Είναι η ποίηση μετρήσιμο μέγεθος; Υπόκειται σε κανόνες ποιοτικούς και ποσοτικούς; Τα όρια της είναι σταθερά καθορισμένα ή ελαστικά που ο καθένας
τεντώνει κατά το δοκούν επικαλούμενος υποκειμενικούς παράγοντες;
Είναι η ποίηση μια σύλληψη εικόνας των αισθήσεών μας που τη μνήμη της προσπαθούμε να εμφανίσουμε στο σκοτεινό θάλαμο του χρόνου με τα χημικά
των λέξεων που ο καθένας διαθέτει;
Η δημοκρατική σκέψη δεν απαγορεύει σε κανέναν τη γραφή. Όταν κάποιος γράφει, αδέξια ή επιδέξια, αν δεν είναι η γραφή του κατάθεση της ψυχής του, τουλάχιστον είναι κατάθεση του συναισθήματός του.
Το πώς προσλαμβάνει κάποιος την ποίηση το διδάσκει συνεχώς η φύση
με τα αρώματα και τα χρώματα των λουλουδιών της.
Είναι τόση μεγάλη ποικιλία που κανείς δε μπορεί να ισχυρισθεί
ότι αδυνατεί να επιλέξει.
Δηλαδή αν εμένα μου αρέσει το άρωμα της μανόλιας
και η άοσμη ωραιότης της τουλίπας
πρέπει να αφανίσω τα άλλα άνθη και να στραφώ εχθρικά σε εκείνους που έχουν διαφορετικές επιλογές από μένα;
Έτσι κάθε ποίημα έχει τη διαφορετική, δική του αύρα. Περνάει από την οθόνη
των ματιών μας κι αν μας τυλίξει με το άρωμά του παγώνουμε την εικόνα
και το αποθαυμάζουμε, διαφορετικά το αφήνουμε να προσπεράσει.
Ποτέ δεν κατανόησα ποια ανάγκη και ποια ποιητική διαστροφή του ικανοποιεί κάποιος όταν λοιδορεί ή χλευάζει την ποιητική συνανθρώπου του.
Δυστυχώς στο κονκλάβιο της ανάδειξης και προώθησης ποιημάτων συνέρχονται άνθρωποι που περνούν ποιητική κλιμακτήριο.
Εν ζωή ορισμένοι δημιουργοί και οι ισχυροί συνεργοί τους σπρώχνουν τα ποιήματά τους πάνω σε αναπηρικά αμαξίδια και τα προβάλλουν ως αισθαντικούς δρομείς
που κόβουν πρώτα το νήμα της νίκης.
Ποιας νίκης;
Πρόσκαιρα αυτοστέφονται με τον κότινο της ματαιότητος και εξέρχονται στο σαθρό ποιητικό εξώστη τους χαιρετώντας το ανύπαρκτο πλήθος των αναγνωστών.
Έλα όμως που έρχεται ο Χρόνος, πάντα αργοπορημένος αλλά δίκαιος κριτής,
κι όταν μοιραία θα έχουμε όλοι γίνει αστρική σκόνη
και τα ποιήματά μας ορφανά θα εκλιπαρούν τον άνεμό του
για να τα ταξιδέψει,
αυτός και μόνο αυτός
θα επιλέξει σε ποια θα δώσει ώθηση αιωνιότητας.











σε ένα σημείο στο κείμενο η λέξη ποίηση αντικαθίσταται ξαφνικά απ’ την λέξη γραφή. κι εκεί είναι ΄όλη η ουσία.άλλο πράγμα είναι να γράφεις κι άλλο να κάνεις ποίηση. για να κάνεις ποίηση, δύο συνθήκες πρέπει να πληρούνται. πρώτον να έχεις πονέσει και δεύτερον να έχεις το ταλέντο ή αν αυτό είναι κάπως απροσδιόριστο, να έχεις μία αισθητική ικανότητα σε ότι αφορά την ποιητική τέχνη. το πρώτο σε βοηθά να δεις την αλήθεια και το δεύτερο να την κάνεις τέχνη. εδώ μέσα, υπάρχουν άνθρωποι που θα μπορούσες να τους χαρακτηρίσεις ευφυείς, μορφωμένους, καλλιεργημένους, ευγενικούς, με μεγάλη αντιληπτική ικανότητα κλπ, αλλά είναι άσχετοι με την ποίηση και την τέχνη γενικότερα. δεν είναι κακό αυτό.η ποίηση δεν είναι για όλο τον κόσμο.
Σας καλημερίζω ολόχαρος για το ουσιαστικό κείμενό σας κ. Γ.Τ. Ναι, τα “αμαξίδια”, οι “ισχυροί συνεργοί”, τα μη “μετρήσιμα κριτήρια”, ο “Χρόνος”…
*Αλλά δε θέλω να σας δω να απογοητεύεσθε. Υπάρχουν τρόποι να επηρεαστεί και ο Χρόνος [λ.χ. ιδρύματα, κολαούζοι, πανεπ. “προγράμματα”, συγγενείς εκδόται κ.ά.], ως κατεξοχήν ανθρώπων επινόημα [όπως άλλωστε κι ο …τρομερός Θεός]. *Επιπλέον, πρόβλημα τίθεται από την οξεία αντίφαση που διαμορφώνεται σε πολλές άλλες περιπτώσεις: μιλώ για τις γκρίζες ζώνες στη μεθόριο “χαρακτηρολογικά δεδομένα – ηθική υπόσταση”. Ένα ποιητικό έργο ξεχωριστό, μπορεί να γραφτεί κι από έναν αλαζόνα, ή ψεύτη ή μπαγαπόντη; Και να μείνει ξεχωριστό αργότερα;
*Κι ακόμη, η δύναμη της “εξουσίας”: γνωρίζω ποιητές που νομίζουν ότι είναι “διωκόμενοι” -κι έτσι μάς παρουσιάζονται. Ωστόσο, ανήλθαν προ πολλού σε θέσεις κλειδιά του συστήματος (οικονομικού, πολιτικού, πανεπιστημιακού) και το χειρότερο, φροντίζουν να διευθύνουν ή συντονίζουν ή κατευθύνουν λογιών λογιών διώξεις ή αποκλεισμούς σε βάρος άλλων ποιητών ή λογίων. Αλλά η γραφή τους διατηρεί -για πόσο;- ορμή και τέμπο και διαύγεια.
Υ.Γ. Προς Σ.Παστκ.
Κι ένα απόσπασμα ποιητικής απόδοσης στη γλώσσα των Βάσκων για το νεο-διεθνιστικό ΠΟΙΕΙΝ μας: απόδοση ποιήματος του Κ. Π. Καβάφη
23 ETA 24 URTETAKO GAZTEAK
Hamar t’ erdietatik, ea sartzen zenetz
ostatuan zen, igurikatzen
Gauerdi, beti igurikatzen
Tenore bakotxa terdi, ostatua
abantzu husturik. Asperturik zen
jurnalak mekanikoki irkurtzeaz.
Zekarren hiru txelinetatik, bat bera
baizik ez zitzaion gelditzen.
Hainbat zuen iguriktu ezen
zigarretak oro pipatuak baitzituen.
Igurikatuz, akiturik zen.
Bakarrik hainbat ordutan
berriz bide gaiztoa
zeraman bizitzari buruzko pentsakera
hatzaman zuten inkietek.
Bena, adiskidea sartzen ikusi zuelarik
berehala nekea akidura
pentsakerak, aienatu ziren.
Haren adiskideak, espero gabeko
berriak zekartzen: hirurogei
libra irabaziak zituen,
lupanar batetan. […]
βλέπε Andana Gara, Alkohola poemak, editorial Pamiela argitalpena, Iruna-Pamplona [Akademia Sekretuaren Liburuak].
Γιάννη Τόλια
Να είσαι πάντα καλά .Το διαβάζω
το ξαναδιαβάζω και δεν το χορταίνω
το άρθρο σου και στην τελική το
αισθάνομαι σαν πέπλο προστασίας
από την ποιητική νομενκλατούρα
για όσους αποτολμούν να γράψουν
αδέξια ή επιδέξια δεν έχει σημασία
καταθέτοντας είτε την ψυχή τους
είτε το συναίσθημα τους .
Δίνεις κουράγιο ειδικά στα νέα
παιδιά μα και στους ασήμαντους
τριτ-ηλικιακούς .
Συμφωνώ με τις παρατηρήσεις του Τυρταίου. Δεν είμαι κατάλληλη να κρίνω την «Ώθηση Αιωνιότητας» ως προς την λογοτεχνική της αξία, σίγουρα όμως πρόκειται για ένα κείμενο που θίγει ένα πάντα επίκαιρο θέμα. Στην Ελλάδα υπάρχει αυτή η τάση α λα «νόμος της ζούγκλας»: φάε με να μη σε φάω. Τα τελευταία χρόνια στον κόσμο της λογοτεχνίας ο ένας προσπαθεί να «φάει» τον άλλον, να του μπει στο μάτι, να τον ξεπεράσει. Μία πληθώρα καλλιτεχνών διακατέχονται από σύνδρομο ανωτερότητας. «Κράζουν» χωρίς έλεος, βρίσκουν ένα σωρό ελαττώματα σε όποια ποιητική φωνή, «νεαρή» είτε «ώριμη», συναντούν, λοιδορούν και διαβάλλουν πιστεύοντας ακράδαντα σε ηλίθιους τάχα κανόνες. Κάποιους τους πειράζουν οι «ωραίες λέξεις», η υπερβολή, η λεκτική πανδαισία και άλλους η «ωμότητα», η λεξιπενία, η χρήση «αντιποιητικών» λέξεων. Άλλους πάλι τους ενοχλεί ένα τάδε λογοτεχνικό ρεύμα, το οποίοι κάποιοι άλλοι έχουν ασπαστεί και λατρεύουν. Άλλοι απεχθάνονται τα ποιήματα που εξυμνούν την φύση και τον πλατωνικό έρωτα, άλλοι απεχθάνονται τα στρατευμένα ποιήματα.
Ανήκω κι εγώ ανάμεσα στους «ρατσιστές» της ποίησης κατά κάποιον τρόπο. Μισώ την υπερβολική υποκρισία και την αλαζονεία, την τάση να κράξουμε και να κρίνουμε προτού κάνουμε την αυτοκριτική μας και ασχοληθούμε πρώτα με τα δικά μας λάθη. Μισώ επίσης το κακό λεξιλόγιο. Δεν μου αρέσει να διαβάζω ποιήματα που χρησιμοποιούν λέξεις όπως, μετά συγχωρήσεως, ξερνάω/φτύνω/ρεύομαι/χ…ζω. Παρ’ όλα αυτά δεν πρόκειται, αφήνοντας ένα σχόλιο για παράδειγμα, να κακολογήσω τον άνθρωπο αυτόν γιατί ο κάθε ένας έχει δικαίωμα στην γραφή, ότι κι αν γράφει. Απλώς δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσω ποιήματα του ίδιου ατόμου. Είμαι κάθετη σε αυτήν την άποψη. Αν δεν μας αρέσει κάτι, δεν ασχολούμαστε. Το να αρέσκεσαι να κατακρίνεις και να μειώνεις πνευματικά έναν άνθρωπο είναι λιγάκι άρρωστο κατά την γνώμη μου.
Πάντα κάποιοι συγγραφείς είναι προορισμένοι να μείνουν στην αιωνιότητα, ενώ άλλοι θα ξεχαστούν. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα όμως να καθόμαστε και να σπαζοκεφαλιάζουμε από τώρα για το ποιος θα κατακτήσει ένα υποθετικό νόμπελ στο τέλος. Γιατί και ο Καρυωτάκης δεν ήταν αναγνωρισμένος όπως ήθελε στην εποχή του, σε αντίθεση με τον Μαλακάση, σήμερα όμως οι περισσότεροι γνωρίζουν τον Μαλακάση επειδή το όνομά του αναφέρθηκε στο ποίημα του Καρυωτάκη. Ούτε ο Μπαλζάκ ήταν αναγνωρισμένος όπως ήθελε στην εποχή του. Παρ’ όλα αυτά σήμερα αποτελεί έναν κλασικό. Ο Ρεμπώ δε, πρέπει να είναι το είδωλο κάθε νέου ποιητή. Γιατί αν σήμερα το ποιειν δημοσίευε ένα «μεθυσμένο καράβι» κάποιου δεκαεξάχρονου, οι περισσότεροι θα επιτίθονταν στο παιδί ορμώμενοι από την δήθεν απειρία του. Ένα σημερινό δεκαεξάχρονο όμως μπορεί κάποτε να αναγνωριστεί ως μία ποιητική ιδιοφυία.
Στην λογοτεχνία συνήθως το μέλλον φέρνει τα αντίθετα απ’ όσα ισχύουν στο παρόν. Οι αφανείς εξυψώνονται και οι δημοφιλείς ξεχνιούνται. Γι’ αυτό είναι λάθος να εξωτερικεύουμε τις επιθετικές μας τάσεις για έναν δημιουργό. Γιατί μπορεί να μείνουμε στην ιστορία ως αυτοί που χλευάσαμε έναν αυριανό κλασικό. Στο κάτω-κάτω η ποίηση πρέπει να δένει τους μυημένους σε αυτήν με δεσμούς σχεδόν αδελφικούς, όχι να τους δίνει έναυσμα για έχθρες και αψιμαχίες. Δεν υπάρχουν διαφορές στα συναισθήματα. Εκτός κι αν στοχεύεις εξ’ αρχής στο «μεγαλείο», την αναγνώριση, και τον αφανισμό των «αντιπάλων» σου. Αλλά τότε η προσφώνηση του καλλιτέχνη φαντάζει περισσότερο υποτιμητική παρά επαινετική για ‘σένα…
Αν το προηγουμενο σχολιο πιστευει πως ο νομος της ζουγκλας ειναι επινοηση της συγχρονης ελληνικης καλλιτεχνικης δραστηριοτητας, τοτε ειναι μακρια νυχτωμενο. Το φαινομενο ειναι τοσο αρχαιο οσο κι ο αριστοφανης που εθαβε τον ευρυπιδη. Ας σοβαρευτουμε επιτελους…αλλα το πιπερι προκαλει αν οχι ζητηματα προς επιλυση τουλαστιχον αφορμες για αδιεξοδα κους κους. Τσιου.
Σχολιαστή, αν και δεν συμφωνώ με το ύφος σας, έχετε δίκιο. Μπορεί να μην το διατύπωσα σωστά, ώστε να γίνει αντιληπτό, αλλά φυσικά και πρόκειται για ένα αρχαίο “φαινόμενο”. Με την διαφορά πως σήμερα βρίσκεται στα καλύτερά του. Γιατί οι αρχαίοι συγγραφείς είχαν και κάτι το πρωτότυπο, το ουσιώδες και το μεγαλειώδες να πουν. Σήμερα δεν υπάρχει κανείς τέτοιος. Αντιθέτως, συνεχίζει να θάβει ο ένας τον άλλον για προσωπικό συμφέρον, για να τονίσει την αυτοπεποίθησή του. Δεν αψιμαχούμε πια για το ποιανού η φιλοσοφία βρίσκεται πιο κοντά στην Αλήθεια, αλλά για το ποιανού η τσέπη και τα κονέ είναι πιο κοντά στις αμέτρητες εκδόσεις βιβλίων, στα βραβεία, την αναγνώριση, κλπ. Η απόσταση είναι χαώδης. Όσο περισσότερο προχωρουν οι εποχές, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι στρέφονται στα ανούσια. Για ένα κούτελο ζούμε, που λένε. Στο παρελθόν δεν υπήρχαν τέτοια. Φαντάζομαι θα υπήρχαν αντιπάθειες, δεν έζησα τότε για να ξέρω. Άλλο όμως να πολεμάς για ένα ιδεώδες και άλλο για ένα κρατικό ποίησης. Αλλά όπως και να ‘χει, λέτε να έχει νόημα αν ο Αριστοφάνης χώνευε τον Ευριπίδη? Προσέφεραν και οι δύο τόσα πολλά, που δεν με ενδιαφέρει καθόλου το τι έκαναν αναμεταξύ τους. Μόνο που δεν υπάρχουν πια Αριστοφάνηδες και Ευριπίδηδες. Υπάρχουν κάποιοι ποιητές λίγο περισσότερο ταλαντούχοι από τους άλλους και κάποιοι λίγο λιγότερο. Με την διαφορά πως δεν τσακωνόμαστε για τα γραπτά μας και, άντε, λίγο για τα ονόματά μας, αλλά μονάχα, χωρίς κανένα περιθώριο για άλλα εναύσματα τσακωμού, για τα ονόματά μας.
Το θέμα μας όμως εδώ είναι να καταλάβουμε πως πρέπει ο ένας να σέβεται την γραφή και τα συναισθήματα του άλλου, είτε του αρέσουν είτε όχι. Όχι να τα ασπαστεί, να τα σεβαστεί. Δεν έχει σημασία να μάθουμε πότε ξεκίνησε το φαινόμενο, αλλά πότε θα τελειώσει.
αν λοιπον σε απασχολει ο σεβασμος, τοτε πρεπει να τον αναζητησεις, κατι που σε ολους συμβαινει
αλλα τι σχεση εχει αυτο με την τεχνη;
η οποια αξιολογηση της αφορα τη δημιουργια και μονο.
τα υπολοιπα αφορουν συμπεριφορες
ιδου λοιπον θεμα
καλλιτεχνικη δημιουργια και αντιμετωπιση
προς κοινωνιολογικη ερευνα
Για να σταθούμε και λίγο στο κείμενο :
«Δηλαδή αν εμένα μου αρέσει το άρωμα της μανόλιας
και η άοσμη ωραιότης της τουλίπας
πρέπει να αφανίσω τα άλλα άνθη και να στραφώ εχθρικά σε εκείνους που έχουν διαφορετικές επιλογές από μένα;»
Ο σεβασμός έχει άμεση σχέση με την τέχνη, κατά την γνώμη μου. Μην βλέπετε που πολλοί δεν έχουν ιδέα τι θα πει σεβασμός. Είτε πρόκειται για συγγραφείς, είτε για αναγνώστες. Αν ένας αναγνώστης χωρίς ίχνος σεβασμού διαβάσει ένα ποίημα που δεν του αρέσει καθόλου, το επόμενο που θα κάνει είναι να προσφέρει έναν ωραιότατο εξάψαλμο στον συγγραφέα. Ο συγγραφέας όμως μπορεί να είναι μία αγαθή ψυχή που δεν έχει ιδέα από τα ποιητικά κυκλώματα και αποπειράθηκε να εκφραστεί κι αυτός με έναν κάπως πιο γοητευτικό τρόπο. Η ποίηση είναι η ψυχή αυτού που την γράφει. Δεκάρα δεν δίνω για το μάτσο των περίτεχνα συγκεντρωμένων λέξεων. Ο σεβασμός δεν είναι για τα ποιήματα, είναι για την ψυχή του ανθρώπου που την γράφει. Δεν σεβόμαστε τις λέξεις, τον άνθρωπο σεβόμαστε. Καταρρακώνοντας τον ψυχισμό του επειδή τόλμησε να μην γεννηθεί Καβάφης, δεν οδηγεί πουθενά. Άλλο να κάνουμε μία καλοπροαίρετη αρνητική κριτική θέλοντας να βοηθήσουμε έναν καλλιτέχνη να γίνει καλύτερος και άλλο να εκτονώνουμε την κακία μας.
Κι εμένα δεν μου αρέσει καθόλου ο Σεφέρης, για παράδειγμα, αλλά και μόνο για την ευαισθητοποίησή του και την όλη του προσπάθεια τον σέβομαι. Λέω μεν δημοσίως πως δεν είναι ένας ποιητής που μου αρέσει να διαβάζω, δεν τον κατακρίνω όμως επειδή δεν μου αρέσει εμένα. Σέβομαι και αυτόν και όσους αγαπούν το έργο του.
Το ξαναλέω, ο σεβασμός, δεν έχει να κάνει ούτε με λέξεις και σελίδες βιβλίων, ούτε με καμβάδες και χρώματα, ούτε με φωτογραφικό χαρτί και μελάνι. Έχει να κάνει με την προσωπικότητα αυτού που δημιουργεί ένα έργο τέχνης. Αυτό πρέπει να σεβόμαστε, το δικαίωμα στην προσωπική άποψη και φυσικά την διαφορετικότητα.
Επανέρχομαι, προς χάριν κουβέντας και μόνο, αφού είναι εμφανής ο διαχωρισμός μεταξύ συμπεριφοράς και τέχνης, επιμένοντας ότι δεν πρόκειται ούτε για ελληνικό ούτε για σύγχρονο φαινόμενο, το πως δηλαδή προσλαμβάνεται ένα έργο τέχνης. Εξάλλου, είναι απολύτως φυσικό, η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού να έχει επιφέρει πληθωρικότητα στην τέχνη και στις όποιες θεωρήσεις της. Επιμένω επίσης στο ότι η προσωπικότητα του καλλιτέχνη και το έργο του είναι δυο ξεχωριστά πράγματα, όχι ασφαλώς για τον ίδιο, αλλά για τους εκάστοτε κριτές του. Κι επειδή αναφέρθηκαν παραδείγματα τύπου Σεφέρη, εδώ…ναι, ναι, υπήρχε εκ μέρους του στημένο ολόκληρο σκηνικό αποκεφαλισμού νέων λογοτεχνών που δεν ταιριάζανε στα ιδεολογήματα της μεσοπολεμικής καλλιτεχνικής ελίτ. Αλλά όλα αυτά έχουν σημασία μόνο μέσα στο πλαίσιο της μονοπωλιακής εξουσίας του λόγου, και ασφαλώς μπορούν και επηρεάζουν τις μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες που κινούνται δορυφορικά γύρω από καθιερωμένα πρότυπα. Πρόκειται για ένα παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο που σε μικρές χώρες σαν την Ελλάδα μπορεί να φαντάζει τεράστιο, αλλά τελικά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Μόνο πρόσκαιρη. Ο Ουίτμαν χαρακτηρίστηκε επικίνδυνα έκφυλος, ο Μπλέηκ αθεράπευτα παράφρων…και η λίστα είναι τεράστια. Θέλει κανείς να ασχοληθεί με λίστες ή με την τέχνη; Τα υπόλοιπα περισσεύουν.
θα μιλήσω (γράψω μάλλον γιατί είναι διάφορο του μιλήσω) με δαρβινικούς όρους ως τη μόνη πραγματικότητα του γίγνεσθαι.
Η έννοια του δικαίου δεν είναι παρά μια διαρκώς εξελισσόμενη (κατά το «συμφέρον»… και ό,τι αυτό σημαίνει) ανθρώπινη επινόηση που δεν προκύπτει από το φυσικό γίγνεσθαι και χρησιμεύει (ή «χρησιμεύει») για τις βασικές ανάγκες της κοινωνικής συνύπαρξης.
Αυτό όμως που γενικά επιβιώνει δεν είναι γιατί ήταν πιο συμβατό με το δίκαιο, αλλά γιατί αυτό έτυχε ή άξιζε (με βάση τους όρους αποδοχής – ή διατήρησης στη μνήμη – που έθεσαν «κάποιοι») ή συνέφερε ή προσαρμόστηκε ή οτιδήποτε και επιβίωσε και πάντα στα πλαίσια των συνθηκών που ακολούθησαν τη γέννηση του.
Αυτό συμβαίνει και με την τέχνη αλλά και με την ποίηση. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι ο Μπαχ ή ο Μπωντλέρ ήταν πιο δίκαιοι από κάποιους που το όνομά τους ξεχάστηκε και που ως άδικους η ιστορία τους αξιολόγησε και τους τοποθέτησε εκεί που άξιζαν, στη λήθη. Ακόμα και αν κάποιοι ισχυριστούν και ενδεχομένως αποδείξουν (που προϋποθέτει όμως ότι έθεσαν κάποιες αρχές, άρα αυθαίρετες) ότι ήταν ατάλαντοι, θα πρέπει αν μη τι άλλο να πούνε σε τι έγκειται το δίκαιο που ανέδειξε τους μεν κι εξαφάνισε τους δε.
Αγαπητέ σχολιαστή, θα σας πω και κάτι ακόμα, κάτι μεγάλης έκτασης το οποίο μην καθίσετε να το διαβάσετε αν δεν θέλετε, δεν θέλω να σας κουράσω. Δεν είστε υποχρεωμένος καν να απαντήσετε εφόσον η παρούσα συζήτηση δεν πρόκειται να βγει πουθενά, όπως και κάθε συζήτηση για την ποίηση εφόσον κάθε άποψη είναι πάντα σωστή. Κι αυτό γιατί οι απόψεις πάνω στην ποίηση έχουν να κάνουν με την υποκειμενικότητα, με την οπτική δηλαδή γωνία, το γούστο και ενδεχομένως τις γνώσεις και την εμπειρία που έχει ο καθένας ως αναγνώστης. Δεν προσπαθώ να σας πείσω, ούτε να διαψεύσω την άποψή σας, κάθε άλλο. Το μόνο που προσπαθώ να κάνω, ορμώμενη πάντα από το κείμενο του κυρίου Τόλια, είναι να καταλάβω γιατί μερικοί αναγνώστες επιμένουν να κατακρίνουν τόσο βάναυσα κάτι που δεν τους αρέσει, όταν κάλλιστα θα μπορούσαν να το αγνοήσουν και ν’ ασχοληθούν με κάτι που τους αρέσει, αφού πια τόσο πολύ προσβάλλει το γούστο και την αισθητική τους. Γιατί δηλαδή υπάρχει σκληρή επίθεση και όχι αρνητική κριτική. «Ποτέ δεν κατανόησα ποια ανάγκη και ποια ποιητική διαστροφή του ικανοποιεί κάποιος όταν λοιδορεί ή χλευάζει την ποιητική συνανθρώπου του», όπως αναφέρεται μάλιστα στο κείμενο.
Ο λόγος που στέκομαι στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, είναι επειδή ζούμε σε αυτήν. Εννοείται πως δεν υπάρχει τίποτα πρωτοφανές για να αναλύσουμε. Ότι ισχύει τώρα ίσχυε από την στιγμή που ο άνθρωπος «ανακάλυψε» την τέχνη.
Για ‘μένα όμως η προσωπικότητα και το έργο δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα. Ίσως να μην ταυτίζονται απόλυτα, δεν είναι όμως εντελώς ξεχωριστά. Εκτός κι αν πρόκειται για στρατευμένη ποίηση, ή για ποίηση που εκφράζει τα συναισθήματα του συγγραφέα για μία γενική κατάσταση που επικρατεί. Για παράδειγμα δεν σημαίνει πως κάποιος είναι μανιοκαταθλιπτικός αν γράφει για τα σκορπισμένα πτώματα στα σοκάκια της παλιάς Αθήνας τις εποχές που δεν υπήρχε ίχνος τροφής. Αλλά όταν αναφέρονται κάποιες προσωπικές καταστάσεις του συγγραφέα, η ψυχή του είναι συνυφασμένη με το έργο του. Δεδομένου λοιπόν πως πλέον κανείς δεν γράφει για πολέμους, χούντα, ή κάτι παρεμφερές, δεν έχει παρά να γράψει για τον εαυτό του.
Ξέρετε πως χαρακτηρίζω την ποίηση της Πολυδούρη τουλάχιστον ανόητη? Σας φέρνω ένα παράδειγμα ποιητικής που θεωρώ εντελώς άτεχνη, κακογραμμένη, φορτισμένη με ηλίθιο, γυναικείο μελοδραματισμό. Κι όμως, η Πολυδούρη έγραφε για την αγάπη γιατί ένιωθε αγάπη, ήταν ερωτευμένη με τον έρωτα. Σέβομαι αυτήν και τα ποιήματά της ακριβώς γι’ αυτό, γιατί εξέφρασε με αγνότητα κι αυθεντικότητα τα συναισθήματά της, ακόμη κι αν ο τρόπος που γράφει είναι, κατ’ εμέ, παρόμοιος με αυτόν της 14χρονης αδερφής μου. Εδώ όμως δεν έχουμε απόλυτη ταύτιση προσωπικότητας και έργου? Αν ένα άτομο γράφει για αγάπη δεν θ’ αγαπά? Αν ένα άλλο γράφει για θλίψη δεν θα είναι θλιμμένο? Αν ένα άτομο γράφει γι’ αυτοκτονία δεν θα την έχει σκεφτεί πρωτύτερα επειδή δεν μπορεί, πιθανόν, ν’ αντέξει άλλο μία δυστυχισμένη ζωή? Ο Ρεμπώ ήταν τρελός και αυτοκαταστροφικός. Στο «μια εποχή στην κόλαση» λίγες έμμεσες αναφορές κάνεις στην αυτοκαταστροφή, για να μην σας πω στον πνευματικό μαζοχισμό? Ο Καβάφης, στ’ αποκηρυγμένα του κυρίως, δεν μιλά για την ομοφυλοφιλία, με λίγη μελαγχολία όμως λόγω της καταπίεσης? Αν δεν είναι τα ίδια μας τα συναισθήματα, οι προτιμήσεις και οι επιθυμίες πτυχές της προσωπικότητάς μας, τότε τι είδους στοιχεία συνθέτουν την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου? Και επιπλέον, για να γράψει κανείς κάτι πρέπει να το νιώθει και ακόμα καλύτερα να του έχει γίνει βίωμα. Εγώ προσωπικά τέτοιους συγγραφείς διαβάζω. Δεν θέλω να διαβάσω για θλίψη, π.χ., από έναν αισιόδοξο καλοπερασάκη που πέθανε στα βαθιά γεράματα. Δεν θεωρώ πως υπάρχει αληθινή ποίηση τότε. Προτιμώ να διαβάζω τον Παβέζε που αυτοκτόνησε, τον Καρυωτάκη που επίσης αυτοκτόνησε, τον Τρακλ που πέθανε από την κοκαϊνη.
Οι λίστες δεν έχουν κανένα νόημα και φυσικά εμείς δεν μπορούμε να γίνουμε ο συγγραφέας, να μπούμε στην ψυχή, την καρδιά και το μυαλό του. Ακόμη κι αν έχουμε αποστηθίσει την βιογραφία του, το έργο του είναι αυτό στο οποίο θα σταθούμε και το οποίο θα αγαπήσουμε ή θα μισήσουμε. Ξαναγυρνώ όμως στο κείμενο του Γιάννη Τόλια. Είναι σωστό, ευγενικό, ηθικό, ή όπως αλλιώς θέλετε, να λοιδορούμε και να χλευάζουμε κάποιον επειδή μας δεν μας αρέσει το έργο του? Τι σημασία έχει ποιος είναι, τι σημασία έχει για τι γράφει? Και μόνο το γεγονός πως θέλησε να εκφραστεί, να εξωτερικεύσει μία άποψη ή ένα συναίσθημα, δεν μας καθιστά υποχρεωμένους να τον αφήσουμε να το κάνει με την ησυχία του? Στο κάτω-κάτω, όπως αναφέρεται στις τελευταίες γραμμές του ποιητικού κειμένου, ο χρόνος είναι αυτός που θα δείξει ποιος τελικά θα μείνει στην ιστορία και ποιανού η ποίηση θα κατακτήσει τις καρδιές των μελλοντικών αναγνωστών.
Καταλαβαίνω απόλυτα κάθε άποψή σας ως τώρα, ακόμη κι αν η δική μου είναι διαφορετική. Εδώ όμως δεν προσπαθούμε να δημιουργήσουμε κανέναν «κανόνα σωστής ανάγνωσης ποίησης και αντίληψής της». Άρα οι απόψεις μας δεν είναι της παρούσης. Το ποια κριτήρια χρησιμοποιεί ο καθένας στην ανάγνωσή του είναι προσωπική του υπόθεση. Το θέμα είναι να τα κρατά για τον εαυτό του και να μην τολμά να μειώνει τον συγγραφέα και το έργο του ή το καθένα από αυτά ξεχωριστά, αν με κάτι διαφωνεί.
Δεν σας θεωρώ καθόλου παράλογο επειδή πιστεύετε πως η προσωπικότητα και το έργο είναι πράγματα ξεχωριστά. Όπως βλέπετε εμένα δεν μου αρέσουν τα έργα πολλών μεγάλων και αρκετά δημοφιλών ποιητών, των οποίων την ζωή και την προσωπικότητα δεν κάθισα ποτέ να ψάξω. Ίσως ένας Ρεμπώ να με μαγεύει και ως προσωπικότητα και ως συγγραφέας. Όσον αφορά σ’ αυτούς όμως, όπως και σε πολλούς άλλους μεγάλους συγγραφείς, στάθηκα μόνο στα έργα και δεν μου άρεσαν. Και δεν στάθηκα στην ζωή τους επειδή το έργο τους δεν με παρότρυνε να μάθω κάποια παραπάνω πράγματα γι’ αυτούς. Δέχομαι όμως το δικαίωμά τους στην έκφραση. Ξαναγυρίζω για τελευταία φορά στο κείμενο : «Ποτέ δεν κατανόησα ποια ανάγκη και ποια ποιητική διαστροφή του ικανοποιεί κάποιος όταν λοιδορεί ή χλευάζει την ποιητική συνανθρώπου του». Αυτό είναι το μόνο που με προβληματίζει. Αρνητική κριτική ή διασυρμός?
«Μα όσο βούλομαι, τόσο βάλλομαι»
ή άλλως
«Όσο βάλλομαι τόσο βούλομαι»
Πάντα υποστήριζα ότι η ανάλυση είναι η ανίατη ασθένεια του ποιήματος.
Ελπίζω κάποτε στο μέλλον τα βιβλία ποίησης να τυπώνονται χωρίς να αναφέρουν
το όνομα του δημιουργού.
Να μπορεί δηλαδή ο αναγνώστης μιας βαθιάς δημιουργικής ανάγνωσης, ανεπηρέαστος να συναντάει το ποίημα.
Κι όταν ο δημιουργός πεθαίνει, τότε να του αποδίδεται η πατρότητα των στίχων.
Εσύ πάντα θα επιλέγεις
το χρόνο και το χώρο
που θα συναντηθείς με το ποίημα
Σε κανέναν μην αποκαλύψεις
τη μυστική σας συνομιλία
ούτε τους ασπασμούς
και τις θωπείες που ανταλλάχτηκαν
Μόνο μέσα από μια συνουσία ανάγνωση
ερμηνεύονται οι χρησμοί του ποιήματος.
Εικόνες υπάρχουν από πάντα και θα συνεχίσουν να σχηματίζονται.
Αποτυπώνεις τη μνήμη των εικόνων με λέξεις .
Έχεις τη ψευδαίσθηση ότι εσύ τις διαλέγεις, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Όσες ξόβεργες και να στήσεις, μόνο αν εκείνες θελήσουν, θα παγιδευτούν στη πένα σου
Κάποιες φορές σε εμπαίζουν και εκεί που πας να αρχίσεις με ένα φτερούγισμα
δραπετεύουν αφήνοντας πίσω τους τη πικρή γεύση της απώλειας
Συλλέγεις τους κελαϊδισμούς μιας εικόνας.
Οφείλεις αμιγώς να τους αποτυπώσεις;
Είσαι υπόλογος αν αλλάξεις μια νότα,
αν ισχυριστείς ενώπιον του δικαστηρίου των αισθήσεων
ότι φταίχτης είναι ο εγωισμός σου που θέλησε να κλέψει λίγο από τη δόξα της;
Πότε μια περιγραφή των εικόνων είναι συναρπαστική
όταν επικοινωνεί με τους άλλους, ή μόνο με τον εαυτό μας;
Εκεί που έχεις την απόλυτη εξουσία περιγραφής είναι στις εικόνες των ονείρων
Η μοναδική αγωνία σου είναι πως θα αντιμετωπίσεις τη λήθη και το συνεργό της.
Το πρωινό ονειροκτόνο φως.
Οι τέχνες των ανθρώπων όσο κι αν περιβληθούν με τις αγαθότερες
των προθέσεων, ποτέ δεν είναι αληθινές.
Οι αυθεντικοί δημιουργοί προσπαθούν τουλάχιστον αυτό που είπε
o David Ogilvy «Λέτε πάντα την αλήθεια, απλώς κάντε αυτήν την αλήθεια γοητευτική»
Δυστυχώς όμως η αλήθεια δεν είναι ποτέ γοητευτική.
Επίσης όσοι σήμερα χτίζουν τον αυθαίρετο λόγο τους με τα υλικά των δημοσίων σχέσεων
σίγουρα στο μέλλον το δικαστήριο του χρόνου θα διατάξει την άμεση κατεδάφισή του.
Όσοι σήμερα καταθέτουν με αλαζονεία στην τράπεζα της γραφής προσδοκώντας υψηλό τόκο αναγνώρισης, αύριο θα χάσουν και το κεφάλαιό τους .
Όσους σωματοφύλακες κι αν προσλάβουν, χίλια μέτρα προστασίας κι αν λάβουν,
μέσα τους γνωρίζουν ότι οι τρομοκράτες αναγνώστες ρυθμίζουν αργά αλλά επιδέξια
το ρολόι της επικείμενης έκρηξης.
Σας εύχομαι καλή καλοκαιρινή συνέχεια.
Υ.Γ.
ΑΚΡΙΒΟ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Το ποίημα
δεν έχει προορισμό
Στοιχειωμένο τρένο
Ακατάπαυστα
πάνω στις ράγες του χρόνου
Περνάει από παντού
και κάνει στάσεις παντού
Άλλοι το βλέπουν
ενώ για άλλους είναι αόρατο
Διαλέγει αυτό τους επιβάτες του
Απαιτείται κόμιστρο ακριβό των αισθήσεων.
Όχι ακριβώς…τα παιδιά που φοβούνται ότι θα τα καταπιεί.
Αν είναι να εξατομικεύονται με τόσο ανούσιο τρόπο αισθητικά ζητήματα με σαφέστατο -και ιστορικά αποδειγμένο τρόπο – κοινωνικό προσδιορισμό, όπως αυτό που ΑΡΧΙΚΑ τέθηκε στη συζήτηση, δηλαδή η σχέση Ποίησης-Αισθητικής-προσωπικής δημιουργίας, τότε δεν υπάρχει λόγος να συνεχίζεται ο διάλογος στην ιστοσελίδα ΠΟΙΕΙΝ. Το καθιστούμε άκυρο τπ ΠΟΙΕΙΝ! Στα σχόλια 2, 10, 13 κάτι πήγε να παίξει, αλλά έμεινε αβοήθητο. Να συμπεράνουμε ότι ΣΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ, ούτε η φιλοσοφική σκέψη ούτε η κοινωνική πνευματική εμπειρία και δράση θα απασχολήσει κάποιους σχολιαστές του ΠΟΙΕΙΝ; “Αν είναι να γίνω γλυκανάλατος, ας μείνω μόνο εγώ και ο εαυτός μου”;;; Φίλοι, έξω από τις καλές προθέσεις, έξω από τα σχόλια του ΠΟΙΕΙΝ, μάς πωλούν τοις μετρητοίς και μάς αγοράζουν! Και κάποιοι σχολιάζοντες του ΠΟΙΕΙΝ περί άλλα τυρβάζουν…Οι νόμοι της χυδαίας “ελεύθερης οικονομίας”, αδέρφια, έχουν σαφώς καθορίσει το πεδίο: “Κατακυριεύσατε την Ποίηση!” Και εγένετο! Να, οι εκδοτικοί οίκοι εμπορίου! Να, η απουσία αισθητικής καλλιέργειας στα σχολεία και στους αναγνώστες! Να η επικράτεια της ποίησης να αρμέγεται από λίγους εξουσιαστές ή αργόσχολους και σε βάρος των ταλαντούχων!
Κι έτσι: “Να μας έχει ο θεός γερούς/πάντα ν’ ανταμώνουμε/ και να ξεφαντώνουμε”…
Προσωπικά θα προτιμούσα η δευτερολογία του κ. Τόλια να ήταν η ανάρτηση.
Σε μια εποχή που (όπως δυστυχώς είδαμε να αναφέρεται απροκάλυπτα και στη συνέντευξη του Νάνου Βαλαωρίτη) ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον αγοραστή/ καταναλωτή και κάποιοι που κάποιος, άγνωστός τους, έτυχε να τους πει: «κάπου σε ξέρω» φαντασιώνονται να σηκώνουν για λίγο το κεφάλι τους στο φέρετρο και να απολαμβάνουν την ακολουθούσα κοσμοσυρροή, είναι ανάγκη να γράφουμε για αυτό που «μας πνίγει» και για «τη στιγμή», αδιαφορώντας για κάθε τι άλλο.
Καλό και δημιουργικό καλοκαίρι.
Λοιπόν ξεκίνα με: Οι Έλληνες και το Παράλογο του Dodds, υπάρχει και σε μετάφραση. Πήγαινε σε Claus: Η έννοια της Ψυχής πριν τον Πλάτωνα, δεν υπάρχει σε μετάφραση. Ρίξε μια ματιά σε Βurckert, Guthrie και Walter, και τα ξαναλέμε.
Το “Έλληνες και το Παράλογο” φτάνει φίλτατε σχολιαστή. Η ερμηνεία των αρχαίων να βρουν το δρόμο τους προς την ανοιχτή κοινωνία (κι ο μπαρμπα-Χέγγελ το έψαχνε με τον τρόπο του στην Φαινομενολογία). Αν κατανοήσουμε και αποδεχτούμε τον πραγματικό μας εαυτό, έχουμε τη δυνατότητα, έλλογα και δίχως φόβο, να διαλέξουμε την ελευθερία μας.
“Τα σημαντικότερα βήματα στον πολιτισμό είναι διαδκασίες που σχεδόν συντρίβουν τις κοινωνίες μέσα στις οποίες συμβαίνουν” A.N. WHITEHEAD
Όσο για τον κ.Τόλια που γράφει με τεράστιες γραμματοσειρές στο μπλόγκ του τ’ όνομά του, έχω να πω πως αυτή η υποκειμενικότητα μας έφτασε ως εδώ. Αυτή η εφιαλτική σύγκλιση των προφίλ, ταυτισμένη με την ελευθερία της “έκφρασης”, της “επιλογής” κλπ.
Φίλτατε Κώστα Παπαθανασίου, χρησιμοποίησες όρο του Popper, μιλώντας για ανοικτή κοινωνία. Ο ίδιος όμως σκόνταψε στα πλοκάμια της πλατωνικής κοινωνίας από την οποία υποφέρουμε ακόμα. Θα χρειαστεί να επαναπροσδιοριστεί το περιεχόμενο της ψυχής, αν όχι να εκλείψει οριστικά η συγκεκριμένη λέξη, ώστε να γίνουν βήματα ουσιαστικής αλλαγής. Δεν γίνεται να απορρίπτουμε την χριστιανική μισαλλοδοξία και συγχρόνως να επικαλούμαστε το πλατωνικό σπήλαιο, αφού αυτό ήταν το θεωρητικό της στήριγμα. Όσον αφορά την υποκειμενικότητα, εδώ διαπιστώνονται κρυπτοχριστιανικές καταβολές και στρεβλώσεις, και η ατολμία παραδοχής τους σχετίζεται είτε με την άγνοια είτε με κάποια καθήλωση σε φοβίες. Στον τομέα της νευροεπιστήμης γίνονται κάποια βήματα που ελάχιστα βγαίνουν προς τα έξω. Ίσως…ίσως το να γίνει με κάποιο τρόπο κοινά αποδεκτό πως ψυχή δεν υπάρχει, πως πρόκειται για ένα παραμύθι, ίσως κάτι τέτοιο να επαναπροσδιόριζε το αξιακό μας σύστημα. Μέχρι τώρα πάντως αυτό δεν υπήρξε εφικτό.
Πάντως όλοι οι λεγόμενοι μεταστρουκτουραλιστές από Ντελέζ, Φουκώ ως τον Ντεριντά, όσο κι αν πολέμησαν τον Πλάτωνα και τον Χέγγελ δεν μπόρεσαν να βγάλουν άκρη, πέρα από κάποιες ενδιαφέρουσες εκλάμψεις.
Εξ’ άλλου κι ο Ντερριντά που σ’ όλη τη ζωή του προσπάθησε να αποδομήσει, να καταρρίψει το πλατωνικό εγχειρημα που στοιχειώνει ολόκληρη τη δυτική σκέψη κατέληξε στο “τίποτα δεν μπορεί πλέον να σημαίνει τίποτα, επειδή ακριβώς τα πάντα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα”.
υ.γ.Δεν είναι τυχαίο πως στα γεράματα επέστρεψε πάλι στον Μαρξ, έστω και μπερδεμένα.
Αν δεν εξαλειφθεί οριστικά η δοξασία περί ψυχής, βήματα δεν πρόκειται να γίνουν. Αυτή είναι που στοιχειώνει την ανθρώπινη σκέψη…η δήθεν ύπαρξη μιας άλλης πραγματικότητας.
Σε βλέπω έτοιμο για Λακάν φίλε σχολιαστή. Το Φαντασιακό-το Συμβολικό-το Πραγματικό.
Στο Πραγματικό είναι που σπάμε τα μούτρα μας.
Ας τα σπάσουμε, και λοιπόν; Μήπως αυτό δεν γινόταν πάντα; Αναγνωρίζοντας το Πραγματικό, όσο το καταφέρνουμε, τα υπόλοιπα δυο αποτελούν ελάχιστες τελετουργίες.
Από τους πανάρχαιους καιρούς , όταν
εγκαταστάθηκε στον ανθρώπινο εγκέφαλο
η ιδέα της εκμετάλλευσης του δίπλα
η μαγιά το πρόπλασμα μιας σατανικής
διεργασίας με αυτοσκοπό το κέρδος
λεγόταν ” ψυχή “.
Εκεί μέσα φωλιάζει κάθε φοβία κάθε
αμφιβολία κάθε αναπάντητο ερώτημα .
Όποιος κατάφερε να σκοτώσει αυτή
την δοξασία ( σχολιαστής ) κατάφερε
να μην τον εκμεταλλεύονται και
πάνω απ’ όλα κέρδισε την ψυχή
του , συγνώμη την ζωή του .
Η ειρωνεία που υπερβαίνει την άγνοια, όπως αυτή των Παπαθανασίου/Τυρταίου, είναι αυτή που συντηρεί τον αποτυχημένο μονοθεϊσμό.
Βάλτε τώρα που γυρίζει…
Την άγνοια μου να την παραδεχθώ
αλλά την ρετσινιά του χριστιανού
δεν την αντέχω . Έλεος
“Πολύ σπάνιο να δω κάποιον χωρίς να τον χτυπήσω. Άλλοι προτιμούν τον εσωτερικό
μονόλογο. Εγώ όχι. Προτιμώ να δέρνω.”
Henri Michaux
Και πάνω σ’ αυτή την σκέψη πήγε το μυαλό μου στον Γιάννη Λειβαδά και μετά από λίγο βλέπω την καινούριγα ανάρτηση του. Δεν γίνονται ΑΥΤΑ!
Συννεφιασμένη-
Κυριακή μοιάζεις
Με την καρδιά μου
(χαικού των σουβλατζίδικων της Ομόνοιας)