ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ (Αμμόχωστος 1914- Λευκωσία 2004)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟ 1974
Τρέμω όσο πλησιάζω στα περί Θερμοπυλών,
τρέμω όσο πλησιάζω στα περί Σαλαμίνος.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ
Τώρα πια πώς θα μπορέσουμε να πεθάνουμε,
τώρα πια πώς θα μπορέσουμε να πεθάνουμε
μʼ αυτή την έγνοια πίσω μας;
Αναγκαστικώς θα αναβάλουμε.
ΠΡΟΣ ΚΑΛΒΟ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ)
Επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη».
επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη».
ΛΙΑΣΙΔΗΣ ΠΑΥΛΟΣ (Λύση Αμμοχώστου, 1901 – Λάρνακα, 1985)
ΑΦΗΣΤΕ ΜΑΣ
Τουρτζιά, στην Κύπρον πού ʼρτες τζι έκαμες χωρισμόν,
ποττέ σου εν τζι εννά ʼβρεις μʼ εσού λοαρκασμόν.
Το μούτιν εν το κόβκουν με Τούρτζοι, με Ρωμιοί,
θέλουν να πάσιν πίσω, δά ένʼ ποριξιμιοί.
Ο ξένος βάρκα μοιάζει πόνʼ με χωρίς κουπιά
τζαι των πουλλιών που ζούσιν για πάντα στα κλουβκιά.
Αφήστε μας να πάμεν στους τόπους μας, γιατί
σεισμόν εννά ʼσει πάντα ή γη που μας κρατεί.
μούτιν, το= επιθυμία σφοδρή
ποριξιμιός= εγκαταλειμμένος, παραμελημένος< !
Νεκατωμένοι Αέρηες, Λευκωσία 1979
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ (Λιμνιά Αμμοχώστου, 1926 – Λονδίνο 1979)
Ονήσιλος
Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απʼ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.
Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ʼχε απομείνει:
ένα καύκαλο
– το δικό του κρανίο –
γεμάτο μέλισσες.
Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.
Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.
Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.
Κι έγειρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απʼ τον Ονήσιλο.
Κατάθεση, Λευκωσία 1975
ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ (Κερύνεια, 1911 – Αθήνα 1997)
ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ, ΙΙΙ
Μέσʼ από τις ανταποκρίσεις του Τύπου
διαβάσαμε τη συμπάθεια των άλλων
για την καταστροφή μας.
Ύστερα σχίσαμε τις εφημερίδες
και τεμαχίστηκε η συμπάθεια.
Ποιος θα πάρει τα ράκη του Ιώβ
να ντύσει την υπομονή μας;
Ποιος θα σαλπίσει τη σάλπιγγα του χρέους
να πέσουν τα τείχη της Ιεριχούς;
Γενέθλια γη, Αθήνα 1988
ΚΡΑΛΗΣ ΜΑΝΟΣ (Λευκωσία, 1914-1989)
ΓΕΥΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
Χ
Η πλατεία ήταν έρημη εκείνη τη νύχτα
Με τα κλειστά περίπτερα, τις ξεσκισμένες αφίσες.
Μύριζε καμένο ρούχο, στάχτη, πυρκαγιά.
Πηγαίναμε μαζί μα οι λέξεις στέγνωσαν στα χείλη.
Μόνο κοινό σημείο επαφής ήταν ο φόβος
Εκείνος ο πρωτόπλαστος, απροσδιόριστος φόβος
Που γνώρισε ο άνθρωπος σʼ ένα χωράφι τριβόλων.
Μετρούσαμε τους οβολούς της πίκρας μας
σκαλίζαμε την τέφρα της ψυχής.
Κι άξαφνα πέρασαν με ορμή, μουγκρίζοντας
Τα στρατιωτικά αυτοκίνητα, κατάφορτα κλαδιά των ευκαλύπτων κι ακακίες,
Κι εχάθηκαν γοργά σʼ ένα πυκνό σκοτάδι.
Όμως σʼ αυτό το ελάχιστο διάστημα, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα
Το μάτι πρόφτασε να ιδεί στο δυνατό το φως των προβολέων
Ένα κεφάλι εφηβικό, που με ανάστροφη ματιά εκοίταζε το χάος
Τα στοιβαγμένα σώματα κομμάτια.
– Τι γρήγορα που χάθηκαν τούτα τα νέα παιδιά
Απροετοίμαστα για θάνατο, γιʼ αυτό το είδος του θανάτου…
ΧΙΙ
Καθόμαστε πλάι πλάι σε καρέκλες καφενείων
Παίζουμε τάβλι, φυλλομετρούμε τις εφημερίδες
Με τις Γεννήσεις και τους Θανάτους
τους βιασμούς και τις λεηλασίες, πράματα καθημερινά.
Κουβεντιάζουμε, φλυαρούμε σε μια παράξενη γλώσσα
Που κανείς δεν ακούει, δεν την καταλαβαίνουμε και ρωτούμε
Αν φάνηκαν καθόλου τα πανιά
Ας ήτανε και τα ιστία του πένθους.
Γεύση θανάτου, Λευκωσία 1974
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΥΛΙΩΤΗΣ (Ορμήδεια 1923 – Λευκωσία 1998)
ΈΤΣΙ ΘΑ ΖΟΥΜΕ (απόσπ)
Έτσι θα ζούμε του λοιπού σʼ αυτή τη ρημαγμένη γη
Χωρίς ύπνο, χωρίς ανάσα,
διπλά και τρίδιπλα προδομένοι –από ξένους και δικούς
[…]
Έτσι θα ζούμε του λοιπού σʼ αυτό τον κατασπαραγμένο τόπο.
Με παραμορφωμένο πρόσωπο από τον τόσο πόνο
αλλόφρονες από τις τόσες πληγές της ψυχής μας
θα ψάχνουμε ανάμεσα στα χαλάσματα
να βρούμε τους κρυμμένους τάφους
θα σκάβουμε με τα νύχια
να βρούμε τους δικούς μας
να βρούμε ένα σημάδι τους — ένα ρούχο
ένα παπούτσι, ένα χαρτί με τʼ όνομά τους
κι ύστερα σιωπηλά — πού δύναμη να τους κλάψουμε,
έτσι απλά, έτσι κρυφά
να τους ξανασκεπάσουμε με χώμα.
(Ύστερα πολύ θα ʼρτουν οι ακολουθίες
οι τελετές, οι επικήδειοι λόγοι
και τα μνημόσυνα).
[…]
Οκτώβρης 1974
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΣΤΕΛΛΑΣ (Κάτω Πάφος, 1932)
Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974
«ες δάκρυα έπεσε το θέητρον» (Ηρόδοτος)
Καθώς βγήκε στο φως από τον Υπόγειο της Ομόνοιας
σαν από σκοτεινή καταπακτή
από ξεχασμένη γαλαρία ορυχείου
με χιλιάδες αμίλητους νεκρούς συντρόφους
να ταξιδεύουν μαζί του,
δεν είχε στο κεφάλι του στεφάνι
καμωμένο από λίγα χορτάρια
που ʼχαν μείνει στην έρημη γη.
Με τσουρουφλισμένα βλέφαρα
μάτια θολά και κόκκινα απʼ τους καπνούς
τη στάχτη στα μαλλιά
απʼ τα καμένα κέδρα
πυρπολημένης γειτονιάς πατρίδας μακρινής,
χωρίς ακοή απʼ τις στριγγές φωνές
σφαγμένων αγρινών,
με χέρια απλωμένα
αόμματος επαίτης
γωνία Σταδίου και Αιόλου
στάθηκε
μπροστά στην υποχθόνια βοή που ερχόταν
κατηφορίζοντας
σαν από άλλο κόσμο χαρισάμενο στο πεζοδρόμιο.
— Έλληνες αδελφοί…
Από ηχείο στήθους ραγισμένου
βραχνή βγήκε η φωνή σαν ξένη
σε άσημα θρύψαλα ήχου σκορπίστηκε
σαν πατημένα φέιγ-βολάν
στην άκρη του δρόμου
ή σαν άχρηστα εισιτήρια λεωφορείου
στο λερωμένο πλακόστρωτο.
— Έλληνες αδελφοί…
η φωνή χάθηκε στο βάθος ξεραμένου πηγαδιού.
Κάποιος περνώντας δίπλα
του ʼχωσε βιαστικά στη χούφτα
ένα τάληρο.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ (Άχνα Αμμοχώστου, 1940)
ΑΚΡΟΠΡΩΡΟ ΙΟΥΛΙΟΥ
Ελευθερία με τα πουλιά στα χέρια,
με ράμφη και φτερά, κοιτά τον αέρα,
μετρά τις τρύπες του κορμιού της, έχει
στον ώμο τη λαχτάρα, στις πατούνες
καβούρια πέντε κι ευνοϊκό χαμόγελο.
Αυτή απελπίζεται, χωρίς να τρέμει
τη σφαίρα που τρυπάει μάγουλο, ψυχή,
κι είναι βεβαία, σαν άστρο και φωνή,
πως αν περάσουν πάλι χίλια χρόνια,
ξάφνω στιγμή, κι ανάψει το τσακμάκι,
θα δει τη σπίθα του θαυμάσιου κόσμου.
Ιούλιος 1974
Αχαιών ακτή, Λευκωσία 1977
ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Ο κόσμος γύρω του πολύς. κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα-
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.
Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα. μου κακοφάνη.
Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ʼχαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρσα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.
Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.
Θόλος, Λευκωσία 1983
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΛΗΣΗΣ (Ακανθού, 1929 – Αθήνα, 2007)
ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΙΙ
Να μνημονεύονται
Να μνημονεύονται
Ακάμας, Αίπεια, Σόλοι, Λάμπουσα,
Λάπηθος, Κερύνεια, Χύτροι, Αφροδίσιον,
Ουρανία, Αχαιών Ακτή, Σαλαμίς, Αλάσια.
Να μνημονεύονται
Άγιος Αντιφωνητής, Γλυκιώτισσα, Κανακαριά,
Απόστολος Ανδρέας, Απόστολος Βαρνάβας,
Άγιος Επιφάνιος.
Να μνημονεύονται
προς δόξαν και υπερηφάνειαν
των ενδόξων και πεπολιτισμένων γειτόνων μας
και των ευγενών τέκνων της Εσπερίας
καθώς και των γενναίων τέκνων
του Αγάλματος της Ελευθερίας.
Γραφή οδύνης, Αθήνα 1975
ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ (Λάρνακα, 1938)
προσφυγικό α
Έχουμε ξεπεράσει το όριο της υπομονής
τώρα πλέουμε καθώς καράβια σε ανοιχτές
θάλασσες
μόνοι μέσα στην απλωσιά∙ βόηθα καρδία
αν πρέπει να οροθετήσουμε τη μοναξια-μας
χωρίς τη γη, χωρίς τα σπίτια-μας
που δεν ακολουθούν το δεδομένο σχήμα,
βόηθα να κρατήσουμε το μάτι καθαρό
για τον εχθρό και για το φίλο,
για την επιβουλή της νύχτας
τη χούφτα τρυφερή φωλιά για το μαχαίρι.
Απομυθοποίηση, Λευκωσία 1978
ΠΑΙΟΝΙΔΟΥ ΕΛΛΗ (Βάσα Λεμεσού, 1940)
Ψαροπωλείον η Κερύνεια
Τέσσερις φέτες αμιάντου κάθετες
κι απάνω ένα κομμάτι τσίγκος.
Μόσχευμα δίχως ρίζες
εδώ στη Λεμεσό.
Η θάλασσα, πηκτή, κόβεται με μαχαίρι
και τρία ψάρια κρεμασμένα στο ραβδί.
Ψαροπωλείον η Κερύνεια.
Αχ.
Ο κύκλος της Καταγγελίας, Αθήνα 1977
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ (Τσέρι Λευκωσίας, 1941)
ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΒΡΑΔΙ 15.7.74
Δεν είναι η Λευκωσία απόψε
η πόλη του γλυκού καλοκαιριού,
του δειλινού πʼ άναβε τʼ άστρα,
αυτή που ξέραμε ως εχτές
που πίναμε σʼ ένα ποτήρι τη δροσιά της.
Απόψε στα στενά παίζουν τον θάνατο
κάθε γωνιά φωτιά κι αγώνας.
Η Λευκωσία απόψε πολεμά
και πέφτει.
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ
Δεν είνʼ η πρώτη σας φορά που μας πουλήσατε.
Το ʼχετε ξανακάνει, χρόνια πριν, σʼ άλλους αιώνες,
όταν μας ξεπουλούσατε στους Πέρσες.
Και όμως ζήσαμε. Κι αντέξαμε σκλαβιές και κούρσα,
τα φέραμε δεξά με την αναβροχιά και την ακρίδα.
Είμαστε έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,
τώρα μας ρίξατε στους Τούρκους
το αίμα πότισε πλούσο τη γη
κι αλυσοδέσανε βαριά τον Πενταδάχτυλο.
Είμαστε έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,
τίποτα απʼ την Αθήνα. Είμαστε έλληνες,
έλληνες του πικρού καιρού
και της Απελπισίας.
Ο δρόμος της ποίησης Β΄, Κύπρος 2001
ΝΤΙΝΑ ΠΑΓΙΑΣΗ – ΚΑΤΣΟΥΡΗ (Αμμόχωστος, 1941)
Μήνυμα στον Πενταδάχτυλο
Γεια σου.
Ο χώρος ένα επί ένα
ο χρόνος ένα επί ένα
εκμηδενίζονται
μεταστοιχειώνονται
σε μια δική τους διάσταση
σʼ ένα δικό τους διάγραμμα.
Βλέπεις
δεν έχουμε πια χέρια.
Η φωνή μας
επαναλαμβάνει τους ήχους της
και τα περιστέρια σχεδιάστηκαν
-όπως μας είπαν-
από μελάνη αόρατη.
Υπομνήματα, Λευκωσία 1978
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ (Λύση Αμμοχώστου1946)
Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ
Ο τόπος μας είναι μικρός και γύρω η θάλασσα
τα σύνορα του άλλου κόσμου δεν τα βλέπεις.
Οι βροχές κάνουν πως έρχονται και φεύγουν ξαφνικά
και μένουμε στεγνοί και διψασμένοι.
Οι αγέρηδες φυσούνε απ΄ όλες τις διευθύνσεις
μα ποτέ δεν παίρνουμε μια σωστή κατεύθυνση.
Ο τόπος μας είναι μικρός και μας μικραίνει επικίνδυνα.
Ισορροπούμε για λίγο κι ύστερα πέφτουμε και πάλι.
Φοβισμένοι, πιο πολύ κοιτάζουμε πίσω παρά μπροστά
ξεθάβοντας ξεχασμένους αγίους και ήρωες.
Μικραίνει ο τόπος και πληθαίνουν οι ήρωες,
φτωχαίνουν οι ψυχές μας και πληθαίνουν οι άγιοι.
Σε τις μας ωφέλεσαν και τους επικαλούμαστε
αυτούς που έχουνε με όλα πια ξοφλήσει!
Οι ήρωες έγιναν στρατιά και σκοτώνουν τον άνθρωπο μέσα μας,
οι άγιοι έγιναν στρατιά και σκοτώνουν το θεό μέσα μας.
Ελευθερία! Ελευθερία! Από πού να ΄ρθεις να μας λυτρώσεις!
Από το ελάχιστο, Λευκωσία 2001
ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ (Λάρνακα, 1948)
15.7.1974
Οι νεκροί βρομούσαν από ʼνα
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι –
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απʼ την πίσω
πόρτα στον Άη-Γιάννη,
δεν τους φορούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του– άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ώς το μέλλον.
Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.
Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΠΑΤΗ
ΙΙ
Κύλησε ο καιρός σαν τροχός
ποδηλάτου στην άσφαλτο
κι ο Πάτης ερχόταν
στα μεσοδιαστήματα των αστραπών
οι επίδεσμοι κρέμονταν
απʼ το σπασμένο κεφάλι του
βγαλμένα τα μάτια του
κύκλοι και πίσω άλλοι
κύκλοι και στο βάθος αντηχούσε
η σιωπή όπως πέτρα
σʼ άδειο πηγάδι
στον κάμπο της Παναγιάς
της Πετούντας – κι η μάνα του
τσίριζε – γιε μου!
Τα μαλλιά της πέφτανε στο πρόσωπο
πίσω απʼ τα μαλλιά
δυο μάτια υγρά
οι βολβοί τους έτοιμοι να πεταχτούν
απʼ τις κόχες – τι γύρευε
η τρελή μάνα του Διονύσιου
Σολωμού στους δρόμους
της Λευκωσίας,
γιε μου! τσίριζε κι έτρεχε
πίσω από ‘να σύννεφο
η μορφή του Πάτη τότε
που λεχώνα τής τον έφερναν
στο χαμόσπιτο ― η μπόχα διαπερνούσε
την ατμόσφαιρα κι η λάμπα
στο ξύλινο τραπέζι
έριχνε παράξενες σκιές στο ταβάνι
που σε τρόμαζαν…
Επάλληλοι κύκλοι οι κραυγές της
πάνω απʼ τις πέντε κορφές του βουνού
κι η Κύπρος ασύνορη μνήμη φονικού
στην άκρη της Μεσόγειος.
Σχεδόν μηδίζοντες, Λευκωσία 1977
ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ (Λεμεσός, 1948)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ
Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.
Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του σπιτιού μας στην
παραλία της Αμμοχώστου να μας φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες καρέκλες, κλεμμένα
τραπεζομάντηλα, κλεμμένες πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ είναι γραμμένο
το όνομα της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε από το μέρος που
ανατέλλει ο ήλιος, (έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimend,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.
Έκθεση βιβλίου στην Κωνσταντινούπολη, Οκτ. 2005
ganimend: λάφυρο πολέμου
ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ (Κυθραία, 1949)
Κερύνεια
Πόλη
με τις νεκρωμένες θάλασσες
και την κατακόρυφη θλίψη
καρτέρι
της ανερμάτιστης σιωπής
πόλη
με τα γυμνά παράθυρα
και τις λεηλατημένες πλατείες
πόλη
της απουσίας και του χαμού
εδώ
που οι νεκροί
αναζητούν την τελευταία περίπτυξη
της μέρας
πόλη των σκοτωμένων περιπλανήσεων
εδώ η σφαγμένη σου θύμηση
μας αναθεματίζει.
Τα τραγούδια της Περσεφόνης, Λευκωσία 1979
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ (Εφταγώνια Λεμεσού, 1952)
Σʼ όνειρο η πατρίδα
Ύστερα χτύπησε το ρολόι βγήκα
απʼ το όνειρο. Δεν ήμουν στον αυλόγυρο
της Χώρας. Σʼ ένα μικρό δωμάτιο
ήμουν σε πόλη που βυθίζεται στον πάτο
της Ευρώπης. Βιτόρια, πρωτεύουσα
των Βάσκων, βγήκα να περπατήσω σκόνταψα
αέρας μολυσμένος, έως εδώ πώς ήλθαν
τα μαντάτα σκέφτηκα. Ήλθανε με το φαξ
μου είπε ο κύριος πρέσβυς σοβαρός
και μες στο βλέμμα του είδα τον πόνο
καθαρό για τη μικρή πατρίδα.
Δεν είναι τίποτα του είπα υστέρα το βράδυ
σʼ ένα μπαρ εσύ κι εγώ και οι φευγάτοι όλοι
με την καρδιά στεγνή στη δίψα της πατρίδας.
Εσύ κι εγώ κι αυτοί που λείπουν χρόνια
να ταξιδεύουν ψάχνοντας κι έχουν
σαν τίμιο ξύλο μέσα τους το σώμα της.
Το μυθικό του ονείρου.
Όσο για το πραγματικό της σώμα; Αυτό
το τρώνε οι όχεντρες τα φίδια του Βορρά.
Οι ξενικοί της πράκτορες κι οι τοπικοί κοπρίτες.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ (Λιμνάτι Λεμεσού, 1954)
Μάτι γυάλινο
Βγήκε
βρεγμένος ο ήλιος σήμερα.
Παράξενος ήλιος αβυσσαλέος-
όλο μυστήριο και κατάμαυρος,
λες και σερνόταν
σε λαμπερό σκοτάδι.
Την προηγούμενη μέρα
τον είδα που άλλαξε πορεία.
Δεν πήγε να κοιμηθεί
στης θεότρελλης μάνας του.
Κατέβηκε
και έδυσε στο ασάλευτο μάτι
του σκοτωμένου κοριτσιού.
Μάτι γυάλινο, κενό.
Ένα κενό βαθύ σαν πηγάδι
με κατάμαυρο νερό.
Το μαύρο φεγγάρι.
Όλη τη νύχτα
ωωροφύλακες άγγελοι
με φανούς θυέλλης στα χέρια τους
αυλακώναν το απροσπέλαστο σκοτάδι
αλλά πουθενά δεν βρήκαν
το μαύρο φεγγάρι του Ιουλίου.
Πού να φανταστούν
πως στην καρδιά μου ήταν κρυμμένο
το ολόγιομο μαύρο φεγγάρι!
Απόδειξη οι νεκροί
που φεγγοβολούν στα σκοτεινά,
κατασκότεινα τραγούδια μου.
Αποκαθήλωση, Λευκωσία 1995











Εκάθουνταν στη βεράντα τζιαί ‘τρώαν χαλλούμιν με την παττίχαν. Που μες’την παρκονόπoρταν εθωρούσαν την τηλεόρασην που εκάθετουν πας’το σύνθετον μες τη σάλα.
Ειδήσεις. Τριάντα πέντε χρόνια από την εισβολή. Εδείχναν τζιείνα τα βίτεο τα μαυρόασπρα. Τα αεροπλάνα όπως τα σιαχίνια πουπάνω που τη Χώρα, αλεξιπτωτιστές, πόμπες. Γενέτζιες που κλαίσιν, μωρά που κλαίσιν, αιχμάλωτοι με τα σιέρκα πας τα ζινίσια. Τζιαι τζιείνη η φωτογραφία που έδειχνεν έναν σκοτωμένον να κρέμμεται ανάποδα που μες τα χαλάσματα.
Αθθυμήθηκεν τα. Την πυράν τζιαι τη σκόνη τζιαι τον πόλεμον τζιαι τον κόσμον να κλαίει. Αθθυμήθηκεν το χωρκόν του τζιαι την μάναν του. Αθθυμήθηκεν τη θάλασσαν τζιαι τα χταπόθκια τζιαι τον τζιύρην του να θερίζει, δρωμένος φούσκα. Έκαμεν να κλάψει μα εσφίχτηκεν τζιαι ίσια που εγεμώσαν νάκκον τα μμάθκια του.
Ετελειώσαν τα βίτεο τζιαι αρκέψαν οι δηλώσεις των πολιτικών.
– Εν καλή η παττίχα μας πόψε α;
– Με τούν’τα νερά φέτη εγινήκαν μέλιν οι παττίσιες!
Μικρά παιδιά, τα καλοκαίρια, πελεκούσαμε ξύλα και φτιάχναμε βαρκούλες. Με αυτές γεμίζαμε την ακρογιαλιά της Κερύνειας. Τις βλέπαμε και χαιρόμασταν που λικνίζονταν ανέμελα στο πηγαινέλα της θάλασσας. Μέχρι που μια μέρα ένα ρεύμα δυνατό τις τράβηξε προς την απέναντι ακτή και χάθηκαν από από τα μάτια μας.
Ήταν για χρόνια ξεχασμένες, μέχρι εκείνο το πρωινό του Ιούλη που φάνηκαν από μακριά να καταπλέουν μεταμορφωμένες σε λέμβους αποβατικές.
Τότε κάνατε λάθος μικρά παιδιά, κάνατε λάθος.
Φίλοι Κύπριοι, και μόνο το γεγονός οτι ο πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο παπα-Μακάριος, δεν σας βάζει σε υποψίες για τις ενδεχόμενες ευθύνες που έχετε και σεις σαν λαός για αυτό που έγινε; Προς τί αυτή η λογική του αδικημένου φτωχόπαιδου που εκφράζεται στο “Είμαστε Έλληνες”; Έλληνας, αγαπητοί ελληνοκύπριοι, δεν είναι κρατικός τίτλος αλλά προσωπική και συλλογική ιδιότητα. Έλληνας δεν γεννιέται κανείς και πουθενά. Έλληνας γίνεται κανείς με την στάση ζωής του.
Απο το να παραπαίουμε όλοι μαζί μεταξύ των συμμετοχών σε talent-show και των λιβανιστηριών, ας σκεφτούμε ξανά το παρόν και το μέλλον μας. (Όχι ως λόμπυ, αλλά ως συνειδήσεις).
Ένα ποιήμα του Μανόλη Αναγνωστάκη αφιερωμένο σ’ όλους του Κύπριους αδερφούς
ΟΤΑΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΑ
Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.
Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Κάρφωναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στηνόνταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα που να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαϊου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμη με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές, με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά από τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν την βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμη
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς
Στα καφενεία και τα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στα άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και τα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμόσφαιρας
Τη γεύση του φιλιού, την πολυτέλεια της αμαρτίας
Τον χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δεν φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είναι εδώ – αντάξια του δράματος
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελλού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.
Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση μιας νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς μια νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τα άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες.
Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.
@4
Συμφωνώ και επαυξάνω.
Το να είσαι θύμα δεν εξ’υπακούει την αθωότητα σου.
Α, ρε Γιώργο, Βενετσιάνε διπλωμάτη, ανθολόγε Κερκυραίε, ισορροπιστή! Αν δεν ανθολογούσες τον Πιερρή πώς θα αντίκριζες τον κόσμο;!
Κοίταξα δυο τρεις φορές το σχόλιο του Ν. Ράπτη. Κι έφευγα με την απόφαση να μη μιλήσω. Με διώχνανε και τα παιδιά στη φωτογραφία. Εγώ στο κομπιούτερ μπροστά, εκείνα…;
Έκανα το σφάλμα να το ξαναδιαβάσω (κλείοντας τα μάτια σε ‘κείνο του Βαλεντίνου), -πέρασε κι η 20η- κι έτσι γράφω.
Τα λόγια του κ. Ράπτη φαίνεται να υπαγορεύονται από τη θύμηση ξεσκονισμένων απάνω απάνω πραγμάτων.
Επίσης, διερωτάται ερώτηση που δεν έχει σώμα…: “προς τι η λογική του αδικημένου φτωχόπαιδου που εκφράζεται στο “Είμαστε Έλληνες”;… 😉
Και βέβαια γνωρίζουμε ότι η Ελλάδα είναι ιδέα και κατάκτηση κ. Ράπτη. Τι νομίζετε για τον Παπαντρέου και τον Καραμανλή την αγαπάμε;
Το ελάχιστο να γνωρίζατε για την ιστορία της Κύπρου, το σχόλιο αυτό δεν θα το γράφατε.
Αφήστε τον Μακάριο ήσυχο. Αν πραγματικά σας ενδιαφέρει, διαβάστε το “Σεφέρης και Κύπρος” του Σάββα Παύλου.
Μάθετε γιατί ο κόσμος είχε ψηφίσει τον Μακάριο, κρίνετε με τα δεδομένα της εποχής.
Και σας το γράφει αυτό μια αντι -Μακαριακή.
Αρκετά καλή η ανθολόγηση του κ. Μύαρη.
@Ρωξάνη
Καλημέρα!
Ξαναδιαβάζοντας κι’εγώ τα σχόλια σας βρίσκω δίκαιο. Πράγματι ο κόσμος ψήφισε τον Μακάριο σαν φυσικό επακόλουθο του Αγώνα και αυτό δεν μπορεί να γραφτεί σαν “ενοχή”.
Ευθύνες όμως έχουμε και μιλάμε για τις συλλογικές ευθύνες των Ελληνοκυπρίων, ή αν προτιμάς, της Κυπριακής πολιτείας. Είναι τουλάχιστον αφελές να υποστηρίζουμε ότι για το κακό φταίει αποκλειστικά και μόνο η Τουρκία. Το να βάζουμε μπροστά τα παιδιά της φωτογραφίας ή τον αγώνα της ΕΟΚΑ για να αποφύγουμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη πρέπει κάποτε να σταματήσει.
Είμαστε τυχεροί που ζούμε στο σημερινό κόσμο.
Τα ανθρώπινά μας δικαιώματα προστατεύονται!
Υπάρχουν χώρες με ανεπτυγμένο αίσθημα δικαίου (εσωτερικού τους και διεθνούς) που δεν ανέχονται την παραβίασή τους πουθενά στον πλανήτη.
Οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Τουρκία είναι μεταξύ των χωρών αυτών.
Η Κύπρος δεν ήταν η πρώτη ούτε και η τελευταία περίπτωση χώρας που μια αυστηρή στην τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χώρα (που μάλιστα εγγυάτο και την ύπαρξη του κράτους της Κύπρου) επενέβη για να αποκαταστήσει την αδικία.
Και άλλες χώρες, άλλες λιγότερο άλλες περισσότερο, γνώρισαν την ευλογημένη επέμβασή τους και την αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ακολούθησε.
Μάλιστα η προστασία έχει φτάσει πλέον σε προχωρημένα επίπεδα!
Αν θυμάμαι το 1983 επί cowboy president κάτι είχε συμβεί στη Γρανάδα. Τώρα, είχε δυο φεγγάρια ο μήνας, είχε αποτύχει η αλκοολική ζύμωση και βγήκαν ξινά τα ρούμια, θα σας γελάσω. Πάντως το σημαντικό είναι ότι εκεί που οι κάτοικοι της Γρανάδας χάζευαν κάτω από τους φοίνικες την αμμουδιά και το απέραντο γαλάζιο, έμαθαν ότι είχαν παραβιαστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα αμερικάνων που ζούσαν στη χώρα τους και ξαφνικά κι έγιναν οι παραλίες της χώρας τους Νορμανδία…
Να είναι καλά οι άνθρωποι να μας προστατεύουν!
(σχόλια 4 κι 6)
ΥΓ 1.
Ήμουν, πριν 3-4 χρόνια, παρών στο εξής.
Καλλιθέα, Δαβάκη και Πλάτωνος.
Στρίβουν, ερχόμενοι από διαφορετική κατεύθυνση επί της Δαβάκη, στην Πλάτωνος ταυτόχρονα μια γυναίκα με το ΙΧ της κι ένας «επαγγελματίας» με ένα ανοιχτό μικρό φορτηγό και σταματούν λίγο πριν το μπαμ. Κάτι ειπώθηκε και κατεβαίνει ο «άντρας» και πριν τον σταματήσουν 2-3 που επενέβησαν της είχε κτυπήσει το κεφάλι στο τιμόνι. Το πρόσωπό της γέμισε αίματα.
Ενδεικτικά σχόλια.
«Τον αλήτη!»
«Ναι αλλά τον είπε μαλάκα!»
«Καλά δεν ντρέπεται κοπέλα πράμα να μιλάει έτσι; Ακούς εκεί να τον πει μαλάκα!, Εμ, να τώρα τι έγινε»
ΥΓ 2.
Είναι γνωστό ότι σε περιπτώσεις βιασμών, πολλοί… πάρα πολλοί…, αναρωτιούνται αν φόραγε τίποτα προκλητικό ή αν κουνούσε τον κώλο της λίγο παραπάνω ή μήπως τον προκάλεσε ρε παιδί μου [και τι να έκανε αν είχε ερεθιστεί;] ή τέλος πάντων τι γύρευε την ώρα εκείνη στο σημείο εκείνο [καθόσον τα καλά κορίτσια με τη δύση του ήλιου πάνε για ύπνο]. Μάλιστα ένας δικαστής (νομίζω στη Γαλλία γύρω στο 1900) ποτέ δεν καταδίκασε βιαστή λέγοντας ότι όσες φορές και αν είχε προσπαθήσει να περάσει σε κινούμενη βελόνα κλωστή δεν τα είχε καταφέρει…
Κ. Πρίμπα,
Χαριτωμένα τα παραδείγματα σας αλλά δεν μιλάμε για βιασμό αλλά για συναλλαγή σε μπουρδέλο. Οι επιταγές έχουν ήδη εξαργυρωθεί.
ΥΓ 1
1959. Ο δημοσιογράφος Φαρμακίδης απαγάγεται και κρατείται σε σπηλιά για 11 ημέρες αφού τόλμησε να αρθρογραφήσει κατά του Μακαρίου. Η δήλωση του τότε υπουργού Τάσσου Παπαδόπουλου για το συμβάν μιλούσε για την προκλητικότητα του απαχθέντος προς τους Αγωνιστάς.
ΥΓ 2
Όταν ανακαλύπτουν μαζικούς τάφους με οστά Ε/Κ μας μιλούν (και πολύ σωστά βέβαια) για απάνθρωπες δολοφονίες κατά την βάρβαρη Τουρκική εισβολή. Όταν σε πηγάδι ανακαλύπτουν τα οστά 40 Τ/Κ, περιλαμβανομένου και εμβρύου οι λέξεις “απάνθρωπη”, “δολοφονία”, “βάρβαρη”, “Ελληνοκύπριος” λείπουν από τα δελτία ειδήσεων.
δλδ στην Ελβετία τι θα έπρεπε να κάνουμε;
Δεν κατάλαβα τι ρωτάτε.
1965. Ανταλλαγή επιχειρημάτων στα πλαίσια του διπλωματικού διαλόγου για να πειστεί ο πρωθυπουργός Παπανδρέου να δεχθεί το σχέδιο Acheson.
Τζόνσον: Τότε ακούστε με, κύριε πρέσβη. Γαμώ τη Βουλή σας και το Σύνταγμά σας! Η Αμερική είναι ελέφαντας. Η Κύπρος είναι ψύλλος. Και η Ελλάδα είναι ψύλλος. Αν αυτοί οι δύο ψύλλοι εξακολουθούν να φέρνουν φαγούρα στον ελέφαντα, μπορεί ο ελέφαντας να τους ρουφήξει μία και καλή με την προβοσκίδα του!
Μάτσας: Θα διαβιβάσω τις απόψεις σας στον πρωθυπουργό κ. Παπανδρέου, αλλά είμαι βέβαιος για την ελληνική απάντηση. Η Ελλάδα είναι δημοκρατία. Ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να εναντιωθεί στις επιθυμίες της Βουλής.
Τζόνσον: Θα σας πω ποια απάντηση θα δώσω, αν πάρω τέτοιου είδους απάντηση από τον πρωθυπουργό σας. Ποιος νομίζει ότι είναι; Δεν μπορώ να έχω και δεύτερο Ντε Γκολ στα πόδια μου. Πληρώνουμε πολλά αμερικανικά δολάρια στους Έλληνες, κύριε πρέσβη. Αν ο πρωθυπουργός σας μου μιλήσει για Δημοκρατία, Βουλή και Σύνταγμα, τότε εκείνος, η Βουλή και το Σύνταγμά του μπορεί να μην κρατήσουν και πολύ!
από το βιβλίο του «Ι should Have Died» (Ν. Υόρκη 1977) του Φίλιπ Ντην Τσιγάντες, γιου του ταξίαρχου Τσιγάντε.
(κυκλοφορεί στο διαδίκτυο)
ΥΓ. αν το θέμα είναι ότι η Κύπρος είναι μπουρδέλο, τότε το ίδιο μπουρδέλο είμαστε κι εμείς, ήταν η Σερβία, το Ιράκ και το 95% των κρατών και το θέμα είναι πότε θα αποφασίσει κάποιος ισχυρός να επικαλεστεί την ηθική…
Σε αντίθεση με τη Φυλής και το Μεταξουργείο όπου οι νταβατζήδες μαχαιρώνουν, στα πολυτελή studio οι πάντες συμπεριφέρονται με το σεις και με το σας και κανείς δεν τα πειράζει
Μα αγαπητέ η Κύπρος δεν είναι το μπουρδέλο, η πουτάνα είναι.
Επιτρέψτε μου να αναρτήσω ένα μικρό ποίημα στη μνήμη του έως προσφάτως αγνοούμενου θείου μου, εφέδρου καταδρομέα, που τα οστά του ανευρέθηκαν σε ομαδικό τάφο στην Κερύνεια. Οι δύο ριπές στο κρανίο μαρτυρούν την εν ψυχρώ εκτέλεση του, που γνωρίζαμε ήδη από το 1974, εφόσον υπήρχαν ελληνοκύπριοι μάρτυρες στη σκηνή της εκτέλεσης.
ΚΟΚΑΛΑ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ
Αναρωτιέμαι πώς χωράν τόσα νοήματα σε μια λέξη
τόση καταστροφή σε μια στιγμή,
τόση οργή σε λίγα κόκαλα.
ΤΗΣ ΧΡΥΣΤΑΛΛΟΥΣ
στη μάνα του αγνοούμενου
Στο σταυροδρόμι συνάντησα
τη Χρυσταλλού της οργής
και της οδύνης,
τη μάνα του.
Με βρήκε λαβωμένο πουλί
να τρέχω μακριά από δω.
“με πας πιο κάτω”;
“σε πάω όπου θες”.
Οι δρόμοι κάπου τελειώνουν,
τα σύνορα πολιορκεί η θάλασσα
και γύρω ακούγονται
μόνο ριπές
από εκτελεσεις αιχμαλώτων!
Αλοίμονο!
Με όρισαν πριν να υπάρξω,
το μπόι μου μετρήσαν σε χρυσό
και με πουλάν στις αγορές του κόσμου!
Η μνήμη ξεκούρδιστη λατέρνα
βουλιάζει στην άσφαλτο.
Κι η γη μου
κατάσπαρτη σταυρούς
από κενοτάφια ηρώων.
“Γεια σου, στο καλό”!
Φεύγοντας κοιτάχτηκα στον καθρέφτη
και διάβασα τις χαραματιές στο κούτελο:
α-γνο-ει-ται η τυ-χη της
Φίλες και φίλοι, χαιρετώ το φιλόξενο και ελευθερόφρον ΠΟΙΕΙΝ, τον Σωτήρη και τον Σπύρο. Καλοδεχούμενα τα όποια σχόλια, έστω κι αν ξεστρατίζουν καμιά φορά. Η ανθολόγηση είναι ενδεικτική, υποκειμενική κα μη οριστική. Ελλείψεις τεχνολογικές προσέθεσαν δυσκολίες [το εισαγωγικό σημείωμα ουδέποτε έφτασε στην ιστοσελίδα] στην ψηφιακή καταγραφή του υλικού. Ωστόσο, έγινε με κριτήρια αισθητικά. Στόχος η ανάδειξη της “άγνωστης” κυπριακής ποίησης που γράφεται στην ελληνική μέσα από τις πολλαπλές αναγνώσεις του φασιστικού πραξικοπήματος και της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής του ’74. Συνεπώς, διάθεση αποκλεισμού, πνεύμα “ρεβανσισμού”, αγωνία “ισορροπιών”, φολκλορική επένδυση στο συλλογικό πόνο: ας αναζητηθούν κάπου αλλού. Ο πανίσχυρος λόγος των ποιητών/ποιητριών κατακρεμνίζει αυτά και άλλα κακά. Την υπαρκτή αντίθεση τουρκοκυπρίων ποιητών στην στρατιωτική εισβολή ας παρουσιάσουν οι γνωρίζοντες τη γλώσσα. Όποιος επιθυμεί ας προσθέσει στα ανθολογημένα ποιήματα των ποιητών που συμβατικά χαρακτηρίζει η κριτική “γενιά της Ανεξαρτησίας” και “γενιά της εισβολής” [ποιήματα εμπνευμένα από τα γεγονότα-ποιητών με άμεσα βιώματα από αυτές τις σκληρές εξελίξεις].
υ.γ. ευχαριστώ τους Μ.Πετράτο, Ρωξάνη Ν.
Καλά, είστε όλοι απασράδεχτοι! Φύγατε έτσι απροειδοποίητα από τη σελίδα μου, για να έρθετε στη σελίδα του μιαρού φίλου μου, Γιώργου Μύαρη. Κι αφού στείλατε πρώτα τον Χριστοδουλίδη για διακοπές!
Και λίγο σοβαρά: Αν αλήθεύει ο διάλογος του Τζόνσον (σχ.14), τότε είναι ιστορικό μνημείο αντίστοιχης εμβέλειας (και αποκαλυπτικότητας…) με τα βιβλία του Μπρεζίνσκι “Η μεγάλη σκακιέρα” και του Χάντικτον “Η σύγκρουση των πολιτισμών”, πριν από την επίθεση στο Ιράκ και τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.
Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΝΑ
Δε είμαι ποιητής
Δεν είμαι συγγραφέας
Μόνο οι λέξεις
τριβελίζουν το μυαλό μου
Γυροφέρνουν κι’ αποζητούν να βγουν
απ’ το κεφάλι μου
όπως το μωρό στριφογυρίζει
στην μήτρα της μάνας του
και οδεύει στην έξοδο…
Κάποτε άδραζα την πέννα
και τις αράδιαζα όλες στο χαρτί
Τώρα αναζητώ το πληκτρολόγιο
Πέννα, χέρια, πληκτρολόγια
Όλα εργαλεία του μυαλού
που πετάει τις λέξεις
όπως το ηφαίστειο
πετάει την λάβα του
Η γλώσσα;
Ξεχάσαμε την γλώσσα
Αυτή και αν είναι
του μυαλού το εργαλείο
μόνο που αυτή, μόνη απ’ όλα
παίρνει και την δικιά της γραμμή
Αλλοίμονο όταν η γλώσσα
βγάζει τις δικές της άμυαλες λέξεις
Πεθαίνει ο ποιητής
Πεθαίνει ο συγγραφέας
Όπως ακριβώς πεθαίνει το μωρό
από του ομφάλιου λώρου
στου λαιμού το σφίξιμο
Στρόβολος 08/08/2010
Σάββας Ηλιοφώτου
ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Οι λέξεις πήγαν γυμναστήριο,
σα ρούχα μπήκαν σε πλυντήριο.
Σε νέες βγήκαν παραλίες,
για να μοστράρουν σαν κυρίες.
Στους ήλιους στέγνωσεν η γλώσσα
να μαρτυρά τα μύρια τόσα.
Πια δεν ισχύουν λεξικά,
κι οι έννοιες μηδενικά
μιας αφορμής για συζητήσεις
κι ατέρμονες διεκδικήσεις.
Ωστόσο πάντα κάτι μένει
να σκέφτεται η οικουμένη.
Αλλά απ’ το λόγο ως την πράξη
τίποτα πια δεν είν’ εντάξει.
Πίπης Γρανίτας(C)
Για την απώλεια και το νέο ταξίδι της Νίκης Μαραγκού, το ποίημά της περαστικό κι αυτό, όπως όλα και όλοι μας:
Νίκη Μαραγκού
Οι τριανταφυλλιές
Παρέα με τον γεωμέτρη και τον κηροπλάστη
φύτεψα φέτος τριανταφυλλιές στoν κήπo
αντί να γράφω πoιήματα
την εκατόφυλλη απo τo σπίτι με τo πένθoς στoν Αγιo Θωμά,
την εξηντάφυλλη πoυ έφερε o Μίδας απo την Φρυγία,
την Μπαγκσιανή πoυ ήρθε απo την Κίνα,
μoσχεύματα απo τη μoναδική μoυσσιέττα πoυ επέζησε
μέσ’ την παλιά την πόλη,
αλλα πρoπαντώς την Rosa Gallica πoυ έφεραν oι σταυρoφόρoι,
πoυ αλλιώς την λέμε και δαμασκηνή,
με τo εξαίσιo αρωμά της.
Παρέα με τον γεωμέτρη και τον κηρoπλάστη
αλλά και τον τετράνυχo, τον τίγρη, τον φυλλoδέτη,
τη μηλoλόνθη, τη χρυσόμυγα,
τo αλoγάκι της Παναγίας πoυ τα τρώει όλα,
θα μoιραστoύμε φύλλα, πέταλα, oυρανό,
στον αφάνταστo αυτό κήπo
κι αυτοί κι εγώ περαστικoί
Εξαιρετική η ανθολόγηση του Γ. Μύαρη. Συγκίνηση και οδύνη για το μέγεθος της καταστροφής, όπως αναδύεται μέσα από τα κείμενα, αλλά και οργή για τις πρακτικές και τον αμοραλισμό των πολιτικών.
ΕΙΜΑΙ ΜΟΛΙΣ 18 ΧΡΟΝΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ ΝΑ ΘΑΥΜΑΣΩ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΤΟΣΟΙ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΟΣΤΑΛΓΟΥΝ ΝΑ ΞΑΝΑΖΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΑΜΦΙΒΑΛΛΩ ΠΟΛΥ ΑΝ ΘΑ ΤΑ ΞΑΝΑΖΗΣΟΥΝ.ΤΕΛΙΚΑ Η ΚΥΠΡΟΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΥΛΗΜΕΝΟ ΝΗΣΙ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΑΛΛΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΔΙΟΙΚΟΥΝ.ΑΚΟΥΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΡΦΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΡΩΣΗ ΤΟ ΚΑΒΟ ΓΚΡΕΚΟ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΕ ΕΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΙ ΟΜΟΡΦΑ ΠΟΥ ΘΑ ΗΤΑΝ ΑΝ ΗΤΑΝ ΤΟ ΝΗΣΙ ΜΑΣ ΜΟΝΙΑΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΟΠΩΣ ΤΟΤΕ ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΕΧΘΡΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΟΥ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΝΟΙΑΖΕΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΣΑ ΘΑ ΦΑΝΕΕ!!!ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ Ο ΠΟΘΟΣ ΜΟΥ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΤΟ ΤΟΠΟ ΜΟΥ!!!