Ελλάδα

Λευκό είναι το μάρμαρο,
αλλά δεν λάμπει.
Λεπτοί είναι οι κίονες,
δίχως να ξεχωρίζουν.
Μεγαλοπρέπεια ασυνήθιστη στα κιονόκρανα κατοικεί.
Διπλωμένα της ακάνθου τα φύλλα,
μαραίνονται και πέφτουν,
συντρίμμια ανάμικτα με τη σκόνη των πλίνθων.
Και τα χρυσά κύπελλα αδειάσανε,
στόμα δεν έχουν πια.
Δάκρυα στάζει η Ήβη,
έρημο κληματόφυλλο ο Βάκχος,
και νυσταγμένο του πάνθηρα το παιχνίδι με τον θύρσο.
Του Δία οι βόστρυχοι τινάζονται στον χρόνο,
την τρίαινα ο Ποσειδώνας υπέροχα κραδαίνει στον αέρα,
και ο Φοίβος θλιμμένα κοιτά κατά τον ήλιο.
Οι οπλές των λεύτερων αλόγων του
συντρίβουν την άχορδη λύρα.
Λαγοκοιμούνται οι Μούσες,
οι Χάριτες απούσες.

Αλλά η δάφνη έχει όλα της τα φύλλα.

Στους κίονες ανάμεσα ορθώνεται μια δάφνη
μικρόκορμη, γερή, πλατιά, στεφανωμένη.
Κάτω απʼ τους κίονες ριζωμένη
απλώνεται αγκαθωτή περικοκλάδα,
στη φυλλωσιά της τρεμοπαίζουν χρυσοπόρφυρα ρόδα
που τʼ αγαπούν οι γυναίκες του νότου.
Πολλών αντρών ο δρόμος προσπερνά τους κίονες,
προσηλωμένα τα βλέμματα όλων είναι στον ανθό.
Πλούσιος είναι
και περήφανα ανεμίζει,
μα όσο κυλά η μέρα,
το ανθισμένο βασίλειο σκορπίζει.

Αλλά η δάφνη έχει όλα της τα φύλλα.

Griechenland

Der Marmor ist weiss,
aber er leuchtet nicht.
Die Saeulen sind schlank,
aber sie ragen nicht.
Der Kapitaele ueppige Pracht ist dahin.
Des Akanthus Laub hat sich zusammengerollt,
ist welk und gefallen
und mischt, im Zerfalle, den seinen dem Staube der Plinthen.
Und die goldenen Schalen sind leer,
ihr Metall hat nicht Mund mehr.
Hebe hat Traenen nur,
Bacchus Weinlaub allein,
und es ist Schlaf in der Panther Spiel mit dem Thyrsus.
Zeus lockenlastendes Haupt schuettelt vor Alter,
wunderlich ficht in der Luft Poseidon umher
mit den Dreizack
und Phoebus sieht der Sonne nach in Betruebung.
Der ledigen Rosse Huf
zerstampft die entsaitete Leyer.
Die Musen schlummernd,
die Grazien fort.

Aber der Lorbeer hat alle seine Blaetter.

Zwischen den Saeulen steht da ein Lorbeer
starkstaemmig, kurzstaemmig, grosskronig, breit.
An den Saeulen hinab, verwurzelt in sie,
laufen die dornigen Ranken,
spielt das flimmernde Laub,
das der Pflanze gehoert, deren purpurgoldene Rosen
alle lieben die Frauen des Suedens.
Vieler Maenner Weg geht die Saeulen vorbei,
alle Maenner Blicke wachen ueber die Rose.
Viele Blueten traegt die
und hoch sind sie getragen,
doch ehe der Tag noch recht kommt,
ist ihr bluehender Reichtum verteilt.

Aber der Lorbeer hat alle seine Blaetter.

Jens Peter Jacobsen(1847-1885).
Σε γερμανική μετάφραση από τον Rainer Maria Rilke.

Επίμετρο:
Ο δανός βοτανολόγος Jens Peter Jacobsen είναι γνωστός κυρίως από γερμανικές μεταφράσεις του λογοτεχνικού του έργου που απαρτίζεται από δυο μυθιστορήματα, επτά διηγήματα και ένα τόμο με ποιήματα. Πρώτος μετέφρασε τον Δαρβίνο στα δανέζικα, και πριν πεθάνει από φυματίωση στα τριάντα οκτώ του, πρόλαβε να ταξιδέψει και στην Ελλάδα και πιθανότατα να ρεμβάσει μπροστά από το ναό του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, αφού στο ποίημα γίνεται αναφορά σε κορινθιακό κιονόκρανο. Λογοτέχνες όπως ο Thomas Man, ο Rainer Maria Rilke,
ο Hermann Hesse, αλλά και μουσικοί όπως ο Arnold Schoenberg, επηρεάστηκαν από το έργο του Jacobsen, ενώ ο μελαγχολικός και νατουραλιστικός τόνος της ποιητικής του γραφής καθόρισε το κίνημα του ύστερου ρομαντισμού και του συμβολισμού.