, που ενδύω με τις εντός μου παλιές τους εικόνες. Για τις ανάγκες κοινωνίας. Οι γεννήτορες πρώτοι κι αντάμα, καθώς και τότε. Ύστερα το σόι κι απέ φίλιες μορφές και άλλες πʼ ακράγγιξε τʼ αέρινο πέρασμά τους με ρίγος τη ψυχή μου. Κι οι αδικημένοι, οι πληγωμένοι, οι περιφρονημένοι, με τα όσα αθέλητα ή για όφελος μου έπραξα σʼ αυτούς, παράμερα κι εκείνοι στέκονται. Δε λείπουν κι αυτοί που τα ίδια έπραξαν για μένα. Εδώ κι οι εφιάλτες, οι κόλακες, οι δίβουλοι, τα γραφικά ρεμάλια. Άβουλοι ηθοποιοί στα ενύπνια του βροτού που κάθε τόσο διαβαίνει τις πύλες της νύχτιας χώρας. Που ζητάει μέσα απʼ τους ρόλους τους στου κόσμου τα πραγμένα, να βρει απόκριση για τα πάθια που καθʼ ένας φορτωμένος κατέβηκε στο κόσμο τούτο τον αξεχώριστο απʼ τον απάνω. Κι ως κάθε φορά, αυτοί βουβοί αποχωρούν στης λίμνης τα μέλανα νερά, εγώ ανεβαίνω απʼ του ύπνου τη σκάλα σʼ ένα ακόμα πρωινό, με άχρηστους οιωνούς για χαραγμένες ήδη πορείες κι όχι αποκρίσεις για το νόημα, για το λόγο. Όλα παραμένουν απογραφές.

5

Ομφαλός

Σε τούτες τις ρικνές, τις σοφιλιαζμένες μεγάλες πέτρες, έφτασαν από μακριά, από βαθιά, άλλοτε με τ΄ ασήμι των λιόδεντρων και το μουσκεμένο λιόγερμα, άλλοτε με του κεραυνού τʼ αλάφιασμα και τʼ αργοσεριάνισμα αχνάδας στη κορφή του δίγλωσσου γκρεμού κι άλλοτε με του ηλιότροχου το πύρωμα στʼ αφρόχρωμο το μάρμαρο.

Μύθοι του φόβου και τʼ ανεξήγητου ήταν, που ʽψαχναν να βρούν στέγη κι εξουσία.

Πηγή κελαριστή στο ξακουστό βουνό και σε μια δρασκελιά η θάλασσα. Ποιος άλλος καλύτερος του μαγέματος τόπος;

Έστησαν του Λοξία το ξόανο σε καλύβα από δαφνόκλαδα κι αμόλησαν τους παραμυθάδες στις στράτες του κόσμου, στους τρανούς και ταπεινούς, τη πραμάτεια των να τους γνωρίσουν. Πως τούτοι κατέχουν τα μελλούμενα, τʼ ανθρώπου και της πόλης και με τα πρέποντα δοσίματα θα μπόραγαν κείνοι να μάθουν.

Κι έπαιξαν ανέμελα και πλούτισαν με το βαθύ σκοτάδι των βροτών.

Τόπους διαγούμισαν, φάρες ξεθεμέλιωσαν και σάλεψαν τις φρένες.

Μύθοι που γέννησαν τα μιαρά και μιαρά που γέννησαν μύθους.

Κι ανεβαίνουν αιώνες τώρα στην ορχήστρα κρυμμένοι σε καλύπτρες από τραγίσιο δέρμα, πάνω σε ξυλοπάπουτσα ψηλά, ντυμένοι με μακρύταλους χιτώνες, όπου με τέχνη τρανή, περίσσια, δένουν το μίασμα με τʼ ανθρώπου τη μοίρα τη κακιά, απʼ τη φωτιά που του ʽδωσε ο κλέφτης θεός, και που πάντα θα ταΐζει κοράκια με τα σπλάχνα του πάνω σε βράχους.

6

Τα όπλα του Αίαντα

Εξόριστος στου χρόνου το ξερονήσι τις πληγές μου λείχω

Η θάλασσα αίμα

Τα καράβια έμφορτα αδολεσχία χαράζουν πορείες νύχτας

Το χρώμα των νερών δεν διακρίνεται στο σκοτάδι

Τα δάση μετακινούνται σε σχηματισμούς μάχης υπακούοντας στη

σύγχρονη στρατηγική του πολυμήχανου

Οι τοπικές συρράξεις είναι πλέον κερδοφόρες τώρα

Πάντα στων ιδανικών τις επάλξεις οι φάμπρικες καίνε ουρανό

Και πάντοτε κρυμμένος στην ενδοχώρα μου παρατηρώ κάθε τόσο

ο δόλιος να με ψάχνει στʼ ακρογιάλι

Φοβάται τα όπλα τα πανάρχαια να τα κρατούν οι πληγωμένοι

Η θάλασσα αίμα των αμνών του και το κατέχει

7

Προσωπίδες

Μετά το τέλος της διαρκούς παράστασης, κρεμάν τις προσωπίδες σε καρφιά, πακτωμένων στους αρμούς παλαιών λίθων. Αν και ο λόγος απέδρασε απʼ τις οπές τους, αυτές κρατούν αναλλοίωτα την όμαιμη οιμωγή, τα μετωπιαία σκάμματα του αμφίλογου, του ταξιδιού στον Κυθήρων την ψευδαίσθηση, το μένος του αίματος, την πτώση της ικεσίας, των Κορύβαντων την πλήρωση, τη νύχτα των ανακτόρων. Γύρω τους αναρριχιέται άγρια μοσχοβόλα κάπαρη με λευκά ανθάκια θλίψης, για τον διαφυγόντα λόγο. Αυτός αιμορραγεί στα στήθη εργατών του σταριού, της ελιάς, και της αμπέλου, των αλιέων συντρόφων των δελφινιών κι ανεύρετων θαλασσινών στοιχειών, της κόκκινης γης των κεραμέων. Αλλά και στους θρόνους των αρχόντων κι ιερέων, γύρω από την ορχήστρα επικάθεται, όπου αποτινάζεται ως κόνις συνειδήσεως ενοχλητική από τα λινά πυκνοϋφασμένα ιμάτιά των.

8

Τι μικρή απόσταση!

Η παράσταση τελείωσε. Αποχωρώ από πευκόφυτο κατήφορο. Ο κισσός στο στεφάνι και το θύρσο μαραμένος. Ο Βροντερός βακχεύει αλλού τις ενάρετες. Τα κοπάδια οδηγούνται στο μακελειό μʼ ένα κλωνάρι μύρτο στο στόμα. Το είδωλο του ήλιου καταβυθίζεται στη λάμψη των παγετώνων. Το λυκόφως συστέλλει τα χρώματα. Τα νερά σίγασαν. Πέρα η θάλασσα σπασμένο κάτοπτρο. Καταφεύγω ικέτης στην αρχή της νόησης. Διασταυρώνομαι με ήχο ποταμού. Με φάσματα άνηβων πτήσεων. Με ιδρωμένα ερείπια άκαρπων κτήσεων. Με ίχνη πελμάτων σε άμμο υγρή. Όλα στης παλίρροιας το σβηστήρα. Κι ήρθαν με καράβι μισό φεγγάρι, οι μαινάδες, και μες της Εκάτης την ωχρότη και στου χρόνου την ανάλλαγη νιότη, σκάβουν τη τάφρο της ύστατης νόησης. Τι μικρή απόσταση!