*

Μια καλημέρα θα την πω, την είχες μάτια μου καιρό,
το ʼνιωθα σφαίρα,
μες το κεφάλι, στην καρδιά, στα δυο κομμένα σου φτερά,
ασφυξίας τρέλα.

Και όμως να, ήρθε η σειρά, πόδια και χέρια δανεικά
να μπουν στην άκρη,
φιλοσοφίες τραγικές, τις είχες μάτια μου κι αυτές
κάποτε ανάγκη.

Σʼ εκλιπαρώ στα πόδια πια, να δεις τους φόβους ανοιχτά
που ʼχεις γεννήσει,
και σε βαφτίζω αληθινά, με μίσος Μήδειας, τα παιδιά
αυτά να πνίξεις.

Κι ευθύς θα δεις, θα στερηθείς, την πτώση δε θα χρειαστείς
σε φτωχά Πεδία Ηλύσια,
φωτιά θα βάζεις στην καρδιά, μόνο αν αυτή το αναζητά
σαν πνέει τα λοίσθια.

Μονάχα αν θες, να θυμηθείς, πως βασιλιά είχες εσύ,
άξιο πατέρα,
μα ούτε δίστασες τρελή, μέχρι και δέρας χρυσαφί,
να κάνεις πέρα..

Ξεκίνα τώρα απʼ το μηδέν, έστω γριά χωρίς ρεφρέν,
σοφία γεμάτη,
στραγγάλισε την κρύα ψυχή, την δήθεν καταστροφική,
καλημερίζοντας την…

*

Κυνηγημένος από κόσμο στʼαεροδρόμιο, θα έμενα μόνος με μʼέναν σάκο συντροφιά,
μαζί οι φίλοι οι σταθεροί σαν το ιώδιο, μη με λερώσει οποιαδήποτε βρωμιά.

Δύο φιλιά μια αγκαλιά ένα χαμόγελο, όμως το σάλιο να προδώνει τη ζημιά,
πως η εμπειρία του αντίο είνʼ στον άνθρωπο, τομή του δέρματος προεγχειρητικά.

Μα εσύ δεν ήσουνα εκεί, είχα τον σάκο σου, που μουʼχες κάνει δώρο μια Πρωτοχρονιά
και μουʼπες Χάρη σε αυτόν θα μπει ο δρόμος σου κι εγώ γελούσα πιστός σε κίνητρα κρυφά.

Σαν φύγαν όλοι την κοπέλα βλέπω απέναντι, που πριν με χρέωσε περίσσια οκτώ κιλά,
χαμογελάει σαν να λέει πως οι άνθρωποι, βαραίνουν σάκους που αγαπούν συνειδητά.

Μα που να ξέρει η δειλή πως είμαι σάκος σου, πως κουβαλάω χρόνια την τόση σου ερημιά,
μήπως ταξίδεψε η φτωχή εντός του κόσμου μου, ή ζει εκδικούμενη ό,τι βιώνει ονειρικά;

Για τους διαβάτες με τους σάκους και τους φίλους τους, ποιός να μιλήσει και μια απάντηση να βρει,
πόσο βαθύ ο χωρισμός κάνει το τραύμα τους, μα πως στο τέλος την ψυχή τους επαινεί…

*

Έχω φύγει από την χώρα που αγάπησα κι έχω μπει σε μια τροχιά όλο θυμό,
σε μια χώρα που οι άνθρωποι που γνώρισα, πουλάνʼ τα πάντα για να φύγουν από δω.

Με νοιάζει όμως που συνήθειες μου που άφησα, υιοθετώ κοντά μου για να σε κρατώ,
τα μοκασίνια που μισούσες κι είπα πέταξα, σφάζουν ξανά το δαχτυλάκι το μικρό.

Ό,τι σε θύμωνε ξανάρχισα απʼτο πείσμα μου και τα πακέτα που καπνίζω θαʼναι δυό,
το ένα να πνίγει στον καπνό όλες τις μνήμες μου και τʼάλλο Ίριδα στων νέων σου την ηχώ.

Τοποθετώ για δείπνο ευλαβικά το σώμα μου, στη θέση που θα προτιμούσες βλέπω κενό,
για να πληγώσω λαίμαργα την απουσία σου, σκοτώνω την σαλάτα με μπαλσάμικο.

«Υπερβολές, άδειες βολές» πάντα μου έλεγες, ότι αντιδρώ σε όλα τόσο παιδικά
και πως στο βάθος όποιος χρόνια τρέφει χίμαιρες, μια ήττα θα του φάει τα σωθικά…

Αν ένα δείπνο είνʼη ζωή και γω πια στάσιμος, στην όποια χώρα Προμηθέας βαφτιστώ,
δεν ξέρω αν ό,τι με θρέφει είνʼκαλύτερο, με ξύδι να φουσκώνω ή γύπες να επαινώ..

*

Γύρισα πάλι μες το Γκάζι τα μεσάνυχτα,
μια υγρασία τα μαλλιά μου είχε βρέξει,
γύρω σκοτάδι, άγνωστοι φάροι, κοιτάνʼ κατάματα,
ανθρώπων άκουγες τις μνήμες χωρίς λέξη.

Σφίγγω δειλά το φερμουάρ απʼ το ημίπαλτο,
πλασματικά ενισχύω το σώμα, τοʼ χει ανάγκη,
περπατάω γοργά μα το φεγγάρι είναι παράξενο,
τι τρώει την πόλη, τους ανθρώπους, ποιο μαράζι;

Στην πόλη αυτή, λένε η πανσέληνος υπόσχεται,
να επιδρά στην νεολαία με δύο τρόπους,
σκοτώνει σώμα, ενισχύει πνεύμα, σαν βρυκόλακες,
ή άνευ πνεύματος γεννάει λυκανθρώπους.

Σχήμα οξύμωρο είναι όμως πως μορφώνονται
οι πλείστοι νέοι, μα μαραζώνουν πριν γεράσουν,
τα πρόσωπα τους σαν κοιτάω παραμορφώνονται,
προωθούν το σώμα στην πορνεία για να ξεχάσουν.

Απʼ όσα ποιήματα πανσέληνο κι αν γράφτηκαν,
κανείς δεν μπόρεσε να πάρει απαντήσεις,
ψυχές και σώματα σε Αθήνα πως χωρίστηκαν,
κι η νύχτα που να βρει κλωστή για να τα ντύσει;