Το Ποιείν καλεί τους αναγνώστες του να συνδράμουν στην Ανθολόγηση ποιημάτων παιδικού θανάτου ύστερα από ευγενές αίτημα φοιτητριών αναγνωστριών του στα πλαίσια της διπλωματικής τους εργασίας…
ΔΗΜΟΤΙΚΑ
ΚΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΣ ΚΑΡΔΟΥΛΑ ΜΟΥ
Κει που θα πας καρδούλα μου, στη σκάλα που θʼ ανέβεις,
Θα βγουν οι νιοι, θα βγουν οι νιες, θα βγουν τα παλικάρια
Να σε δεχτούν και να σε ιδούν, να πιάκουν τʼ άλογό σου,
Κι ο μαύρος καμαρώνοντας θα σειέται, θα λυγιται.
Κι αν σε ρωτήσουν, γιόκα μου, κι αν θα σου ειπούν, παιδί μου,
«Σαν τι μαντάτα ήφερες απʼ τον Απάνω κόσμο;»
Πες τους οι μάνες φλίβονται για τα καψοπαίδια τους,
Που τάφαγεν η μαύρη γης και ταʼ άραχνο το χώμα.
ΕΙΣ ΥΙΟΝ (2ο)
Εσύ, παιδί μʼ εκίνησες να πας ʽς τον κάτου κόσμο,
κι αφήνεις τη μανούλα σου πικρή, χαροκαμένη;
παιδάκι μου, τον πόνο σου, που να τον απιθώσω,
που κι αν τον ρίξω τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες,
κι αν τον αφήσω ʽς τα κλαριά, τον παίρνουν οι διαβάτες,
κι αν τον αφήσω ʽς τα κλαριά, τον παίρνουν τα πουλάκια;
που να βαλθούν τα δάκρυα μου για τον ξεχωρισμό σου;
Αν πέσουνε ʽς τη μαύρη γης, χορτάρι δεν φυτρώνει,
αν πέσουν ʽς τον ποταμό, ο ποταμός θα στύψει,
αν πέσουν ʽς τη θάλασσα, πνίγονται τα καράβια,
κι αν τα σφαλίσω ʽς την καρδιά γλήγορα σʼ ανταμώνω.
ΕΙΣ ΥΙΟΝ ΑΡΤΙ ΘΑΝΟΝΤΑ
Μʼ έμασε, γιε μʼ ο πόνος σου, μʼ έπνιξε ο καημός!
– Σʼ έμασε, μάνα, ο πόνος μου, σʼ έπνιξεν ο καημός μου;
εσύ τη στράτα ξέρεις την, το μνήμα μʼ το γνωρίζεις,
κάμε τα χέρια σου τσαπιά, την πλάκα παραπέρα,
και τράβα το μαντήλι μου από το πρόσωπό μου,
κι αν μʼ εβρείς ασπροκόκκινον, σκύψε κι αγκάλιασέ με;
Στες τρεις πήρα κι αράχνιασα, εις τες εννιά μυρίζω,
κι απʼ τες σαράντα κʼ ύστερα αρμούς αρμούς χωρίζω.
ΜΙΑ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Μια συννεφιασμένη μέρα
και μια σκοτεινή βραδιά,
Μας βούλιαξε μια βαρκούλα,
μας πνιγήκαν δυο παιδιά.
Μας πνίγηκε κι ο Νίκος
που ʽταν ο μοναχογιός.
Κόκκινη ήταν η βαρκούλα
κι άσπρος ήταν ο γιαλός.
Τʼ άκουσε η μάνα του Νίκου,
τάζει λίρες εκατό,
Για να βγάλουνε το Νίκο,
ζωντανό απʼ το γιαλό.
Θάλασσα δεν τρώει λίρες,
θάλασσα δεν τρώει φλωριά,
τρώει νιους και παλικάρια,
των μανάδων τα παιδιά
Γεώργιος Ζαλοκώστας
Ο ΒΟΡΙΑΣ ΠΟΥ Τ΄ΑΡΝΑΚΙΑ ΠΑΓΩΝΕΙ
Ήτον νύχτα,εις την στέγη εβογκούσε
ο βοριάς,και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει;
Μες στο σπίτι μια χαροκαμένη,
μια μητέρα από πόνους γεμάτη,
στου παιδιού της την κούνια σκυμμένη
δέκα νύχτες δεν έκλειγε μάτι.
Είχε τρία παιδιά πεθαμένα,
αγγελούδια,λευκά σαν τον κρίνο,
κι ένα μόνον της έμεινεν,ένα
και στον τάφο κοντά ήτον κι εκείνο.
Το παιδί της με κλάμα εβογκούσε
ως να εζήταε το δόλιο βοήθεια,
κι΄η μητέρα σιμά του εθρηνούσε
με λαχτάρα χτυπώντας τα στήθια.
Τα γογγύσματα εκείνα κι΄οι θρήνοι
επληγώναν βαθιά την ψυχή μου.
Σύντροφός μου η ταλαίπωρη εκείνη,
αχ, και το άρρωστο ήτον παιδί μου.
Στου σπιτιού μου τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μου εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει.
Τον γιατρό καθώς είδε,εσηκώθη
σαν τρελλή.Όλοι γύρω εσωπαίναν’
φλογεροί της ψυχής της οι πόθοι
με τα λόγι΄απ΄το στόμα της βγαίναν.
“Ω,κακό που μ΄εβρήκε μεγάλο!
Το παιδί μου, γιατρέ,το παιδί μου…
Ένα το ΄χω,δεν μ΄έμεινεν άλλο’
σώσε μου το και πάρ΄την ψυχή μου”.
Κι΄ο γιατρός με τα μάτια σκυμμένα
πολλήν ώρα δεν άνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων -αχ,λόγια,χαμένα-
“μη φοβάσαι,της είπεν, ακόμα”.
Κι΄εκαμώθη πως θέλει να σκύψη
στο παιδί, και να ιδή το σφυγμό του.
Ένα δάκρυ επροσπάθαε να κρύψη
που κατέβ΄εις τ΄ωχρό πρόσωπό του.
Στου σπιτιού μας τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς,και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μας μηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει.
Η μητέρα ποτέ δακρυσμένο
του γιατρού να μη νιώση το μάτι,
όταν έχη βαριά ξαπλωμένο
το παιδί της σε πόνου κρεβάτι.
Διονύσιος Σολωμός
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΗΣ
Πες μου, θυμάσαι, αγάπη μου, εκείνη την παιδούλα
οπού ʽχε στα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα;
[…]
Τη μαύρη! την απάντησα το χάραμα στο δρόμο
αλλά την κόρη τέσσεροι την είχανε στον ώμο.
[…]
Η ΨΥΧΟΥΛΑ
Ωσάν γλυκόπνοο
δροσάτʼ ααεράκι
μέσα σε ανθότοπο
κειο το παιδάκι
την ύστερη έβγαλε
αναπνοή.
Και η ψυχούλα του
εις τον αέρα
γλήγορα ανέβαινε
προς τον αιθέρα
σαν λιανοτρέμουλη
σπίθα μικρή.
[…]
ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΑΝΕΨΙΑΣ
Καθώς μένεις εις το νου μου
όσο ζω και εις την καρδιά,
μείνε τέκνο του αδελφού μου
εις τα μάτια μου ομπροστά.
Μείνε-επάλευε το σώμα
η ψυχή σου, για να βγη,
και συχνάνοιγες το στόμα
και δεν ήξερες γιατί.
[…]
Γλυκοί εστάθηκαν και πλάνοι
των γονιών σου οι στοχασμοί,
γάμου εβλέπανε στεφάνι
κι άλλο φόρεσες εσύ!
Κωστής Παλαμάς
Άφκιαστο κι αστόλιστο
Άφκιαστο κι αστόλιστο
του χάρου δεν σε δίνω
στάσου με το ανθόνερο
την όψη σου να πλύνω
Το στερνό το χτένισμα
με τα χρυσα τα χτένια
πάρ’τε απ’ την μανούλα σας
μαλλάκια μεταξένια
Μήπως και τον χαροντα
καθώς θα σε κοιτάξει
του φανείς αχάιδευτο
και σε παραπετάξει
Κι αν διψάσεις μην το πιεις
από τον κάτω κόσμο
το νερό της αρνησιάς
φτωχο κομμένο δυόσμο
Μην το πιεις και ολότελα
και αιώνια μας ξεχάσεις
βάλε τα σημάδια σου
τον δρόμο να μην χάσεις
Και στο σπίτι τ’άραχνο
γυρνώντας ω ακριβέ μας
γίνε αεροφύσημα
και γλυκοφίλησέ μας
Βασίλης Ρώτας
Δώδεκα αγόρια του σχολειού κι η Χριστινιώ μια τάξη
μη βρέξει και μη στάξει
Τ’ αγόρια τ’ ορκιστήκανε στην παλικαροσύνη
να κλέψουν τη Χριστήνη
Βαρκούλαν αρματώνουνε με σταυρωτό πανάκι
Χριστίνα, Χριστινάκι
Έμπα καλή στη βάρκα μας, να πάμε και να ‘ρθούμε
τραγούδι που θα πούμε
Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε στου Ζέφυρου το χάδι
το όμορφο του το βράδυ
Σπαρμένο χρυσολούλουδα το πέλαγο λιβάδι
το όμορφο του το βράδυ
Το Χριστινάκι τραγουδά, της βάρκας κυβερνήτης
γλυκιά που είν’ η φωνή της
Και λέει τραγούδι του έρωτα και για τον πόθο λέει
για το φιλί που καίει
Γέλια τραγούδια σώπασαν, τ’ αγόρια συμπαλεύουν
μοχτούν, φιλί γυρεύουν
Κανείς δεν είναι στο κουπί, κανείς και στο τιμόνι
λαχτάρα που τούς ζώνει
Κι η βάρκα η ποθοπλάνταχτη πάει στων νερών τα βάθη
με του έρωτα τα πάθη
Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά, τους νιους, τους μαθητάδες
τις δώδεκα μανάδες
Μόν’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά, το λυγερό κορμάκι
τ’ αγρίμι το ελαφάκι
Που ήτανε δώδεκα χρονών, παρθένα Παναγιά μου
κι έλαμπε η γειτονιά μου
Nίκος Γκάτσος
Κραυγές για ενός αγγέλου μνήμη
(Ένα τανγκό για την Alma Mahler)
Κοιμάται τώρα η Μανόν
στη βασιλεία των ουρανών
κι η Aλμα πάνω στο κρεβάτι
θυμάται μ’ άγρυπνο το μάτι
παύσεις, διαστήματα και ήχους
καμπύλες, άξονες και τοίχους.
Όλα βουλιάξανε στη δόξα
σα μυθικά ουράνια τόξα
όμως εγώ θα βγαίνω μόνη
στης νύχτα τ’ άχαρο μπαλκόνι
να δω μακριά στους γαλαξίες
ανυπεράσπιστες αξίες
ν’ ακούσω πάλι μια βραδιά
τραγούδια για νεκρά παιδιά
και κάτω απ’ τ’ ουρανού τ’ ασήμι
κραυγές για ενός αγγέλου μνήμη.
Βάλτερ, Γουσταύε, Aλμπαν, φίλοι
μέσα στη δίνη των μηνών
κι από Απρίλη σε Απρίλη
μη λησμονάτε τη Μανόν
στην ερημιά των ουρανών
Μάνος Χατζιδάκις
…ήταν παιδί στα δεκαεφτά
που τώρα έχει πετάξει
ποιος θα σου φέρει αγάπη μου
το γράμμα που ‘χα τάξει
και σαν πουλί που πέταξε
η πικραμένη του ζωή,
πέταξε πάει και τού ‘φυγε
η δροσερή πνοή
Ποιος θα σου δώσει αγάπη μου
το τελευταίο φιλί μου
Ο ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεφτά του χρόνια
κι ήταν αυτός η αγάπη μου,
η κουρασμένη του σκιά τώρα πετά στα κλώνια,
φέρνει δροσιά στ’ αηδόνια
Ποιος θα σου δείξει αγάπη μου
πού ‘ναι του ονείρου ο δρόμος
αφού πεθάναμε μαζί εγώ κι ο ταχυδρόμος
Γιάννης Ρίτσος
ΙΙ
Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαί κι ακούει το νερό να κο-
χλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο. Πάντα εκεί-
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βρο΄χη
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διά
δρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα από την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια
κραυγή στον ύπνο τους,
ειναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.
Α. Πρόκος
ΤΡΙΠΤΥΧΟΝ ΠΕΝΘΟΥΣ Ή ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ (από τη συλλογή Νήτη, Σέρρες, 1948)
ΙΙΙ
ΕΥΚΑ(Ρ)ΠΟΣ
Α…ΡΟΙΚΙΟΥ
(Ε)ΤΩΝ ΤΕΣ(ΣΑ-)ΡΩΝ ΗΜΙΣΥ
ΕΝΘΑΔΕ ΚΙΜΕ
Εσύ που ιδρώνεις με το δάκρυ μας , ω Λίθε,
μαζί σου ο πόνος μας στους αιώνες ας το πει:
Εδώ ʽναι ασίγαστος ο θρήνος μας. Εκείθε
πυργώνει ο Χάρος ένα μύθο από σιωπή…
Φλουρί φορούσε στο λαιμό κωσταντινάτο,
το προσκεφάλι είχε σταυρώσει από βραδίς
θα ʽπαιζε σπίτι με το σκύλο και το γάτο,
θα ʽρχοντανε ύστερα τα χρόνια της σπουδής.
Σαν ένα χάδι τρυφερό καθώς εκείνο,
τώρα το πένθος μες στη μνήμη κατοικεί.
Πώς το λιμπίστηκες του κήπου μας το κρίνο;
Άστρο το φόρεσες, ω Νύχτα αρχοντική!
Ποιος θα γνωρίσει το αγγελούδι μας μες στʼ άλλα
σαν μας φωνάξει απʼ τον Παράδεισο όταν βγει,
αν χοές θα χύσουμε το μέλι και το γάλα
η χλόη του τάφου του να λύσει τη σιγή;
Είδε ακριμάτιστο το πρόσωπο του Υψίστου
και στʼάνθη χάρισε απʼ το μνήμα τη σποδό
ότι Αυτός του ʽδωκε: τη χάρη της Ψυχής του!
Είτανε ο σπόρος που δε βλάστησε ως εδώ!
Τη μέσα Κόλαση δεν είδε να πληθαίνει
(νερό όπως τρέχανε οι χαρές του απʼ τη ρουνιά)
εντός του αγέννητοι να ζούνε οι πεθαμένοι
και να τους θρέφει με το χέρι του φονιά.
Των Ερινύων δεν ακούστηκε το βήμα,
ούτε σαν ψίθυρος στο λίκνο του κρυφός,
μʼ αν πάντα η τύψη θα κολάζει κάθε κρίμα
είταν ο Αρχάγγελος στον ύπνο του ένα φως…
Νίκος Φωκάς
ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
(ενός βρέφους που κάηκε ζωντανό)
Μέσα σε τούτο το σκοτεινό δωμάτιο
Έκλεισα τις πόρτες, τα παράθυρα, τις ρωγμές
Για να μη μπαίνει αβεβαιότητα
Για να μη μπαίνει αυτή που κόβει λουλούδια στον κήπο.
Με τη σάρκα μας πολύτιμη σαν Όνειρο
-Άνεργα τα μέλη κι ενωμένα – πλαγιασμένοι
Σε μιας γυναίκας τη βαθιά κι ατέρμονη σκιά
δε νιώθουμε τους άλλους – είναι αέρας
δε νιώθουμε τον ίδιο μας το θάνατο-
Είναι ένας κάποιος άλλος.
Μέσα σε τούτο το σκοτεινό, το ευρύχωρο δωμάτιο
Χρόνια τώρα βασανίζουν κάποιον.
Παίζουν με τις αισθήσεις του μπροστά στην ψυχή του.
Πρωί-βράδυ, πρωί-βράδυ.
Μιλώ για το φεγγάρι, το στήθος της, τη θάλασσα
Τα φώτα των νερών από την πολιτεία.
Κοπιάζει η ψυχή μου μπροστά σ’ όλα αυτά
Δίχως να ξέρει τι πρέπει να κάνει.
Χρόνια τώρα μάχεται για μια πράξη αληθινή…
Συ που με βασανίζεις
Δώσε στα μέλη μου φωτιά
Δώσε στο κορμί μου το μαρτύριο (συ που καις τα βρέφη).
Δείξε την κακία σου και σε μένα,
Χωρίς περιστροφές.
Τάσος Φάλκος
TO ΛΕΥΚΟ
“Μάνα πολύ μʼ αρέσει το λευκό
το φόρεμα μου τα λευκά φτερά”
έλεγε το λευκό κορίτσι
που δεν επρόλαβε να παντρευτεί
Ομως η μάνα του θυμάται
εκείνο το λευκό ξωκλήσι
τον ασβέστη
που τρύπαγε τα μάτια με καρφίτσες
άδειο ξωκλήσι
λεηλατημένο
που σκότωνε με τʼ άσπρο τα πουλιά
Αργύρης Χιόνης
Το ωραίο καλοκαίρι
Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο
Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω
Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού
Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν
του φάγαν την καρδιά
Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο
Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο
ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
κανείς δεν ξέρει
Σωτήρης Παστάκας
ΤΑ ΣΧΕΔΙΑΚΙΑ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΣΟΥ
Έτσι αφημένα τα μέλη σου
σε πορφυρόχρωμη σκόνη: εδώ
το γόνατο, εκεί ο αγκώνας.
Μισάνοιχτο το στοματάκι σου
στη ροή του χρόνου: να ξεδιψάσεις
δεν μπορείς, να γιατρευτείς
παλεύεις, με σφιγμένες παλάμες
κι ακούσιες συσπάσεις—όλα
καταγραμμένα στα σεντόνια σου
με συμπαθητική μελάνη.
Πάνε τρεις εβδομάδες που κοιμάσαι
πάνω στο νεκρό σου έμβρυο
χωρίς να το ξέρεις.
Κώστας Τριπολίτης
ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΖΗΣΑ ΠΟΤΕ
Σαν να μην έζησα ποτέ
σαν έμβρυο μέσα στη φιάλη
με τη ζωή μου στη μασχάλη
θα τριγυρνάω στα στενά.
Σαν να μην έζησα ποτέ
Dunhill και Ronson και Cartier
δεν βρίσκω θέση να χωρέσω
Mobil, Juguar και Esso.
Σαν να μην έζησα ποτέ
σαν νʼ αποκλείστηκα στη μήτρα
φθαρμένα όνειρα για λύτρα
θα κουβαλάω στα στενά.
Γιώργος Μίχος
(από τα “Μικροκείμενα”)
Dem Andenken eines Engels (Alban Berg Violinkonzert)
Ποιά σκόνη των άστρων έγινε σάρκα ζωντανή και
που την ξεριζώνουνε πονάει; Ποιός φαντάστηκε πως τον πε-
ρίμενε τέτοια προοπτική. Θεέ μου με των ανθρώπων τον πόνο
καλείς αγγέλους γύρω σου…Ναι, οι βουλές σου άγνωστες μα
τι να πω σʼ αυτή τη μάννα που κάθε βραδύ γράφει στα σεντό-
νια ένα ποίημα δάκρυα; Με τόνα χέρι έδοσες γέλιου φως στα
μάτια μας με το άλλο τις εικόνες ενός ύπνου αιώνιου για να
μας καίει τώρα τα μάτια. Ποιά μουσική απεργάζεσαι με των
κορμιών μας τη σκισμένη σάρκα; Μια σάρκα που γυρνάει
στη γη, δική μας σάρκα, από στιγμή κι αιωνιότητα δική μας,
από δικό μας πόνο, από σιωπή δική μας… Έτσι είπε για να μη
σωπάσει. Γιατί σε περιπτώσεις σαν αυτές κοιτάς τον
ήλιο .όπως κοιτάς ένα θεό και υψώνεις τη γροθιά, η σηκώνε-
σαι ορθός σε ένδειξη τιμής για να περάσει εκείνος που έδωσε
παιδί στο θάνατο.
Kώστας Σφενδουράκης
Λευκό κρεβάτι, παγερό,
μοναχικό στο ήσυχο δείλι
και το στολίζει το ιερό
που ‘χει φυτρώσει ασφοδίλι.
Κράζει η γραφή αναπαμό
στο μαρμαρένιο προσκεφάλι,
με νανουριστικό ρυθμό
ένα πουλί πάνω του ψάλλει.
Κι είναι το σκέπασμα στυφή,
σκληρή μια χωματένια στρώση,
με δάκρυα μια οικεία μορφή
ποτίζει αυτό να μαλακώσει
Κι αν κλαίει δεν είναι που η γη
σκέπασ’ ένα άψυχο κουφάρι,
μα είναι της μάνας η στοργή
στο που κοιμάται παλικάρι.
__________
Μικρό παιδάκι ήταν, ένα αγέρι
που δρόσισε για λίγο την καρδιά του,
μα ήρθε και του τ’ άρπαξε ένα χέρι
ψυχρό κι ήταν το χέρι του θανάτου.
Και τώρα να μπροστά του δίχως νεύμα,
του έμοιαζε σα παιδικό παιχνίδι
να λείπει απ’ το κορμάκι του το πνεύμα
σε μακρινό και αγύριστο ταξίδι.
Τον είχαν ζώσει τώρα οι εικόνες,
σκεφτότανε πως το ‘βλεπε να παίζει,
να πέφτει, να χτυπάει τους αγκώνες
και να βοηθά τη μάνα στο τραπέζι.
Μα τώρα οι εικόνες περισσεύουν
και έχει μείνει η εικόνα του θανάτου
κι οι γύρω του που τον κουτσομπολεύουν:
«κοιτάτε τον! Θέλει να πάει κοντά του».
Γιώργος Ανυφαντής
Ιατροδικαστική Έκθεση
Σήμερα, πρώτη του μηνός στη Σαλονίκη,
το βρέφος τούτο, μούφεραν νεκρό.
Κιʼ ανοίγοντας το στήθος το μικρό
είδα βαθιά κοιτάζοντας με φρίκη,
πως είχε στο πνευμόνι τρυπηθεί.
Κιʼ ήταν αυτή αιτία του θανάτου.
Μα θάχε απʼ το Θεό αγαπηθεί:
Στη ράχη ξεφυτρώναν τα φτερά του.
Σπύρος Αραβανής
Ο λαιμός (Το νεκρό νεογνό)
Δεν θυμάμαι ποτέ να του πέρασαν σταυρουδάκι
στο λαιμό,
ούτε κι έβαλαν ποτέ καμιά καδένα γύρω.
Όταν ρωτούσαν
«γιατί είναι πάντα έτσι γυμνό το δέρμα του;»
μίλαγαν για ερεθισμούς και εξανθήματα.
Κάποτε μεγάλωσε
και δεν χώραγε πια στον τάφο.
Τότε έσπευσαν
να του κόψουν τον χωμάτινο λώρο
γιατί κινδύνευε
να πνιγεί
για δεύτερη φορά.
Πέτρος Γκολίτσης
GEORG BASELITZ
Σακάτικο παιδί
έρχεσαι ανάποδα
σε κατεβάζουν με κλωστή
«Τι θέλεις;»
«Ήρθα να πάρω τη θέση του παιδιού σου
του μόνου σου παιδιού»
ανοιγοκλείνοντας το στόμα του απαντά
χωρίς να ακούγεται
το στόμα του
δεν σχηματίστηκε ποτέ
πρόσωπο παραμορφωμένο
με κίτρινο και πύο
γωνίες μαύρες
και άσπρες επιφάνειες
σκουριά και ροζ
σπιράλ τα μάτια Του
πλησιάζουν και απομακρύνονται
στα μαύρα μας σκοτάδια
Σακάτικο παιδί συγχώρεσε με
σου το ζητώ
ως κάτι το υπαρκτό!
Δημήτριος Μουζάκης
*
Έχει δύναμη το πλήθος
όμως δεν είναι η πείνα του
η εξαθλίωσή του.
Όλοι οι εξουσιαζόμενοι
είναι έτοιμοι να συναινέσουν
στην πείνα του πλήθους
αν γίνουν εξουσιαστές.
Ώσπου νʼ αλλάξει αυτό το ήθος
η δύναμη του πλήθους
δε δικαιώνει την εξέγερση.
Το παιδί φλογίζεται αγέννητο
σε νεκρό κορμί.
Παναγιώτης Πάκος
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Στου θεού την αγκαλιά,
παιδάκι μου, κοιμήσου
κι απ΄τους αγγέλους ζήτησα
να μη σου τραγουδήσουν
από τον ύπνο το γλυκό
να μη σε ξυπνήσουν.
Στου θεού την αγκαλιά,
παιδάκι μου, κοιμήσου
κι απ’ τους αγγέλους ζήτησα
τ’ αστέρια όλα να σβήσουν-
φως να μη δω και θυμηθώ
τ’ αστέρι μου πως ήσουν.
νικηφόρος τζιμιτζάς
για σένα πούφυγες προτού να σε γνωρίσω
δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω για σένα
εδώ είναι άγρια θεριά
που τρώνε τα μικρά παιδιά
θα τρώγανε και σένα
στερνό αντίο
γειά χαρά
με λίγα χάδια και φιλιά
στα χείλη σου δοσμένα
δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω το Σούλι
εδώ είναι μάνας μούλοι
σκοτώνουν τα παιδιά τους
και πίνουν στην υγειά τους
Μαγγανή Χρυσούλα
Το ΜΟΙΡΟΛΟι ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ
Η ΘΛΙΨΗ ΜΕΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
Η θλίψη μες τα μάτια σου σημάδι ήταν του χάρου
που ήρθε γιε μου μιαν αυγή το νήμα να σου κόψει,
γιατί τη θλίψη όσοι έχουνε στα μάτια ,μου το λέγαν,
πως είναι ολιγόζωοι και νέοι θα πεθάνουν.
Τα μάτια εκείνα τα μελιά, που αγνάντευαντον κόσμο,
σα δυο καράβια στο βορά σφυρίζανε και φεύγαν
κι εγώ το μάντευα, θαρρείς και μάγισσες μου το παν
πως μαύρα θ’ ανοιγες πανιά γι’ αλαργινό ταξίδι.
Μέσα στα μάτια σου η αυγή, το φως μες την καρδιά σου
και μες τα χέρια σου η αστραπή το άδικο να καίει
κι εγώ φωτιά πυρούμενη π’ ανάβει και θεριεύει,
γιατί το ξερα σπλάνο μου το τέλος σου ποιο θα ταν.











Ανθολογία παιδικού θανάτου; Μακάβριο βίτσιο! Αλλά, ναι, Τρακλ, Σεβαστιανός στο Όνειρο, και…Έλιαν: πολύ πιθανό να πρόκειται για αναφορά στην αποβολή που υπέστη η αδερφή του, μετά από εγκυμοσύνη λόγω του αδερφού της;
http://www.youtube.com/watch?v=xuC2eRqCq_k
Nikos Skalkottas (1904-1949): La Fanciulla e la Morte
(το Κοριτσάκι και ο Θάνατος)
Προτείνω – για το ενδιαφέρον αυτό θέμα – μια διερευνητική επίσκεψη στα νεκροταφεία του Ζωγράφου και αλλού. Έχει πολλά κανείς για να συλλέξει, γνωστά και άγνωστα ποιήματα, αυθόρμητα, ερασιτεχνικά ή μη, ακόμη και ποιήματα των ίδιων των παιδιών πριν απ’ τον θάνατό τους. Βεβαίως, πολλά μπορεί να αντλήσει κανείς και από τα μοιρολόγια.
Καλή Επιτυχία!
Der Erlkönig, J.W. von Goethe
Who rides there so late through the night dark and drear?
The father it is, with his infant so dear;
He holdeth the boy tightly clasp’d in his arm,
He holdeth him safely, he keepeth him warm.
“My son, wherefore seek’st thou thy face thus to hide?”
“Look, father, the Erl King is close by our side!
Dost see not the Erl King, with crown and with train?”
“My son, ’tis the mist rising over the plain.”
“Oh, come, thou dear infant! oh come thou with me!
For many a game I will play there with thee;
On my beach, lovely flowers their blossoms unfold,
My mother shall grace thee with garments of gold.”
“My father, my father, and dost thou not hear
The words that the Erl King now breathes in mine ear?”
“Be calm, dearest child, thy fancy deceives;
the wind is sighing through withering leaves.”
“Wilt go, then, dear infant, wilt go with me there?
My daughters shall tend thee with sisterly care
My daughters by night on the dance floor you lead,
They’ll cradle and rock thee, and sing thee to sleep.”
“My father, my father, and dost thou not see,
How the Erl King is showing his daughters to me?”
“My darling, my darling, I see it aright,
‘Tis the aged grey willows deceiving thy sight.”
“I love thee, I’m charm’d by thy beauty, dear boy!
And if thou aren’t willing, then force I’ll employ.”
“My father, my father, he seizes me fast,
For sorely the Erl King has hurt me at last.”
The father now gallops, with terror half wild,
He holds in his arms the shuddering child;
He reaches his farmstead with toil and dread,—
The child in his arms lies motionless, dead.
Κάποιος το ‘χει μεταφράσει στα ελληνικά… δε θυμάμαι ποιός. Ορίστε κ η σελίδα του wikipedia:
http://en.wikipedia.org/wiki/Der_Erlk%C3%B6nig
Βιβλιογραφική αφετηρία είναι και το ακόλουθο σύγγραμμα του Philippe Aries, Essais sur l’ histoire de la mort en Occident, 1975.
… καθώς και το σύγγραμμα του Douglas J. Davies “Θάνατος – Μια Σύντομη Ιστορία”, Εκδ. Πολύτροπον.
Εκ των ων ουκ άνευ, όπως και του Παλαμά, ”Ο Βορειάς που τ’ αρνάκια παγώνει”, του Ζαλοκώστα, 1848. (Αν μάλιστα έκανε κανείς πως δεν έβλεπε το τελευταίο τετράστιχο με το δίδαγμα… είναι ένα αριστούργημα το ποίημα αυτό)
Alban Berg: Violin Concerto “To the Memory of an Angel”
http://www.youtube.com/watch?v=LtMAz70lFX8
http://www.youtube.com/watch?v=ZfoACCiSAx0&feature=related
Κωστής Παλαμάς- Ο Τάφος
‘Αφκιαστο κι αστόλιστο
του Χάρου δε σε δίνω.
Στάσου με τ’ ανθόνερο
την όψη σου να πλύνω.
Το στερνό το χτένισμα
με τα χρυσά τα χτένια,
πάρτε απ’ τη μανούλα σας,
μαλλάκια μεταξένια.
Μήπως και του Χάροντα,
καθώς θα σε κοιτάξει,
να του φανείς αχάϊδευτο
και σε παραπετάξει!
Στο ταξίδι που σε πάει
ο μαύρος καβαλάρης,
κοίταξε απ’ το χέρι του
τίποτε να μη πάρεις.
Κι αν διψάσεις μη το πιεις
απο τον κάτω κόσμο
το νερό της αρνησιάς,
φτωχό κομμένο δυόσμο!
Μη το πιεις κι ολότελα
κι αιώνια μας ξεχάσεις,
βάλε τα σημάδια σου
τον δρόμο να μη χάσεις
κι όπως είσ’ ανάλαφρο,
μικρό σα χελιδόνι
κι άρματα δε σου βροντάν
παληκαριού στη ζώνη,
κοίταξε και γέλασε
της νύχτας το Σουλτάνο,
γλίστρησε σιγά-κρυφά
και πέταξ’ εδώ πάνω
και στο σπίτι τ’ άραχνο,
γυρνώντας, ω ακριβέ μας,
γίν’ αεροφύσημα
και γλυκοφίλησε μας!
Θέλει ψάξιμο…
Ας πούμε, στο
http://polyphonic.forumotion.com/forum-f7/topic-t243.htm
ΚΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΣ ΚΑΡΔΟΥΛΑ ΜΟΥ
Κει που θα πας καρδούλα μου, στη σκάλα που θ’ ανέβεις,
Θα βγουν οι νιοι, θα βγουν οι νιες, θα βγουν τα παλικάρια
Να σε δεχτούν και να σε ιδούν, να πιάκουν τ’ άλογό σου,
Κι ο μαύρος καμαρώνοντας θα σειέται, θα λυγιται.
Κι αν σε ρωτήσουν, γιόκα μου, κι αν θα σου ειπούν, παιδί μου,
«Σαν τι μαντάτα ήφερες απ’ τον Απάνω κόσμο;»
Πες τους οι μάνες φλίβονται για τα καψοπαίδια τους,
Που τάφαγεν η μαύρη γης και τα’ άραχνο το χώμα.
ΕΙΣ ΥΙΟΝ (2ο)
Εσύ, παιδί μ’ εκίνησες να πας ‘ς τον κάτου κόσμο,
κι αφήνεις τη μανούλα σου πικρή, χαροκαμένη•
παιδάκι μου, τον πόνο σου, που να τον απιθώσω,
που κι αν τον ρίξω τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες,
κι αν τον αφήσω ‘ς τα κλαριά, τον παίρνουν οι διαβάτες,
κι αν τον αφήσω ‘ς τα κλαριά, τον παίρνουν τα πουλάκια•
που να βαλθούν τα δάκρυα μου για τον ξεχωρισμό σου;
Αν πέσουνε ‘ς τη μαύρη γης, χορτάρι δεν φυτρώνει,
αν πέσουν ‘ς τον ποταμό, ο ποταμός θα στύψει,
αν πέσουν ‘ς τη θάλασσα, πνίγονται τα καράβια,
κι αν τα σφαλίσω ‘ς την καρδιά γλήγορα σ’ ανταμώνω.
ΕΙΣ ΥΙΟΝ ΑΡΤΙ ΘΑΝΟΝΤΑ
Μ’ έμασε, γιε μ’ ο πόνος σου, μ’ έπνιξε ο καημός!
– Σ’ έμασε, μάνα, ο πόνος μου, σ’ έπνιξεν ο καημός μου;
εσύ τη στράτα ξέρεις την, το μνήμα μ’ το γνωρίζεις,
κάμε τα χέρια σου τσαπιά, την πλάκα παραπέρα,
και τράβα το μαντήλι μου από το πρόσωπό μου,
κι αν μ’ εβρείς ασπροκόκκινον, σκύψε κι αγκάλιασέ με•
Στες τρεις πήρα κι αράχνιασα, εις τες εννιά μυρίζω,
κι απ’ τες σαράντα κ’ ύστερα αρμούς αρμούς χωρίζω.
ΜΙΑ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Μια συννεφιασμένη μέρα
και μια σκοτεινή βραδιά,
Μας βούλιαξε μια βαρκούλα,
μας πνιγήκαν δυο παιδιά.
Μας πνίγηκε κι ο Νίκος
που ‘ταν ο μοναχογιός.
Κόκκινη ήταν η βαρκούλα
κι άσπρος ήταν ο γιαλός.
Τ’ άκουσε η μάνα του Νίκου,
τάζει λίρες εκατό,
Για να βγάλουνε το Νίκο,
ζωντανό απ’ το γιαλό.
Θάλασσα δεν τρώει λίρες,
θάλασσα δεν τρώει φλωριά,
τρώει νιους και παλικάρια,
των μανάδων τα παιδιά…
http://www.paidika.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=489&Itemid=83&PHPSESSID=6cf9adc619f1ed072b9146d453016616
(το περνώ κυρίως για τους πρώτους στίχους της δεύτερης στροφής)
Μάνα με τους εννιά τους γιούς και με τη μια την κόρη
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη.
Την είχες δώδεκα χρονώ και ήλιος δεν σου την είδε.
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος θέλει.
«Μάννα μου, κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν παμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε».
«Φρόνιμος είσαι, Κωνσταντή, μ’ άσκημα απηλογήθης.
Κι α’ μο ‘ρτει, γιε μου, θάνατος, κι α’ μο ‘ρτει γιε μου αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;»
«Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω».
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδελφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάννα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωνσταντίνου το μνημιό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
Το τάξιμο που μου ‘ταξες πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και την βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε και ο Κωνσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Αιντε αδερφή, να φύγουμε, στη μάννα μας να πάμε».
«Αλίμονο, αδερφάκι , και τι ‘ναι τούτη η ώρα;
Ανίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω»’
«Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως κι αν είσαι».
Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.
Στη στράτα που διαβαίνανε, πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μον’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!»
«Ακουσες, Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;»
«Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους!»
«Ακουσες, Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους».
«Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν».
«Φοβούμαι σ’ αδερφάκι μου και λιβανιές μυρίζεις».
«Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Αη Γιάννη
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε:
Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή και ράγισε η καρδιά της.
«Ακουσες, Κωνσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;»
«Αφησ’ Αρέτω τα πουλιά κι ό,τι κι α’ θέλ’ ας λέγουν».
«Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου και πού είναι η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;»
Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».
Αυτού σιμά αυτού κοντά, στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δένδρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Χτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος, διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου, φύγε
κι αν είσαι ο πικροχάροντας άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα».
«Σήκω, μαννούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάννα».
«Ποιος είναι αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάννα;»
«Ανοιξε, μάννα μου, άνοιξε, κι εγώ είμαι η Αρετή σου».
Κατέβηκε αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.
Παιδικός ή εμβρυακός θάνατος:
GEORG BASELITZ
Σακάτικο παιδί
έρχεσαι ανάποδα
σε κατεβάζουν με κλωστή
«Τι θέλεις;»
«Ήρθα να πάρω τη θέση του παιδιού σου
του μόνου σου παιδιού»
ανοιγοκλείνοντας το στόμα του απαντά
χωρίς να ακούγεται
το στόμα του
δεν σχηματίστηκε ποτέ
πρόσωπο παραμορφωμένο
με κίτρινο και πύο
γωνίες μαύρες
και άσπρες επιφάνειες
σκουριά και ροζ
σπιράλ τα μάτια Του
πλησιάζουν και απομακρύνονται
στα μαύρα μας σκοτάδια
Σακάτικο παιδί συγχώρεσε με
σου το ζητώ
ως κάτι το υπαρκτό
http://www.poiein.gr/archives/10450/index.html
Διονυσίου Σολωμού:
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΗΣ
Πες μου, θυμάσαι, αγάπη μου, εκείνη την παιδούλα
οπού ‘χε στα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα;
[…]
Τη μαύρη! την απάντησα το χάραμα στο δρόμο
αλλά την κόρη τέσσεροι την είχανε στον ώμο.
[…]
Η ΨΥΧΟΥΛΑ
Ωσάν γλυκόπνοο
δροσάτ’ ααεράκι
μέσα σε ανθότοπο
κειο το παιδάκι
την ύστερη έβγαλε
αναπνοή.
Και η ψυχούλα του
εις τον αέρα
γλήγορα ανέβαινε
προς τον αιθέρα
σαν λιανοτρέμουλη
σπίθα μικρή.
[…]
ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΑΝΕΨΙΑΣ
Καθώς μένεις εις το νου μου
όσο ζω και εις την καρδιά,
μείνε τέκνο του αδελφού μου
εις τα μάτια μου ομπροστά.
Μείνε-επάλευε το σώμα
η ψυχή σου, για να βγη,
και συχνάνοιγες το στόμα
και δεν ήξερες γιατί.
[…]
Γλυκοί εστάθηκαν και πλάνοι
των γονιών σου οι στοχασμοί,
γάμου εβλέπανε στεφάνι
κι άλλο φόρεσες εσύ!
Δεν είναι ποίημα, αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να το θυμίσω.
Όταν ο Αραφάτ είχε έρθει στην Ελλάδα και για να πει με τον περιεκτικότερο και συντομότερο τρόπο τι γίνεται στην Παλαιστίνη ανέφερε το εξής, από τον Επιτάφιο του Περικλή:
«Ειρήνη είναι όταν τα παιδιά θάβουν τους γονείς τους και πόλεμος όταν οι γονείς θάβουν τα παιδιά τους»
Οι ποιητικές εκφάνσεις της λατρείας των νεκρών, και πιο συγκεκριμένα των παιδιών, δε μπορούν να ειδωθούν ξέχωρα από τα αντίστοιχα ήθη και τις σχετικές τελετουργίες που επικράτησαν ανά εποχές. Πολύ συνηθισμένο φαινόμενο στην ανατολική Μεσόγειο, πριν μερικές χιλιάδες χρόνια, ήταν να θάβονται τα παιδιά κάτω από τα δάπεδα των σπιτιών, αλλά εδώ απουσιάζουν βέβαια οι γραπτές μαρτυρίες. Εξάλλου η παιδική θνησιμότητα ήταν πολύ μεγαλύτερη πριν μερικές δεκαετίες, και έχει αποτυπωθεί και εικονιστικά, για παράδειγμα από τον Ernst Barlach.
Γιώργο, μου θύμησες αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=J6s63RaVi4Q
Σχολιαστή, θα συμφωνήσω μαζί σου. Μόνο διαπολιτισμική μπορεί να είναι μια τέτοια προσέγγιση, καθώς και το συναίσθημα μια κοινωνική κατασκευή είναι…
Και κάτι τελευταίο, αλλά και απέραντο ζήτημα: επιτύμβιες επιγραφές.
Καλημέρα σας! Είμαστε οι φοιτήτριες αρχιτεκτονικής, όχι με το μακάβριο βίτσιο, αλλά με θέμα την ανάδειξη μιας αρχαίας νεκρόπολης βρεφών στην Αστυπάλαια. Η χρονική ταύτιση γέννησης και θανάτου – το τέλος πριν την αρχή – είναι το γεγονός που μας κινεί στη σύνθεσή μας, μέσα από την οποία θέλουμε ο καθένας να βιώνει αυτή τη ΜΕΓΑΛΗ χαρά, ελπίδα και προσμονή για ένα επικείμενο θαύμα, όπως αυτό της γέννησης και τελικά την απρόσμενη και αιφνίδια ακύρωσή του – θάνατος. Τη βίαιη συντριβή του ονείρου και της μοναδικότητάς του. Μας ενδιαφέρει αυτό το δίπολο θαύματος και δυστυχήματος / προσμονής της γέννησης και θανάτου και τα απαρομοίαστα συναισθήματα που εγείρουν. Ελπίζουμε να βοηθάμε και εμείς περισσότερο εκφράζοντας όσο μπορούμε καλύτερα αυτό που αναζητούμε, που τελικά δεν είναι μόνο αυτός ο μοναδικός θάνατος αλλά και η μοναδικότητα της γέννησης. Έχουμε συγκινηθεί πολύ από την προθυμία και το ενδιαφέρον όλων. Και οι μουσικές συνθέσεις είναι κάτι που ψάχνουμε, όπως και θεατρικά, κινηματογράφος, ζωγραφική, γλυπτική, εγκαταστάσεις.
Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για ακόμη μια φορά.
για σένα πούφυγες προτού να σε γνωρίσω
δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω για σένα
εδώ είναι άγρια θεριά
που τρώνε τα μικρά παιδιά
θα τρώγανε και σένα
στερνό αντίο
γειά χαρά
με λίγα χάδια και φιλιά
στα χείλη σου δοσμένα
δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω το Σούλι
εδώ είναι μάνας μούλοι
σκοτώνουν τα παιδιά τους
και πίνουν στην υγειά τους
Δώδεκα αγόρια του σχολειού κι η Χριστινιώ μια τάξη
μη βρέξει και μη στάξει
Τ’ αγόρια τ’ ορκιστήκανε στην παλικαροσύνη
να κλέψουν τη Χριστήνη
Βαρκούλαν αρματώνουνε με σταυρωτό πανάκι
Χριστίνα, Χριστινάκι
Έμπα καλή στη βάρκα μας, να πάμε και να ‘ρθούμε
τραγούδι που θα πούμε
Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε στου Ζέφυρου το χάδι
το όμορφο του το βράδυ
Σπαρμένο χρυσολούλουδα το πέλαγο λιβάδι
το όμορφο του το βράδυ
Το Χριστινάκι τραγουδά, της βάρκας κυβερνήτης
γλυκιά που είν’ η φωνή της
Και λέει τραγούδι του έρωτα και για τον πόθο λέει
για το φιλί που καίει
Γέλια τραγούδια σώπασαν, τ’ αγόρια συμπαλεύουν
μοχτούν, φιλί γυρεύουν
Κανείς δεν είναι στο κουπί, κανείς και στο τιμόνι
λαχτάρα που τούς ζώνει
Κι η βάρκα η ποθοπλάνταχτη πάει στων νερών τα βάθη
με του έρωτα τα πάθη
Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά, τους νιους, τους μαθητάδες
τις δώδεκα μανάδες
Μόν’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά, το λυγερό κορμάκι
τ’ αγρίμι το ελαφάκι
Που ήτανε δώδεκα χρονών, παρθένα Παναγιά μου
κι έλαμπε η γειτονιά μου
Βασίλης Ρώτας
…ήταν παιδί στα δεκαεφτά
που τώρα έχει πετάξει
ποιος θα σου φέρει αγάπη μου
το γράμμα που ‘χα τάξει
και σαν πουλί που πέταξε
η πικραμένη του ζωή,
πέταξε πάει και τού ‘φυγε
η δροσερή πνοή
Ποιος θα σου δώσει αγάπη μου
το τελευταίο φιλί μου
Ο ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεφτά του χρόνια
κι ήταν αυτός η αγάπη μου,
η κουρασμένη του σκιά τώρα πετά στα κλώνια,
φέρνει δροσιά στ’ αηδόνια
Ποιος θα σου δείξει αγάπη μου
πού ‘ναι του ονείρου ο δρόμος
αφού πεθάναμε μαζί εγώ κι ο ταχυδρόμος
Μάνος Χατζιδάκις
Nίκος Γκάτσος
Κραυγές για ενός αγγέλου μνήμη
(Ένα τανγκό για την Alma Mahler)
Κοιμάται τώρα η Μανόν
στη βασιλεία των ουρανών
κι η Aλμα πάνω στο κρεβάτι
θυμάται μ’ άγρυπνο το μάτι
παύσεις, διαστήματα και ήχους
καμπύλες, άξονες και τοίχους.
Όλα βουλιάξανε στη δόξα
σα μυθικά ουράνια τόξα
όμως εγώ θα βγαίνω μόνη
στης νύχτα τ’ άχαρο μπαλκόνι
να δω μακριά στους γαλαξίες
ανυπεράσπιστες αξίες
ν’ ακούσω πάλι μια βραδιά
τραγούδια για νεκρά παιδιά
και κάτω απ’ τ’ ουρανού τ’ ασήμι
κραυγές για ενός αγγέλου μνήμη.
Βάλτερ, Γουσταύε, Aλμπαν, φίλοι
μέσα στη δίνη των μηνών
κι από Απρίλη σε Απρίλη
μη λησμονάτε τη Μανόν
στην ερημιά των ουρανών
(σχόλιο 15)
* από τον Ηρόδοτο
(με βάση διορθώση που έγινε)
Παρά την επιβεβλημένη αλλαγή πλεύσης, λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος της διατριβής, εμείς συνεχίζουμε…
“Αγαπητέ Θεέ,
Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σου γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο.
Σου το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω. Γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους”.
Έρικ Εμανουέλ Σμιτ, “Αγαπητέ Θεέ”, εκδ. Opera, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.
(Μια υπέροχη επιστολογραφία προς τον Θεό ενός παιδιού που έπασχε από ανίατη ασθένεια και πέθανε στο Νοσοκομείο).
Εν τω μεταξύ, από το πρωί έχω διαρκώς στο μυαλό μου το “Ασμα Ασμάτων” του Καμπανέλλη.
http://www.youtube.com/watch?v=i3wai0hP8kk
αφιερωμένο στο Γιώργη Πρίμπα!
(μπορείς να βρεις τους στίχους του Αργύρη Χιόνη;
ένα παιδί θαμένο έγινε αχινός…)
Το ωραίο καλοκαίρι
Στίχοι: Αργύρης Χιόνης
Μουσική: Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας
Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο
Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω
Μια πάλευκη τουρίστρια απ’ το βορρά
τα ‘φτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απ’ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού
Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν
του φάγαν την καρδιά
Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Ν’ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο
Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο
ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
κανείς δεν ξέρει
(YΓ. την αφιέρωση θα τη δω το βράδυ αφού το γιουτούμπι τον έχουν στα μαύρα κατάστιχα στο server στο γραφείο)
Ω ανήμπορο ποίημα
ανήμπορο ανήμπορο
ατελέσφορο.
Οι νεκροί
δεν ανασταίνονται.
Υπάρχουν.
Γιάννης Ρίτσος, Τα χάρτινα (1970-1974)
Λευκό κρεβάτι, παγερό,
μοναχικό στο ήσυχο δείλι
και το στολίζει το ιερό
που ‘χει φυτρώσει ασφοδίλι.
Κράζει η γραφή αναπαμό
στο μαρμαρένιο προσκεφάλι,
με νανουριστικό ρυθμό
ένα πουλί πάνω του ψάλλει.
Κι είναι το σκέπασμα στυφή,
σκληρή μια χωματένια στρώση,
με δάκρυα μια οικεία μορφή
ποτίζει αυτό να μαλακώσει
Κι αν κλαίει δεν είναι που η γη
σκέπασ’ ένα άψυχο κουφάρι,
μα είναι της μάνας η στοργή
στο που κοιμάται παλικάρι.
__________
Μικρό παιδάκι ήταν, ένα αγέρι
που δρόσισε για λίγο την καρδιά του,
μα ήρθε και του τ’ άρπαξε ένα χέρι
ψυχρό κι ήταν το χέρι του θανάτου.
Και τώρα να μπροστά του δίχως νεύμα,
του έμοιαζε σα παιδικό παιχνίδι
να λείπει απ’ το κορμάκι του το πνεύμα
σε μακρινό και αγύριστο ταξίδι.
Τον είχαν ζώσει τώρα οι εικόνες,
σκεφτότανε πως το ‘βλεπε να παίζει,
να πέφτει, να χτυπάει τους αγκώνες
και να βοηθά τη μάνα στο τραπέζι.
Μα τώρα οι εικόνες περισσεύουν
και έχει μείνει η εικόνα του θανάτου
κι οι γύρω του που τον κουτσομπολεύουν:
«κοιτάτε τον! Θέλει να πάει κοντά του».
__________
(δυο ανώνυμα του Κώστα του Σφενδουράκη)
[…] το δύστυχο τετράχρονο παιδί του είχε λίγους μήνες ζωής, σύμφωνα με τους γιατρούς.
Βαδίζαμε αμίλητοι. Καθώς περνούσαμε σε μικρή απόσταση από το σπίτι του Νικολαΐδη, μας πρότεινε να δούμε το μονάκριβο παιδί του, έστω για μια στιγμή. […]
Κάτι μέσα μου έλεγε ότι ο θάνατος είχε εγκατασταθεί εδώ. Έκανα μία κίνηση απόγνωσης κι απομακρύνθηκα, γιατί δεν άντεχα στον πόνο. Κουρελιαζόμουν γρήγορα. Πώς τάχα να ’νιωθε ο πατέρας και πώς το άντεχε αυτό; […]
Το παιχνίδι στο οποίο μετέχω αναγκαστικά δεν είναι ασφαλώς το πιο καλά επινοημένο. Οι όροι του οδηγούν αναπόφευκτα στη συντριβή μου. Εάν δεχτώ πως κάποιος έβαλε αυτούς τους όρους, τότε αυτός ο κάποιος -είτε Θεό τον πω είτε Δημιουργό- είτε δεν παίρνει σοβαρά τη ζωή, όπως την παίρνουμε εμείς, ή δεν έχει καμιά σχέση με την ηθική.
Με συγκλονίζει προπαντός το γεγονός πως η ζωή στηρίζεται στην καταβρόχθιση άλλων ζωών, πως είναι ριζικά ένα φαινόμενο αλληλοσπαραγμού. Ακόμα και στο ίδιο μου το σώμα εκατομμύρια «στρατιώτες» εξοντώνουν εκατομμύρια εισβολείς, που όμως δεν μπορούν αλλιώς να ζήσουν… Αφήνω κατά μέρος τις μωρές απόψεις πως ο θεός έπλασε τα διάφορα όντα μόνο για να τα τρώμε. Γιατί λοιπόν αυτός ο αλληλοσπαραγμός των όντων; Ποιος προγραμμάτισε αυτήν την τρέλα; Ως παντοδύναμος, μπορούσε λ.χ. να κάνει να τρε-φόμαστε με φως, που αφθονεί στο σύμπαν. μπορεί να την αντιληφθεί ο άνθρωπος. Γιατί με σκέψεις εντελώς εξωανθρώπινες τα πάντα δικαιολογούνται. […]
Απ’ τους θανάτους, ο πιο φριχτά παράλογος και εγκληματικός είναι ο θάνατος των παιδιών. Εδώ αμέσως καταργείται κάθε ιδέα ενοχής -μια βάναυση ιδέα, ακόμα και για τους μεγάλους- και μένει η απόλυτη αναλγησία. Πες με, αν θες, αθεϊστή, αλλά είμαι άνθρωπος και σκέφτομαι ανθρώπινα. Αν ήμουν άγγελος, ίσως σκεφτόμουνα αλλιώτικα, αν και γι’ αυτό αμφιβάλλω…[…]
(Τάσος Φάλκος, Τουρκές η νύχτα, εκδ. Ζήτρος 2009)
http://artgolitsis.blogspot.com/2010/06/blog-post.html
ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
ενός βρέφους που κάηκε ζωντανό
Μέσα σε τούτο το σκοτεινό δωμάτιο
Έκλεισα τις πόρτες, τα παράθυρα, τις ρωγμές
Για να μη μπαίνει αβεβαιότητα
Για να μη μπαίνει αυτή που κόβει λουλούδια στον κήπο.
Με τη σάρκα μας πολύτιμη σαν Όνειρο
-Άνεργα τα μέλη κι ενωμένα – πλαγιασμένοι
Σε μιας γυναίκας τη βαθιά κι ατέρμονη σκιά
δε νιώθουμε τους άλλους – είναι αέρας
δε νιώθουμε τον ίδιο μας το θάνατο-
Είναι ένας κάποιος άλλος.
Μέσα σε τούτο το σκοτεινό, το ευρύχωρο δωμάτιο
Χρόνια τώρα βασανίζουν κάποιον.
Παίζουν με τις αισθήσεις του μπροστά στην ψυχή του.
Πρωί-βράδυ, πρωί-βράδυ.
Μιλώ για το φεγγάρι, το στήθος της, τη θάλασσα
Τα φώτα των νερών από την πολιτεία.
Κοπιάζει η ψυχή μου μπροστά σ’ όλα αυτά
Δίχως να ξέρει τι πρέπει να κάνει.
Χρόνια τώρα μάχεται για μια πράξη αληθινή…
Συ που με βασανίζεις
Δώσε στα μέλη μου φωτιά
Δώσε στο κορμί μου το μαρτύριο (συ που καις τα βρέφη).
Δείξε την κακία σου και σε μένα,
Χωρίς περιστροφές.
ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ
Ο κυρ Βοριάς παράγγειλεν ούλω των καραβιώνε:
«Καράβια πʼ αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε,
εμπάτε στα λιμάνια σας, γιατί θε να φυσήξω,
νʼ ασπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρυές βρυσούλες,
κι οσά ʼβρω μεσοπέλαγος, στεριάς θε να τα ρίξω».
Κι όσα καράβια τʼ άκουσαν, όλα λιμάνι πιάνουν,
του κυρ Αντριά το κάτεργο μέσα βαθιά αρμενίζει.
«Δε σε φοβούμαι, κυρ Βοριά, φυσήσεις δε φυσήσεις,
τι έχω καράβι από καρυά και τα κουπιά πυξάρι,
έχω κι αντένες προύντζινες κι ατσάλενα κατάρτια,
έχω πανιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω και καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια·
κι έχω και ναύτες διαλεχτούς, όλο άντρες του πολέμου,
κι έχω κι ένα ναυτόπουλο, που τους καιρούς γνωρίζει,
κι εκεί που στήσω μια φορά την πλώρη δε γυρίζω».
«Ανέβα, βρε ναυτόπουλο, στο μεσιανό κατάρτι,
για να διαλέξεις τον καιρό, να ιδείς για τον αέρα».
Παιζογελώντα ανέβαινε, κλαίοντας κατεβαίνει.
«Το τι είδες, βρε ναυτόπουλο, αυτού ψηλά που πήγες;»
«Είδα τον ουρανό θολό και τʼ άστρα ματωμένα,
είδα την μπόρα που άστραψε και το φεγγάρι εχάθη,
και στης Αττάλειας τα βουνά αστραχαλάζι πέφτει».
Ώστε να ειπεί, να καλοειπεί, να καλοκουβεντιάσει,
βαριά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει,
ασπρογυαλίζει η θάλασσα, σιουρίζουν τα κατάρτια,
σκώνονται κύματα βουνά, χορεύει το καράβι,
σπιλιάδα του ʼρθε από τη μια, σπιλιάδα από την άλλη,
σπιλιάδα από τα πλάγια του κι εξεσανίδωσέ το.
Γιόμισε η θάλασσα πανιά, το κύμα παλικάρια,
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλια πάγει.
Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται,
μα μια μανούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάνει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο,
πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα.
«Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
ποʼ ʼπνιξες το παιδάκι μου, πʼ άλλο παιδί δεν έχω».
«Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα,
μόνʼ φταίει ο πρωτομάστορας που φτιάνει τα καράβια».
ΔΗΜΟΤΙΚΟ
ΥΔΡΟΡΡΟΗ
Απαρηγόρητος
σαν μοβ πινελιά
σε σαπισμένο πορτοκαλί σωλήνα.
Υδρορροή.
Φτύνω αίμα
στων δρόμων το γκρίζο
καλώδιο
μύγες τυλίγω.
ΘΑΝΑΤΟς ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ.
Απόψε σηκώνεται η θάλασσα
σαν φούστα.
Φαίνονται
σίδερα παλιά και σκουριασμένα
δεν συνενώνονται
μήτε συνεννοούνται
πια
χαράζουν το υπόβαθρο
εκκρίνοντας πύο.
Πέτρος Γκολίτσης, «Η μνήμη του χαρτιού» (Σαιξπηρικόν, 2009)
http://www.youtube.com/watch?v=AscPOozwYA8
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πένθιμο τραγούδι της Επανομής
Θυμήσου το στίχο της «Αν το παιδί μου γεννηθεί νεκρό
θα ‘ναι δικό σου»
Αυτό που με θλίβει δεν είναι τα μάτια σου
σταλαματιές από φως παιχνιδίζουν στο τζάμι
μήτε πάλι τα χείλη σου
βάφουν με υδρόχρωμα τους αρμούς και περνούν σ’ άλλα χείλη
τα πολλά σου μαλλιά και οι ώμοι σου
υποφέρουν κι αυτά τη δική τους μακρόχρονη θλίψη
Αυτό που με τελειώνει στην άκρη μιας ήσυχης θάλασσας
κάτω απ’ τις κίτρινες λεύκες είναι η σκέψη σου
πως οι άνθρωποι θα γεννιούνται πάντοτε φρέσκοι
αυτό που με απελπίζει ολότελα είναι τα ποιήματα
γραμμένα από σένα υπακούνε στο μετάλλινο χτύπο τους
μέσα στην άσκοπη μηχανογράφηση της μνήμης
δε μου ανήκουνε, ούτε ανήκουν σε τούτη τη γη
Σ’ αυτή τη θάλασσα έχω ξανάρθει παιδί. Γυρίζω έρημος
ένα ποίημα προσμένω νεκρό
θα ‘ναι δικό σου
Ίσως ένα ποίημα που δεν αποτυπώθηκε σε κομμάτι χαρτιού αλλά σε ύφασμα, δημιουργία μιας γυναίκας που βίωσε την αποβολή του βρέφους της κατά συγκλονιστικό τρόπο είναι και ο πίνακας της ανεπανάληπτης Frida Kahlo με τίτλο Henry Ford Hospital του 1932. http://www.xiamenoilpainting.com/upload1/file-admin/images/new10/Frida%20Kahlo-457473.jpg
COME ANGELO TRA I VENTI
In un tempo sperduto tra i tempi
un ingrato figlio decise
di disfarsi della vecchia madre
tagliando a brandelli il suo corpo
furioso lo ammonticchio
macchiando di roso sangue un sacco
di tela caricato sulle spalle
Lungo il tragitto prima di deporla
nell’ ultima dimora egli sfinito
inciampó ad un macigno
ma al momento un urlo d’ animo ferito
d’ impeto esclamó ! Figlio mio ! Figlio mio !
Che Dio di salvi !
L’ ingrato figlio , avendo colto con rammarico
quell messaggio di salvezza !
Preso dal rimorso scosse la coscienza
volendo a tutti i costi ricomporre
quei brandelli e sul misfatto corpo
nell’ interrotto pianto si accasció !
Ma l’ etereo spirit vivente di madre
proteggento il suo ritorno a mani vuote
sull’ amato figlio aleggiava
Come Angelo tra i Venti
Raffaella Guerra
Ποιήματα του Γκέοργκ Τρακλ όπως οι Παρακλήσεις, Το τραγούδι του Κάσπαρ Χάουζερ, Γκρόντεκ, και άλλοι διάσπαρτοι στίχοι στα ποιήματα του, και αποσπάσματα αφορούν το θέμα.
http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com/2008/11/brenner-191415.html
http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com/2008/10/sebastian-im-traum-1915.html
http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com/2008/10/gedichte-1913.html
ΜΙΧΆΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΌΠΟΥΛΟΣ: Γκέοργκ Τρακλ: Δημοσιεύσεις στο περιοδικό Brenner [1914/15]. Επιλεγόμενα
mixalispapantonopoulos.blogspot.com
ΤΡΙΠΤΥΧΟΝ ΠΕΝΘΟΥΣ Ή ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ (από τη συλλογή Νήτη του Α. Πρόκου, Σέρρες, 1948)
ΙΙΙ
ΕΥΚΑ(Ρ)ΠΟΣ
Α…ΡΟΙΚΙΟΥ
(Ε)ΤΩΝ ΤΕΣ(ΣΑ-)ΡΩΝ ΗΜΙΣΥ
ΕΝΘΑΔΕ ΚΙΜΕ
Εσύ που ιδρώνεις με το δάκρυ μας , ω Λίθε,
μαζί σου ο πόνος μας στους αιώνες ας το πει:
Εδώ ‘ναι ασίγαστος ο θρήνος μας. Εκείθε
πυργώνει ο Χάρος ένα μύθο από σιωπή…
Φλουρί φορούσε στο λαιμό κωσταντινάτο,
το προσκεφάλι είχε σταυρώσει από βραδίς
θα ‘παιζε σπίτι με το σκύλο και το γάτο,
θα ‘ρχοντανε ύστερα τα χρόνια της σπουδής.
Σαν ένα χάδι τρυφερό καθώς εκείνο,
τώρα το πένθος μες στη μνήμη κατοικεί.
Πώς το λιμπίστηκες του κήπου μας το κρίνο;
Άστρο το φόρεσες, ω Νύχτα αρχοντική!
Ποιος θα γνωρίσει το αγγελούδι μας μες στ’ άλλα
σαν μας φωνάξει απ’ τον Παράδεισο όταν βγει,
αν χοές θα χύσουμε το μέλι και το γάλα
η χλόη του τάφου του να λύσει τη σιγή;
Είδε ακριμάτιστο το πρόσωπο του Υψίστου
και στ’άνθη χάρισε απ’ το μνήμα τη σποδό
ότι Αυτός του ‘δωκε: τη χάρη της Ψυχής του!
Είτανε ο σπόρος που δε βλάστησε ως εδώ!
Τη μέσα Κόλαση δεν είδε να πληθαίνει
(νερό όπως τρέχανε οι χαρές του απ’ τη ρουνιά)
εντός του αγέννητοι να ζούνε οι πεθαμένοι
και να τους θρέφει με το χέρι του φονιά.
Των Ερινύων δεν ακούστηκε το βήμα,
ούτε σαν ψίθυρος στο λίκνο του κρυφός,
μ’ αν πάντα η τύψη θα κολάζει κάθε κρίμα
είταν ο Αρχάγγελος στον ύπνο του ένα φως…
TO ΛΕΥΚΟ
“Μάνα πολύ μ’ αρέσει το λευκό
το φόρεμα μου τα λευκά φτερά”
έλεγε το λευκό κορίτσι
που δεν επρόλαβε να παντρευτεί
Ομως η μάνα του θυμάται
εκείνο το λευκό ξωκλήσι
τον ασβέστη
που τρύπαγε τα μάτια με καρφίτσες
άδειο ξωκλήσι
λεηλατημένο
που σκότωνε με τ’ άσπρο τα πουλιά
(Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005)
http://www.youtube.com/watch?v=NJ91PZaM1Ig
Στίχοι Βιζυηνού και υποδειγματική μελοποίηση του Γιάννη Σπανού. Για θάνατο μιλάει εδώ ή για ξενητεία;Του ίδιου και το “Ελεγείον εις μικράν ξανθήν”.
Επισήμανση προς τις δίδες Γιαλαμά-Παφίλη
Και φυσικά όλα αυτά τα ωραία και ποιητικά
ακόμη και στατιστικά (η παιδική θνησιμότητα
έχει ελαττωθεί τα τελευταία χρόνια ) για τα
πανάκριβα παιδιά του δυτικού αναπτυγμένου
κόσμου . Γιατί τα τριτοκοσμικά πηγαίνουν
άκλαυτα , κάθε επτά (7) δεύτερα.
http://www.youtube.com/watch?v=YAAQ3rqqklA&feature=related
Επιτρέψτε μου ένα μελωδικά λυπημένο ξεστράτισμα, και μετά αλεβουζάν. Πρόκειται για ένα τραγούδι σε στίχους της αδικημένης στιχουργού Ουρανίας Λιανδράκη και μουσική του Απόστολου Καλδάρα. Γράφτηκε μετά το θάνατο της κόρης του, νομίζω ότι αυτή ηταν και η αιτία που σταμάτησε να εμφανίζεται σε μαγαζιά.
Υ.Γ. Οι ενδιαφερόμενες ας κοιτάξουν και τα ποιήματα της Λιλής Ιακωβίδη. Στη συλλογή “Φωτεινές ώρες” (1932) υπάρχει το ποίημα “Στο άγαλμα της κορούλας μου”. Αν δεν απατώμαι υπέφερε από ψυχικό νόσημα, χάθηκε μια μέρα και τη βρήκαν μετά από μέρες νεκρή. Ανακαλώ πληροφορίες χρόνων και φυσικά θέλουν διασταύρωση πριν χρησιμοποιηθούν. Η Ιακωβίδη είχε και μια ποιητική συλλογή αφιερωμένη στην κόρη της; Δεν είμαι σίγουρος..
H Δημουλά επίσης έχει ένα ποίημα για έναν νεκρό έφηβο στην τελευταία-καινούργια ποιητική της συλλογή.
Επί ώρες προσπαθώ να θυμηθώ ποιο τραγούδι γνωρίζω που να αναφέρει τη λέξη ‘έμβρυο’. Με μία μικρή καθυστέρηση λοιπόν το βρήκα. Είναι του Κώστα Τριπολίτη από τον δίσκο “Επιβάτης” σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη.
ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΖΗΣΑ ΠΟΤΕ
Σαν να μην έζησα ποτέ
σαν έμβρυο μέσα στη φιάλη
με τη ζωή μου στη μασχάλη
θα τριγυρνάω στα στενά.
Σαν να μην έζησα ποτέ
Dunhill και Ronson και Cartier
δεν βρίσκω θέση να χωρέσω
Mobil, Juguar και Esso.
Σαν να μην έζησα ποτέ
σαν ν’ αποκλείστηκα στη μήτρα
φθαρμένα όνειρα για λύτρα
θα κουβαλάω στα στενά.
Υ.Γ. Έχει ενδιαφέρον πως η λέξη «μήτρα» κατά την ερμηνεία του τραγουδιού «μεταφράστηκε» σε νύχτα. Ενδεχομένως, η αρχική εκδοχή έπεφτε κομματάκι βαριά.
Επίσης ένα ποίημα της Joyce Mansour από την ποιητική συλλογή «Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια» σε μετάφραση Έκτορα Κακναβάτου.
Ο ΕΞΟΛΚΕΑΣ
Βασανιζόμενες από ντροπή
ντραμπαλιζόμενες πάνω στα ξυλοπόδαρά τους
δύο γυναίκες με μάτια τρελά
σηκώσαν τα φουστάνια τους τα μεσοφούστανά τους
τις αντένες τους
και χαϊδέψανε το μπούτι
τη γάμπα το γόνατο
Η στιγμή της παρθενιάς είχεν αποδράσει
και πίσω από το παραπέτασμα
μόρφαζε η νοσοκόμα.
Καλησπέρα σας,
Δύο ποιήματα που αφορούν στο θέμα με εμφανείς πολιτικές προεκτάσεις -ενός Κύπριου κι ενός Ιρλανδού.
ΩΔΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ
Stetson!
You who are with me in the ships at Mylae!
That corpse you planted last year in your garden,
Has it begun to sprout? Will it bloom this year?
T.S.ELIOT, “Η Έρημη Χώρα”.
Αυτός ο κάμπος π’ απλώνεται μπροστά μου καταπράσινος
στολισμένος με το κίτρινο της μαργαρίτας
με το κόκκινο της παπαρούνας
με το χαμόγελο της βιολέττας
αυτός ο κάμπος
ανοιχτός κάτω απ’ τις θερμές
αχτίνες του ήλιου φωτεινές
αυτός ο κάμπος
που μ’ ένα χάδι απαλό
δείχνει στην ψυχή μας το δρόμο της άνοιξης
σ’ αυτό τον κάμπο
που δοξάζει τον Κύριο και την ψυχή του ανθρώπου
σ’ αυτό τον κάμπο που δοξάζει το σώμα
και μουρμουρίζει το τραγούδι του ανθρώπου
σ’ αυτό τον κάμπο
κείτεται
σκοτωμένο
ένα Τουρκάκι.
Ένα συσπασμένο πρόσωπο
κομμένο απάνω στον πόνο,
ανάγλυφη
ανήλικη μάσκα
κομμένη στην αιωνιότητα για να ρωτά
αν ο τόπος ήταν πράγματι πολύ στενός
μέσα στο πανηγύρι της άνοιξης
για να ρωτά
αν υπάρχουν εθνότητες ανάμεσα στους λαούς της μαργαρίτας
για να ρωτά
ποιας εθνικότητας είναι το πράσινο χορτάρι.
Ζεσταίνει ο ήλιος τις ρίζες και το χώμα.
Ξεχειλίζει η αγάπη σαν δροσούλα
μέσ’ απ’ τα φύλλα και τους ανθούς της ψυχής του ανθρώπου
μέσα στην ανοιχτή ειλικρίνεια του κάμπου
και μια ανάγλυφη τρομερή μάσκα ενός παιδιού
κάτω απ’ το πολύ του ήλιου το φως
κινάει τα χείλη
και μιλεί: “Ευχαριστώ.
Με φέρατε σ’ αυτό το δρόμο.
Με φέρατε σ’ αυτό το τέλος. Ευχαριστώ σας
δικούς και ξένους”.
Γη μου! Κοίμησέ τον γλυκά,
νανούρισέ τον. Για σένα
η φωνή του ποιητή
ρωτάει και πάλι εφέτος
τους εμπόρους των πετρελαίων
και τους αποικιστές των πτωμάτων,
ρωτάει τον Στέτσον:
“Το κουφάρι που εφύτεψες πέρσι μέσα στον κήπο σου
άρχισε να βλαστάει, θ’ ανθίσει εφέτος;”
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ
ΚΑΤΑΘΕΣΗ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ 1975
&
ΤΟ ΒΟΡΕΙΟΙΡΛΑΝΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
δυο πιτσιρίκες
έπαιζαν κυνηγητό κοντά σ’ ένα αυτοκίνητο…
πόσες κομητείες θα ‘λεγες
ότι αξίζουν τα σκορπισμένα δάχτυλά τους;
DESMOND EGAN
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΤΦΡ. ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΚΙΝΗ, ΝΕΦΕΛΗ 2001
Για την ιστορία, η συντομότερη μορφή μικρού διηγήματος, μια ιστορία έξι λέξεων υπονοούμενης πλοκής, αποδίδεται στον Χέμινγουαιη: «Για πούλημα: παιδικά παπούτσια, εντελώς αφόρετα».
Στὰ λιθάρια
Στὸ παλιὸ τὸ λιοτριβεῖο
μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρὸ
στὰ λιθάρια ποὺ γυρίζαν
κι ἐλιῶναν τὸν καρπὸ
πέταξαν ἕνα παιδί, πέταξαν ἕνα παιδὶ
γιὰ νὰ λιώσει νὰ χαθεῖ.
Στὰ λιθάρια, στὰ λιθάρια
οἱ ἀνθρῶποι οἱ κακοὶ
μὲ τὴν στρίγκλα τὴ μαγίστρα
τὸ λουλούδι τὸ σεμνὸ
λιώσαν τὸ παιδὶ μὲ βία
καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ἱστορία.
Τώρα ὁ ἴσκιος του ὁ φρικτὸς
ξέσπασε σὰν κεραυνὸς
στῶν ἀνθρώπων τὴν κακία
καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ἱστορία.
Το παραπάνω του Μιχάλη Κατσαρού
-όμως τώρα τα λόγια μου ο λυγμός θα τα χαλάσει.
Δεν θ’ ακουστούν μέσα στο ουρλιαχτό
που πηδάει από την ψυχή μου γι’ αυτό που σκέφθηκα
να κάνω στα παιδιά μου. Θα τα σκοτώσω.
Δεν υπάρχει στο κόσμο άνθρωπος
να τα σώσει από μένα. Κι όταν έτσι
φέρω τ’ απάνω-κάτω το σπίτι του Ιάσονα
Θα φύγω μακρυά από τα αγαπημένα μου
τα πεθαμένα μου παιδιά μακρυά
από τον ανόσιο, τον γενναίο φόνο μου
Α γυναίκες. Δεν θ’ αντέξω την νίκη των εχθρών μου
– το γέλιο τους, το ακούω μες στ’ αυτιά μου
ΜΗΔΕΙΑ – Ευριπίδη (μεταφρ. Γιώργου Χειμωνά)
Ηρώδης -ένα ακραίο μίνιμαλ ποίημα που μόλις εμπνεύστηκα
Επιτάφιος του Σικίλου σε παρασημαντική, απευθυνόμενος όμως σε ηλικιωμένο βρέφος.
Αλλά το σχόλιο 20 παρα-μένει εν συγχύσει.
Θα ήθελα να προτείνω σε όλους το ‘Γραμμένα φιλιά’ του Γιάννη Ευσταθιάδη.
«Κιʼαν πάθω αλτσχάϊμερ και σε ξεχάσω;
Αν γεροντική άνοια μου πάρει τα λογικά και δεν σʼαναγνωρίζω;
Αν, παραπληγικός, δεν μπορώ να κρατώ στα δάχτυλα τις φωτογραφίες σου;
Αν χάσω γιά πάντα τον ύπνο μου και δεν μπορώ να σε ξαναβρίσκω στα εφήμερα ενύπνια;
Αν χάσω την ακοή και δεν μπορώ να σε συναντώ στις κοινόχρηστές μας μουσικές;
Αν τυφλωθώ και δεν σε βλέπω απέναντί μου;
Αν ακρωτηριαστώ και δεν μπορώ να σε χαϊδεύω;
Αν χάσω τα πόδια μου και δεν μπορώ να βαδίζω χιλιόμετρα στο δωμάτιο σου;
Και πιο πολύ αν τίποτα απʼόλα αυτά δεν συμβεί, αν συνηθίσω την απουσία σου, αν λησμονήσω, αν ζω και ψευτοζώ χωρίς εσένα, αν κάποια μέρα σʼαρνηθώ;>
Έξοχο! Η avant-garde της idiotie, κι άλλα τέτοια.
Ωραια συλλογή -με αφορμή δυσάρεστη βέβαια…
Ευχαριστω-με άγγιξαν δυο ποιήματα (πέθανε η μπεμπα μου 1 ημέρας)…
Αυτο του Γιώργου Αλυφαντη ιατροδικαστική έκθεση
Κι αυτο του Γερμανού μαλλον.Dem Andenken eines Engels (Alban Berg Violinkonzert)…
Αν και πέρασαν χρονια απο τοτε που φτιάξατε τη συλλογή, παραθέτω κι αυτο το ποιηματάκι- πολυ τρυφερό, τα λογια ενός μωρου-αγγελου προς τη μαμα του: (αγνώστου συγγραφέως)
Words from an Angel
I have not turned my back on you,
So there is no need to cry,
I’m watching you from Heaven,
Just beyond the morning sky.
I’ve seen you almost fall apart,
When you could barely stand.
I asked the Lord to comfort you,
And I watched him take your hand.
He told me you are in more pain,
Than I could ever be,
He wiped his eye and swallowed hard,
Then gave your hand to me.
Although you may not feel my touch,
Or see me by your side.
I whispered that I love you,
While I wiped each tear you cried.
So please try not to ache for me,
We’ll meet again one day.
Beyond the dark and stormy sky,
A rainbow lights the way.
Γεώργιος Βιζυηνός
ΤΗι ΚΥΡΙΑι Ε. Δ. ΣΓΟΥΤΑ.
(Ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ μικροῦ ἀγγέλου της.)
Προχθὲς ἀκόμη—Συμφορά!
εὐτυχισμένη σʼ εἶδα,
στὸ πρόσωπό σου τὴν χαρά,
στὰ στήθη τὴν ἐλπίδα.
Κʼ ἕνʼ ἄγγελο στὴν ἀγκαλιά,
ποῦ ἡ γλυκειὰ ματιά του,
μὲ τῆς Ἐδὲμ τὴν ἀντηλιὰ
μᾶς ʼθέρμαινε ʼδὼ κάτου.
Σήμερα, πόθεν τὸ πολύ,
τὸ παγερὸ σκοτάδι,
κʼ ἡ πένθιμη αὐτὴ στολή,
ἡ μαύρη σὰν τὸν ᾍδη;
Τὰ δάκρυά σου, σὰν βροχὴ
ῥαντίζουν ἕνα μνῆμα—
Μὴ βυθισθῇς, θερμὴ ψυχή,
σʼ ἀπελπισίας κῦμα!
Βάλε μιὰ πέτρα στὴν καρδιά,
καὶ σκέψου τὸ παιδί σου
στῆς Παναγιᾶς τὴν ἀγκαλιά,
στὸ φῶς τοῦ Παραδείσου!
Τὸ ʼξεύρω. Φοβερὴ πληγὴ
ὁ Χάρος σʼ ἔχει δώσει.
Δὲν εἶναι βότανο στὴν γῆ,
γιατρὸς νὰ τὴν ʼμερώσῃ!
Μὰ εἶνʼ ἡ λύπʼ ἐλαφρυά,
ὅταν τὴν ἔχουν κιʼ ἄλλοι·
κιʼ ὁ δυστυχὴς παρηγοριὰ
στὸν δυστυχῆ προβάλλει:
Στρέψε τὸ βλέμμα σου νὰ διῇ
τῆς γῆς τὸ κοιμητῆρι—
Πόσοι καὶ πόσαις ἔχουν πιῇ
τὸ ἴδιο τὸ ποτῆρι!
Ἀλήθεια αὐτὸ ποῦ ἔπιες σὺ
κάθʼ ἄλλο ὑπερβαίνει:
Ἦταν ἡ πίκρα περισσή,
μἆταν γραφτὸ νὰ γένῃ.
Βάλλε μιὰ πέτρα στὴν καρδιά,
καὶ σκέψου τὸ παιδί σου
στῆς Παναγιᾶς τὴν ἀγκαλιά,
στὸ φῶς τοῦ Παραδείσου!
Ποιός κρίση σταὶς κρυφαὶς βουλαὶς
τοῦ Πλάστου μας θὰ κάνῃ;
Μὲ μιὰ πληγὴ βολαὶς βολαὶς
μιὰν ἄλλη προλαμβάνει.
Λεπτὴ βαρκούλα στὰ νερὰ
ὁ βίος ταξιδεύει,
μέσʼ στὰ πανιὰ στὴν συμφορά,
ποῦ τὸν παραμονεύει.
Μιὰ τρίχα, ἕνα κἄτι τὶ
τὴν λύσσα της ʼξυπνοῦνε—
Πτωχοὶ καὶ πλούσιοι ἀπʼ αὐτὴ
ἐξ ἴσου ναυαγοῦνε!
Γιʼ αὐτὸ καλότυχʼ ὅσοι ʼβροῦν
ʼνωρὶς ʼνωρὶς λιμένα
εἰς τὰ οὐράνια, ποῦ θωροῦν
τὰ ʼμάτια σου κλαμμένα.
Βάλε μιὰ πέτρα στὴν καρδιά!
Ἐκεῖ ʼναι τὸ παιδί σου:
Στῆς Παναγιᾶς τὴν ἀγκαλιά,
στὸ φῶς τοῦ Παραδείσου!
VICTOR HUGO:
DEMAIN DÈS L’AUBE (ΑΥΡΙΟ, ΤΗΝ ΑΥΓΗ…)
Αύριο, την αυγή, την ώρα που η γης ασπρίζει,
θα φύγω – Βλέπεις, ξέρω ότι συ με περιμένεις
Θα πάω στο δάσος, θα πάρω τα βουνά –
Δεν μπορώ πια να μένω μακριά από σένανε πολύν καιρό
Θα προχωρώ κοιτώντας μες στις σκέψεις μου,
δίχως τίποτε να βλέπω, δίχως καμιά φασαρία ν’ ακούω·
μονάχος, μεταξύ αγνώστων άγνωστος, καμπουριασμένος, με τα χέρια σταυρωμένα,
θλιμμένος – και για μένανε η μέρα θα ‘ναι νύχτα ίδια
Δε θα κοιτώ ούτε το χρυσό λυκόφως, όσο να πέσ’ η νύχτα,
ούτε τα ιστία μακριά που κατηφοράν προς το Χαρφλέρ
Και σαν θα φτάσω, στον τάφο σου απάνω θ’ απιθώσω
ένα μπουκέτο από πράσινους ιξούς και ρείκια ολάνθιστα
(Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής)
Βία μην ταξιδέψετε
Όταν πεθάνω
Να σταματήσει ο πόλεμος
Η βία των αγγέλων
Χαρίτωνες αντιβιώσεων
Τρώγοντας κορόμηλα
Μετάλλια σε όλους
Αν αποκοιμηθώ
Χαμογελώντας τα μωρά
Η ποίηση να συνεχίσει η αύρα της
Δόξα εις αναγνώστες
Η γνώση να γεννά
Όχι η μάνα
Όταν πεθάνω
Γιατί να κλάψετε
Παραισθησιογόνα νανουρίσματα
Κηδεύοντας ωχρά ειρήνη
Ό,τι βία γεννά
Μη γεννηθείτε ακόμα
θα ηθελα να σας ρωτησω που μπορω να βρω μεταφρασμενο στα ελληνικα, αν υπαρχει, το
Rin del Angelito
Ευχαριστω
Στον Παράδεισο
Στα όνειρα του από παιδί το’χε κρυμμένο
να ζούσε πέρα στον παράδεισο κει πάνω
Μα μέρα με τη μέρα σκεφτόταν λυπημένο
τι κρίμα…..Πρέπει πρώτα να πεθάνω.
Ο θρήνος του Πατέρα
Το θαμποχάραμα κάλεσε τον Λύκιο Απόλλωνα,
με τρεμάμενη φωνή, από θλίψη , και οδύνη,
το σώμα του νεκρού του υιού, / Σαρπηδόνα,
σε ολόλευκη τον ικέτεψε μαρμάρινη κρήνη,
το αίμα από τις πληγές του να πλύνει.
Πλέον καθάρειο, απo σκόνη κι από αίμα,
με μυρωμένο λάδι του έπεμψε να το αλείψει.
σε λευκάνθεμο, να το τυλίξει γνέμα,
και με πολύτιμα υφάσματα, να κρύψει
τις πληγές, από το πατρικό του βλέμμα
Τι κι’ αν Πατέρας του, υπήρξε, ο ὑέτιος Δίας,
κι’ αν κεχρισμένος βασιλιάς, υπήρξε της Λυκίας,
αν ήταν πρίγκιπας, η αν παρίας,
η αν πολέμησε δοξαστικά στον πόλεμο της Τροίας
Αλίμονο
η κόγχη του θανάτου, όλα τα χωρεί.
Τι κι’αν καμωμένος ήταν, από Ιεράς Φηγού κλαδί,
του Πάτροκλου ανταριασμένο διψούσε το σπαθί,
αν ήταν πρίγκιπας, η αν παρίας,
η αν ενέπνευσε δοξαστικούς διθυράμβους ανδρείας
Αλίμονο
η κόψη του θανάτου, όλα τα στερεί.
Κι’ όμως,
Πατέρας του υπήρξε, ο Αιθέριος Δίας,
με ματωμένες σταγόνες βροχής,
τον κάμπο, έβρεξε της Τροίας,
για να θρηνήσει … ο δυστυχής.
Τον έντιμο, θάνατο του γιου του.
Ύστερα.
Εμήνυσε τον Ύπνο και τον Θάνατο ηγεμόνα
με σπαρμένη φωνή, από θλίψη και οδύνη,
το σώμα του νεκρού του υιού, / Σαρπηδόνα,
στης Λυκίας την σεπτή, ν’ αποθέσουν κλίνη.