ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ
(τριάντα τρία χρόνια μετά)
στην Αναστασία Σπανού
Ήρθα πάλι πίσω στην πόλη
του Ευαγόρα
έκανα σπονδή στους θεούς μας
στη Σαλαμίνα
ήρθα πίσω στην πόλη μας
( η τραγική ειρωνεία θέλησε, εκεί να μάθω τη φυγή σου
πως δεν θα ξαναδείς τα βενετσιάνικά της τείχη
και τα στενά δρομάκια)
προσκύνησα τον Άγιο Νικόλαο
των Λουζινιάν
τον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων
γονατιστός, εγώ ο άθεος
βύθισα ξανά τα πέλματά μου
στη χρυσή αμμουδιά της
εκεί που παίζαμε παιδιά
βαφτίστηκα ξανά στα κύματά της
(ένα κοχύλι έμεινε εκεί, για πάντα
να σε θυμίζει, κι άλλο ένα σου ʽφερα εγώ
να τʼ αποθέσω δίπλα σου, στην Κέρκυρα)
πήρα πίσω την πόλη σου, Μαρκαντώνιε
μόνος μου, πήρα την πόλη σου πίσω
γιατί εμένα δεν με αφορά να μπω
με κανέναν κωλοστρατό, μπλε ή κόκκινο
πήρα την πόλη πίσω
Μάρκο Αντώνιε Βραγανδίνε
κυματίζοντας απʼ το Ιόνιο
ως την ακραία Καρπασία
του Σολωμού το στίχο:
…κι εφώναζα ώ θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα!
ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΟΥ
Το ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν
στην αυλή του σπιτιού μου, στην Αμμόχωστο
μιλάνε τη γλώσσα του Ναζίμ Χικμέτ
δεν μʼ ενοχλεί καθόλου.
Αυτό που μʼ ενοχλεί είναι ότι οι πατριδοκάπηλοι
που θεωρούν ενδοτικότητα
αν πιεις μια μπύρα στην απέναντι πλευρά
κι αυτοί που κάποτε μας πρόδωσαν
είναι, πολύ συχνά, οι ίδιοι.
ΡΙΖΟΚΑΡΠΑΣΟ
Στη Νίκη Μαραγκού
Κι ο Τούρκος που τον έφεραν
από τη χώρα που ανατέλλει ο ήλιος
συγνώμη, λέει που μένω στο σπίτι σας,
συγνώμη, αυτοί με φέρανε
από τη χώρα μου, που ανατέλλει ο ήλιος.
Και η παλιά Τουρκοκύπρια γειτόνισσα
-που έμενε τώρα στο σπίτι της Αντρούλας-
έλα Αντρούλα μου, φώναξε
έλα Αντρούλα να μείνεις σπίτιν σου
και ε να φύωμεν εμείς,
έλα κόρη μου…
και μόνον ο Άγγλος
ο κλεπταποδόχος, φωνάζει
στην διπρόσωπη γλώσσα του:
get out, of my house..











Ο λόγος στα βήματα τα σωστα να υπηρετεί με σύνεση ιδέες που θα θελες ν αγκαλιάσεις.
Eλεος πλέον. Αν δεν τον ενοχλεί τον κύριο ποιητ ότι στα σπίτια 200.000 Ελληνοκυπρίων ζουν παράνομα έποικοι και Τουρκοκύπριοι, ενοχλεί πολλούς άλλους!
Αν δεν τον ενοχλεί όπως λέει η παρουσία δεκάδων χιλιάδων εποίκων στα κατεχόμενα, ενοχλεί πολλούς άλλους , των Τουρκοκυπρίων συμπεριλαμβανομένων, που αναγκάζονται να ξενιτευτούν εξαιτίας της παρουσίας τους. Φυσικά και τους χρησιμοποιεί (έποικους) το τουρκικό καθεστώς, αλλά δεν νομίζω να έχουν και τύψεις που διαμένουν παράνομα στα κατεχόμενα.
Ή μήπως ο κύριος ποιητής θέλει να έχουμε εμείς τύψεις επειδή ζητούμε αποκατάσταση της δικαιοσύνης όπως αυτή καθορίζεται από όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ;
Ειλικρινά, πρώτη φορά διαβάζω ποίηση Ελληνοκύπριου μέσω της οποίας επιχειρείται τόσο απροκάλυπτα η αποενοχοποίηση της τουρκικής θηριωδίας στην Κύπρο και η αντιστροφή κάθε έννοιας δικαιοσύνης σε μερικές από τις πιο απάνθρωπες πτυχές του κυπριακού.
Δικαίωμα του ανθρώπου, αλλά ας ακουστεί και η αλήθεια του πράγματος.
Ίσως και στην ποίησή τους οι Κύπριοι θα πρέπει να κάνουν μια εισαγωγή δηλώνοντας ότι:
“Επιζητούμε μια λύση δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική, σύμφωνα με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Δηλαδή μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία (με το σωστό περιεχόμενο) με μιά ιθαγένεια και μια κυριαρχία χωρίς ξένα στρατεύματα”
Αυτό θα υποχρεούται ο κάθε Κύπριος ποιητής να βάζει σαν πρόλογο σε οτιδήποτε γράψει αλλιώς δεν θα τον εκδίδει κανείς και τα σχόλιά του θα διαγράφονται!
Το σκέφτηκα πιό πρακτικά:
Κάθε Κυπριακή δημιουργία θα πρέπει δια νόμου να εκδίδεται με τα όσα ανέφερα πιο πάνω γραμμένα σε μαύρο πλαίσιο. Ακριβώς όπως κάνουμε με τα τσιγάρα.
Αισθάνθηκα κάποια στιγμή να πιώ μια μπύρα. Στεκόμουνα μπροστά στο καφενείο ενός θείου μου.
Με πρόσεξε ο έποικος καφετζής που κοιτούσα παράξενα την είσοδο του καφενείου…
Μου χαμογέλασε…
Kατάλαβε άραγε ότι θα ήθελα μια παγωμένη μπύρα; ή ότι το καφενείο ήτανε κάποτε δικό μας και τώρα το κατέχει αυτός… δεν κατάλαβα. Έκανα στροφή και έφυγα.
Στη Λάπηθο. Πριν λίγες μέρες,στο κατεχόμενο χωριό μου με τη γλώσσα του Αττίλα Lupta turk.
Είμαι πατριδοκάπηλος;
Δεν το περίμενα ποτέ ότι στίχοι ποιήματος τόσο πολύ θα με πλήγωναν…
Εγώ πάλι ξέρω κάτι Κύπριους που ζουν ζωή και κότα στην Ελλάδα και χύνουν οργισμένα δάκρια μία φορά το μήνα για το νησί της αφροδίτης που έγινε αλυσίδα γυράδικών στη Σαλονίκη. Εξηγήστε μου να καταλάβω. Και γω από πρόσφυγες κατάγομαι και μεγάλωσα στην Κάτω Τούμπα. Κι όλη μέρα βρίζω το ελληνικό κράτος.
Αν τα βάλουμε λιγάκι κάτω θα δούμε ότι το μοναδικό κριτήριο με βάση το οποίο έγινε, το 23, η ανταλλαγή πληθυσμών (και η απόδοση εθνικής ταυτότητας) ήταν η θρησκεία. Αν και μερικοί φαντάζονται ότι χωρίστηκαν οι Έλληνες και οι Μογγόλοι, εν τούτοις μετά την κατάλυση της δομής του αρχαίου κόσμου, από το Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, οι χώροι της Μικράς Ασίας και ο Ελλαδικός επικοινωνούσαν πολύ έντονα και πολιτισμικά αλλά και με σημαντικό ανακάτεμα των πληθυσμών τους (πέρα από τις εισβολές και άλλων λαών που τελικά αφομοιώθηκαν και που μάλλον θεωρήθηκαν σημαντικότερες από ότι πραγματικά ήταν). Η διαφορά είναι πως στον Ελλαδικό σημειώθηκε, επί ιστορικών χρόνων, μια σημαντική μεταβολή στη θρησκεία ενώ στη Μικρά Ασία δύο. Οι λίγες δεκάδες χιλιάδες Τούρκοι, από την έρημο Γκόμπι και τα Αλταϊκά όρη, αφού κατέλυσαν μαζί με τους λατίνους με συνοπτικές διαδικασίες τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, στην οποία βρέθηκαν οι χειρότεροι δυνατοί αυτοκράτορες από τα μέσα του 11ου μ.Χ. αιώνα μέχρι το 1204 μ.Χ., εξισλάμισαν πολύ γρήγορα το σύνολο των λαών της Μικράς Ασίας και ταυτόχρονα τους επέβαλαν την τουρκική γλώσσα ενώ στα βαλκάνια οι εξισλαμισμοί και η γλωσσική επιβολή της τουρκικής, που επιχειρήθηκαν μετά το 1354 μ.Χ., ήταν πολύ μικρότερης έκτασης. Από ότι φαινόταν στην κυρίαρχη οθωμανική διοίκηση αρκούσε, στα βαλκάνια, η υποταγή των γκιαούρηδων και η καταβολή του χαρατσίου.
Τηρουμένων των αναλογιών κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην Κύπρο όπου οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι ήταν Κύπριοι που χωρίστηκαν από τη θρησκεία και μάλλον έπεσαν θύματα αμφότεροι περισσότερο από εισαγόμενη αντιπαράθεση παρά από δική τους.
Το 1974 μετά από μια σειρά εγκληματικών λαθών και προδοσιών (ίσως κάποτε στα σεμινάρια, ανά τον κόσμο, για νέους διπλωμάτες, η πολιτική του Ελληνικού κράτους από το 1950 – και την άκαιρη αναμόχλευση του θέματος από τον Παπάγο – μέχρι τις αρχές του 21ου να διδάσκεται ως μια μοναδική σειρά, στα παγκόσμια χρονικά, της επιλογής της χειρότερης κάθε φορά πολιτικής απόφασης) οι Τούρκοι εξαναγκάζουν, de facto, την Κύπρο σε διχοτόμηση με ανταλλαγή πληθυσμών (των ελληνοκυπρίων και των τουρκοκυπρίων) και με μετακίνηση (αφού θα έπρεπε όταν θα «επιλυόταν» το πρόβλημα να έχουν να επιδείξουν και τον αντίστοιχο πληθυσμό) από τα βάθη της Ανατολίας αρκετών εποίκων. Εποίκων που δεν ξέρω (ίσως κάποτε μάθουμε περισσότερα) το πόσο αρμονικά συνυπάρχουν με τους τουρκοκύπριους.
Το θέμα, που ούτε μπορεί ούτε και πρέπει να αγνοηθεί, είναι ότι τώρα όλοι οι κάτω των 36 ετών, που αποτελούν την πλειονότητα των κατοίκων του Τουρκοκυπριακού τομέα, ξέρουν ότι γεννήθηκαν στη Βόρεια Κύπρο και τη νοιώθουν πατρίδα τους.
Με έναν τουρκοκύπριο θα έπινα οπουδήποτε και καφέ και μπύρα και ούζο και ρακί (για όσους αποκλίνουν από το κοράνι) εκτός από τα κατεχόμενα. Κάτι τέτοιο ως πράξη ξεφεύγει από την προσωπική σχέση και αποκτά πολιτικό νόημα που δε με εκφράζει.
Όπως και να το κάνουμε το αίμα είναι πολύ νωπό. Θα το έκανα όμως, και θα το έκανα ευχαρίστως, αν οδηγούσαν σε δίκη τους δολοφόνους του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού.
Σε κάθε περίπτωση, και το τονίζω, δεν κρίνω ούτε την ανάρτηση ούτε και τις αντιδράσεις των Ελληνοκυπρίων (υποθέτω) που «απάντησαν». Αυτοί ζουν εκεί όχι εγώ.
Εξαιρετική η ποίηση του Ευαγόρα Κλεόπα και πέρα για πέρα πατριωτική. Είναι ότι πιο πατριωτικό έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια για την Κύπρο.
Αυτοί που δεν Διαβάζουν αλλά αρκούνται να αναγιγνώσκουν και να βγάζουν άναρθρες -δήθεν πατριωτικές- κραυγές, ας μας εξηγήσουν αν τους “ενοχλεί” η Ρώσική (και άλλη) μαφία που λυμένεται το νησί κοι οι off-shore που ξεπλένουν το μαύρο χρήμα της διεθνούς λαμογιάς.
Αυτά τη ευλογία του Κυπριακού κράτους του οποίου ηγείται ο ροζουλής Χριστόφιας και ο οποίος χαίρει της εκτιμήσεως των δώθε Παπανδρειστών-Κουβελιστών αλλά και της ανοχής του Περισσού.
Μιαν ανοχή που κατα παράδοσιν επιδυκνείουν τα Κομμουνιστικά Κόμματα προς αλλήλους ομοδόξους και που οδήγησε το ΚΚΣΕ σε μια άνευ προηγουμένου κατάντια.
Α ρε κατακαημένο ΑΚΕΛ! Α ρε κακόμοιρε Αυξεντίου, Παλληκαρίδη, Σολωμού, Ισαάκ και σεις κακορίzικοι αγνοούμενοι και πεσόντες Εθνοφρουροί και ΕΛΔΥΚ!
Έχω την αίσθηση , πως κάποια φορά
συμβαίνει και ορισμένοι λόγω πλεονάσματος
έρματος (λογοτεχνικού – φιλολογικού – φιλοσοφικού –
ακόμα και πολιτικού ) ολισθαίνουν .
Όταν έχεις εμπρός σου ποίηση που κολυμπά
στα αβαθή του νεορεαλισμού , στερεότυπα
ερμηνείας δεν υπάρχουν.
Τα πάντα εξαρτώνται από την καλή
ή κακή σου προαίρεση-διάθεση
για το ποια ερμηνεία θα δώσεις και ποια
νοήματα θα αντλήσεις από το κείμενο
που έχεις εμπρός σου . Κατ’ αυτό τον
λόγο ο κ. Ε. Κλεόπας για άλλους είναι
“Εφιάλτης” για άλλους αξιόλογος ποιητής .
Κύριε Πρίμπα λογικότατη και σεβαστή η άποψη σας αλλά εγώ τουλάχιστον σαν Κύπριος έχω βαρεθεί την πολιτική χροιά στην καθημερινότητα μου. Δεν είναι επιτέλους και αυτό ενα ανθρώπινο δικαίωμα, να πιώ μια μπύρα ή να γράψω δυο στίχους χωρίς να υπάρχει κάποιος που να βάφει τις πράξεις μου με πολιτικές ή αντικατοχικές χροιές.
Κι’ομως καταλαβαίνω απόλυτα τον κ. Χαριτωνίδη. Δεν είστε πατριδοκάπηλος κ Χαριτωνίδη, οι πατριδοκάπηλοι αδυνατούν να δακρύσουν μπροστά σε στίχους.
Καλημέρα σας. Ο Ευριπίδης διανύει ποιητικά, πρόσφυγας κι αυτός και διαβιών εκτός Κύπρου πια, τη χολερική πραγματικότητα των κατεχομένων εδαφών στην ψυχικά και de facto διχοτομημένη Κύπρο. Έτυχε να παρίσταμαι στη συγκίνησή του. Οι φίλοι ποιητές Γ.Χ. και Γ.Χ., ουδεμία σχέση έχοντες με πατριδοκάπηλους, βιώνουν την αντιφατική ζωή της Κύπρου καθημερινά. Δικαιούνται να κρίνουν -και αυστηρά μάλιστα! Αλλά μπορούν την ευγένεια της ψυχής τους και την τρόπον τινα αριστο-κρατική πνευματικότητά τους να τις θέσουν πάνω απ’ όλα. Προσωπικά έχω ανάγκη την ενίσχυση των αισθητικών και κοινωνικών προβληματισμών, όχι των αφορισμών μας.
Τα σχόλια όλων μας; Μια αντανάκλαση του διχασμού που κατατρώει διαλυτικά πέρα από ιδεολογίες [μικρές και μεγάλες], το πνεύμα και τον πολιτισμό των Ελλήνων στην Κύπρο και όχι μόνο! Είναι η “μοίρα” της γενιάς της ήττας”;
Ας επανέλθουμε στην Ποίηση:
Μάνος Κράλης, Γεύση θανάτου, Κύπρος, 1974
Χ
Η πλατεία ήταν έρημη εκείνη τη νύχτα
Με τα κλειστά περίπτερα, τις ξεσκισμένες αφίσες.
Μύριζε καμένο ρούχο, στάχτη, πυρκαγιά.
Πηγαίναμε μαζί μα οι λέξεις στέγνωσαν στα χείλη.
Μόνο κοινό σημείο επαφής ήταν ο φόβος
Εκείνος ο πρωτόπλαστος, απροσδιόριστος φόβος
Που γνώρισε ο άνθρωπος σ’ ένα χωράφι τριβόλων.
Μετρούσαμε τους οβολούς της πίκρας μας
σκαλίζαμε την τέφρα της ψυχής.
Κι άξαφνα πέρασαν με ορμή, μουγκρίζοντας
Τα στρατιωτικά αυτοκίνητα, κατάφορτα κλαδιά των ευκαλύπτων κι ακακίες,
Κι εχάθηκαν γοργά σ’ ένα πυκνό σκοτάδι.
Όμως σ’ αυτό το ελάχιστο διάστημα, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα
Το μάτι πρόφτασε να ιδεί στο δυνατό το φως των προβολέων
Ένα κεφάλι εφηβικό, που με ανάστροφη ματιά εκοίταζε το χάος
Τα στιβαγμένα σώματα κομμάτια.
– Τι γρήγορα που χάθηκαν τούτα τα νέα παιδιά
Απροετοίμαστα για θάνατο, γι’ αυτό το είδος του θανάτου…
Δεκαπέντε αιχμαλώτους
κάτω απ το πλάτανο
δολοφόνησαν…
Το ραδιόφωνο έπαιζε
«δεν επιτρέπονται οι αναμνήσεις»
Ο υαλοκαθαριστήρας
ένα πλατανόφυλλο παρέσυρε
πριν σταματήσει.
Στου οδηγού το τζάμι τ’ άφησε
κλήση…τροχαίας.
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Αποκεφαλίζουν τη θέα προς τη θάλασσα.
Μέλισσες δεν πλησιάζουν
να φωλιάσουν στα κρανία μας.
“Δικαίωμα του ανθρώπου, αλλά ας ακουστεί και η αλήθεια του πράγματος.”
Το δικαίωμα του ανθρώπου είναι η αλήθεια του. Για την αλήθεια του πράγματος, φροντίζει το πράγμα 🙂
Μιλώντας για έλεος: ελεεινός κι αυτός που το ζητά, ελεεινός κι αυτός που δεν το δίνει. Η ρημάδα η γλώσσα…
Μεταξύ μας τώρα, κύριε Χαριτωνίδη, μια ψιλοπατριδοκαπηλότητα πρέπει να τη έχετε 🙂
Λυπούμαι πραγματικά για το ύφος και το περιεχόμενο του ύφους που έχουν ορισμένοι.
Καθόλου τυχαία ο μεγάλος Πασιαρδής είχε γράψει τον ανύπαρβλητα ρεαλιστικό στίχο “δεν είναι η πρώτη φορά που μας πουλήσατε, το’ χετε ξανακάνει χρόνια πριν…”
Ευτυχώς ο στίχος αναφέρεται στους λίγους…
Οσο για το αν η πολιτικοποιημένη ποίηση είναι υπεράνω και εκτός οποιασδήποτε κριτικής προσέγγισης, όπως εμμέσως εισηγείστε, είναι κι αυτό μια άποψη. Μήπως όμως εννοείτε πολιτική ποίηση που αποενοχοποιεί την κατοχή; Τι θα λέγατε για μια ποίηση κατά της κατοχής; Θα ήταν γραφική έτσι; Κι’ όμως γράφετε κι αυτή στην Κύπρο. Δεν είμαστε όλοι Κλεόπες.
Ας αποθεώσουμε λοιπόν τα ποιήματα που συμπονούν τους φτωχούς έποικους.
Βλέπετε οι Ελληνοκύπριοι πλούτισαν, είμαστε όλοι εκατομμυριούχοι…δεν μας νιάζει η κατοχή, η αποχώρηση των στρατευμάτων κλπ.
Εν κατακλείδι, ας καταδικάσουμε τον Ρίτσο που δεν έγραψε ωδές στους φτωχούς εξοριστές του, τον Αναγνωστάκη και τον Πατρίκιο, που δεν ζήτησαν συγνώμη από τους δυνάστες της Ελλάδας και δεν έψαξαν την ανθρώπινη τους πλευρά…
Τον Χικμέτ αν θέλετε, αυτό τον ήρωα ποιητή που αντιστάθηκε στο τουρκιικό κράτος, όλους τους σύγχρονους Τούρκους συγγραφείς-μερικοί είναι φίλοι καλοί- που λιώνουν στα μπουντρούμια του Ερντογάν, τον Σολζιενίτσιν που δεν ενετρύφησε στην ανθρώπινη πλευρά του συστήματος, τον Μαγιακόβσκι κλπ.
Είναι τόσοι πολλοί αυτοί που αποδεικνύουν ότι η ποίηση είναι μια στάση πολιτική και αυτή την πλευρά της ποίησης του κ. Κλεόπα κατακρίνω.
Ας μου επιτραπεί λοιπόν ναι να οργίζομαι!
Εφόσον (όπως εμμέσως εισηγούνται κάποιοι, κατά τη διαπίστωσή σας) η πολιτικοποιημένη ποίηση είναι υπεράνω και εκτός οποιασδήποτε κριτικής προσέγγισης, τότε ασφαλώς αυτό ισχύει και για το Ρίτσο και για όλους. Κανείς δεν καταδικάζει κανέναν. Και δεν βλέπω μάλιστα κανέναν άλλο να συμμερίζεται τη διάθεσή σας να καταδικάσετε.
Tα όρια μεταξύ πολιτικής και μικροπολιτικής είναι τόσο λεπτά και ασαφή.
“βύθισα ξανά τα πέλματά μου
στη χρυσή αμμουδιά της
εκεί που παίζαμε παιδιά[…]
πήρα πίσω την πόλη σου, Μαρκαντώνιε
μόνος μου, πήρα την πόλη σου πίσω
γιατί εμένα δεν με αφορά να μπω
με κανέναν κωλοστρατό, μπλε ή κόκκινο
πήρα την πόλη πίσω”
Αναγκαστικά επανέρχομαι. Κ. Μίχο, να υποθέσω ότι επειδή δεν είμαστε νεκροί δεν πρέπει να αντιστεκόμαστε; Εχουν πέσει πολλοί κύριε Μίχο (Σολωμός, Ισαάκ). Οι περισσότεροι ακόμη ΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ. Υποψιάζομαι όμως ότι ακριβώς όσους έχουν πέσει είναι που τους χαρακτηρίζεται εθνικιστές. Βλέπετε έχουν πέσει από τα βόλια εκείνων που έφεραν τους έποικους στην Κύπρο…
Διερωτώμαι όμως. Φανταστείτε μια μέρα τους Τούρκους να εισβάλλουν και να κατακτούν τη δυτική Θράκη. Να την εποικίζουν. Πώς θα αντιδρούσατε σε ποιήματα που εξαγνίζουν αυτόν τον εποικισμό; Με αισθητικές προσεγγίσεις και διάθεση να αναδείξουμε την τέχνη ατόφια μέσα από την τέχνη όπως κάνετε με τα άνωθεν; Με λυρική διάθεση; Αν, ναι τότε σιωπώ, υπάρχει χάσμα.
Ο Κόνδυλής πρέπει να ξέχασε ότι η προδοσία της Κύπρου άρχισε από την Αθήνα. Συνεπώς αν έπρεπε να πέσουμε όλοι, η αρχή ας γινόταν από την Μητρόπολη.
Oσο για τον Ρίτσο, σας λειπούν επεισόδια. Το έκανε αυτό που λέτε αφού πρώτα ανέδειξε το ανυπέρβλητο της θυσίας του και το ελεεινό των δολοφόνων του. Εσείςφαίνεται δεν θέλετε απλώς να συγχωρήσουμε αυτούς που μας κατέχουν τη γη μας, αλλά να τους αποθεώνουν κιόλας.
Ρίτσος, Αναγνωστάκης και Πατρίκιος υπέφεραν για τις ιδέες τους. Μόνο γι’ αυτό αξίζουν σεβασμό, χώρια η αναντίλεκτη ποιητική τους αξία.
O Ρίτσος κ ο Αναγνωστάκης έγραφαν γι αυτούς που ήταν στο βουνό και τα ξερονήσια. Ο σωστός (sic) Κύπριος ποιητής από να εμπνευστεί, απ’ την Λία Βίσση ή τον Θεοφάνους.
..ποιητής από που να εμπνευστεί,
Κύριε Γιώργο Χριστοδουλίδη, δε θα μπω σε ένα θέμα που κάθε που αγγίζεται είναι σα να κυλιέται ένας σκαντζόχοιρος στην καρδιά μου -όπως έγραψε κάποιος ποιητής- και στη φωνή μου.
Θέλω μόνο να σας πω ότι τα λόγια σας με εκφράζουνε τόσο που…περισσότερο δε γίνεται 🙂
Την οργή σας δεν αισθάνθηκα να την υποκινούν άλλα πράγματα, παρά ο πόνος, η απελπισία και το παράπονο ίσως. Να είστε καλά!
@Κύριε Πρίμπα, βάζετε πολλά πράγματα στη θέση τους με το εύστοχο σχόλιό σας.
@κ. Παπαθανασίου, όταν περιορίζετε τα αξιόλογα πρόσωπα της Κύπρου στη Βίσση και στο Θεοφάνους, φανερώνετε την άγνοιά σας και μια, ίσως, διάθεση εμπαιγμού 😉
Το πιο κάτω περιστατικό έγινε πριν τρία περίπου χρόνια και μου τη διηγήθηκε ένας απλός άνθρωπος. Ενας ταξιντζής. Εχει ενδιαφέρον. Ο κάθε ένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του. Είμαι βέβαιος πως θα είναι και πάλιν διαφορετικά.
Φαίνεται ατόνησε με την πάροδο του χρόνου το «παράνομο» στα κατεχόμενα. Στη σκλαβωμένη πλευρά της Κύπρου, πανεπιστήμιο διοργανώνει λέει σεμινάριο με τίτλο…στάσου να δεις… μου διαφεύγει ο τίτλος….., τίτλος πάντως με εύηχες και ωραίες λέξεις. Ειρήνη, συμφιλίωση, πρόοδο …
Η Καθηγήτρια πανεπιστημίου εξ Αθηνών μαζί με τον άντρα και την πεντάχρονη κόρη τους πήρανε ταξί από το ξενοδοχείο προς το οδόφραγμα του «Λήδρα Παλλάς».
Από το τζάμι του αυτοκινήτου η μικρή πρόσεξε την τεράστια χαραγμένη τουρκική σημαία στον Πενταδάκτυλο.* Εντυπωσίασε η θέα της το κοριτσάκι! Έμεινε και την κοιτούσε. Την έδειξε με το δάκτυλο και ρώτησε: «τι είναι αυτό στο βουνό, μαμά;». Η καθηγήτρια σήκωσε το βλέμμα κοίταξε… «Μισό λεπτό, αγάπη μου, θα σου πω» … απάντησε και υπογράμμισε κάτι με το στυλό στο κείμενο της ομιλίας. Το κοριτσάκι κοίταξε τον μπαμπά στη θέση του συνοδηγού, πήγε να τον ρωτήσει αλλά σταμάτησε γιατί μιλούσε με τον οδηγό, εξάλλου το αυτοκίνητο προχώρησε και η εικόνα χάθηκε γρήγορα. Η μαμά ταχτοποίησε το ματσάκι με τις κόλλες σε ένα φάκελο και στράφηκε στο κοριτσάκι. «Ναι, αγάπη μου, να σου πω… Θυμάσαι το παραμύθι του Αλή Μπαμπά; Αυτό που είδες είναι το μαγικό χαλί του. Σαν πετούσε με αυτό, έπιασε βροχή, μούσκεψε το χαλί και το άπλωσε στο βουνό να στεγνώσει»…
Ευχαριστήθηκε η μικρή με την εξήγηση και γέλασε.
Το ταξί έφτανε στο προορισμό του. Ο άντρας συνοδηγός ρώτησε τον ταξιτζή:
« Αλήθεια πόσο πιο φτηνή πωλείται η βενζίνη στα κατεχόμενα;»
Η μικρή παραμέρισε το ξανθό τσουλουφάκι που έκρυψε για λίγο το προσωπάκι της και ρώτησε «τι είναι κατεχόμενα μαμά;»
Η μαμά καθηγήτρια έμεινε σιωπηλή για 3- 4 δευτερόλεπτα μέχρι να ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο.
« Πες Σουσάμι, αγάπη μου, πες γρήγορα σουσούμι άνοιξε…» της είπε με προσποιημένη παιγνιδιάρικη φωνή…
«Σουσάμι άνοιξε» φώναξε ζωηρά η μικρούλα…
Άνοιξε τότε αμέσως η πίσω πόρτα και κατέβηκαν…
Ανήμπορος και ανεπαρκής ενπνέομαι απο την Χοληστερίνη μου….
251 Τ.Π.
Μείναμε οι μισοί,
αιχμάλωτοι οι άλλοι.
Φυλακές Τουρκίας,
κουκούτσια καρπουζιού,
όσα πέσανε ή έφτυσαν άλλοι.
Απ’ την πείνα μην πεθάνω..
251 χοληστερίνη.
Δίαιτα ο γιατρός συστήνει.
κολοκύθα κόκκινη.
ένα κομματάκι βράζω,
με λαδάκι μόνο.
Κουκούτσια μάζεψα,
ανάλατα στο φούρνο ψητά.
Πάλιν κουκούτσια …
με πίκρα σκέφτηκα..
Απ’ το πολύ φαί μην πεθάνω…
KΑΛΟ ΜΗΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
Να με συγχωρέσετε για τη φλυαρία μου. Συνήθως δεν μιλώ πολύ. Μόνο όταν πλησιάζει ο Ιούλης κάτι με πιάνει …
θέλω να παρακαλέσω τον κύριο Μίχο και κύριο Παπαθανασίου
να μου γράψουν μια διεύθηση να τους στείλω ένα βιβλίο. (οχι ποίση)
Καλο καλοκαίρι. Σωπαίνω μέχρι τον επόμενο Ιούλιο.
“Η ΑΙΣΕ ΠΑΕΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ”
κ. Μίχο σέβεστε να βιώματα αλλά δεν τα ακούτε; Προς τι τότε ο σεβασμός; Εμένα το μόνο βίωμα μου είναι ο ήχος των σειρήνων, όντας 6 ετών, την 15η και 20η Ιουλίου 1974, το εκτελεστικό απόσπασμα που έστειλαν στο σπίτι της γιαγιάς μου, όπου κρυβόμασταν, οι καθοδηγούμενοι από Ελληνες αξιωματικούς, Κύπριοι πραξικοπηματίες για να εκτελέσουν τον κρυβόμενο σαν αδέσποτο σκύλο πατέρα μου.Επίσης η αδυναμία μου να επισκεφθώ την κατεχόμενη πατρίδα μου επειδή δεν θέλω να δείχνω διαβατήριο και να συμπληρώνω βίζα, όπως υποθέτω δεν θα θέλατε κι εσείς, αν σας ζητούσα για τη Λάρισα ή τη λίμνη Βιστωνίδα.
Βιώματα έχει ο αγαπητός Χαριτωνίδης, πιο πάνω φιλοξενηθείς ως έγκλειστος στις τουρκικές φυλακές και παρολίγο εκτελεσθείς. Αλλά προφανώς τέτοια βιώματα δεν σας ενδιαφέρουν.
Οσο για την όργη, δεν με τυφλώνει, όπως υπονοείτε. Μπορεί κανείς να είναι μειλίχιος και συνάμα τυφλός, δεν υπάρχουν προυποθέσεις γι΄ αυτό. Η οργή εξάλλου δεν είναι ένα μόνιμο συναίσθημα όπως πχ η εμπάθεια.
Εξάλλου η οργή είναι είναι παιδί της αδικίας. Συγχώρεση χωρίς δικαιοσύνη έστω στοιχειώδη δεν μπορεί να υπάρξει. Το είπε και ο Χριστός και το κωδικοποίησε εν μέρει σε σύστημα κοινωνικών αξίων, ο Μαρξ.
Είμαι τόσο οργισμένος που μερικοί από τους πιο καλούς μου φίλους είναι…οργισμένοι με το τουρκικό καθεστώς και την κατοχή Τουρκοκύπριοι ποιητές.
κ. Χριστοδουλίδη αν έχετε φίλους τουρκοκύπριους ποιητές που είναι η ένστασή σας στα ποιήματα του κ.Κλεόπα;Ποιό είναι το σημείο δηλαδή που σας εξόργισε;Επίσης που συναντιέστε με τους φίλους σας τουρκοκύπριους ποιητές για να εκφράσετε την οργή σας για την κατοχή και το καθεστώς;Ρωτώ γιατί μου φαίνεται σαν αντίφαση το τελευταίο που γράψατε με τις προηγούμενες αναφορές σας.
τα ποιήματα μου άρεσαν πολύ και γενικά μου αρέσει οποιαδήποτε τέχνη όταν εκφράζεται γκρεμίζοντας σύνορα
Κι ωστόσο τώρα κινδυνεύει κι ο κύριος Κώστας Μόντης, ήδη νεκρός από το 2004. Γιατί να γράψει ΚΑΙ τέτοια ποιήματα;
Από τη συλλογή Ως εν κατακλείδι (1984)
ΕΝΑ ΤΟΥΡΚΑΚΙ ΣΤΟ ΚΙΟΝΕΛΙ ΤΟ 1966
Μ’ ενδιαφέρει αυτό το χαμόγελο του μικρού παιδιού
που τ’ αγνοήσαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι χελιδόνι,
που τ’ αντιπαρήλθαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι γιασεμί.
παραφράζοντας.. την κομμουνιστική Διεθνή
εμείς δεν έχουμε πατρίδα,
ούτε αγίους με σπαθιά
μόνο έχουμε τα δυο μας χέρια
που μας ζουν απ την δουλειά
θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες
με πλάνα λόγια μας γελούν
της γης οι σκλάβοι και ραγιάδες
μονάχοι τους θε να σωθούν
εμπρός της γής οι κολασμένοι
τούρκοι και έλληνες εμπρός- εμπρός
το δίκιο απ τον κρατήρα βγαίνει
σαν κραυγή σαν κεραυνός…
Λυπούμαι, κ. Φραγκολεβαντίνε το γεγονός ότι δεν αντιλαμβάνεστε τη διαφορά μεταξύ του να θρηνήσεις για ένα δολοφονημένο τουρκάκι και να εκφράσεις συμπάθεια στο “δράμα” των εποίκων που παράνομα κατέχουν δεκάδες χιλιάδες σπίτια Ελληνοκυπρίων, νομίζω είναι ενδεικτικό των επιχειρημάτων υπέρ της ποίησης του κ. Κλεόπα
Προς κα Ρωξάνη. Αν είναι να δώσεις μια μάχη και να βρεις ή να κερδίσεις έναν έστω σύμμαχο, δώσε την! Ευχαριστώ
το κάτωπι ποίημα του αγαπημένου Τουρκοκύπριου ποιητή Τζενάν Σελτσιούκ για την Αμμοχώστο και την κατοχή είναι νομίζω η καλύτερη σύνοψη της συζήτησης που προηγήθηκε.
ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ
Με μια στρατιωτική επιχείρηση είχαν εκτοπιστεί
οι ωοθήκες της. Τώρα ένας ασυννέφιαστος ουρανός
οι συνουσίες μας.
Για να κρύψει τους μώλωπες της απο τον βασανισμό
της Ιστορίας, τυλίγει γύρω απ το λαιμό της
σαν οχυρό το μαντήλι της.
Θρεμμένη με τα περιττώματα της προδοσίας
εξαντλημένη,ταπεινομένη,δεν ανταποκρίνεται
απο δω και πέρα στους βιασμούς.
Σμήνη απο πρασινωπές μύγες
βυθίζουν τις κάμπιες στο λιμάνι
που το σκεπάζουν πλεούμενα πολέμου.
το ζήτημα κ. χριστοδουλίδη είναι ότι την αμμχωστο και την ιστορία την βίασαν και οι τούρκοι.. και βέβαιοι πρώτοι οι έλληνες.. και συνεχίζεται να την βιάζεται καθημερινά οι μισαλόδοξοι και από την μια πλευρά της πράσινης γραμμής και από την άλλην…
Θα ήταν ενδιαφέρον να εξηγήσετε κ. Κάνθε (θα ήταν καλά οι εκσφενδονίζοντες ύβρεις και αφορισμούς να είχαν το ανάλογο θάρρος να υπογράφουν με το πραγματικό τους όνομα τα σχόλια τους) στους δεκάδες χιλιάδες Ελληνοκύπριους πρόσφυγες από την Αμμόχωστο με ποιό τροπό εννοείτε ότι τη βίασαν.
Κατά τ’ άλλα μπορείτε όποτε θέλετε να πάτε στην έρημη και περίκλειστη πόλη και να δίδαξετε αγάπη και όχι μισαλλοδοξία όπως εγώ. Μην ξεχάσετε όμως πρώτα να λάβετε σχετική άδεια από το στρατό κατοχής. Απαιτείται η έγκριση του ακόμη και για όποιον έχει τις καλύτερες των προθέσεων.
(Ω Λόρδε Βύρων, πώς μπόρεσες αντί αγάπης προς τους δυνάστες της Ελλάδας να επιλέξεις μια τέτοια μισαλλόδοξη και εθνικιστική θυσία;)
αγαπητέ κ. χριστοδουλίδη δεν έχω ισχυριστεί ότι την Αμμόχωστο την βίασαν οι ελληνοκύπριοι πρόσφυγες και κακώς με διαστρεβλώνεται κατ’ αυτόν το αήθη τρόπο.. αλλά βεβαίως την βίασαν την ιστορία και ρήμαξα τον τόπο μας όλοι αυτοί οι δήθεν πατριώτες οι οποίοι από την δεκαετία του 50 και εντεύθεν έσπειραν το μίσος ανάμεσα στους έλληνες και τούρκους της κύπρου.. η ιστορία στην κύπρο δεν ξεκινά το 74 άλλα πολύ πιο πριν.. ή μήπως δεν γνωρίζεται ότι βρήσκουμε σήμερα μετά από τόσα χρόνια πηγάδια τα οποία είναι γεμάτα από γυναικό-παιδα τουρκοκυπρίων που τους πέταψαν μέσα οι δικοί μας οι ελληνοκύπριοι πατριώτες πολύ πριν το 74?
To ότι δεν ξεκινά από το 1974 είναι πάγια θέση του Ντενκτάς για να δικαιολογήσει την τουρκική εισβολή…Απλώς το επισημαίνω.
Το ότι βρίσκουμε οστά Τουρκοκύπριων είναι τραγικό. Τους εκτέλεσαν οι φασίστες Ελληνοκύπριοι, οργάνα της ΕΟΚΑ Β’ και αργότερα της χούντας των Αθηνών. Φυσικά τα πηγάδια με “ελληνοκυπριακά οστά” είναι πολύ περισσότερα αλλά αυτό αν επισημανθεί, ίσως και να θεωρηθεί “εθνικισμός”.
Το ότι εκτελέστηκαν Τουρκοκύπριοι, σε μια περίοδο δράσης της ΤΜΤ, με προβοκάτσιες και σχέδια διάλυσης της Κ.Δημοκρατίας, δεν αποτελεί δικαιολογητικό για την τουρκική εισβολή και 36χρονη κατοχή. Να σας θυμίσω ότι οι πραξικοπηματίες από την 15η Ιουλίου μέχρι την 20η, σκότωναν αριστερούς, όχι Τουρκοκύπριους. Αυτό μόνο οι Τούρκοι το υποστηρίζουν εξού και χαρακτηρίζουν την εισβολή, ειρηνευτική επιχείρηση.
Μετράμε και κόκκαλα πλέον στο ποιείν. Τα μικρά να τα μετράμε για διπλά. Deux points από την τελευταία διχοτομημένη πρωτεύουσα τις Ευρώπης.
Επί της ουσίας, βαριές κλειδαριές
δολοφονικές νύχτες πάθη ανθρώπων φρικαλέα
γίνονται λίθοι σαν λήθη και μνήμης ιδιοκτησία
και τι ανάμεσό τους;
μόνο το πανοπτικόν υπεράνω της ποίησης;
Υ.Γ. Για τη λεπτομέρεια στα σχόλια 36+38: Άλλο το ποίημα “Ωδή για ένα σκοτωμένο τουρκάκι” [γραφή 1964, προτάσσεται στη συλλογή “Κατάθεση”, 1974, του Πανταλή Μηχανικού] κι άλλο το ποίημα “Ένα τουρκάκι στο Κιόνελι το 1966” του Κ. Μόντη. ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΠΑΝΤΩΣ “ΜΙΛΟΥΝ” ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗς ΚΥΠΡΟΥ.
ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΜΕΛΛΟΝ, χωρίς δολοφόνους, στρατούς, στρατωνισμένες μνήμες και ναρκοθετημένη πορεία βίου-λέω εγώ ο αχάμπαρος.
“Μ’ ενδιαφέρει αυτό το χαμόγελο του μικρού παιδιού
που τ’ αγνοήσαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι χελιδόνι”.
@Φραγκολεβαντίνος
Γνωρίζετε και κάποιο ποίημα Τούρκου ποιητή που ν’ αναφέρεται σε ένα νεκρό Ελληνάκι;
@κ. Χριστοδουλίδη, αγαπητέ φίλε, γνωρίζετε σίγουρα τι ευλογημένο πράγμα είναι το συναπάντημα με ανθρώπους που στις πληγές του τόπου παρόμοια χτυπά η καρδιά τους.
Δηλαδή κύριοι υπερασπιστές της συνύπαρξης το πρόβλημα ήταν η συνύπαρξη Ε/κ-Τ/κ και γι’ αυτό “επενέβη” η Τουρκία για την την επιβάλει;
Η λέξη έλεος χάνει τη σημασία της, βρε εσείς θα έπρεπε να εργάζεστε στο μηχανισμό προπαγάνδας του ψευδοκράτους!
Οπως πάτε θα αγιοποιήσετε τους Ετζεβίτ και Κίσιντζερ!
Γνωρίζετε για τους τουρκικούς χάρτες από το 1958 που έδειχναν την Κύπρο διχοτομημένη όπως είναι σήμερα;
Γνωρίζετε για τους Τούρκους αξιωματικούς, αριστεροί επί των πλείστον, που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην εισβολή και εκτελέστηκαν;
Γνωρίζετε για τους Καβάζογλους και Μισιαούλη που επίσης εκτελέστηκαν επειδή η τουρκική προπαγάνδα δεν άντεχε φιλίες μεταξύ Ε/κ και Τ/κ;
Γνωρίζετε για τον Κουτλού Ανταλί που επίσης εκτελέστηκε από την ΤΜΤ επειδή θεωρούσε ότι το πρόβλημα δεν ήταν μεταξύ Ε/κ και Τ/κ;
Οσο για τα οστά, ε βέβαια, άμα τολμήσει κανείς και αναφέρει περί Ελληνοκυπρίων δολοφονηθέντων (πχ οικογένεια Σουπουρή, 17 εκτελεσθέντες από τα στρατεύματα κατοχής μεταξύ αυτών και νεογέννητα) τότε “μετρούμε κόκκαλα”. Ναι φίλοι και κόκκαλα άμα χρειαστεί μετρούμε διότι όπως έγραψε κι ο “μισαλλόδοξος” Αναγνωστάκης:
“Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια.
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί,
για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο.
Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια.
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ.
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι.
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς,
του μαθαίνω ονόματα σαν προσευχές,
του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια!
Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.”
ΥΣ1 Και στους μεγάλους
ΥΣ2 Ρωξάνη, αγαπητή, φωνή βοώντος εν τη ερήμω (και είναι απέραντη αυτή η έρημος που δημιούργησε η ξηρασία της κόπωσης και της λήθης)
η δολοφονία χαρακτήρων είναι μια φασιστική νοοτροπία.. και ο φασισμός και ο εθνικισμός είναι κάτι σαν δίδυμα αδέλφια.. και δεν αποτελεί έκπληξη το ότι ο κ. χριστοδουλίδης εκδηλώνει μια τέτοια νοοτροπία.. είπα: ‘.. ότι το κυπριακά δεν ξεκινά το 74..’ μιαν αλήθεια που σήμερα κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει.. και ο μεγάλος ποιητής με ταύτισε με τον Ντενκτάς.. ‘.. είναι η θέση του ντενκτάς λέει..’ και ακολούθως μας αποκαλεί όργανα του μηχανισμού προπαγάνδας του ψευδοκράτους.. ο κ. χριστοδουλίδης και οι όμοιοι του.. δεν εννοώ τους ποιητές.. εννοώ τους πολιτικάντηδες.. και γιατί όχι τους ‘πολιτικάντηδες ποιητές’ και δυστυχώς διαθέτουμε αυτό το παρα φύση είδος στον τόπο μας ειδικεύονται σ’ αυτού του είδους τις νοοτροπίες..
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ
Εκείνο τον καιρό οι Έλληνες της Κύπρου σήκωσαν το κεφάλι απέναντι στους Άγγλους που κατείχαν το νησί. Πεντέξι Τουρκοκύπριοι που σπούδαζαν στην πόλη μας είχαν συγκεντρωθεί ανήσυχοι στο σπίτι του ενός. Μαζί τους ήταν και ο Τούρκος υποπρόξενος, ένας νέος λαμπρός γύρω στα τριανταπέντε, που σπούδασε στη γερμανία και θεωρούνταν ήδη αυθεντία στα θέματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Ρώτησε ένας φοιτητής:
– Κύριε υποπρόξενε, το γεγονός ότι οι Έλληνες σήκωσαν το κεφάλι πρώτοι θα παίξει κάποιο ρόλο για το ποιος θα καταλάβει το νησί;
– Οι Έλληνες εργάζονται για μας. Πρώτον στρέφουνε εναντίον του εαυτού τους τούς Άγγλους που είναι εκδικητικοί. Αλλ’ όσο η Κύπρος θεωρείται αγγλική, δεν είναι δυνατό να επέμβουμε εμείς. Μόλις οι Έλληνες κλονίσουν την αντίληψη ότι η Κύπρος είναι αγγλική, τότε κι εμείς θα εφαρμόσουμε τα σχέδια κατάληψης της Κύπρου.
– Και δεν θα επέμβει η Ευρώπη;
– Οι Ευρωπαίοι έκαμναν τα ίδια όταν μεγάλωναν τις χώρες τους, γι’ αυτό και μας καταλαβαίνουν. Εμάς μας προτιμούν και γι’ άλλους λόγους βέβαια, μα και γιατί είμαστε πιο δυνατοί. Για την πολιτική, μόνο η δύναμη μετράει. Και τα Πανεπιστήμιά μας συνέλαβαν τον ιερό παλμό αυτής της χώρας. Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Ισταμπούλ, ο Κεμάλ Αλεμντάρογλου, άνθρωπος με ψυχή, ως νέος Κεμάλ, υπέδειξε όχι απλώς να καταλάβουμε την Κύπρο, αλλά να θυσιάσουμε 136 χιλιάδες στρατιώτες, για να υποδουλώσουμε ξανά την Ελλάδα!
– Και γιατί δεν θυσιάζουμε ένα εκατομμύριο, να καταλάβουμε την Ευρώπη; Είπε ειρωνικά κάποιος φοιτητής. Ο υποπρόξενος έκανε πως δεν άκουσε και βιάστηκε να συμπεράνει:
– Τούρκος που δεν φλογίζεται από το όραμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι ένας κοινός προδότης!
Αφού μ’ αυτόν τον τρόπο ησύχασαν οι ταραγμένες τους ψυχές, όλοι ευχήθηκαν να καταλάβουν σύντομα την Κύπρο κι έπειτα τη Θεσσαλονίκη, γενέτειρα του Κεμάλ και ιερό προπύργιο της Τουρκίας στη Βαλκανική, και τέλος έψαλλαν όλοι μαζί το γνωστό εμβατήριο που φέρνει αγαλλίαση και οδηγεί τα πνεύματα των νέων στην υψηλότερη ανάταση: «Θα σκοτώσω χίλιους Έλληνες και δεν θα ησυχάσω! Θα σκοτώσω δέκα χιλιάδες Έλληνες και δεν θα ησυχάσω! Θα σκοτώσω εκατό χιλιάδες Έλληνες και δεν θ’ αναπαυτώ!». Όταν ξεθύμαναν λιγάκι, ένας απ’ την παρέα στράφηκε προς τον νέο που είχε ειρωνευτεί τον υποπρόξενο και που ήταν γνωστός σαν παραμυθάς.
– Πες μας, καημένε, κάποιο παραμύθι από εκείνα τα ωραία!
– Ποιος έχει όρεξη να τον ακούει; Γκρίνιασε κάποιος. Αντί να λέει παραμύθια λαϊκά, επινοεί αδιάκοπα δικά του.
– Αλήθεια, φτιάχνετε δικά σας παραμύθια; ρώτησε ο κύριος υποπρόξενος. Θα θέλετε να μας διηγηθείτε ένα, να σχηματίσω γνώμη και εγώ;
Τότε ο παραμυθάς τους είπε:
– Θα σας διηγηθώ έναν θρύλο που μάλλον δεν γνωρίζετε.
– Θαυμάσια! φώναξε ένας άλλος φοιτητής. Είμαστε όλο αυτιά! […]
– Λοιπόν, στα βάθη της Καππαδοκίας ήταν ένα χωριό με χριστιανούς. Στα 1922 φεύγοντας απ’ τον τόπο τους, θέλησαν να γκρεμίσουν την εκκλησία, να μη γίνει τζαμί. Την γκρέμισαν λοιπόν, μα το πρωί που μπήκανε οι Τούρκοι ήταν πάλι ολόρθη. Την ξαναγκρέμισαν, αλλά αυτή, σαν φάντασμα που ήταν, πάντα ξαναγεννιόταν.
– Τι άλλο θ’ άφηναν αυτοί εκτός από φαντάσματα; κάγχασε ένας φοιτητής.
Μα ο παραμυθάς δεν συγκινήθηκε.
– Αυτός είναι ο θρύλος, είπε. Μα η πραγματική ιστορία είναι διαφορετική. Πραγματικά πεντέξι Χριστιανοί σκέφτηκαν να γκρεμίσουν τον ναό. Προσπάθησαν λοιπόν να τον γκρεμίσουν, μα εγκατέλειψαν το έργο τους, γιατί στο μεταξύ πλησίαζαν οι Τούρκοι. Οι Τούρκοι βρήκαν μισογκρεμισμένο τον ναό.
Στις μέρες που ακολούθησαν κατάλαβαν ότι οι τοίχοι, αντί να πέφτουν, χτίζονταν ξανά! Στήναν λοιπόν καρτέρι. Αλλά ο κτίστης ήταν πονηρός και δεν εμφανιζόταν τις μέρες που τον καρτερούσαν. Μα κάποτε τον τσάκωσαν να χτίζει. Ήταν κάποιος δικός μας. Αυτός ο Τούρκος είχε κάποιον φίλο παιδικό που ήταν Χριστιανός και ήταν κολλητοί. Μετά τα μάτια του είδανε πάρα πολλά, και το μυαλό του σάλεψε. Όταν τον ρώτησαν γιατί το έκαμνε αυτό, είπε γιατί ντρεπόταν. Πέθανε πέρσι σ’ ένα άσυλο στην Προύσα.
Ενώ σκυθρώπασαν οι άλλοι, ο υποπρόξενος πήγε να εκραγεί, μα συγκρατήθηκε. Οι φοιτητές αυτοί ήταν παιδιά. Περνούσαν το ηθικο-συναισθηματικό τους στάδιο, που ο ίδιος εγκατέλειψε στα δώδεκά του χρόνια, τότε που διάβασε Νίτσε και Μακιαβέλι και γεύτηκε την ηδονή της δύναμης. Προτίμησε λοιπόν να τους μαλώσει σε τόνο ήπιο. Στράφηκε στον παραμυθά:
– Αυτά που διηγείσαι είναι αντεθνικά! του είπε. Εύχομαι κάποτε να καταλάβεις πως όταν πρόκειται για το συμφέρον της ολότητας, παύουν να μας δεσμεύουν οι επιταγές της ηθικής. Είναι μια φυσική αρχή οι ισχυρότεροι να εξουσιάζουν τους αδύνατους, κι αυτό δεν είναι δυνατό χωρίς την αδικία. Εμείς δεν είμαστε εφευρέτες της αρχής αυτής. Απλώς την εφαρμόζουμε. Κι οι Έλληνες στη θέση μας τα ίδια θα ’καμναν. Αν ο σκοπός κάθε υγιούς εξουσίας είναι το μεγαλείο και η δύναμη, τότε καθαγιάζεται η χρήση κάθε μέσου, ακόμα και του δόλου, της βίας, της προδοσίας, των ομαδικών σφαγών και της γενοκτονίας. Για μία δύναμη που άρχει είναι επικίνδυνο να τρέφει αισθήματα οίκτου και φιλανθρωπίας. Βέβαια η ατομική συνείδηση κάποτε εξεγείρεται. Κι εγώ ο ίδιος κάποτε δακρύζω, όταν αναλογίζομαι πόσους αναγκαστήκαμε να εξοντώσουμε, αλλά μετά στοχάζομαι πως έτσι διατηρήσαμε τη δύναμή μας και λέω: «Όλα, μα όλα έγιναν καλά!». Αυτοί που νιώθουν τύψεις, κάποτε θα ξεχάσουν ή θα φύγουν από τη ζωή. Θα μείνει το κοινό καλό. Οι ζωντανοί δεν πρέπει να στοιβάζουν στο μυαλό τους τα πτώματα που συσσωρεύσαμε στο παρελθόν. Δεν πρέπει να μας εμποδίζουν οι νεκροί!
Μα ο παραμυθάς, που σπούδαζε φιλολογία, μισούσε αυτή την άθλια φιλοσοφία που δέσποσε στη χώρα του για χίλια χρόνια, καθώς από τη μια βόλευε τους συνεπαρμένους απ’ τη δύναμη κι από την άλλη έδινε μια «νόμιμη» διέξοδο στις καταστροφικές ορμές του πλήθους. «Τώρα θα δεις τι θ’ απαντήσω!», σκέφτηκε.
– Κύριε υποπρόξενε, είστε αλβανικής καταγωγής.
– Τι σημασία έχει η καταγωγή; Εκεί που βρίσκεις δύναμη, εκεί και η πατρίδα σου! Αν αποφάσιζα να πάω στην Αμερική, κι εκεί θα ήμουν καλός πατριώτης.
– Τούρκος και Αλβανός κι Αμερικάνος, υποτελής και κύριος, πατρίδα και «πατρίδα», περιέχον και περιεχόμενο, το όμοιο και το έτερο, ωραία…
– Τι είναι αυτά που λες;
– Κάνω κι εγώ τα σχέδιά μου… Ας φανταστούμε, κύριε υποπρόξενε, κάποιον που μπαίνει σ’ ένα κτίριο παρόμοιο με της Βαβέλ, που είναι δηλαδή φαρδύ στη βάση και που στενεύει προς τα πάνω σαν χωνί. Για να μη πελαγοδρομούμε, ας πούμε ότι έχει πέντε βασικούς ορόφους ή πέντε σύνολα από πατώματα. Ο εισερχόμενος είναι καλοθρεμμένος, μ’ ακμαίες τις δυνάμεις του, στο άνθος της ηλικίας του, ωραίος, συμπαθητικός. Ξέρει πολύ καλά ποιος είναι ο ίδιος, ποιοι είναι άλλοι. Από τους άλλους προσδοκά τη δύναμη που θα του προσπορίσει δόξα. Σκέφτεται: «Αν υποτάξω τους κατοίκους αυτού του οικοδομήματος, ώστε να με υπηρετούν, θα επιτύχω τον σκοπό μου και θα δικαιωθεί η ύπαρξή μου!» Εφόσον είμαστε θνητοί, το μόνο που μας μένει είναι να λάμψουμε για μια στιγμή επάνω στη ζωή και να γευτούμε το υποκατάστατο αθανασίας που μας προσφέρει η δόξα!
– Τα λες πολύ ωραία, είπε ο υποπρόξενος. Και ίσως μάλιστα καλύτερα από μένα! Τι είπες πως σπουδάζεις;
– Λέω αυτά που λεν ο Όμηρος κι ο Πίνδαρος. Τώρα θα πω και τα δικά μου… Λοιπόν ο άνθρωπος αυτός εισέρχεται στον πρώτο όροφο μαζί με δυο-τρεις μπράβους. Χτυπάει την πρώτη πόρτα και διατάζει τους ενοίκους να βγούνε έξω και να μπούνε στη γραμμή. Τον παίρνουν για τρελό και του κλείνουν κατάμουτρα την πόρτα. Τότε εκείνος διατάζει τους μπράβους του να σπάσουνε την πόρτα. Σέρνει στο διάδρομο τον κύριο του διαμερίσματος και τον καρατομεί. Δεν είναι απάνθρωπος πραγματικά, μα θέλει να διαδοθεί ότι δεν έχει δισταγμούς. Το νέο διαδίδεται κι οι άνθρωποι διχάζονται. Οι μισοί τον μισούν, γιατί μπαίνει στο σπίτι τους και προσπαθεί να καθορίσει τη ζωή τους, κι οι άλλοι σκέφτονται πως επιτέλους ήρθε κάποιος που θα ενώσει τις μεμονωμένες τους δυνάμεις, που σπαταλιούνται άδικα σ’ ανούσιους καυγάδες. Και ήδη ονειρεύονται τη δόξα, που ένα μέρος της θα φτάσει και σ’ αυτούς. Ενώνονται λοιπόν μαζί του κι όλοι μαζί χτυπούν εκείνους που αγανακτούν. Από την άλλη νουθετούν τους δύσπιστους: Ο άνθρωπος αυτός επιδιώκει το γενικό καλό και συνεπώς είναι ευεργέτης τους.
Έτσι λοιπόν αυτοί περνάνε τη ζωή τους με το να νουθετούν και να δολοφονούν. Στο τέλος υποτάσσουν εντελώς τον πρώτο όροφο, που είναι πιο πυκνά κατοικημένος. Η φήμη του αρχηγού απλώνεται παντού κι οι δυνατοί αρχίζουν πια να τον φοβούνται.
Η υποταγή του δεύτερου ορόφου είναι πολύ πιο εύκολη και γίνεται σε διάστημα πολύ μικρότερο από αυτό που απαίτησε ο πρώτος όροφος. Η δύναμη αυξάνεται σαν τη χιονοστιβάδα, και τότε οι περισσότεροι, αντί ν’ αντισταθούν, ενώνουν τα συμφέροντά τους με τη δύναμη και ξεπουλάν τα σπίτια τους και τους δικούς τους, με τρόπο φυσικά, ώστε να μη δυσφημιστούν.
Με την κατάκτηση του δεύτερου ορόφου ο δυνατός αυτός στεριώνει οριστικά τη θέση του και τ’ όραμά του γίνεται πραγματικότητα. Οι δυνατοί τον λογαριάζουν ίσο τους, τα πλήθη τον τιμούν. Αν κατακτήσει και τον τρίτο όροφο, θα γεύεται μια δόξα αιώνια και θα εξομοιωθεί με τους θεούς.
Αλλά ο τρίτος όροφος είναι φασματικός. Τον κατοικούν εκείνοι που πολέμησαν γι’ αυτόν είτε ενάντια σ’ αυτόν κι έχασαν τη ζωή τους, τη μοναδική ζωή τους, ένα αγαθό χίλιες φορές πολυτιμότερο από τη δόξα κάποιου. Εδώ, αντί να βρει να υποτάξει κάποιους, γίνεται ο κυνηγημένος. Φεύγει ανάμεσα σε διαδρόμους και χώρους εφιαλτικούς, ενώ ξοπίσω του τον καταριούνται και του πετούν λάσπες και πέτρες.
Έτσι κυνηγημένος, καταλασπωμένος, με τις κατάρες όλων από πίσω του, φτάνει στον τέταρτο όροφο, που είναι όαση πραγματική γι’ αυτόν. Ο ζηλωτής της δόξας και της δύναμης βρίσκεται ξαφνικά σε οικείο περιβάλλον. Διαπιστώνει πράγματι ότι οι κάτοικοι του τέταρτου ορόφου είναι οι περισσότεροι δικοί του, συγγενείς του, και κάποιοι φίλοι του παλιοί. Σκέφτεται να τους πει: «Δοξάστε με!», μα ντρέπεται το στήθος της μητέρας του που το πατάει δίχως να το θέλει, και σιωπά μπρος στα θλιμμένα κόκαλα του αδερφού του. Οι άνθρωποι αυτοί θα είχαν να του δώσουν μόνο τη φιλία τους, το πιο μεγάλο αγαθό σ’ αυτόν τον κόσμο, μα τώρα πια είναι αργά. Φοβάται μη πεθάνει άφιλος, μισούμενος απ’ όλους. Δίνει κουράγιο στον εαυτό του: «Αφού εδώ οι πάντες είναι οικείοι και ασφαλώς δεν θέλουν το κακό μου, σκέψου τι θα συμβεί, όταν ανέβω και στον τελευταίο όροφο! Είμαι πια γέρος και θ’ αναπαυτώ στο απόγειο της δόξας μου.»
Έτσι πλήρης ελπίδων για τελική δικαίωση ανέρχεται στον τελευταίο όροφο. Εδώ δεν συναντά καμιά αντίσταση, μα ούτε κι έρχεται κανείς να τον υποδεχτεί. Ανοίγει μία πόρτα και βρίσκεται σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με καθρέφτες. Ανοίγει κι άλλη πόρτα και πέφτει πάλι σε καθρέφτες. Αυτό γίνεται πάμπολλες φορές, ώστε στο τέλος δυσφορεί. Δεν θέλει πια να βλέπει το παραμορφωμένο πρόσωπό του, που αντικατοπτρίζει πλέον μόνο τη μοχθηρία, την οποία ήταν αναγκασμένος να καλλιεργεί. Θέλει να σπάσει τους καθρέφτες, μα διαπιστώνει ότι είναι άθραυστοι. Και ίσως μάλιστα δεν είναι καν καθρέφτες, αλλά ο ίδιος ο εαυτός του που τον παρατηρεί. Δεν θέλει πια να βρίσκεται σ’ αυτόν τον όροφο και θέλει να κατέβει κάτω, προς τους άλλους. Επιχειρεί λοιπόν μια κάθοδο, μα γρήγορα διαπιστώνει πως πόρτες δεν υπάρχουν πια κι οι λίγες σκάλες προς τα κάτω δεν βγάζουν πουθενά. Αντιλαμβάνεται στο τέλος πως παγιδεύτηκε μέσα στον εαυτό του και τελικά το βλέπει, ότι ολόκληρο το κτίριο είναι ο εαυτός του, δέσμιος και φύλακας συνάμα, περιέχον και περιεχόμενο, θύμα και θύτης, που τώρα πλέον δεν αξίζει τίποτε, έγινε όχι πρόσωπο, μα ένα σάπιο αντικείμενο, που βλέπει τον εαυτό του και μορφάζει…
– Πραγματικά, πολλοί από τους μορφωμένους θέλουν κρέμασμα! συμπέρανε ο υποπρόξενος. Πώς είπες πως σε λένε;
ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΝΩΘΕΙΤΕ!
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, ως Σύλλογος Κυπρίων Κέρκυρας είχαμε προσκαλέσει τον Κύπριο συνθέτη Μάριο Τόκα. Θυμάμαι τα γεγονότα που προκάλεσαν τότε και την διάλυση του Συλλόγου μας. Κάποιοι πιο “πατριώτες” απ’ τους άλλους, τον προπηλάκισαν και τον πετροβόλησαν (όχι μεταφορικά), επειδή είχε τολμήσει να μελοποιήσει το ποίημα της Νεσιέ Γιασίν “Η δική μου η πατρίδα…”. Αγαπητέ μου Γιώργο (Χαριτωνίδη): Λυπάμαι για τον τρόπο που το εισέπραξες. Αν το ξαναδιαβάσεις, ίσως καταλάβεις ότι η εισβολή κι η κατοχή μ’ ενοχλούν -τουλάχιστον- το ίδιο μ’ εσένα. Μ’ ενοχλεί όμως ακόμα, το ότι αυτοί που συνειδητά μας οδήγησαν σ’ αυτό, κυκλοφορούν ανάμεσά μας παριστάνοντας μάλιστα τους αδιάλλακτους υπερπατριώτες. Στην ουσία επαναλαμβάνω (για όσους δεν κατάλαβαν ή διάβαζαν αυτό που ήθελαν) αυτό που ήδη γράφω στο ποίημα. Νόμίζω έχει δίκιο ο Παύλος: Επιζητώ μια λύση δίκαιη βιώσιμη και λειτουργική….
Μ’ ενοχλεί ακόμα, πως όταν πανηγυρίζω για κάποιο γκολ της εθνικής μας, πανηγυρίζουν μαζί μου και αυτοί που τον Ιούλιο του ΄74 (αγαπητέ μου Γιώργο) εγκατέλειψαν την Κερύνεια και τρέχαν στην Πάφο για να συλλάβουν τον Μακάριο.
(Η ιστορία πρέπει να διδάσκεται ολόκληρη ή καθόλου. Όχι μισή).
Α, και μια γενικότερη παρατήρηση. Άλλο λογοτεχνία κι άλλο πολιτική δήλωση (γιατί κάποιοι τα μπερδεύουν ακόμα; Γιατί κάποιοι θεωρούν τους λογοτέχνες εκπροσώπους συνδικαλιστικών σωματείων ή έστω Δημοτικούς Συμβούλους;). Τι θα ‘πρεπε να πούμε για την φράση του Καζαντζάκη (Ζορμπάς), “Το ίδιο μου κάνει αν γίνει σήμερα η Κωνσταντινούπολη ελληνική ή αύριο η Αθήνα τουρκική” (να τον κάψουμε στην πυρά ή να τον αφορiσουμε..).
κ. Κάνθε για να δολοφονήσει κανείς το χαρακτήρα σας θα πρέπει να ξέρει την πραγματικη σας ταυτότητα, την οποία επιμελώς κρίβετε. Εκτός κι αν είστε η μετενσάρκωση του πραγματικού Κάνθου ό ίδιος ο μακαρίτης, κάτι που δεν το νομίζω.
Αλλά μην ανησυχείτε. Στόχος μου δεν είναι να δολοφονηθεί ο χαρακτήρας σας. Εξάλλου, εγώ είμαι ο μισαλλόδος, υπερπατριώτης, πολιτικάντης, εθνικιστής, όπως με αποκαλείτε.
Ακόμα λίγο θα με πείτε και χρυσαυγίτη!
Ψάξτε μάθετε, μην γελοιοποιείστε.
Kαι κάτι τελευταίο. Μπορεί εγώ, η Ρωξάνη και ο Χαριτωνίδης εδώ μέσα να φαινόμαστε μειοψηφία, αλλά ευτυχώς έξω από εδώ είμαστε πολλοί και αυτό αποδείχθηκε το 2004.
k. Kλεόπα το 1974 ήμουν 6 ετών και εξ όσων θυμούμαι δεν κυκλοφορούσα με καλάσνικοφ αν αυτό υπονοείτε. Για κάποιο παράξενο λόγο, τα καλάσνικοφ ήταν στραμμένα πάνω σε μέλη της οικογένειας μου, αν πάλι κάτι αντίθετο υπαινίσσεστε.
Οσον αφορά τον αείμνηστο Τόκα, θυμούμαι όταν τον συνάντησα στην Αθήνα το 2003, στη Στοά του βιβλίου, μου είχε πει ότι διάβαζε πολύ “πατριωτικό τύπο” και εκφραζόταν με καθόλου κολακευτικά λόγια για το σχέδιο Ανάν.
Ασφαλώς ένα ποίημα πρέπει να κρίνεται μόνο ως ποίημα και όχι οι πολιτικές απόψεις του ποιητή. Εξ άλλου είναι γνωστόν ότι ποιητές καταξιώθηκαν για τη τέχνη τους παρ όλον ότι μέσα από το έργο τους φαινότανε ο θαυμασμός τους για τον Χίτλερ.
…
Αυτό που μʼ ενοχλεί είναι ότι οι πατριδοκάπηλοι
που θεωρούν ενδοτικότητα
αν πιεις μια μπύρα στην απέναντι πλευρά
….
Όταν είδα τον στίχο φυσιολογικά έπρεπε να αντιδράσω αν τον έλεγε κάποιος πολιτικός και όχι ποιητής. Μου θύμισε όμως λόγο νευρωτικό συζητητών στη τηλεόραση που συχνά παρακολουθούμε στη Κύπρο. Ίσως έπρεπε να αποδοθεί διαφορετικά. Έμοιασε όπως μια φορά που κολυμπούσα και απολάμβανα τη θάλασσα να πατήσω αχινό.
Το βιβλίο μου (Δεν λέω τίτλο για μη θεωρηθεί διαφήμιση) είναι αφιερωμένο σε τρείς τούρκους.
Στο τούρκο καφετζή ενός μικρού χωριού της διαδρομή Άδανα- Αμάσεια.
Στο μακρυμάλλη έφεδρο ανθυπολοχαγό και στο φρουρό μου ΟΚΤΕΝ της διαδρομής Αμάσεια-Άδανα.
Κι όμως δεν ενόχλησε κανένα επειδή είναι αφιερωμένο και σε τούρκους… Άρεσε και σε αριστερούς και σε δεξιούς και σε τούρκους… γιατί φρόντισα να προσέξω και τα συναισθήματα των άλλων…
Ένα μικρό απόσπασμα…
….Ο στρατιώτης που με πρόσεχε ήξερε λίγα αγγλικά και με τη βοήθεια της διεθνούς γλώσσας των χειρονομιών, συνεννοούμαστε.
Μου έκανε βαθιά εντύπωση αυτός ο Τούρκος στρατιώτης. Πρώτα με ρώτησε, αν ήταν σφιχτά δεμένα τα χέρια μου. Μου είπε ότι το όνομά του ήταν Oκτέν και ότι τέλειωσε Τεχνική Σχολή με ειδικότητα ηλεκτρολόγος και όταν θα απολυόταν, θα άνοιγε μαγαζί δικό του. Μετά ρώτησε για μένα και του εξήγησα λίγα από το βιογραφικό μου καθώς και για τα μελλοντικά μου σχέδια. Ο Οκτέν μου είπε μια κουβέντα ως διαπίστωση, που χριστιανός δε σκέφτηκε ποτέ να μου κάνει, όταν μετά την απελευθέρωση διηγιόμουνα τις περιπέτειες της αιχμαλωσίας : «Τώρα» μου είπε «που είσαι αιχμάλωτος, σκέφτομαι τη μάνα σου που θα κλαίει και θα ανησυχεί για σένα». ..
Σήμερα ψάχνω τον ΟΚΤΕΝ. Θέλω να το φέρω στην Ελεύθερη Κύπρο να τον φιλοξενήσω. Να τον ευχαριστήσω. Όμως ποτέ δεν θα δεχόμουνα να με κεράσει καφέ ως έποικος στο σπίτι μου στη Λάπηθο. Αυτή είναι η διαφορά.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος (Τ.λειβαδίτης)
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ‘ ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα ‘ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ’ τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!
Καλησπέρα. Διάβασα με υπομονή μέχρι τώρα- κι είπα να πω κι εγώ δυο λόγια.
Μιλάμε για ποιήματα- κι ως τέτοια πρέπει να κριθούν. Διαφορετικά, αν κρίναμε την τέχνη με πολιτικά, εθνικά, ιδεολογικά κλπ κριτήρια, τότε θα ΄πρεπε ν΄ αρέσουν στον καθένα μόνο τα έργα τέχνης που εκπορεύονται από ομοϊδεάτες. Αλλά αυτό, ευτυχώς, στους καλλιεργημένους ανθρώπους δε συμβαίνει. Μπορεί να μου αρέσει ο Καβάφης δίχως να είμαι ομοφυλόφιλος, ο Παρθενώνας δίχως να είμαι δωδεκαθεϊστής, ο Αϊζενστάιν δίχως να είμαι κομμουνιστής, ο Καρυωτάκης δίχως να είμαι αυτοκτονικός. Και πάει λέγοντας. Ή αντίστροφα: να είμαι ομοφυλόφιλος και να μη μ΄ αρέσει ο Καβάφης, να είμαι πεισιθάνατος αλλά να μη γουστάρω Καρυωτάκη κλπ κλπ.
Το έργο τέχνης, συνεπώς, πρέπει να κριθεί μόνο ως προς τον εαυτό του: αν είναι καλλιτεχνικά συνεπές σ΄ αυτό που θέλει να πει. Αν αυτό που θέλει να πει το λέει με τα καλλιτεχνικά του μέσα: πρωτοτυπία, ποιότητα, απρόσμενο, ελλειπτικότητα, τεχνική αρτιότητα κλπ. Τίποτ΄ άλλο.
Αρνιέμαι λοιπόν να μιλήσω για την ουσία του κυπριακού προβλήματος, αρνούμαι να χαρακτηρίσω θετικά ή αρνητικά τον Κλεόπα ή άλλον γράφοντα εδώ (γιατί ανταλλάχτηκαν ουκ ολίγες βρισιές και υπονοούμενα), αρνιέμαι να κάνω δίκη προθέσεων (αν και ρισκάρω να με κρίνουν άλλοι για το ποιος είμαι, τι επιδιώκω, τι έχω γράψει κλπ κλπ). Εμμένω στα ίδια τα ποιήματα. Κρίνοντάς τα συγκεκριμένα, ως απλός αναγνώστης της ποίησης (την οποία ευτυχώς όλοι εδώ φαίνεται πως αγαπάμε), έχω να πω τα εξής ελάχιστα.
Το πρώτο ποίημα μού φαίνεται ολοκληρωμένο. Συνδυάζει όμορφα το προσωπικό με το συλλογικό, το παρελθόν του χώρου με το παρόν, το αμετάκλητο με την υπολειπόμενη πραγματικότητα, αλλά και το με το αντιηρωικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τον αφηγητή («πήρα την πόλη σου πίσω μόνος μου», σού ΄φερα κι ένα κοχύλι στον τάφο σου στην Κέρκυρα). Η «αντιποιητική» λέξη «κωλοστρατό» δεν ενοχλεί γιατί α. είναι μία και σκέτη β. λειτουργεί ως αποτέλεσμα μιας αιτιολόγησης που ακολουθεί γ. η αιτιολόγηση αυτή είναι ποιητικά ολοκληρωμένη, κλείνοντας μάλιστα με το δεκαπεντασύλλαβο του «Κρητικού» δ. ισοσταθμίζεται από τη λέξη «πατρίδα» στο στίχο αυτό. Αν είχα μιαν αντίρρηση, αυτή θα ήταν για το κάπως τετριμμένο μεσαίο κομμάτι («χρυσή αμμουδιά» κλπ).
Το δεύτερο ποίημα είναι επίσης καλό (προσωπικά, απεχθάνομαι το γλυκερό και απλοϊκό Χικμέτ -τουλάχιστον όπως τον γνώρισα από τις μεταφράσεις του Ρίτσου- αλλά αυτό είναι δικό μου πρόβλημα). Είναι ισορροπημένο κι έχει αξιοσημείωτη λιτότητα εκφραστικών μέσων. Μου φαίνεται βέβαια ότι οι βαριές λέξεις «πατριδοκάπηλοι» και «πρόδωσαν», σωρευμένες μάλιστα σε μια μόνο στροφή, κάνουν το ποίημα να παρεκκλίνει κάπως από τον ποιητικό του στόχο, δείχνοντας με πολύ άμεσο τρόπο την πολιτική του θέση. Αλλά, φυσικά, μπορεί να κάνω και λάθος, υποκειμενικά πράγματα είν΄ αυτά.
Το τρίτο ποίημα μου φαίνεται ξαστοχάει εν μέρει ω ς π ο ί η μ α, γιατί τα λέει όλα και με απλό τρόπο, δε βάζει τον αναγνώστη να συμπληρώσει, να σκεφτεί. Είναι η περίπτωση που σας έλεγα στην αρχή, ότι μπορεί να συμφωνείς με τη γενική ιδεολογική κατεύθυνση ενός έργου τέχνης, αλλά να μη σε ικανοποιεί πλήρως το ίδιο το έργο τέχνης ως τέτοιο. (Αυτά κι αν είν΄ υποκειμενικά).
Συμπαθάτε με αν ακούστηκα δασκαλίστικος.
Αν ο κ. Φύσσας έχει δίκαιο, τότε το παραπάνω ποίημα του κ. Λειβαδίτη είναι super απλοϊκό.
Ποιητική (μ. αναγνωστάκης)
-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.
αν έχει δίκιο ο κ. φύσσας τότε ούτε η περίφημη ΠΟΙΗΤΙΚΗ του μανόλη αναγνωστάκη είναι ποίημα.. η αισθητική αξία ενός ποιήματος κύριε Φύσσα δεν είναι ανεξάρτητη από τις άλλες πολιτισμικές, κοινωνικές και ιδεολογικές αξίες των ανθρώπων.. δεν είναι τυχαίο που η κάθε εποχή γράφει την δική της σφραγίδα στην τέχνη της.. αυτό το ποίημα συγκεκριμένα του λειβαδίτη ενώ πήρε ένα διεθνες βραβείο στην ελλάδα τον οδήγησε σε έκτατο στρατοδικείο γιατί έγραψε ένα αντι-εθνικό ποίημα!
Ω, θεέ μου! Γιώργο Χριστοδουλίδη! Προς θεού! Δεν υπονοούσα βέβαια ότι το 74 κυκλοφορούσες με καλάσνικοφ και πήγες να συλλάβεις τον Μακάριο! Υπήρχαν όμως κάποιοι που το έκαναν. Να το ξεχάσω;
Γιώργο Χαριτωνίδη. Ούτε εμένα θα με κέρναγε κανείς καφέ στο κατεχόμενο σπίτι μου στο περιφραγμένο Βαρώσι (μόνοι σας τα ‘πατε μόνοι τ’ αποφασίσατε νομίζω..). Όσο για το βιβλίο σου το γνωρίζω, μου το χάρισε ο ξάδερφός μου Γιάγκος Κ. που ήταν επίσης αιχμάλωτος στα Άδανα (αν θες γράψε μου τη διεύθυνσή σου για να λάβεις ολόκληρη τη συλλογή μου και να ‘χεις έτσι ολοκληρωμένη άποψη).
Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ
Η γιαγιά μου στη Λευκωσία
έχει στα ντουλάπια της
στοιβαγμένες σακούλες
για να πακετάρει το νοικοκυριό της
εκατόν πέντε χρονών γυναίκα
“όταν με το καλόν γιέ μου
γυρίσουμε πίσω στο σπίτι μας
στην Αμμόχωστο”.
κ. χριστοδουλίδη και στο ποείν μειοψηφία είστε και έξω από το ποιείν πάλι μειοψηφία είστε.. μόνον κατα φαντασίαν πλειοψηφία μπορεί να είσαστε… και όσον αφορά το 2004 και το 76% νομίζω είναι λίγο φαιδρό να το επικαλείστε σήμερα… κ’ εμείς ΟΧΙ ψηφίσαμε! και φυσικά το ΟΧΙ το δικό μας δεν έχει καμία σχέση με το δικό σας.. εμείς ψηφίσαμε ΟΧΙ για να τσιμεντώσουμε το ΝΑΙ! μην το ξεχνάτε αυτό.. και επίσης μην ξεχνάτε ότι πριν δύο χρόνια στις προεδρικές ούτε στον δεύτερο γύρο εν εξόρτωσε ο υποψήφιος σας να πάει…
Λίγο πριν πεθάνει η γιαγιά στη Λευκωσία, ζητάει απ’ τους λεβέντες της να γεμίσουν τις
στοιβαγμένες σακούλες με το νοικοκυριό της. Κάθεται στην αυλή πλάι στα πράγματα και περιμένει. Μες στον ήλιο άλλοτε και άλλοτε μες στη βροχή. Μιλάει μόνη της. Σιωπά. Κοιτάει στο βάθος. Εκατόν πέντε χρονών γυναίκα, γνωρίζει πως δεν θα γυρίσουμε πίσω στο σπίτι μας στην Αμμόχωστο. Πλάι στα στοιβαγμένα πράγματα της γίνεται σύμβολο πανανθρώπινο, καθώς πεθαίνει.
Αξίζει τον κόπο να σπαταλά κανείς τόση ενέργεια για τρία μέτρια ποιήματα …………….
Να θίγεται χωρίς λόγο …………….
Γιώργο Χριστοδουλίδη.
“…το 1974 ήμουν 6 ετών… Για κάποιο παράξενο λόγο, τα καλάσνικοφ ήταν στραμμένα πάνω σε μέλη της οικογένειας μου”. Ακριβώς! Επειδή γνωρίζω καλά την οικογένειά σου, γι’ αυτό και εκπλήσσομαι για τις απόψεις σου. Πάντως έχεις δίκιο. Στο σύνολο του κυπριακού λαού η απορριπτική ιδεολογία είναι η πλειοψηφούσα.
Τ.Κάνθε, με το τελευταίο σας σχόλιο αποκαλύψατε την ποιότητα της πολιτική σας σκέψης -που είχα ήδη διαισθανθεί.
Τα πράγματα θα ήταν πιο φωτεινά χωρίς τις κουκούλες των κομμάτων. Καλό θα ήταν να θυμόμαστε ότι δεν (πρέπει να) είμαστε εχθροί μεταξύ μας.
@κ. Ευριπίδη Κλεόπα, τι εννοείτε “απορριπτική ιδεολογία”; Χρησιμοποιείτε μία έκφραση -όχι μόνον εσείς- εκ του πονηρού, νομίζω. Μην ξεχνάτε ότι υπάρχει και το αντίθετό της (η “συναινετική ιδεολογία”). Μόνο που δεν θέλω να παραβγώ στις ισοπεδοτικές πρακτικές κανενός.
Δεν θα πιστέψω εύκολα ότι υπάρχει Ελληνοκύπριος που δεν πονά ή δεν οργίζεται στη θέα της τούρκικης σημαίας πάνω στον Πενταδάκτυλο. Αυτό ίσως ν’ αρκούσε για ν’ αντικρίσουμε, από την ίδια πλευρά, στις σωστές διαστάσεις, την κατοχή της πατρίδας.
Θα ήθελα να το αναφέρω, ότι παρακολουθώ και τις επόμενες σελίδες που αναρτήθηκαν.
Για το ότι δεν υπήρξε στα σχόλια μου αναφορά στα ποιήματα του κυρίου Κλεόπα, ζητώ συγγνώμη χωρίς να μετανιώνω 🙂
Το ποίημα του Λειβαδίτη είναι κάκιστο: πολιτική προκήρυξη χαμηλότατης ποιότητας. Μεμονωμένοι στίχοι του ποιήματος του Αναγνωστάκη αντέχουν, ίσως, και σήμερα.
Τα ποιήματα του Κλεόπα -κι ας μην είναι τοσο μεγάλο όνομα, δεν κρίνουμε ονόματα, κρίνουμε πραγματωμένα ποιήματα- είναι σαφώς καλύτερα: πιο ευαίσθητα, πιο λιτά.
Ακόμα και η πολιτική του θέση είναι πολύ ωραία διατυπωμένη, σ΄ένα καβαφικού τύπου κλείσιμο:
“είναι, πολύ συχνά, οι ίδιοι”.
Μήτσος
Εγώ γεννήθηκα το ’75. (Οι πρόσφυγες της οικογενείας έχουν πεθάνει.)
Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο από τον Μακαρθισμό του κ. Χριστοδουλίδη είναι η κατά τα φαινόμαινα αδυναμία των Κυπρίων να δημιουργήσουν οτιδήποτε έξω από το κυπριακό. Υπάρχει κυπριακή ταυτότητα ή έχει γίνει ένα με το πρόβλημα; Έχουν το πραξικόπημα και η εισβολή καταφέρει να σκοτώσουν ότι είχαν οι Κύπριοι να προσφέρουν στον κόσμο;
Το ουσιαστικό θέμα στην ανάρτηση αυτή είναι ότι αυτά που γράφει ο κύριος Κλεόπας δεν μετουσιώνονται ποιητικά. Μάλλον χρησιμοποιεί το θέμα και τις θέσεις του για να τραβήξει το ενδιαφέρον. Η Κύπρος είναι τόσο πονεμένη υπόθεση που αλίμονο αν με τόσο επιδερμικά ποιήματα μπορεί κανείς να προβληματιστεί κανείς ουσιαστικά. Κύριε Χριστοδουλίδη η ποιητική σας ιδιότητα ανεξαρτήτως της όποιας πολιτικής σας θέσης δεν θα έπρεπε να σας επιτρέπει να σχολιάζεται τη συγκεκριμένη ανάρτηση.
@ Παύλος
Ο χαρακτηρισμός σας για τον κ. Χριστοδουλίδη παρομοιάζει στην ισοπεδοτική του πρόθεση με τα ερωτήματα που θέτετε..
Αν δεν θέλετε να περιοριστείτε στα φαινόμενα και αν στ’ αλήθεια θέλετε να μάθετε, τότε δεν έχετε παρά να το ερευνήσετε. Ίσως εκπλαγείτε.
Ευχαριστούμε, ευχαριστούμε, ευχαριστούμε!
Στο ΑΛΜΑΝΑΚ ΠΟΙΕΙΝ 2010 (αυτή τη φορά ευελπιστούμε να κυκλοφορήσουμε τέλη Νοεμβρίου),θα συμπεριλαμβάνονται και τα σχόλια ορισμένων αναρτήσεων-σαν κι αυτής!
Τάχουμε σώσει, αλλά σας παρακαλώ καλού-κακού να τα διασώσετε όλοι σας σε μορφή word.
Χάρη στον κ. Κλεόπα (με τον οποίον ήπιαμε μπύρες στα κατεχόμενα το Καλοκαίρι του 2007), μάθαμε κάτι περισσότερο εμείς οι Καλαμαράδες για την Κύπρο!
Ανοικτή πρόσκληση επί της θλιβερής επετείου να στείλετε κάτι στην διεύθυνση του ΠΟΙΕΙΝ, ώστε να συνεχιστεί ο διάλογος.
Δεν θα σχολιάσω τις ύβρεις. Αντανακλούν και επιστρέφονται από μόνες τους στους αποστολείς τους.
Πολιτική και ποίηση. Οταν ο κ. Κλεόπας μέσα από τα ποιήματα του μιλά για πατριδοκάπηλους, όταν αποκαλύπτει την πολιτική του θέση για το θέμα έποικοι, κατεχόμενα σπίτια κλπ, από μόνη της η ποίηση του καθίσταται πολιτική. Η ποίηση εξάλλου ποτέ δεν ήταν ξεκομμένη από την κοινωνία, δεν ήταν και δεν πρέπει να είναι μια ακατανητη ομφαλοσκόπηση.
Εκπλήσσετε ο κ. Κλεόπας για τις απόψεις μου. Η άποψη μου είναι μία κ. Κλεόπα. Η Κύπρος πρέπει να απελευθερωθεί. Να φύγουν οι στρατοί, τα εγγυητικά δικαιώματα, οι έποικοι, εκτός από εκείνες τις περιπτώσεις θεωρούνται ανθρωπιστικές. Είμαι βέβαιος ότι κι εσείς θέλετε το ίδιο, διαφωνούμε όμως στον τρόπο. Διαφωνούμε στις έννοιες. Εσείς μιλάτε για απορριπτισμό, εμείς για διεκδικητικότητα. Οταν το προτεινόμενο είναι “είτε να αυτοκτονήσετε από μόνοι σας, είτε να σας βοηθήσουμε να το κάνετε” οφέιλουμε να είμαστε απορριπτικοί.
Οσο για τον κ. Κάνθο, νομίζω δεν γνωρίζει την έννοια διαφωνώ από το διαφονό…
Με το σχόλιο του νούμερο 66 απλώς αποκαλύπτει τις ρεβανστιστικές του διαθέσεις για το 2004..αυτοαποκαλύπτεται. Ο καθείς μπορεί τώρα να τον κρίνει έστω κι αν συνεχίζει να φορά ως προσωπείο, το συγκεκριμένο ψευδώνυμο.
Επί της ουσίας δεν χρειάζεται καν να επιχειρηματολογήσω για το βάσιμο των εκτιμήσεων του. Οι πλείστοι γνωρίζουν ότι πέφτει απλώς πολύ έξω, εξωθούμενος από το μένος του ρεβανσισμού του.
Χαμηλή πτήση
Αφρός παντού σύννεφων
πώς επιβλήθηκε σε τόση πλάση;
Άλπεις από κάτω ξεπροβάλλουν
μες τον αφρό
που αλείβει
τα τραχιά μάγουλα του ακατοίκητου
κάνει να τα ξυρίσει ο χρόνος
σουλουπωμένο να παρουσιαστεί
μπροστά στην αιωνιότητα
να εξηγήσει
πώς την ανταγωνίστηκε
σε διάρκεια
και σπάει η λεπίδα
στομώνεται.
Αργότερα
νησί μπροστά
φώναξε ο κυβερνήτης
ξεπροβάλλει ολόκληρο
καμιά γραμμή
κανένας στρατός
καμία συστοιχία πυροβόλων
κανένας άνθρωπος
κανένα «απ’ εδώ» ή «απ’ εκεί»
μόνο εκείνη η τρομακτική σημαία.
Φέρτε αφρό.
(Θα θεωρήσω και τους δυο κυρίους, τον κο Κλεόπα και τον κο Χριστοδουλίδη, νεκρούς. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγω να αντιπαρατεθώ με έναν από τους δυο τους. Επίσης, οι νεκροί είναι άοπλοι και ανήμποροι να πολεμήσουν. Έτσι διατηρώ το σχόλιό μου σε επίπεδο φιλολογικό – και δεν κινδυνεύω από βλήματα.)
“Δεν θα σχολιάσω τις ύβρεις. Αντανακλούν και επιστρέφονται από μόνες τους στους αποστολείς τους.”
Ενδοτική στάση: ούτε οι ύβρεις, ούτε τα βέλη επιστρέφουν στους αποστολείς. Το “η σιωπή μου προς απάντησή σου” ή το “εγώ δεν ασχολούμαι, θα το βρεις από το θεό” καθιστά συνένοχο τον θιγόμενο και ενισχύει την αδικηματική συμπεριφορά του θίγοντος.
“Η ποίηση εξάλλου ποτέ δεν ήταν ξεκομμένη από την κοινωνία, δεν ήταν και δεν πρέπει να είναι μια ακατανητη ομφαλοσκόπηση.”
Σύγχυση όντος και δέοντος: η ποίηση είναι υπόθεση προσωπική, ακόμη κι αν εμπνεέται ή επηρεάζεται από την κοινωνία. Το αν είναι (ή αν πρέπει να είναι) η ποίηση ξεκομμένη ή όχι από την κοινωνία δεν καθορίζεται αξιωματικά.
“Εκπλήσσετε ο κ. Κλεόπας για τις απόψεις μου. Η άποψη μου είναι μία κ. Κλεόπα. Η Κύπρος πρέπει να απελευθερωθεί. Να φύγουν οι στρατοί, τα εγγυητικά δικαιώματα,…”
Αν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και η ποίηση ο οραματισμός του ανέφικτου, εδώ αναρωτιέται κανείς αν η ποίηση γίνεται πολιτική ή η πολιτική γίνεται ποίηση.
“… (να φύγουν) οι έποικοι, εκτός από εκείνες τις περιπτώσεις θεωρούνται ανθρωπιστικές.”
“Ανθρωπιστικές” είναι οι περιπτώσεις στις οποίες ο ισχυρός επιβάλλει τη θέλησή του ως θέληση του δικαίου. Θα μου πείτε “δεν είναι έτσι.” Θα σας αντιτείνω “δεν πρέπει να είναι έτσι, αλλά είναι” (δείτε παραπάνω, για τη σύγχυση όντος και δέοντος). Ανθρωπιστικό χαρακτήρα, στο κάτω-κάτω, έχει η διατήρηση της παρουσίας όλων των εποίκων, όσο και η παρουσία του στρατού, η οποία εγγυάται την ειρηνική διαβίωση των εποίκων.
“Είμαι βέβαιος ότι κι εσείς θέλετε το ίδιο, διαφωνούμε όμως στον τρόπο. Διαφωνούμε στις έννοιες.”
Η εύστοχη επισήμανση του κου Χριστοδουλίδη είναι ίσως ο θεμέλιος λίθος του (κυπριακού και όχι μόνο) προβλήματος. Άλλωστε, στα αδύναμα κράτη, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου άλλοτε ο εμφύλιος οδηγεί σε κατοχή και άλλοτε η κατοχή σε εμφύλιο.
@78 Εσείς ίσως να μην κινδυνεύετε από βλήματα εμείς όμως… 😉
“Ανθρωπιστικό χαρακτήρα, στο κάτω-κάτω, έχει η διατήρηση της παρουσίας όλων των εποίκων, όσο και η παρουσία του στρατού, η οποία εγγυάται την ειρηνική διαβίωση των εποίκων.”
“[…]και άλλοτε η κατοχή σε εμφύλιο” κούφια η ώρα που τ’ ακούει άνθρωπέ μου!
Κύριε Παστάκα, προσωπικά το βρίσκω αντιφατικό να λέτε ότι ήπιατε μπύρες στα κατεχόμενα και πιο κάτω ν’ αναφέρεστε σε “θλιβερή επέτειο”.
Με κάθε σεβασμό
Μας θεωρεί “νεκρούς” ο κυρ Παναγιώτης αλλά απαντά μόνο στον υποφαινόμενο νεκρό…
Κατ’ αρχήν κύριε δεν έχεις δικαίωμα να μοιράζεις πιστοποιητικά θανάτου… Εστω και άτσαλα…
Θα μπορούσα να σχολιάσω τις επισημάνσεις σου περί ποίησης, πολιτικής κπλ, αλλά είναι σαν να επιχειρείς να αναλύσεις τη μοναδικότητα της σύστασης του νερού που έχει ένα ρηχό ρυάκι.
Σταματώ όμως με δέος στο “Ανθρωπιστικό χαρακτήρα, στο κάτω-κάτω, έχει η διατήρηση της παρουσίας όλων των εποίκων, όσο και η παρουσία του στρατού, η οποία εγγυάται την ειρηνική διαβίωση των εποίκων”.
Για να διερωτηθώ και πάλι ότι ίσως τα πράγματα να ήταν και χειρότερα αν τη μισή Κύπρο κατείχαν όχι ο τουρκικός στράτος αλλά καμιά σαρανταριά χιλιάδες κυρ Παναγιώτηδες….
Εμένα ο κύριος Παναγιώτης μου θύμησε δάσκαλο που διορθώνει έκθεση μαθητή.
Στα κείμενα μας κύριε Παναγιώτη,σίγουρα θα βρείτε Τραυματισμένες έννοιες, στίχους νεκρούς, αγνοούμενες λέξεις… ξεχνάτε όμως ότι για την τραγωδία μας μιλάμε…
Κύριε Παναγιώτη σας είναι εύκολο να μου διορθώσετε το πιο κάτω ποιηματάκι;
Για να σταματήσει η γκρίνια
να πάμε όλοι στην Κερύνεια
Τι και αν είναι σκλαβωμένη
Εχει μπύρα παγωμένη….
Ηθελημένα ή άθελα αδυνατούμε ή αποφεύγουμε να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ τούρκικου επεκτατισμού και τουκοκυπρίων, ελληνικής συναινετικής πολιτικής και ελληνοκυπρίων, στρατού κατοχής και εποίκων, ξένου παράγοντα και αποφάσεων του ΟΗΕ;
Τι πα να πει “να φύγουν οι έποικοι”; Ξεχνάμε ότι υπάρχει τουλάχιστον μια γενιά εποίκων που έχει γεννηθεί στο νησί και θεωρούν εαυτούς κυπρίους; Πως θα τους διώξεις αυτούς;
Αυτά τα “σκοτώνουν” μικρά, πριν μεγαλώσουν. Μετά είναι πολύ δύσκολο (βλέπε Σκόπια).
Τίποτα δεν έγινε ποτέ μονομερώς. Πάντα υπήρχε και ο επεκταστισμός του τουρκικού κράτους, και οι ευλογίες των συμμάχων αλλά και η με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ανοχή της Αθήνας.
Ποτέ ιστορικά δεν κατακτήθηκε κάτι με λόγια, συνομιλίες και διαβουλεύσεις. Δεν υπάρχει διεθνές δίκαιο. Δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου και ισχυρός είναι αυτός που έχει όπλα ή χρήμα ή και τα δυο τις περισσότερες φορές. Το μόνο αντίπαλο δέος είναι πολλές η φορές η “ψυχή”.
Όποιος επιθυμεί απελευθέρωση, ιδού η Ρόδος! Το παρελθόν (όχι απαραίτητα μακρινό) βρίθει παραδειγμάτων.
Προς το παρόν ο σύντροφος Χριστόφιας προσπαθεί να αγοράσει την Αμμόχωστο. Προτείνω οι ψευδοκρατικοί να βγάλουν ένα τιμοκατόλογο. Τόσο ο η Αμμόχωστος, τόσο η Κερύνεια κλπ. “Λεφτά έχουμε” που έλεγε κι ο αείμνηστος Αυλωνίτης!
Και γιατί να πιώ μπύρα στην ελεύθερη Λευκωσία όπου κυκλοφορούν ελεύθεροι αυτοί που ανοίξανε τις πύλες, οι ίδιοι αυτοί που έστρεψαν τα όπλα στην οικογένεια του κ. Χριστοδουλίδη; Γιατί να την πιώ στην Αθήνα που στήθηκε το παζάρι και που μας δίνει και την ευγνωμοσύνη της από πάνω;
Τελικά μπύρες μόνο στο σπίτι με μικρές παρέες…
Μετανοώ, διότι είχα σκεφθεί ότι “η κριτική, αντί για το κεφάλι του πάθους θα γίνει συχνά το πάθος της κεφαλής”. ..
Κι αναφωνώ μετά του W. Benjamin:
“Άρατε πύλας! Άρατε πύλας! Άρξασθε οπισθοβαδίζειν
…και σπειροειδώς τα όσια μικτυρίζειν!”
KIBRISTAN & COMPANY LTD.
ΞΕΡΙΖΩΣΤΕ
Τον
Μανδραγόρα
Αφήνοντας
Το
Μανιτάρι
Στα
Κέρατα
ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΟΥ
Στις πλέον
Εφιαλτικές
Παραισθήσεις
ΚΕΝΤΗΣΤΕ
Σταυροβελονιά
Πάλι
Τον
Θάνατό
ΤΗΣ
Aπό “Bossa ‘Kαυλοπυρέσσουσα’ Nova”
5 αντί-ποιήματα (Λευκωσία 2006-1010)
Ένας διαδυκτιακός εμφύλιος με θύμα την Κύπρο.
Οι ήρωες αυτού του εμφυλίου δικαιούνται να ντρέπονται.
πάντως έναν είναι το καθαρά ποιητικό συμπέρασμα απ’ όλη αυτήν την ιστορία αν κρίνω από τα ποιήματα που εμφανιστηκαν στο ποιείν κατα την διάρκεια της όλης αυτής της διαμάχης: ότι η ποίηση που παράγεται στην αυτήν την στιγμή στην κύπρο είναι πολύ χαμηλής ποιότητας.
Ε όχι και έτσι κύριε Ιάκωβε. Ζημίωσε η Κύπρος… Στην ιστοσελίδα του «ποιειν» ανταλλάσσονται ύβρεις και ειρωνείες μεταξύ ποιητών που διαφωνούν μεταξύ τους. Σημαίνει αυτό ότι ζημιώνει η Ποίηση; Είναι χαρακτηριστικό διαχρονικό των Ελλήνων. ( Ελλαδιτών και Κυπρίων ) Που βρήκατε το κακό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με αφορμή δυό-τρείς στίχους ενός ποιήματος παρεκτράπηκαν τα σχόλια σε πολιτική συζήτηση. Και λοιπόν; Μάλλον ωφέλησε στο τέλος νομίζω. Έδωσε ευκαιρία εξωτερίκευσης συναισθημάτων. Προσωπικά ευχαριστώ τον κύριο Πάστακα για την ανάρτηση αυτή. Μου έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω και γώ για τον πόνο μου που σήμερα κατά λάθος ζω με το εξπρές του μεσονυκτίου στην καρδιά μου.
…και για να είμαστε και λίγο ειλικρινείς κ. χαριτωνίδη… σας δώθηκε η ευκαιρία να κάνετε και λίγο διαφήμιση της υποτιθέμενης ποίησης σας.. πράγματι, σπουδαίο το κατώρθωμα σας.. γράφετε ένα σπάνιο είδος ποίησης.. γράφετε ποίηση άνευ ποιήσεως!
κ. Παναγιώτη, επειδή δεν είναι νεκρός ούτε ο κ. Κλεόπας ούτε ο κ. Χριστοδουλίδης θα σας απάντήσω με τους στίχους του καλού μου φίλου Λεύκιου Ζαφειρίου (που αυτή τη στιγμή είναι κοντά μου εδώ στην Κέρκυρα και πείνουμε…μπύρες!):
Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω
την ελευθερία ελευθερία
τον φόνο φόνο
την ενοχή ενοχή…
μ’ ένα πείσμα τρελού
που σκαλίζει στον τοίχο
τ’ όνομά του με τα νύχια..
ΥΓ.
Ο αγαπητός Λεύκιος με παρακάλεσε να μεταφέρω την άποψή του σχετικά με τους επίμαχους στίχους. Προτιμώ όμως να περιμένω όταν θα επιστρέψει στη βάση του και θα μπορέσει να εκφράσει την άποψή του μόνος του.
Τελικά δεν μετάνιωσα που ανάρτησα τα συγκεκριμένα ποιήματα. Νομίζω βοήθησαν να καταλάβω (ή να καταλάβουμε) ότι ήτε πείνουμε μπύρες ήτε όχι, θελουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Να πιούμε τις μπύρες μας -ή το κρασί μας- στην ελεύθερη Κερύνεια και την ελεύθερη Αμμόχωστο.
κύριε του σχολίου 88 είστε απαράδεκτος!!
κ. Ιάκωβε, σας απάντησε ο κ. Χαριτωνίδης αλλά από την πλευρά μου θέλω να σας πω ότι θα αποδεχτώ το μερτικό της ντροπής που μου αναλογεί αν και ‘σεις αποδεχτείτε το δικό σας μερτικό, με την βόμβα που ρίξατε προς το τέλος αυτού του “διαδικτυακού εμφυλίου”.. (Επαναλαμβάνω χωρίς να αποδέχομαι τον τραβηγμένο από τα μαλλιά χαρακτηρισμό).
Κύριε Χριστοδουλίδη, κύριε Χαριτωνίδη, χαίρομαι που με αφορμή την ανάρτηση αυτή, σας γνώρισα.
Κρατώ αυτό του περιηγητή: “το μόνο αντίπαλο δέος είναι πολλές φορές η “ψυχή”.
Όσο για το “όποιος επιθυμεί απελευθέρωση, ιδού η Ρόδος”… απελθέτω απ’ εμάς το ποτήριον τούτο…
κ. Κλεόπα άμποτε!
Με συγχωρείτε… “παρελθέτω”..
Έχεις δίκαιο Τηλέμαχε. Λέω τον πόνο μου προσπαθώντας να τον μετουσιώσω σε ποίηση χωρίς να είμαι ποιητής και να τον μοιραστώ. Όχι να τον διαφημίσω. Που το κακό. Όπως και συ. Προσπαθείς τον λόγο σου να τον μετατρέψεις σε πολιτικό χωρίς να είσαι πολιτικός και να τον μοιραστείς όχι να τον διαφημίσεις. Πάλιν κακό δεν είναι.
Σου εύχομαι καλές σπουδές.
κ. Κλεόπα, διάβασα με προσοχή τα τρια δημοσιευμένα ποιήματά σας καθώς και όλα τα σχόλια που ακολούθησαν. Θα μου επιτρέψετε να εκφράσω ειλικρινά τη γνώμη μου. Το πρώτο από τα ποιήματα “Αμμόχωστος -επιστροφή 33 χρόνια μετά” πραγματικά με συγκλόνισε, είναι ότι πιο πατριωτικό έχω διαβάσει σε σχέση με την Κύπρο. Το τρίτο, αρκετά συναισθηματικό και ρεαλιστικό. Το δεύτερο που λειτούργησε ως μια προκήρυξη των (μικρο;)πολιτικών σας απόψεων θα προτιμούσα να έλειπε.. (γνωρίζοντάς σας από τον “Μαραθωνοδρόμο” και τις γαλλικές μεταφράσεις σας, δεν είχα αντιληφθεί ότι είσαστε Κύπριος..).
Αφού κανείς δεν καταδέχτηκε -και λογικά άλλωστε- να απαντήσει στο αφελές σχόλιο του κ. Κώστα (σχόλιο 87), θα του κάνω εγώ την χάρη. Το αφελέστατο σχόλιο λοιπόν του κ. Κώστα για την κυπριακή ποίηση, δείχνει την πλήρη άγνοιά του για την ελληνική ποίηση γενικότερα, και προφανώς για την ποίηση συνολικά. Θα τον δικαιολογούσε μόνον το -προφανές- νεαρόν της ηλικίας. Συμβαίνουν αυτά. Ποτέ δεν είναι αργά άλλωστε…
Εγώ πάλι ήμουνα σίγουρη ότι το σχόλιο 88 ήτανε του τηλέμαχου κάνθου… Το σχόλιο αρ. 87, πρέπει να μπήκε αργότερα. Ίσως όμως και να μην το πρόσεξα. Όπως και να ‘χει, στο σχόλιό μου αρ. 93, τον τηλέμαχο κάνθο είναι που χαρακτηρίζω απαράδεκτο και όχι βέβαια τον κ. Χαριτωνίδη (!)
Όσο για τον κώστα… απάντησε ο κ. Πετράτος.
κ. Κλεόπα ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματα σας οφείλω με ειλικρίνεια να παραδεχτώ ότι εν μέρει τα αδίκησα, δεν είναι τόσο ακραία, όσο τα εισέπραξα στην πρώτη ανάγνωση ενώ δεν τους υπολείπεται και λυρισμός.
Το πρόβλημα μας τους κατ’΄εμένα είναι ότι η πολιτική δίάσταση ορισμένων προσωπικών βιωμάτων (πχ ένας έποικος που ζήτησε συγνώμη)
μπορεί στη γενίκευση της να εκληφθεί από έναν αδαή (και αποδεικνύεται ότι δεν είναι λίγοι) ότι έχουμε να κάνουμε με 200 χιλιάδες έποικους-θύματα κι αυτοί σε κάποιο όμως βαθμό της πολιτικής του κράτους τους- γεμάτους τύψεις, κάτι που δεν ισχύει.
Τέλος πάντων, δεν επιθυμώ να ξανανοίξω ένα νέο κεφάλαιο, αρκετά κουράσαμε και κουραστήκαμε, παρότι πιστέυω πως αυτή η συζητηση που έγινε στο Ποιείν, εκτός ελαχίστων θλιβερών κακοηθειών- προσέφερε και δεν αφαίρεσε.
Χαίρομαι που γνώρισα τη γραφή και τη σκέψη της Ρωξάνης, χαιρετώ τον φίλο Χαριτωνίδη αλλά κι εσάς κ. Κλεόπα, με όσες διαφορές κι αν μας χωρίζουν!
Αναζητήστε το ποίημα του Μιχάλη Πιερή “Άρρωστη νήσος”. Σωτήρη Παστάκα και Σπύρο Αραβανή θα ήταν μία πρώτης τάξεως επιλογή για ανάρτηση τις ημέρες των δύο τραγικών επετείων (πραξικοπήματος και εισβολής).
Φίλες και φίλοι του ΠΟΙΕΙΝ, στο νιοστό σχόλιο σας χαιρετά από τα βάθη του χρόνου και της γαίας εγκαρδίως ο κύπριος ποιητής Νίκος Βραχίμης, κα σας κερνά την αγωνία του:
ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε χωρίς δεδομένα,
δεν υπάρχουμε χωρίς υπολογισμούς
και δεν υπάρχουν δεδομένα,
ευτυχώς!
(…)
Α! Εδώ μυρίζει πάλι ελπίδα,
εδώ που η μοναξιά
βρήκε τη συντροφιά της στις διαστάσεις,
μυρίζει πάλι ταξίδι, υποθέτω,
ταξίδι και σαπημένο κάρβουνο
γέρικου καραβιού
μισοπέλαα χωρίς τιμόνι.
(…)
Αγαπητέ Γιώργο Χριστοδουλίδη. Εφησυχασμένος εδώ στο ήσυχο νησί του Ιονίου, ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα από τη διαπίστωση ότι στην πατρίδα μας το αίμα βράζει ακόμα τόσο δυνατά! Παίρνω λοιπόν την ευθύνη που μου αναλογεί για την πρόκληση αυτού του μικρού πλην δημιουργικού Τρωικού πολέμου! Επειδή κάποτε λάτρεψα τον Μαγιακόβσκι, συγχωρέστε μου αν καμιά φορά παρεκτρέπομαι σε άγαρμπες “προκηρύξεις”. Δίκαιη λοιπόν η αντίδραση (όταν μιλάς πολιτικά, πρέπει να αναμένεις και την ανάλογη απάντηση). Όσο για τις “διαφορές” μας, νομίζω ότι αυτά που μας ενώνουν είναι περισότερα και ουσιαστικότερα (ίσως κάποτε να δοθεί η ευκαιρία να τα πούμε κι από κοντά). Και μιας και άρχισα με Μαγιακόβσκι…
…εγώ για σας
θα ξεριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κι έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.
-Γιώργο Μίχο, ευχαριστώ για την ωραία Στέλλα τη Σμυρνιά.
-Ρωξάνη (93), άμποτε!
Επιτρέψτε μου λίγα λόγια για τα οποία πήρα την αφορμή από το τελευταίο σχόλιο του κ. Μίχου.
Η εμπειρία του φίλου του κ. Μίχου, απλά επισφραγίζει τη γνώση ότι μπορεί κανείς να κρατήσει την ανθρωπιά του (ή και να την οξύνει)κάτω από τις πιο βάρβαρες συνθήκες.
Το γεγονός αυτό – ότι ένας Τούρκος αξιωματικός συμπεριφέρθηκε με καλοσύνη- δεν μπορεί ν’ αποτελέσει βάση για ισχυρισμό ότι όλοι οι Τούρκοι αξιωματικοί φέρθηκαν το ίδιο.
Όπως και όλος ο κόσμος της Κύπρου δεν θα πρέπει να χρεώνεται το πραξικόπημα. Το οποίο επιχείρησαν μια φούχτα άνθρωποι. Δεν μπορεί να χρεώνεται την προδοσία και τις συνέπειες ένας ολόκληρος λαός και να αποδυναμώνεται την ίδια στιγμή η ενοχή της Τουρκίας.
Είχα και ‘γω τον αδερφό μου στον πόλεμο κ. Μίχο. Δεν μιλά εύκολα για το τι έζησε, κι έζησε πολλά όντας μέσα στη φωτιά του πολέμου. Ήταν τότε 20 χρονώ έτοιμος ν’ απολυθεί, όταν έγινε η εισβολή. Ο γεμιστής του νεκρός με ένα “αχ” που δεν φεύγει εύκολα απ’ τα αφτιά της μνήμης, φίλοι του νεκροί.
Ο Ελλαδίτης αξιωματικός από τον απέναντι λόφο, βλέποντας τον αδερφό μου να κατρακυλά την πλαγιά και τις σφαίρες να τον κυνηγούν και να μην τον πετυχαίνει παρά μία στον ώμο, του είπε: “πρέπει να έχεις πάνω σου πολλές ευχές παιδί μου”. Πιστέψτε με, το τελευταίο πράγμα που τον απασχολούσε ήταν το ποιος φταίει…
Ήταν και ο εξάδερφός μου 19 χρονώ, που του πήρε το μισό κεφάλι ο όλμος. Έζησε λίγες ημέρες. Με συγχωρείτε που τ’ αναφέρω αυτά.. Ίσως οι μέρες.. Ίσως που μιλήσατε για νεανικό αίμα…
Κι εδώ θέλω να αναφέρω ότι με τον κ. Χριστοδουλίδη (όπως έμαθα από την ιστοσελίδα του) ξεκινήσαμε από αντίθετες πλευρές για να καταλήξουμε στην ίδια… Και με πόσους άλλους..
Δεν είναι γνώμη ή άποψη που έχουμε για το τι συνέβη και τι συμβαίνει στην πατρίδα μας. Εμείς, οι απλοί άνθρωποι που βλέπουμε τα πράγματα με το φακό μιας ίσως παραδοσιακής δικαιοσύνης, έχουμε λύπη, Λύπη, θυμό, λύπη και αγάπη μην το ξεχνάτε. Δεν γίναμε άδικοι. Το δείχνουν κι οι ποιητές που αναφέρθηκαν εδώ, που ενώ θρηνούν για το ριζικό της Κύπρου και γράφουν οργισμένους στίχους για τον κατακτητή και απογοήτευσης για την κυβέρνηση της Ελλάδας (που και το Τρόοδος στάθηκε στις μύτες των ποδιών και περίμενε να τη δει στον ορίζοντα, κατά τον Μόντη) μπορούν να συγκινούνται και να γράφουν για το νεκρό Τουρκάκι -αλίμονο.
Το κυπριακό ναι, το κατάντησαν πραμάτεια. Το πώς ο καθένας το κοιτά, το μετρά, πολλές φορές με λέξεις που μέσα τους η ουσία μαυρίζει ανείδωτη.
“Η Κύπρος πλάτυνε το αίσθημα που είχα για την Ελλάδα.
Τον έχω αγαπήσει αυτό τον τόπο. Ίσως γιατί βρίσκω εκεί πράματα παλιά που ζουν ακόμη, ενώ έχουν χαθεί στην άλλη Ελλάδα. Ίσως γιατί αισθάνομαι πως αυτός ο λαός έχει ανάγκη από όλη μας την αγάπη και όλη την συμπαράστασή μας.” Του Γ. Σεφέρη.
Είχα σκεφτεί κι άλλα να γράψω αλλά τώρα δεν τα θυμάμαι. Έχω κατακλυστεί ξανά από ‘κείνο το αίσθημα το πνιγηρό, της λύπης.
Aγαπητή Ρωξάνη, σφαρική η ανάλυση σου, καμιά ειρήνη που δεν οικοδομήθηκε πάνω στην αίσθηση έστω μιας δίκαιης διευθέτησης, δεν στάθηκε για πολύ. Κι αν στάθηκε, κλυδωνιζόμενη, είναι επειδή μεγάλα ήταν τα συμφέροντα που την κρατούσαν (Βοσνία), και όχι ότι η δίψα του ανθρώπου να αποτινάξει το άδικο, κορέστηκε.
Εδώ όμως ακριβώς είναι πιστεύω και μια φύση, όχι αποστολή, της ποίησης, να αναδεικνύει το δίκαιο με τρόπο όχι στρατευμένο ή εργολαβικό, αλλά πρωτογενή και αυθόρμητο. Εξάλλου ποιήματα ωδές σε ολοκληρωτικά καθεστώτα ή αιμοδιψείς δικτάτορες, μπορούν μεν να γραφτούν και γράφτηκαν, δεν έμειναν όμως.
Αρα ποίηση και δίκαιο νομοτελειακά συμβαδίζουν.
Η αλήθεια είναι ότι το φετινό καλοκαίρι μού θυμίζει πολύ σε ατμόσφαιρα το καλοκαίρι της εισβολής στην Κύπρο. Η ίδια δυσθυμία στον κόσμο, η ίδια αμηχανία, τότε για πρώτη φορά οι παραθεριστές στη Μάκρη δεν συναντήθηκαν με τα μαγιό, αλλά μαζεύτηκαν σε μια γωνιά στου δρόμου ντυμένοι όλοι και με μπαγκάζια, και λέγανε άλλου πως το απολυτήριο ήταν πορτοκαλί, άλλου λευκό και ότι έπρεπε κάπου να παρουσιαστούν για να τους πούνε αν θα πολεμήσουν. Κάποιοι γύρισαν την επόμενη μέρα, κάποιοι όχι, αλλά ήταν η γειτόνισσα που περίμενε το πρώτο της παιδί και τον άντρα της τον πήρανε για κάτω, κι ερχότανε σπίτι και τηλεφωνούσε να μάθει νέα του. Περίεργα ελληνικά καλοκαίρια. Πολέμησε λοιπόν κι ο ξάδελφός μου. Άοπλους λέει τους έστειλαν, τους έτρωγαν μέσα στις σκηνές τα φίδια. Περίεργα ελληνικά καλοκαίρια. Συνάντησα κάποτε έναν συνταγματάρχη πεζικάριο. Δεν μίλαγε ποτέ. Έμαθα μετά την ιστορία του: τον είχαν υποχρεώσει λέει να παρακολουθήσει την εκτέλεση των ανδρών του κα πριν από αυτή, είδε να τους βιάζουνε με άδεια μπουκάλια κόκα κόλα. Περίεργα ελληνικά καλοκαίρια και η επιστολή από το Δασάκι Άχνας…Ωστόσο είναι και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης που ξεριζώθηκαν, θυσία στην άγονη πολιτική για το Κυπριακό, και που γι’ αυτούς έχουμε πάψει εδώ και χρόνια να μιλάμε. Είναι κι εκείνη η μαρτυρία του Σαμψών, πώς έστησαν στον τοίχο τουρκοκύπριους, μανάδες και παιδιά, και πώς επειδή δεν άντεχε να τους βλέπει ήπιε ένα μπουκάλι ουίσκι, έπειτα άνοιξαν τις πόρτες από το τζιπ, έστησαν δυο πολυβόλα από πίσω κι άρχισαν να τους κλαδεύουν. Δεν ξέρω…Σας λείπει η Κύπρος, μου λείπει η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη και η Καππαδοκία θέλω να πω, εδώ και χρόνια τούτος ο τόπος συρρικνώνεται και δεν είναι οι εχθροί που τους ξέρουμε και για τους οποίους κι εμείς ως εχθροί υπάρχουμε, είναι οι σύμμαχοι η μεγαλύτερη πληγή. Και είναι ότι αυτό το καλοκαίρι δεν ξέρω όχι αν υπάρχει δυνατότητα για βιώσιμη λύση στο Κυπριακό αλλά ούτε καν αν υπάρχει Ελλάδα…
“Ο Πέτρος Σουπουρής είδε την οικογένεια του να ξεκληρίζεται μπροστά στα μάτια του από Τ/κ την 16η Αυγούστου 1974, μαζί με άλλη μια οικογένεια από το Παλαίκυθρο στην αυλή του σπιτιού τους. Στις 16 Αυγούστου δολοφονήθηκαν μπροστά στα μάτια του ο πατέρας του Ανδρέας, η μητέρα του Αρετή, ο αδελφός του Δημήτρης 4 χρόνων, η αδελφή του Ιουλία 3 χρόνων, η θεία του Θέκλα 60 χρόνων και τραυματίσθηκε ο αδελφός του Γιαννάκης 9 χρόνων.
Επέζησε τραυματισμένος με τον οκτάχρονο αδελφό του Κώστα και ένα χρόνο μετά τον εντοπισμό ομαδικού τάφου στο Παλαίκυθρο και την εκταφή, ειδοποιήθηκε ότι ταυτοποιήθηκαν τα λείψανα των οικείων του και πως μπορεί να τα παραλάβει για την ταφή.
Απών από το «αντάμωμα» της οικογένειας μετά από 35 σχεδόν χρόνια θα είναι ο 9χρονος τότε Γιαννάκης, του οποίου το λείψανο δεν βρέθηκε στο Παλαίκυθρο.
Ο Πέτρος και ο Κώστας, χάνοντας και τους δύο γονείς στο μακελειό της αυλής τους, μεγάλωσαν με την αδελφή του πατέρα τους, που αρχικά ήταν εγκλωβισμένη, επειδή οι θείοι τους από την πλευρά της μητέρας τους είχαν και αυτοί πολλά παιδιά.
Εξιστορώντας τα γεγονότα, ο κ. Σουπουρής θέλησε να ξεκαθαρίσει εξ αρχής πως δεν νιώθει ότι πρέπει να τιμωρήσει τους ενόχους ή ότι πρέπει να εκδικηθεί για αυτό και ποτέ δεν ρώτησε ώστε να πληροφορηθεί τα ονόματα των ενόχων.
«Εκείνοι που προέβησαν σε αυτές τις πράξεις θα τιμωρηθούν από την ίδια την ζωή», είπε προσθέτοντας πως «όταν σου παραδώσουν τα οστά ξέρεις ότι κάπου είναι οι δικοί σου».
O Σουπουρής ανέφερε πως μετά από προσπάθειες της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους (ΔΕΑ) και πληροφορίες που συγκέντρωσε η Τ/κ δημοσιογράφος Σεβγκιούλ Ουλουντάγ βρέθηκε τάφος κοντά στο Παλαίκυθρο στο οποίο τάφηκαν τα μέλη των οικογενειών Σουπουρή και Λιασή που δολοφονήθηκαν στις 16 Αυγούστου 1974.
Πέρασε ένας χρόνος από τον εντοπισμό του τάφου και τη διενέργεια των εκταφών, τα λείψανα έχουν ταυτοποιηθεί και είναι έτοιμοι να τα παραδώσουν στους επιζήσαντες οικείους τους, ανέφερε.
Ο κ. Σουπουρής διευκρίνισε πως το λείψανο του 9χρονου αδελφού του Γιαννάκη δεν βρέθηκε στον τάφο του Παλαικύθρου.
«Από ότι μας είπε ο κ. Ξενοφών Καλλής, δεν έθαψαν το Γιαννάκη σε αυτό τον τάφο, χωρίς να γνωρίζουμε εάν πέθανε κάπου αλλού. Ισως να πέθανε αργότερα σε κάποιο νοσοκομείο και τον έθαψαν αλλού», ανέφερε και απαντώντας σε ερώτηση είπε πως οι φόνοι των δύο οικογενειών έγιναν μπροστά στα μάτια του, 3 μέρες μετά το δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής.
«Ηρθαν και επιάσαν τις αγελάδες μας και την επόμενη μέρα ήρθαν και έβγαλαν έξω στην αυλή 21 άτομα περίπου και πυροβολούσαν. Εγώ τραυματίσθηκα και μετά από μιάμιση – δυο ώρες ήρθε ο τουρκικός στρατός και μας περιέθαλψε», δηλώνει ο κ. Σουπουρής και προσθέτει, «ορισμένοι καλοί Τ/κ έθαψαν τους δικούς μας δίπλα».
«Στη συνέχεια μας μεταφέρανε σε γειτονικό σπίτι όπου μας παρασχέθηκε περίθαλψη. Ημουν ο τυχερός, τα τραύματα που είχα ήταν ελαφρά, δεν μεταφέρθηκα σε νοσοκομείο, μετά μας μετέφεραν στη Βώνη με όλους τους Παλαικυθριώτες και ένα μήνα αργότερα μεταφερθήκαμε από τον Ερυθρό Σταυρό στις ελεύθερες περιοχές».
Μεγάλωσε με τους θείους του, είπε. Αρχικά με τους θείους τους από την οικογένεια της μητέρας του και του πατέρα του αργότερα.
«Οι θείοι μας από την οικογένεια του πατέρα μας έμειναν εγκλωβισμένοι και μέχρι να έρθουν στις ελεύθερες περιοχές μας πρόσεχαν οι θείοι από τη Μύρτου και επειδή είχαν και αυτοί πολλά παιδιά, όταν ήρθαν στις ελεύθερες περιοχές οι θείες που δεν είχαν παιδιά πήγαμε με αυτές. Τον περισσότερο καιρό, για δέκα χρόνια, μεγαλώσαμε με μια θεία μου», είπε ο Πέτρος Σουπουρής.
Συνεχίζοντας, ο κ. Σουπουρής λέει πως «αναγνωρίζοντας την αλήθεια και από τις δύο πλευρές θα βοηθούμε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη» για να καταλήξει λέγοντας πως «η ιστορία όταν γραφτεί σωστά βοηθά στην αποφυγή της επανάληψης των μελανών της σελίδων».
Kύριε Χριστοδουλίδη
Μας έχετε κουράσει. Είναι καιρός για διακοπές.
Τις χρειάζεστε.
Η Κύπρος διακαιούται να έχει μέλλον. Όσοι επιθυμούν να παραμείνουν εγκλωβισμένοι στο παρελθόν και να επαναλαμβάνουν τραγικές ιστορίες ………. ας συνεχίσουν να το πράτουν.
Να αναλάβουν όμως και το μερίδιο ευθύνης που τους ανλογεί. Φοβάμαι πως είναι πολύ μεγάλο.
@ Θα μπορούσε αυτή η συζήτηση να είχε κλείσει ύστερα από το σχόλιο του Χ2…
Αλλά το σχόλιο του κ. Χριστοδουλίδη νομίζω ότι πήρε αφορμή από του Χ2. Το δικό μου από του κ. Μίχου, όπως και τούτο εδώ, το αθέλητο (δεν ήθελα να συνεχίσω πιστέψτε με) βγήκε από το δικό σας Giorgakis.
Ή καλύτερα να μην είχε αρχίσει καν μια τέτοια συζήτηση; Όταν ύστερα από τόσα σχόλια έρχτεται ένα σαν το δικό σας…
Εγκλωβισμένοι μπορούμε να είμαστε και στο παρών.
Μα έχετε δίκιο Giorgakis. Ας μη γυροφέρνουμε πράγματα που μας κουράζουν. Βέβαια είναι και πράγματα που δεν κάνουν διακοπές αλλά ας τ΄αφήσουμε.. κι ας πάρουμε ένα βίπερ ή ένα βιβλίο που δεν μας πονοκεφαλιάζει.
Ο πόλεμος έγινε Ιούλιο -Αύγουστο, περίοδο διακοπών…
Έφτασα στη σελίδα αυτή τυχαία και κοιτάζοντας τα πρόσφατα σχόλια είδα τις αναφορές στην ιδιαίτερη μου πατρίδα. Εδώ και 30 περίπου λεπτά διαβάζω τα σχόλια σας. Από το δικό μου μπαλκόνι βλέπω ανθρώπους εγκλωβισμένους στη δική τους αλήθεια, τι αναπόδραστη φυλακή! Η δικιά μου Κύπρος είναι χωρισμένη στα δύο από Έλληνες, Τούρκους κι Εγγλέζους, χωρισμένη στα χίλια από τα ματωμένα βιώματα και τις τσιμεντένιες απόψεις μας, είναι αδιευκρίνιστη και άλυτη, δεν την καταλαβαίνουμε κανείς, έρμαιο των παθών μας. Είναι όμως αφελές να πιστέψει κανείς πως τα παγκόσμια συμφέροντα έχουν αφήσει την Κύπρο έξω από το χάρτη τους. Στο μεταξύ εμείς ας συζητάμε…
ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΟΥΡΟ ΟΤΙ ο πολεμος δε γεννηθηκε …μονος του. Προηγηθηκε το φασιστικον πραξικόπημα!!! Πόσο εύκολο να το ξεχνούν…
Ζούμε μιαν ολομέτωπη επίθεση της συντεταγμένης βαρβαρότητας κατά των κανονικών ανθρώπων. Μα και ο πόλεμος, ο όποιος πόλεμος μια τέτοια επίθεση είναι.
Στ αλήθεια λοιπόν ξαφνικά μας πείραξε η αλήθεια που κομίζει το ποίημα;
Είπε κανείς πως είναι τάχα η μία και μοναδική αλήθεια;;;
Το δικό του το θραύσμα έφερε ο Κλεόπας, σεβαστείτε το.
Στα αλήθεια να αφουγκρατείτε δεν μπορείτε την κραυγή την οδύνη και την αγάπη που ρέει εδώ:
…κυματίζοντας απʼ το Ιόνιο
ως την ακραία Καρπασία
του Σολωμού το στίχο:
…κι εφώναζα ώ θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα!…
Καθώς ο ποιητής γράφει ένα τόξο από το Ιόνιο άκρο “ως την ακραία Καρπασία” πάνω στην πλάτη του Σολωμού;
Πετάξτε επιτέλους τα γυαλιά σας και δείτε καθαρά τι γράφει ο άνθρωπος. Ή όλα τα θέτε εκφρασμένα με τη δική σας γραμματική;
Προς εκπρόσωπους Τύπου κουρασμένων: Oποιος ξεχνά το παρελθόν του, δεν έχει μέλλον. Και ο κ. Κλεόπας το πονεμένο του παρελθόν ανακαλεί και διαλογίζεται μαζί του.
Ο Σουπουρής, ένας διαλλακτικός και μετριοπαθης άνθρωπος, γι’ αυτό μιλά, για το μέλλον. Και διερωτώμαι, πόσοι στη θέση του, με ολόκληρη την οικογένεια του ξεκληρισμένη, θα μπορούσαν να μιλούν έτσι.
Ετοιμάζομαι πάντως να πάω διακοπές. Σε μια ακτή της 20ης Ιουλίου και της 14ης Αυγούστου. Ο χρόνος καθάρισε τα πτώματα.
Επιτέλους κύριε Πήττα… Αυτό που καταλάβατε είναι ότι το συγκεκριμένο τετράστιχο ή και ολόκληρο το ποίημα είναι αυτό που “τσίγκλισε” την όλη συζήτηση;
Διαβάστε το σχόλιο 102 του κ. Κλεόπα. Είναι νομίζω η καλύτερη απάντηση που θα μπορούσε να έχει το σχόλιό σας.
Διαβάστε αν θέλετε και το 99 του κ. Χριστοδουλίδη.
Αν μη τι άλλο χρεώστε και σε μας λίγη οδύνη και αγάπη..
Την γνώμη του κυρίου Ζαφειρίου δεν την ακούσαμε
Ακόμα πίνει μπύρες στην Κέρκυρα …………
Oσον αφορά εμένα, η συζήτηση επί του ιστολογίου τούτου έχει λήξει.
“Απ’ όπου κι αν μπεις μέσα στη νύχτα, θ’ αφήσεις την πόρτα ανοιχτή για να βγεις”.
Η συζήτηση το απέδειξε.
Οσον αφορά το σχόλιο του κ. Πήττα, είναι ετεροχρονισμένο. Τα γεγονότα το ξεπέρασαν.
Ωστόσο, αν ο καθείς δεν έχει τη δική του γραμματική, πώς να συνθέσει με τη γραμματική των άλλων;
Έχει δίκαιο ο Γιώργος Χριστοδουλίδης για το ετεροχρονισμένο του σχολίου μου, ομολογώ δεν διάβασα όλα όσα είχαν προηγηθεί με την προσοχή που έπρεπε. Αυτό που προσπάθησα να πω, είναι πως την Οδύνη δεν την μονοπωλεί κανείς.
Ας γίνει επιτέλους κατανοητό αυτό, από όσους σχεδόν αυτόματα θεωρούν πάντα πως η δική τους πλευρά και μόνο την κατέχει.
Υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια, αυτή της Κατοχής, που πυροδοτεί την Οδύνη Όλων. Και ας έχει ο κάθε ένας την ελευθερία να ερμηνεύει και να γονιμοποιεί αυτή την Οδύνη όπως θέλει και μπορεί. Και να γινεται σεβαστή.
Κυριολεκτικώς, ναι, κοινή έννοια είναι η γραμματική.
Είναι όμως σαφές ότι ο καθένας σιμλεύει τη δική του γραμματική στο στίβο της ζωής, της ποίησης, της δημιουργίας.
Εξάλλου, κοινή έννοια είναι και η ζωή, αλλά δύσκολα θα βρει κανείς δυο ζωές που μοιάζουν η μια στην άλλη.
Την αντιληφθήκαμε την ειρωνία σας (και την καλυμένη πίσω απ’ το ψευδώνυμο αγένειά σας) κ. rizos (116). Καθήκον του κ. Ζαφειρίου (ή του κ. Κλεόπα) να σας…καθησυχάσει (αν και υποπτεύομαι ότι ήδη είναι ανάμεσά μας με κάποια από τα τελευταία σχόλια…κ. Ζαφειρίου το μπαλάκι ..a vous!)
Δικαίωμα του καθενός κ. Ρίζο (116) να σχολιάζει επώνυμα, ανώνυμα ή να σιωπά. Για τις μπύρες στα κατεχόμενα κατανοώ πολύ καλά την αντίθετη άποψη. Οι μπύρες στα Επτάνησα σε τι σας κόφτουν;
Σας καλώ όλους να εκδράμετε στο block της Ρωξάνης. Είναι αναρτημένα κάποια σπάνιας ομορφιάς ποιήματα, που δεν συναντά κανείς εύκολα. Υποψιάζομαι ότι είναι δικά της. Αλήθεια ποιά πράγματικά είστε χαρισματική ποιήτρια;
Η τραγικότητα της μαρτυρίας του κ. Κκάκη (Γ. Μίχος 103), ειδικά της σκηνής όπου οι αιχμάλωτοι Έλληνες φαντάροι φιλονικούν για το ποιος έφταιξε, δείχνει το μέγεθος της ελληνικής τραγωδίας, αλλά και την αιώνια –κι αδιόρθωτη- κράση της φυλής μας, όχι μόνον από την κλασική εποχή της Αθήνας και της Σπάρτης, αλλά από την εποχή ακόμα του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα.. Τραγικό, μα πολύ κατανοητό. Γιατί ο Έλληνας (Κύπριος) φαντάρος που είχε τη διάθεση -και τη δυνατότητα- να πετάξει τον εχθρό στη θάλασσα, βρέθηκε ξαφνικά πακεταρισμένος και παραδομένος στον εχθρό αμαχητί, όπως και η μισή πατρίδα του, επειδή μια χούφτα (όπως σωστά επεσήμανε η Ρωξάνη) «άνθρωποι» είχαν προαποφασίσει πίσω από κάποια γραφεία για τις τύχες τους (μας). Κι αυτό δεν αθωώνει κατά κανένα τρόπο ούτε τους Τούρκους (που από το ΄58 αναζητούσαν τέτοιαν ευκαιρία), ούτε τον Κίσσινγκερ. Ίσα ίσα, τους συνεργάτες των Τούρκων και του Κίσσινγκερ αναζητούσαν. Θέλω να πιστεύω ότι όλοι εμείς βλέπουμε τα πράγματα από την ίδια πλευρά. Κι αν κάποια στιγμή φάνηκε το ανθρώπινο πρόσωπο ενός και μοναδικού έποικου, αυτό έγινε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Ότι ήταν ένας και μοναδικός. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη ανάγνωση σ’ αυτό.
…και τώρα, ένας άλλος έποικος από την Ανατολία, κατά ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ:
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ
Στον Μεχμέτ Γιασίν
Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.
Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του σπιτιού μας στην παραλία
της Αμμοχώστου να μας φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες καρέκλες,
κλεμμένα τραπεζομάντιλα, κλεμμένες πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνιάρη, εδώ είναι γραμμένο το όνομα της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε από το μέρος που
ανατέλλει ο ήλιος, (έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimend,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.
*ganimend: λάφυρο πολέμου
Γιώργο, νομίζω έχεις δίκιο, ώρα να πηγαίνουμε… Ποια είναι η χαρισματική ποιήτρια; Θα σου πω έναν γρίφο μήπως σε βοηθήσω: Κυπριακή ψιχάλα!
So, so you think you can tell Heaven from Hell,
blue skies from pain.
Can you tell a green field from a cold steel rail?
A smile from a veil?
Do you think you can tell?
And did they get you to trade your heroes for ghosts?
Hot ashes for trees?
Hot air for a cool breeze?
Cold comfort for change?
And did you exchange a walk on part in the war for a lead role in a cage?
How I wish, how I wish you were here.
We’re just two lost souls swimming in a fish bowl, year after year,
Running over the same old ground.
What have you found? The same old fears.
Wish you were here.
Το ποίημα της Μαραγκού είναι συγκλονιστικό από μόνο του. Το γεγονός ότι αναπτύσσει έντονη δικοινοτική δράση δεν την εμπόδισε να γράψει ένα ποίημα αλήθειας, σκληρό αλλά έντιμο, απέναντι στην ίδια αλλά και στους φίλους στα κατεχόμενα.
(Είπα να σταματήσω να παρεμβαίνω, αλλά δεν μ’ αφήνετε κουράζοντας έτσι περισσότερο τον Giorgakis)