Όποιος έτυχε να παρακολουθήσει εκπαιδευτικές διαλέξεις των γκουρού της επιχειρηματικότητας, θα άκουσε στα σίγουρα κατά τρόπο επαναληπτικό έννοιες όπως αυτή του «ηγέτη» ή της «ενσυναίσθησης», αλλά και διδακτικές παραβολές, όπως αυτές που θα περιγράψω αμέσως.
Κάποτε ένας κυνηγός βρήκε ένα αετόπουλο στο δάσος. Ψυχοπονιάρης καθώς ήταν το πήρε μαζί του και, επιστρέφοντας από το κυνήγι, το έβαλε μες στο κοτέτσι. Το αετόπουλο ήταν πια προστατευμένο στο κοτέτσι του κυνηγού, μακριά από τους κινδύνους του δάσους, κι οι μέρες άρχισαν να περνούν γλυκά η μια μετά την άλλη, ως εκείνη που το αετόπουλο άνοιξε διάπλατα τα φτερά του για να πετάξει. «Τρελάθηκες;», είπαν με μια φωνή στο αετόπουλο οι κότες, «εσύ είσαι κότα και δεν μπορείς να πετάξεις». Έτσι, το αετόπουλο μάζεψε τα φτερά του στο σώμα του κοντά και κούρνιασε απογοητευμένο πλάι στις κότες. Δεν ησύχασε, όμως. Την επομένη άνοιξε πάλι τα φτερά του διάπλατα, όμως προτού προλάβει να αφεθεί στο πέταγμα, οι κότες επενέβησαν σωφρονιστικά επιμένοντας «είσαι κότα, δεν μπορείς να πετάξεις, καμία κότα δεν μπορεί να πετάξει». Κοντολογίς, κάθε φορά που το αετόπουλο άνοιγε τα φτερά του, οι κότες προλάβαιναν το πέταγμα με την ίδια πάντοτε υπόδειξη: «είσαι κότα, είσαι κότα, είσαι κότα…», ώσπου, μοιραία, ο κυνηγός βρήκε μια μέρα το αετόπουλο νεκρό μες στο κοτέτσι.
Ένα το κρατούμενο και προχωρούμε σε επόμενο. Κάποτε ένας βάτραχος κι ένας σκορπιός συναντήθηκαν στην όχθη ενός ποταμού. «Βάτραχε», είπε ο σκορπιός, «θέλω να περάσω στην απέναντι όχθη, όμως δεν ξέρω κολύμπι, μπορείς να με κουβαλήσεις στην πλάτη σου;». «Τρελός είσαι;», αποκρίθηκε ο βάτραχος απορώντας, «αν σε αφήσω να ανέβεις στην πλάτη μου θα με τσιμπήσεις με το κεντρί σου και θα πεθάνω!». «Μη λες χαζομάρες», απάντησε ο σκορπιός, «αν σε τσιμπήσω την ώρα που κολυμπάς, εσύ θα πεθάνεις κι εγώ θα πνιγώ» και μʼ αυτά τα λόγια έπεισε το βάτραχο να τον πάρει στην πλάτη του. Στα μισά του δρόμου, ο βάτραχος ένιωσε ένα κάψιμο στην πλάτη. «Τι έκανες, σκορπιέ;», φώναξε ο βάτραχος, «τι έκανες; Τώρα θα πεθάνουμε κι οι δυο». Ο σκορπιός είπε: «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι στη φύση μου».
Προφανώς, οι δύο ιστορίες αναπτύσσονται πάνω σε δύο διαφορετικές στάσεις: αυτός που είναι να κάνει κάτι θα το κάνει ούτως η άλλως από τη μια, από την άλλη το αντίθετο. Η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στις πραγματικότητες των δύο αυτών αφηγήσεων, είναι η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα μέσα στους μύθους όλου του κόσμου κι όλων των αιώνων: είναι όλοι τους η αλήθεια και κανείς. Ο λόγος, όμως, που φέρνω τώρα στην επιφάνεια τις δύο αυτές ιστορίες δεν είναι για να επισημάνω την εγγενή ιδιότητα των μύθων να αντιφάσκουν μες στην αλήθεια (μιλώντας, τελικά, γιʼ αυτήν ως ένα θαυμάσιο σύνολο και όχι ως μια μεμονωμένη αφήγηση). Άλλος είναι ο λόγος.
Ο λόγος είναι το κίνητρο διατύπωσης τέτοιων ιστοριών από τους γκουρού της επιχειρηματικότητας: η διαχείριση του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντι. Για έναν γκουρού των επιχειρήσεων, παραδείγματος χάρη, μπορεί ένας ανόητος να είναι αναπόφευκτα ανόητος, και ως τέτοιος να χρήζει ανάλογης διαχείρισης. Για έναν άλλο, ο ανόητος μπορεί να πάψει να είναι ανόητος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς τη διαχείρισή του. Ο στόχος είναι ένας σε κάθε περίπτωση: η επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος (εν προκειμένω: η μεγιστοποίηση του κέρδους) βάσει των εκτιμώμενων συνεπειών μιας διαχειριστικής στρατηγικής.
Ας φέρουμε τη φιλοσοφία αυτή σε μια άλλη κατάσταση κι ας φανταστούμε ένα στρατιώτη σε κάποιο στρατόπεδο να δέχεται την εξής εντολή από το λοχία του: «πήγαινε να μου πάρεις τσιγάρα από το περίπτερο». Ο στρατιώτης που ενδεχομένως έτυχε να παρακολουθήσει διαλέξεις των γκουρού της επιχειρηματικότητας, θα σκεφτεί: «πώς θα διαχειριστώ την κατάσταση προκειμένου να εξέλθω αυτής ει δυνατόν ανώδυνα;». Προς αυτή την κατεύθυνση, μπορεί να πάει να αγοράσει τα τσιγάρα περιμένοντας τούτο να εκτιμηθεί από το λοχία ή να αντιδράσει θεωρώντας ότι η υποχώρηση θα σημάνει την αρχή μιας αλυσίδας από εξωυπηρεσιακές αγγαρείες κ.ο.κ. Όπως, εξάλλου, μας θύμησε η εγγενής αντίφαση των μύθων μες στην αλήθεια, συνταγή, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει: άλλος λοχίας θα εκτιμήσει την εξυπηρέτηση, άλλος όχι, άλλος θα υποχωρήσει εμπρός στην αντίδραση του στρατιώτη, άλλος θα εξοργιστεί και θα κοιτάξει να τον εκδικηθεί…
Οι επιχειρηματίες είναι, ίσως, δικαιολογημένοι στην αναζήτηση κανονικοτήτων συμπεριφοράς που εξυπηρετούν τη διαχείριση, προάγουν την ηγεσία, ακονίζουν την ενσυναίσθηση και μεγιστοποιούν το κέρδος. Ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να παραιτηθεί του στόχου-κέρδους, διότι τότε παραιτείται αυτομάτως της επιχειρηματικής του ιδιότητας. Τι γίνεται, όμως, με τον άνθρωπο; Το στρατιώτη; Το σύζυγο; Το φίλο; Τον αδελφό; Το γείτονα; Το συνάδελφο; Ρωτώ διότι, δυσφορώντας, νομίζω ότι η διαχείριση βάσει εκτιμήσεως ωφέλειας/κόστους κυβερνά όλο και βαθύτερα τις ανθρώπινες σχέσεις- και από εδώ, παλιομοδίτης, πάντοτε, και παλαιοσυντηρητικός, θέλω να θυμίσω μια προσέγγιση άλλη: τη συμπεριφορά των αρχών.
Πιστεύω και τοποθετούμαι. Πιστεύω και υποστηρίζω. Πιστεύω και αντιδρώ. Πιστεύω και συμπεριφέρομαι. Καμία προσποίηση. Καμία εκτίμηση κόστους. Καμία διαχείριση. Καμία υποκρισία. Καμία ισορροπία. Καμιά γλοιώδης ψευδωνυμία. Χύμα.











Από την εμπειρία μου από τα δεκάδες σεμινάρια που ανά καιρούς έχω σταλεί από την εταιρία που εργάζομαι, εκτός μιας άντε δύο περιπτώσεων, το μόνο «πρακτικά χρήσιμο» είχε να κάνει με την ανταλλαγή εμπειριών και την επικοινωνία μου με τους συν-εκπαιδευόμενους σε θέματα διαχείρισης κρίσεων ή άλλων δυσάρεστων καταστάσεων.
Η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι εκπαιδευτές γκουρού είναι καθαρά ξύλινη και δεν σου λέει για τις πραγματικές «αξίες» και τις «αρχές» της καπιταλιστικής εμπορικής πραγματικότητας.
Στην παρούσα ανάρτηση τίθεται ένα πολύ σοβαρό θέμα, αυτό της ενσυναίσθησης για την οποία προτείνω το κάτωθι αρκετά κατατοπιστικό άρθρο: [ http://www.taekpaideutika.gr/ekp_89-90/pdf/09.pdf ] με τρόπο εξαιρετικά επιπόλαιο, αλλά πάντως συμβατό με την ξύλινη γλώσσα των σεμιναρίων.
Με βάση αυτά που αναφέρονται στην ανάρτηση:
«Όποιος έτυχε να παρακολουθήσει εκπαιδευτικές διαλέξεις των γκουρού της επιχειρηματικότητας, θα άκουσε στα σίγουρα κατά τρόπο επαναληπτικό έννοιες όπως αυτή του «ηγέτη» ή της «ενσυναίσθησης», αλλά (…)» (…)
«Οι επιχειρηματίες είναι, ίσως, δικαιολογημένοι στην αναζήτηση κανονικοτήτων συμπεριφοράς που εξυπηρετούν τη διαχείριση, προάγουν την ηγεσία, ακονίζουν την ενσυναίσθηση και μεγιστοποιούν το κέρδος. Ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να παραιτηθεί του στόχου-κέρδους, διότι τότε παραιτείται αυτομάτως της επιχειρηματικής του ιδιότητας»,
θα πιστέψει κάποιος ότι ο επιχειρηματίας προάγει την ενσυναίσθηση ως ένα μέσο βελτιστοποίησης του κέρδους. Για την ηγεσία δε θα αναφερθώ. Εξάλλου ο επιχειρηματίας πράγματι την προάγει. Τη δική του.
Δε θα αναφερθώ επίσης στην ενσυναίσθηση ως την ικανότητα του εργαζόμενου να έρθει στη θέση του άλλου συναδέλφου, του υφιστάμενου ή του προϊστάμενου του (εκεί δλδ που θα έπρεπε να είχε εστιαστεί η ανάρτηση) γιατί εκεί πράγματι και χρειάζεται και είναι απαραίτητη για τη σωστή συνεργασία. Επίσης δε θα αναφερθώ στην αξία της ενσυναίσθησης σε όλο το φάσμα των διαπροσωπικών μας σχέσεων και της παιδείας φυσικά. Είναι προφανής! Θα αναφερθώ σε αυτό που υπονοήθηκε: στην ενσυναίσθηση ως απαραίτητη «κανονικότητα συμπεριφοράς» για τη μεγιστοποίηση του επιχειρηματικού κέρδους!
Ναι δε λέω, ίσως σε μια φυσική κοινωνία κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων/ συνεταιρισμών έτσι θα έπρεπε να είναι. Μόνο που στον απάνθρωπο καπιταλισμό μας ο επιχειρηματίας σου προκαλεί (head washing) ψεύτικες επιθυμίες και ανάγκες (*) και αφού σε μετατρέψει σε ένα καταναλωτικό ζώο και στο όνομα του, γρήγορου και όλο και περισσότερου, κέρδους σου προτείνει την ικανοποίηση τους με σκουπίδια.
(*) το ανθρώπινο μάτι για να δει μια συγκεκριμένη εικόνα αυτή πρέπει να είναι ορατή τουλάχιστο για 1/17 του δευτερολέπτου. Στον κινηματογράφο οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη γρηγορότερα οπότε το μάτι δεν τις βλέπει απομονωμένες και έτσι έχει την αίσθηση της συνέχειας. Αν μια μόνη εικόνα γίνει ορατή για χρόνο μικρότερο του 1/17 του δευτερολέπτου, τότε, έχει αποδειχθεί ότι δεν τη βλέπεις αλλά σε επηρεάζει υποσυνείδητα. Πριν λίγες δεκαετίες η γνωστή πολυεθνική του εθνικού ποτού των ΗΠΑ, πλήρωνε τις εταιρίες διανομής ταινιών για να παρεμβάλουν κατά τη διάρκεια της ταινίας εικόνες, με το γνωστό σχήμα του μπουκαλιού, διάρκειας τέτοιας που να μη διακόπτει τη ροή της ταινίας αλλά που σε επηρέαζε. Αποτέλεσμα, στα διαλλείματα η κατανάλωση του συγκεκριμένου αναψυκτικού πολλαπλασιαζόταν…
ΥΓ. Παρεμπίπτοντος τώρα, τάχαμου τις, συνειδητοποίησαν ότι η ΒΡ (ξέρετε σε πόσα σεμινάρια έχουν παραβρεθεί τα στελέχη της που λένε τέτοια όμορφα λόγια;) κατά την εξόρυξη του πετρελαίου από υποθαλάσσια κοιτάσματα δεν είχε προβλέψει καμία βαλβίδα ασφαλείας διακοπής της ροής του αργού πετρελαίου σε περίπτωση ατυχήματος! Μια βαλβίδα ασφαλείας, εντός του βυθού που θα σταματούσε αυτόματα τη ροή σε περίπτωση ατυχήματος, πόσο πια θα κόστιζε; 1-2 εκ. δολάρια; παραπάνω;
Το κόστος… και το κέρδος… και ήδη μια θαλάσσια έκταση κατά πολύ μεγαλύτερη από την Ελλάδα καλυμμένη με πετρέλαιο και ελπίζουν, λέει, να την κλείσουν κατά τον Αύγουστο. Υποθέτω ότι όσο θα ζήσω και δεν ξέρω πόσο μετά, ο κόλπος του Μεξικού τελείωσε.
Αγαπητέ κ. Δ.Μ. ουσιαστικός ο προβληματισμός- με την άδεια σaς, ας πω δυο λόγια για τη ΣΦΑΓΗ, μόνο για τους ανθρώπους ου χάνονται:
Ήμουν χτες στην πορεία στη Λευκωσία.
Θα είμαι κι απόψε στην ανάλογη απόπειρα διαμαρτυρίας.
Ο καθείς και το αναπανάληπτο μαγαζάκι του. Ο καπιταλισμός, δεν είναι μόνο ο νικηφόρος καταναλωτισμός, είναι και η διάσπαση κι ο τρομερός ατομικισμός του “ξερόλα’, που αρνιέται τις συλλογικότητες, για να μας βουλιάξει χειρότερα από το τρομοκρατικό κράτος Ισραήλ στα βάθη της διάλυσης κάθε ωραίας ουτοπίας και ελευθεριακής σκέψης.
Αντιγράφω για τους εραστές της ποίησης-βιαστικά- από τη “Θλίψη του απογεύματος” του Λεύκιος Ζαφειρίου [2006]
Βηρυτός πολιορκημένη 1982, 2006
I
μυλόπετρες αλέθουν το πρόσωπό σου
Βηρυτός πολιορκημένη 1982, 2006
I I
ενώ η Ευρώπη κουρασμένη ξεπλένει
τα έντερά της με γκαζόζες ανίας
σκίζοντας τα ιμάτιά της για ένα σκυλάκι κανίς
Παλαιστίνη
Παλαιστίνη η μελαγχολία μας
είναι βυθισμένη σε απολλώνειο φως
υπάρχει δεν υπάρχει θάνατος
στο δικό σου ροδόκηπο
13.6.1982
Η ανάγνωση του εξαιρετικού κειμένου μου θυμίζει διάφορους νέους ποιητές που φιλοξένησε το ΠΟΙΕΙΝ κατά το πρόσφατο παρελθόν, κι εγκατέλειψαν τον αγώνα, με την προσωπική τους “βεβαιότητα” πως αφού δεν αλλάζει τίποτα στο τοπίο της εγχώριας διακίνησης Ποίησης, δεν χρειάζεται κι αγώνας…Μου τους θύμισε η παραβολή του αετόπουλου που πίστεψε τελικά πως είναι κότα…Επιτρέψτε μου, να αφιερώσω τη σημερινή ανάρτηση σε όλους τους νέους ποιητές, που τους γνώρισα κάποτε αετόπουλα και τώρα μου εμφανίζονται σαν κότες!
Η στοχοποίηση είναι η παρηγοριά των χαμένων μας αρχών…ή να το πω διαφορετικά: πρώτα χάνουμε τις αρχές μας και μετά βάζουμε στόχο να γίνουμε κι εμείς πετυχημένοι κατά τις συμβουλές και τις προτροπές του περίγυρου…Πρώτε, χτυπάς σε πολλές κατευθύνσεις, εγώ αυθαίρετα ίσως το έφερα στα μέτρα συμπεριφοράς (αρχών και στόχων) των ομοτέχνων…(αν και η βουβαμάρα τους, μάλλον με δικαιώνει!)
Καλό μήνα νάχουμε!
Η λέξη κλειδί εδώ ειναι η λέξη πιστεύω. Πιστεύω και συμπεριφέρομαι. Ανάλογα με το τι πιστεύει ο καθένας συμπεριφέρεται ανάλογα. Πιστεύω στο χύμα, ενεργώ χύμα, πιστεύω στη μέθοδο, την ταδε ή δείνα μέθοδο, ενεργώ αναλόγως και έχουμε τα ανάλογα αποτελέσματα. Η πιστη επομένως ακόμα και ως κάτι προσωπικο και υποκειμενικό καθορίζει το μέλλον της κοινωνίας, αν το δούμε σε ευρεία κλίμακα.
Ξέρεις, Σωτήρη, όποιος δει για πρώτη φορά στη ζωή του αρκούδα να κοιμάται σε μια σπηλιά, είναι εύκολο να πιστέψει ότι έχει μπροστά του ένα τεράστιο χαριτωμένο λούτρινο. Επίσης, είναι γεγονός ότι μπροστά στον ύπνο της η τίγρη δεν βάζει τίποτ’ άλλο – παρά μόνο την πείνα της. Πρέπει να γίνουν πολύ ενοχλητικές οι μύγες για να της ταράξουν τον ύπνο.
Τα παραπάνω δεν έχουν σκοπό να συμπληρώσουν ένα ούτως ή άλλως εξαιρετικό κείμενο. Απλώς, συμπλήρωσα τις ώρες ύπνου που χρειαζόμουν και ξύπνησα.
Και πεινάω 🙂
Καλό μήνα σε όλους!
αχ να ήμουνα αετόπουλο!… σχεδόν δε θα είχα πεθάνει τσάμπα!
Η αδήριτη σοφία της ποίησης
« Μα πώς εξηγείται , εκείνα που είπε ένας μυαλωμένος άνθρωπος να είναι πολύ πιο ανόητα από εκείνα που μένουν μέσα του;» αναρωτιέται ο νεαρός ήρωας στον Έφηβο του Ντοστογιέφσκι.
Και αυτήν την επίγνωση της ανοησίας την αποδίδει μόνο στους ανθρώπους που είναι προικισμένοι με καθαρή και- όσο γίνεται- λεύτερη σκέψη. Γιατί υπάρχουν και οι άλλοι, που βολεμένοι στην αυταρέσκειά τους, όσο πιο κοινότοπο και ηλίθιο είναι αυτό που ξεστομίζουν, τόσο πιο πολύ επαίρονται γιʼ αυτό.
Ο Ντοστογιέφσκι όμως δε μιλάει γιʼ αυτούς. Μιλάει γιʼ ανθρώπους που στέκονται μετέωροι, με τη βάσανο της αμφιβολίας μόνιμα ριζωμένη στη σκέψη τους .
Εδώ ακριβώς στέκεται η ποίηση. Δεν προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ή να πείσει για κάτι, απλά υπάρχει για όποιον την αναζητήσει. Σʼ αυτήν καταφεύγουν όσοι έχουν μέσα τους κάτι να πουν, έχουν όμως και την αδήριτη σοφία να διακρίνουν πως αυτό, μόλις το ξεστομίσουν και το φορτώσουν με το στόμφο και τη φλυαρία που χρειάζεται για να προσελκύσει την προσοχή του ακροατή, αυτόματα ακυρώθηκε. Η ποίηση αφορά αυτούς που γνωρίζουν πόσο μάταιο είναι να προσπαθείς να πείσεις πως έχεις κάτι να πεις, ανθρώπους που το βλέμμα τους είναι μονίμως στραμμένο αλλού. Η ποίηση αφορά ανθρώπους που τρίβονται με τις λέξεις κι όμως ,κάθε που ανοίγουν το στόμα τους , νιώθουν πως πάλι δεν είπαν τίποτε απʼ αυτό που μέσα τους κοχλάζει και πιέζει να βγει.
Ο ποιητής είναι ο άνθρωπος που « στα νεύρα του μπερδεύεται όλη η φύσις». Να ένας στίχος που είναι ποίηση : καταφέρνει να πει με μια φράση αυτό που εγώ θα ανέλυα σε μια ολόκληρη σελίδα. Μα αυτός ήταν ο Καρυωτάκης, ένας ποιητής που είχε μέσα του πράγματα να πει και με όχημα τη γλώσσα έφτιαξε στίχους ακέραιους σαν τον παραπάνω, ατόφιας ποίησης. Η γλώσσα γιʼ αυτόν ήταν το όχημα και σκοπός η ποίηση.
Δεν υπαινίσσομαι κάτι με τα παραπάνω. Λέω ξεκάθαρα την άποψή μου. Και η γνώμη μου είναι πως, όταν δεν έχεις κάτι να πεις, καλύτερα να μη λες τίποτα. Ο αληθινός ποιητής γράφει ,γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν γράφει απλά για να εκτονώσει τα συναισθήματά του. Γράφει για να μιλήσει. Όποιος δε γράφει για να μιλήσει, μπορεί να υπηρετεί τη γλώσσα με τα κείμενά του, ποίηση όμως με όχημα τη γλώσσα δε γράφει.
Γιʼ αυτό και το ζητούμενο, νομίζω ,πια στην ποίηση είναι να βρούμε καθαρές φωνές , απαλλαγμένες από την εκζήτηση και τη ρητορεία, φωνές που επιβάλουν αυτό που έχουν να πουν, γιατί πράγματι έχουν κάτι να πουν.
Η ποίηση σʼ αυτήν την περίπτωση δεν είναι πια το όχημα, αλλά ο σκοπός. Κι ο ποιητής στέκει μονάχος , κι απέναντι στα σοφίσματα των άλλων, σιωπά γόνιμα μέσω της ποίησης, προτάσσει την ηθελημένη ρητορική του ένδεια ως μόνη απάντηση στο στόμφο και τη ρητορεία.
Κύριε Μουζάκη, τα “Δεν υπαινίσσομαι κάτι με τα παραπάνω” και “Λέω ξεκάθαρα την άποψή μου” πάνε τόσο καλά μαζί, όσο και τα “Πιστεύω και τοποθετούμαι. Πιστεύω και υποστηρίζω. Πιστεύω και αντιδρώ. Πιστεύω και συμπεριφέρομαι. Καμία προσποίηση. Καμία εκτίμηση κόστους. Καμία διαχείριση. Καμία υποκρισία. Καμία ισορροπία. Καμιά γλοιώδης ψευδωνυμία. Χύμα.” Πιστεύω μάλιστα ότι η διατύπωση της κυρίας συγκεφαλαιώνει εύγλωττα το δικό σας concatenation.
Μη βιάζεστε να διαχειριστείτε τον άλλο με τον τρόπο που καταγγέλλετε.
Ασφαλώς να τον διεκπεραιώσετε (αφού για να τον διεξαγάγετε απαιτείται η συμμετοχή της κυρίας).
Κάντε τη δουλειά σας 🙂
αγαπητέ Δημήτρη, το κείμενο το είχα γράψει πριν από καιρό.
Φυσικά και δε βρίσκω χωρίς νόημα το κείμενό σου. Ίσα ίσα που προσυπογράφω τα τελευταία λόγια σου, ακριβώς όπως το επισημαίνει ο κ. Πάκος.
Ήθελα να δώσω μια απάντηση με το κείμενό μου στη”βουβαμάρα των ομοτέχνων” που επισημαίνει ο κ. Παστάκας.
Και να πω πως κάποιες φορές μπορεί να σωπαίνεις ,όχι επειδή είσαι κότα, αλλά από αηδία, θλίψη και θυμό, επειδή είναι τόσα στιβαγμένα μέσα σου, που ξέρεις πως ,αν μιλήσεις , ό,τι κι αν πεις, θα φανείς ανόητος.
Πριν ο απέναντι αρχίσει να μας διαχειρίζεται:
Οι γενναιότεροι θα μάθουν να διαχειρίζονται τον εαυτό τους.
Οι σοφότεροι θα μάθουν να αρκούνται σε αυτό.
Η βουβαμάρα είναι σαφώς προτιμητέα από τη φλυαρία, ως εκδήλωση οποιουδήποτε πράγματος.
Όποιος ξέρει το λόγο που βιάζεται, ξέρει κι ότι βιάζεται.
(Από το “Τι παθαίνει κανείς όταν αποπειράται να διεκπεραιώσει ένα διάλογο”)
Για να μην σας αφήσω παραπονεμένο:
1. Η φλυαρία είναι σαφώς προτιμότερη από τη βουβαμάρα, αρκεί να περιέχει ένα έστω σπειρί γενναιότητας. Αλλά η βουβαμάρα είναι σαφώς προτιμότερη από μια φλυαρία που παρουσιάζεται ως γενναιότητα. (Η αντίρρησή μου δεν είναι γενική και απόλυτη, αλλά εντοπίζεται στο “ως εκδήλωση κάποιου πράγματος”, εν προκειμένω της γενναιότητας που αναφέρατε. Η φλυαρία δεν είναι ιδιότητα του γενναίου, όπως και η βουβαμάρα δεν είναι ιδιότητα του δειλού.)
2. Όπως ανέφερα στο προηγούμενο σχόλιό μου, ο σοφός μαθαίνει να αρκείται στη διαχείριση του εαυτού του. Το τι κάνουν ή τι θεωρούν οι πολλοί δεν με αφορά (νομίζω ούτε κι εσάς).
3. Το ότι βιαστήκατε δεν είναι ισχυρισμός μου. Το παραδεχθήκατε ο ίδιος στο σχόλιό σας 15. Αναγνωρίζω, βεβαίως, ότι βιάστηκα να σας επισημάνω τη βιασύνη σας. Το ότι δικαιώθηκα δεν με απαλλάσσει από την κατηγορία της βιασύνης 🙂
Ευχαριστώ για την παραπομπή του Pacino – όπως και για το Ρένο προ ημερών. Έτσι όπως πάτε, με προκαλείτε να σας προκαλώ (για να με τροφοδοτείτε με θαυμάσια βίντεο).