Άννα Αχμάτοβα
Ροζάριο
(ερανίσματα)
Μετάφραση από τα ρωσικά
Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©
СМЯТЕНИЕ
1
Было душно от жгучего света,
А взгляды его — как лучи…
Я только вздрогнула. Этот
Может меня приручить.
Наклонился — он что-то скажет.
От лица отхлынула кровь.
Пусть камнем надгробным ляжет
На жизни моей любовь.
2
Не любишь, не хочешь смотреть.
О, как ты красив, проклятый!
И я не могу взлететь,
А с детства была крылатой.
Мне очи застил туман,
Сливаются вещи и лица…
И только красный тюльпан,
Тюльпан у тебя в петлице.
3
Как велит простая учтивость,
Подошел ко мне. Улыбнулся,
Полуласково, полулениво
Поцелуем руки коснулся.
И загадочных, древних ликов
На меня поглядели очи…
Десять лет замираний и криков,
Все мои бессонные ночи
Я вложила в тихое слово
И сказала его напрасно.
Отошел ты, и стало снова
На душе и пусто и ясно.
1913
Σύγχυση
1
Ήτανε αποπνικτικά απʼ τις καυτές του ήλιου τις αχτίδες
Το βλέμμα του – αχτίδα.
Σκίρτησα στη στιγμή: αυτός
Μπορεί να με εξημερώσει.
Έσκυψε, σα να ʽθελε κάτι να πει…
Κιʼ αίμα στο πρόσωπο αναβλύζει.
Κι ας γίνει της ζωής μου ο έρωτας
Η επιτάφιος πλάκα.
2
Δεν μʼ αγαπάς, δεν θες να με κοιτάξεις,
Ω, πόσο όμορφος είσαι καταραμένε!
Να πετάξω πια δεν μπορώ,
Εγώ που από μικρή φτερά δικά μου είχα.
Τα μάτια στην ομίχλη καρφωμένα
Συγχέονται πρόσωπα και πράγματα
Και μόνο μια κόκκινη τουλίπα,
Στο πέτο σου ξεχωρίζει μια τουλίπα.
3
Σα προστάζει ο απλός σεβασμός,
Πλησίασες χαμογελώντας,
Μισοτρυφερά, μισοβαριεστημένα,
Τα χείλη άγγιξαν το χέρι –
Και μυστηριώδεις, αρχαίες μορφές
Με κοίταξαν στα μάτια …
Δέκα χρόνων αγωνίες και κραυγές
Όλες τούτες τις νύχτες της αγρύπνιας
Μια λέξη ήρεμη
Τους πρέπει – μάταια.
Έφυγες, και στην ψυχή μου πάλι
Όλα άδεια και καθάρια είναι.
1913
ВЕЧЕРОМ
Звенела музыка в саду
Таким невыразимым горем.
Свежо и остро пахли морем
На блюде устрицы во льду.
Он мне сказал: “Я верный друг!”
И моего коснулся платья…
Как не похожи на объятья
Прикосновенья этих рук.
Так гладят кошек или птиц,
Так на наездниц смотрят стройных…
Лишь смех в глазах его спокойных
Под легким золотом ресниц.
А скорбных скрипок голоса
Поют за стелющимся дымом:
“Благослови же небеса –
Ты первый раз одна с любимым”.
1913.Март
Εσπέραν
Ανείπωτος ήταν ο καημός
Της μουσικής πʼ ακούστηκε στον κήπο.
Τα στρείδια στην πιατέλα με τον πάγο
Έντονα της θάλασσας αρώματα μοσχοβολούν.
Μου είπε εκείνος: «Είμαι φίλος πιστός!»
Κι άγγιξε το φόρεμά μου.
Δεν μοιάζουν όμως μʼ αγκαλιές
Τʼ αγγίγματα τούτα των χεριών.
Έτσι χαϊδεύουν γάτες ή πουλιά
Τις όμορφες, έτσι κοιτούν, τις αμαζόνες
Έτσι το γέλιο φαίνεται ήρεμο στο βλέμμα
Κάτω από των βλεφαρίδων το χρυσάφι.
Και πένθιμες φωνές υμνούν
Πίσω απʼ την πλατύφυλλη βελανιδιά
«Ευλογημένοι οι ουρανοί – μόνη
Για πρώτη φορά με τον αγαπημένο».
Μάρτιος 1913
*
Покорно мне воображенье
В изображенье серых глаз.
В моем тверском уединенье
Я горько вспоминаю Вас.
Прекрасных рук счастливый пленник,
На левом берегу Невы,
Мой знаменитый современник,
Случилось, как хотели Вы,
Вы, приказавший мне: довольно,
Поди, убей свою любовь!
И вот я таю, я безвольна,
Но все сильней скучает кровь.
И если я умру, то кто же
Мои стихи напишет Вам
Кто стать звенящими поможет
Еще не сказанным словам?
1913.Июль
Слепнево
*
Υπάκουη η φαντασία μου
Στην αντανάκλαση των γκρίζων ματιών.
Στη μοναξιά μου εδώ στην Τβερ
Πικρές είναι οι αναμνήσεις μου για σας.
Ευτυχισμένη αιχμάλωτος των όμορφων χεριών
Στου Νέβα την αριστερή την όχθη,
Επιφανή μου σύγχρονε
Έγιναν κατά πως θέλατε εσείς,
Με διέταξες: φτάνει,
Τον έρωτα σου, σύρε να σκοτώσεις!
Και να που τώρα άβουλη λιώνω,
Μα πιο δυνατά απʼ όλα το αίμα μου χτυπάει.
Μα σαν πεθάνω, τότε ποιος
Στίχους για σας θα γράφει,
Ποιος τα ανείπωτα τα βροντερά
Λόγια θα βοηθήσει;
Ιούλιος 1913
Σλέπνεβο











Καλημέρα ΠΟΙΕΙΝ!!! Τυχερός όποιος μπορεί να “ακούσει” αυτή την λυρική σπαρακτική ποίηση και στα ρώσικα. Μεγάλη ποιήτρια. Στο διηνεκές θα συγκινούν οι στίχοι της.
εκπληκτική ποίηση!
και φυσικά υποδειγματική παρουσίαση (θεωρώ σημαντική την αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, που ο κ. Τριανταφυλλίδης ακολουθεί πιστά, και θα έλεγα ότι θα έπρεπε να ακολουθείται από κάθε μεταφραστή, ασχέτως της ικανότητας του μέσου αναγνώστη να συγκρίνει με το πρωτότυπο)
Προφανώς αφορά τα ερωτικά ποιήματα, που μας είχε υποσχεθεί ο κ. Παστάκας από την αμέσως προηγούμενη ανάρτηση για την Άννα Αχμάτοβα [ http://www.poiein.gr/archives/10714/index.html ].
Να σημειώσουμε ότι η εποχή που γράφτηκαν, στα 1913, βρίσκεται τελείως εκτός της εποχής που γράφτηκαν οι ποιητικές συλλογές «Ρέκβιεμ» και «Ποίημα δίχως ήρωα». Αναφέρομαι μόνο στην περιρέουσα πολιτική πραγματικότητα γιατί το πολύ νεότερο της ηλικίας, 24 χρονών, που γράφτηκαν τα παρόντα σε σχέση με τα ποιήματα από τις προαναφερθείσες συλλογές, δε γίνεται αντιληπτό από την ωριμότητα της γραφής.
Εξαιρετική η Αχμάτοβα, από τις λίγες γυναίκες ποιήτριες που έχω παραδεχτεί. Γενικώς οι ποιητές αλλά και πεζογράφοι της εθνικότητάς της έχουν έναν τρόπο να επιβάλλονται στην ψυχή σου. Ακόμη και όταν μιλούν για πολιτική, με τίποτα δεν μπορείς να τους χαρακτηρίσεις “στρατευμένους” (με την κακή έννοια).
Όσο για την μετάφραση, δεν είμαι καθόλου κατάλληλη να εκφέρω γνώμη. Η μητέρα μου μιλά άπιαστα ρωσικά, εγώ ούτε λέξη 🙂
Πάντως ο τρόπος με τον οποίο οι λέξεις (του ελληνικού ποιήματος) “ρέουν” στο στόμα, χωρίς να σου αφήνουν μάλιστα νοηματικά κενά, δείχνει σίγουρα μια ιδιαίτερη μετάφραση.
Παραθέτω το βιογραφικό σημείωμα που περιέχεται στην Ανθολογία πεζού ποιήματος “Όταν οι Άγγελοι Περπατούν” (εισαγωγή-επιμέλεια Στρατής Πασχάλης, εκδ. Μεταίχμιο, για τους ενδιαφερόμενους)
ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ
Ψευδώνυμο της ρωσίδας Άννα Αντράγιεβνα Γκορένκο, η οποία γεννήθηκε το 1888. Μαζί με τον Όσιπ Μάντελσταμ ηγήθηκαν του κινήματος των ακμεϊστών, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους συμβολιστές, επιζητούσαν η ποιητική γλώσσα να μεταφέρει ακριβή νοήματα. Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Vecher (Απόγευμα) εκδόθηκε το 1922 και ακολούθησαν μεταξύ άλλων τα έργα: Chetki (Το ροζάριο, 1914), Anno domini MCMXXI (1912). Από τότε η φωνή της, την οποία δεν εγκρίνει το νέο σοβιετικό καθεστώς, σίγησε. Το αριστουργηματικό ποίημά της Ρέκβιεμ (1935-1940) εκδόθηκε το 1987 στην Σοβιετική Ένωση, αφού το θέμα του, μια ελεγεία στους κρατουμένους του σταλινικού καθεστώτος, θεωρούνταν αμφιλεγόμενο. Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας της ζωής της έγραψε αρκετά ποιήματα, μεταξύ των οποίων και το αυτοβιογραφικό Poema bez geroya (Ποίημα χωρίς ήρωα, 1962). Πέθανε το 1966.
Άννα Αχμάτοβα, Ρέκβιεμ, εισαγωγή-μτφ. από τα ρωσικά-υστερόγραφο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, επιμέλεια Ντίνα Σαμοθράκη, Αρμός, Αθήνα 2007, σελ. 75 (και 16 σελ. με φωτογραφίες εκτός κειμένου)
Άννα Αχμάτοβα, Ποιήματα, μτφ. Γιάννης Αντιόχου, Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2008,
http://www.poiein.gr/archives/4094/index.html
Στα ελληνικά επίσης κυκλοφορούν:
– Ποίημα χωρίς Ήρωα, Ωκεανίδα, 1982
– Ρέκβιεμ, Υπερίων, 1998
Ποιήματα της Άννα Αχμάτοβα υπάρχουν επίσης στις ανθολογίες:
– Ρώσοι ποιητές του 20ου αιώνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004
– Ξένη Ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά Γράμματα, 2007
Τέλος περιμένουμε με ανυπομονησία το:
Άννα Αχμάτοβα, “Ποίημα δίχως ήρωα” (Μτφ: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, Αρμός, 2010-Προδημοσίευση
Συγχαρητήρια στον κ. Τριανταφυλλίδη, με τις ευχές να αγαπά επίσης και τον Αρσένι Ταρκόφσκι.
Έτσι γίνεται,στον θερινό καύσωνα ξαπλώνεις
και κοιτάς τον ουρανό, και ο ζεστός αέρας
λικνίζεται σαν κούνια πάνω από σένα,
και ξαφνικά νιώθεις μια παράξενη, αιχμηρή γωνία αισθημάτων:
μέσα σ’ αυτή την κούνια υπάρχει μιά ρωγμή, να περνά
το απερίοριστο κρύο, σαν
κάποιο βελόνι από πάγο…
(Αρσένι Ταρκόφσκι, Χρόνος, μετ. Μάξιμ Κισίλιερ, Λίνος Ιωαννίδης, Ίνδικτος 2008)
O Αρσένι Ταρκόφσκι συνδέθηκε φιλικά με την Μαρίνα Τσβετάεβα. Όντας νεώτερος της, αλλά και από την Άννα Αχμάτοβα, μοιραία διαποτίστηκε από το πνεύμα της δικής τους ποιητικής γενιάς, που συνιστά τη λεγόμενη “χρυσή εποχή” της ρωσικής ποίησης.
αιθέρια λόγια
από ένα τόπο που ακόμα οι περισσότεροι
τον έχουν παρεξηγημένο ???