Μεσημεριάζει θε μου
και η γυναίκα
θα ‘πρεπε κιόλας να ‘χε χαράξει
το γράμμα
που τη γέννησε

θα ʽπρεπε κιόλας
να ΄χει σβήσει
και τα εφτά γδαρσίματα
στη μνήμη

Ω !!! Θε μου
πως να το πω στους άλλους
για το κομμένο χέρι της

Εφτά παλίρροιες έπινε
τους φύλακες
που φορούσαν αποκλειστικά
το σκούφο του
και μασούσαν αδιάγνωστες λεπτομέρειες

Μετά
πήρε έναν ήλιο
υστερικό στη μοίρα του
κι άρχισε να πουλά
τους άγγελους της συλλογής
πολύ μετά
σʼ ένα προσάρτημα της
μνήμης
μαύρους δαιμόνους κρέμασε
σαν το γαμπριάτικο κοστούμι του

Και στον εξώστη
ανεκτέλεστο το νυφικό
να σπάζει
το λευκό κλειδί του

Ω Δέντρο μου
έτσι π’ άφησες ρίζες
ίσαμε τα δόντια

ο καθένας νομίζει
σαν τους ανθρώπους
δε μιλούμε

Ω !!! Εσύ…
θα μπορούσα και να σ’ αγαπήσω
-αυτά τα λευκά χείλη
ανάμεσα
στις προκυμαίες των στοιχειών

ο δαίμονας
που καίει στο πρόσωπό σου
αλίμονο
μου παραλύει την αγάπη

Είπαν πως δεν είσαι σχήμα
δέκατο τρίτο τρόμου
που χωνεύει ανά πάσα στιγμή
των ματιών μου τις κόρες

και τα μάτια που κρατώ
σπαραγμένα
χλωμά
αλήθεια
για μολόχες τα μετράνε;

Σε στήσαμε
στο δρόμο
ν’ ανασάνεις

και σωρός
κόκαλα και σκουπίδια
στην εξώπορτα

Πίστεψε
πως αν έσωνε στο τζάκι
δυο φωτιές

τα μάτια του
δεν θα σβηστούν
ποτέ

Ήπιος ο καιρός
αφηρημένος
στο πλαίσιο του σπιτιού
στο κέντρο των ανθρώπων

μια χυδαιότητα
ήπιας ησυχίας

Χρόνια τα μάτια προσηλωμένα
στο σημάδι

Άσε τουλάχιστον
τις φλέβες ζωντανές
πριν το μελάνι λιγοστέψει

Αυτό το πράσινο σκουληκί
στο αίμα σου
μεταξύ μας
μια αηδία είναι

όπως κι η μούχλα
στον πυρήνα της καρδιάς σου

Κρεμόταν πάνω
απ’ το πορτρέτο σου
δίνοντας ολοκαίνουργιο φως

παρ’ όλα αυτά
το πάτωμα μύρισε θάνατο

Υπάρχουν άνθρωποι
ακατοίκητοι
που σχεδόν λιποθυμούν
στη θέα της αγάπης

φτάνει να δεις
στα μάτια τους τον τρόμο
καθώς τον ουρανό κοιτάζουν

σκέφτονται τι θα κάνουν
αν κι άλλο χαμηλώσει

Πιο πέρα απ’ τα βουνά
λυπημένος ανέβαινε
ο ίσκιος

κάθε φορά μικρότερος
από τη γεύση
των χεριών μας

Και να τώρα
δεν ξέρω αν είσαι Εσύ
η Άνοιξη
στο χέρι μου

ή μόνο ένα ναρκωμένο
λούλουδο
που γίνηκε ζωή
από τον Έρωτα

Εκ γενετής
στο στήθος της
κόκκοι πορφύρας
δάκρυζαν

οι φίλοι
και ο θάνατος
ποτέ

Λένε
εκεί ψηλά
στο Κάστρο τ’ Αναπλιού
νεκρώσιμο φεγγάρι
ρίζωσε

όπως κι ο ύπνος
στις πέτρες της Ασίνης
ερημία

να σφάξουμε ένα θάνατο
η νύχτα να γεμίσει αίμα

Αίφνης
γέμισε το κορμί του
κίτρινα αινίγματα

όλοι το ʽκλαιγαν
το μάρμαρο απάνω στις Μυκήνες

Εκείνο πάλι
με λαμπερά ξυράφια
ακόνιζε κατάλευκα ποιήματα

Έδεσε τις πληγές του
με δέρμα ξεραμένο
για να ‘ναι η μαχαιριά
ολάκερη

ο ψυχοπαθής
που μάζωνε στη φούχτα του
αδερφούς
και σκότωσε το στήθος του

Ήρεμα διαιρούσε τον έρωτα
με τη σπονδυλική του στήλη
για να τραφεί το κέντρο
της αποτυχίας του

αίφνης
έμεινε με το δάχτυλο
νεκρό
να δείχνει στην ψυχή του
τρύπες

Κι ύστερα τάχα
δερνόταν
πάλευε
ξερίζωνε του πρωτομάστορα
χέρια

πρώτα ετσάκισε
τον ίσκιο του θανάτου της
πάνω στα βρώμικά του
χρόνια

Την τελευταία στιγμή
δεν άντεξε το φως

Πρήστηκε

Μισοτιμής την όραση
αγορασμένη

Πώς να πεθάνει
κανείς δεν ήξερε
σʼ αυτήν την πόλιν

μονάχα η γυναίκα
με το παράξενο κακό
εκπλήρωσε τον έρωτα στην πράξη

Ξοπίσω του πάντα έσερνε
το σκοινί
να δένει τάχα
τις κραυγές της ρίμας του

στο τέλος
εκρεμάστηκε
από τον ψεύτικό του θρήνο

Είχε όλο το χρόνο
φορτωμένο
ν’ ανάψει μες στα χέρια του
μιαν Άνοιξη

ώσπου οι σκώροι της συνήθειας
κατάφαγαν τις φτέρνες του

Ω αν είχα το κρασί που φιλεύει
τη θάλασσα
νερό
στο θεό θα το πουλούσα
για το βαθύ χορό του χρόνου μου

έτσι άγρια να μ’ έπαιρνε
και να με σφράγιζε
σε δυο σταγόνες του
το θάνατο στα δυο
να κόψω

Μια μέρα
θ’ ακουμπάμε το χέρι στη γη
και θα μαζεύουμε συνωστισμούς
πτωμάτων

και λίγους αγνοούμενους
από συντροφική σιωπή

Σε τούτη την Πολιτεία
πόσα αγριόσκυλα
με λύσσα
ανοίγουνε πληγές

δεν επαρκούμε να χορτάσουν

Ω αγάπη μου
πόσο πελιδνή είσαι
της είπε

μετρώντας στη σελίδα
πνιγμένη τη γυναίκα
που έφτυσε τον έρωτα

Ένα μαρτύριο το πρόσωπό του
ξερό και ανοιχτό
στο κράσπεδο γλιστρούσε

ποιος ξέρει
με πόσες πόρνες έτοιμες
αντάλλαξε τις λεπτομέρειες

Ω θαρρώ πως αν αιφνίδια μεταλάβω
τα λουλούδια
που γεννούν ύπουλες σουβλερές
φωτιές

ίσως έρθουν τα περιστέρια
γιομάτα
με κινήσεις βλάστησης

…συνήθειο που το ‘χουνε
οι θάμνοι

ν’ αλλάζουνε το σχήμα και το χρώμα τους
μ’ ένα αιδοίο…

Πλήθος ολάκερο
τραβηγμένο στη στεριά
και τίποτα πράο γύρω τους

μόνο
η αναχώρηση που κρέμεται
από το χέρι

το χέρι
λεπτό σαν του παιδιού

εκείνο που έπρεπε
να μένει πίσω

Έπειτα
νοσταλγώντας κόκκινη βοή
τα ρόδα έσφαξε
κι έστρωσε ποίημα στη γη

έπειτα
το κόκκινο ξεχύθηκε
με την ηχώ
της ίδιας της ζωής

Εμείς που ψηλαφίσαμε
τα ίχνη της
νοιώσαμε τη φλεγόμενη στιγμή

Σκέπασες κι εσύ τις αμαρτίες σου
τόσο προσεχτικά

που κανείς δεν το κατάλαβε
πως σ’ έλιωσαν
και σ’ έφαγαν
κάτω απ’ τα παπλώματα

έτσι στο βούρκο
που ακούμπησε
επίμονος

έτσι ακριβώς
αναποδογυρισμένος
πιάστηκε σ’ ένα θάνατο
πνιγμό

Κατόπιν
η στροφή βγήκε απ’ το λεωφορείο
κι αυτό ήταν όλο

ένας δρόμος που πνιγόταν
κρεμάστηκε σαν τρόπαιο
μες στα κρανία μας

Ο μικρός Άγγελος
είχε γράψει στο βράχο:

Πλήθος πουλιά
μεταφέρουν στα πόδια τους
το θάνατο

ωστόσο
ένα ζευγάρι μοβ περιστέρια
αντανακλούν στο αίμα μου
το θρήνο

Ω Θεέ μου
δεν έχει τίποτε άλλο
να πιει

επτώχευσε η σάρκα του
από χλιδή