Διοργάνωση: “Ποιείν” και Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του 52ου Λυκείου Αθηνών. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον Νίκο Βουτυρόπουλο για την οργάνωση και επιμέλεια της εκδήλωσης.
ΠΟΙΗΤΕΣ (μαθητές και ενήλικοι):
Ελένη Παπουτσή, Παναγιώτης Καμινάρης, Ανδρέας Πεφάνης, Eυαγγελία Λώλου,
Ασημίνα Ρεβύθη, Αφροδίτη Λυμπέρη, Σταύρος Καμπάδαης,
Χρήστος Μιχαήλ, Γιώργος Ευθυμίου, Αντρέας Στούπος,
Ανέστης Μελιδώνης,Λαμπρινή Αιωροκλέους κ.ά.
ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Δημήτρης Κωσταγιόλας και 2 μαθητικά συγκροτήματα (1. Xrays: Ηλίας Ραπατάς (ντραμς), Πάνος Τζεμης (φωνή), Ανδρέας Ραπατάς (κιθάρα), Ματθαίος Χατζής (κιθάρα), Γιάννης Γρηγοράκης (μπάσο) και Red Eyes: Στέλιος Κουλετάκης (κιθάρα), Ηλίας Κουλουμπής (κιθάρα), Ρανια Πετροπούλου (φωνή), Δημήτρης Τασούλης (ντραμς).
Παπουτση Ελενη
*
Κατω απ’ τα ματια δυο μαυροι κυκλοι τρελο ξενυχτι μαρτυρουν…
Τα αδεια μπουκαλια να γιατρεψουν παλιες πληγες προσπαθουν…
Στριβεις τσιγαρο και μ’ αποφευγεις,μα ειμαι ακομα εδω
Θελω να φυγω, σαν τον καπνο που φευγει απ’ τα χειλη σου…Να ξεχαστω!
Μα κατι με κραταει,μια δυναμη αορατη να συνεχισω τη ζωη μου δε μ’ αφηνει
Κανω ν’ ανοιξω την πορτα, μα απο μονη της κλεινει
Κι ετσι, ξανα θα μεινω εδω.Να προσπαθω καπου να βρω,
τη χαμενη αγαπη που επεσε στο κενο..
Παναγιώτης Καμινάρης
“Αναζητώντας ένα κάτι”
Κοιτάζω πίσω ψάχνω να βρω
αυτό που είναι καλά κρύμενο
Σε ένα κόσμο μαγεμένο
απ’ όλους του χάρτες είναι σβησμένο
Κοιτώντας στο παρελθόν
βλέπω ότι στις μέρες μας πολλά είναι απών
Δημιουργώ έναν κόσμο μες στο μυαλό μου
δεν έχει όρια και νόμους
ο καθένας φτιάχνει το όνειρό του
με βάση το εγώ του
γίνεται ερευνητής,μαχητής
της φαντασίας του πρωταγωνιστής
Γι’ αυτό και γω γυρίζω στα παλιά
σε μια ζεστή αγκαλιά
προσπάθησε και συ τον κόσμο σου να αλλάξεις
και το χρόνο σου θα χάσεις
Eυαγγελία Λώλου
ANTIO
Η νύχτα σε πήρε αγκαλιά κι έφυγε
δεν μ’ άφησε να σου πώ γεια, ξημέρωσε.
Μα διαφορά για μένα καμιά,
μια μέρα μαύρη χιλιάδες κενά.
Ποτέ δεν θα ρθεις χάθηκες πια,
δεν ρώτησες κι έφυγες
λοιπόν έχε γειά.
Θα σε θυμάμαι όπου κι αν πάς
σε όποιους δρόμους κι αν τριγυρνάς,
να το ξέρεις θα σε θυμάμαι
όσοι αγαπάνε δεν ξεχνάνε.
Ποιοί εφιάλτες σε κυνηγούν?
Ποιές αναμνήσεις σ’ ακολουθούν
και ποιές σκιές σε οδηγούν?
Πως από φώς σκοτάδι έγινες
και ότι κέρδισες τώρα το έχασες?
Σ’ οτι αγάπησες και πόθησες
δόθηκες και μετά πληγώθηκες.
Καλή σου τύχη όπου πηγαίνεις
καλό ταξίδι, να επιμένεις
ότι αγαπάς να το κερδίζεις
και την ζωή αγάπησες
μα έχασες στον τελευταίο γύρο,
με λύπη μου σου λέω
ένα στερνό αντίο.
Αφροδίτη Λυμπέρη
Άνοιξη
Αναβάτης ατίθασης πεταλούδας
εκδρομέας του αγρού
δρασκελίζω στα πέταλά σου
παπαρούνα.
Από σένα παίρνω τους χυμούς
και το κόκκινό σου ρούχο κλέβω
-όχι για να ντύσω την γύμνια μου-
από συνήθεια παρανομώντας
με εαρινή διάθεση
εγώ,αρχηγός των φτερωτών πλασμάτων του υποκόσμου.
Μην με κατηγορήσεις, ω Κάρμεν του Μαγιού.
Πες πως σε πλάνεψε ο ταυρομάχος αγέρας
σε κάποια βεγγέρα αθώων λουλουδιών
με τις σκάρτες υποσχέσεις του για πρόωρο καλοκαίρι.
Λυπήσου τον βιαστή σου, ανθισμένη Ερινύα
κι αυτός ο τρισκατάρατος
-καρπός μοναδικής ένωσης Χειμώνα και Αβύσσου-
θα σε αφήσει να τον μισήσεις
με αίσθημα
συμβατό
με την ηθική
παπαρούνας.
Ασημίνα Ρεβύθη
ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ ΘΑΝΑΤΟΥ 1
Σε μια νεκρόπολη από ασήμι, θάφτηκαν δύο μάσκες,
δέρμα λιονταριού, δέρμα τίγρης,
παντού τραυματισμένα άλογα, σκεπασμένες μπλε πεταλούδες,
μαύρα καπέλα επιπλέουν σε άσπρο αίμα, παιδιά με κομμένες γλώσσες,
πατώματα από μοβ γλώσσες, χλωμά στόματα,
κομμένος ήλιος, φαγωμένο φως, θανάτου θάνατος,
πρέπει να τρέξουμε,
οι καθρέφτες κρατάνε την χαρά, από το κρύο θα γίνουν γκρι,
τα χέρια μας, τα μάτια μας θα γίνουν γκρι, οι φλέβες μας κίτρινες,
ο τοίχος μια τεράστια κόκκινη αράχνη θα μας τρώει,
ο κήπος θα μικραίνει, θα γίνει τάφος,
η θάλασσα χώμα κι ο ουρανός θάνατος.











Μπροστά σε τέτοιες εκδηλώσεις νοιώθω πολύ αμήχανα.
Από τη μια θέλω να συγχαρώ όλους όσους προσπάθησαν γι’ αυτήν (και να ευχηθώ καλή επιτυχία) ως υγιές σημάδι κάποιων νησίδων πολιτισμού σε αυτό το κρατίδιο διαφθοράς, από την άλλη για τη μέρα αυτή νοιώθω παράξενα.
Όταν ήμουν μαθητής στο δημοτικό (1968-1974) μου την έμαθαν ως ό,τι χειρότερο είχε ποτέ συμβεί στον «ελληνισμό».
Στην ιστορία όμως που αναζήτησα αργότερα μόνος μου, βρήκα άλλες απαντήσεις σε ερωτήματα (μου) όπως:
Τελικά αυτή η Πόλη (από το 340 μέχρι το 1453 μ.Χ.) = πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, τι ήταν και τι σήμαινε για τον Ελληνικό πολιτισμό;
Εκτός από τον όρο «βυζαντινισμοί» τι άλλο «καλό» κληρονομήσαμε στο σύγχρονο Ελληνικό κράτος.
Η 29η Μαΐου ως ημέρα σύμβολο της μετατροπής του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους σε χαλιφάτο πόσο μαύρη ήταν (αφού, κατά ορισμένους φωτισμένους θρησκευτικούς μας ταγούς, ήταν δώρο Θεού για να μην πέσουμε στα χέρια των αμαρτωλών αιρετικών της δύσης);
Αυτός ο χάρτης:
http://users.thess.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/xartes/byzantio1451.htm
δείχνει τα όρια του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους τα τελευταία δυο χρόνια πριν την «πτώση».
Την εποχή εκείνη υπήρχαν
– Εκτός των τειχών 130.000 στρατιώτες του Μωάμεθ του Πορθητή
– Στα διάσπαρτα μοναστήρια, στο νότιο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου και τη Μικρά Ασία, πάνω από 500.000 καλόγεροι, ευλογούντες τον Κύριο και
– Εντός των τειχών 6.000 μαχητές, στην πλειοψηφία τους μισθοφόροι από τη δύση, ενώ το κυρίαρχο φιλοσοφικό ερώτημα που απασχολούσε τους πνευματικούς ταγούς ήταν: «Πόσοι άγγελοι χωράνε στην κορυφή μιας καρφίτσας;»
“A Hard Rain’s A-Gonna Fall”
Oh, where have you been, my blue-eyed son ?
And where have you been my darling young one ?
I’ve stumbled on the side of twelve misty mountains
I’ve walked and I’ve crawled on six crooked highways
I’ve stepped in the middle of seven sad forests
I’ve been out in front of a dozen dead oceans
I’ve been ten thousand miles in the mouth of a graveyard
And it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard, and it’s a hard
It’s a hard rain’s a-gonna fall.
Oh, what did you see, my blue eyed son ?
And what did you see, my darling young one ?
I saw a newborn baby with wild wolves all around it
I saw a highway of diamonds with nobody on it
I saw a black branch with blood that kept drippin’
I saw a room full of men with their hammers a-bleedin’
I saw a white ladder all covered with water
I saw ten thousand takers whose tongues were all broken
I saw guns and sharp swords in the hands of young children
And it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard, and it’s a hard
It’s a hard rain’s a-gonna fall.
And what did you hear, my blue-eyed son ?
And what did you hear, my darling young one ?
I heard the sound of a thunder, it roared out a warnin’
I heard the roar of a wave that could drown the whole world
I heard one hundred drummers whose hands were a-blazin’
I heard ten thousand whisperin’ and nobody listenin’
I heard one person starve, I heard many people laughin’
Heard the song of a poet who died in the gutter
Heard the sound of a clown who cried in the alley
And it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard
And it’s a hard rain’s a-gonna fall.
Oh, who did you meet my blue-eyed son ?
Who did you meet, my darling young one ?
I met a young child beside a dead pony
I met a white man who walked a black dog
I met a young woman whose body was burning
I met a young girl, she gave me a rainbow
I met one man who was wounded in love
I met another man who was wounded and hatred
And it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard
And it’s a hard rain’s a-gonna fall.
And what’ll you do now, my blue-eyed son ?
And what’ll you do now my darling young one ?
I’m a-goin’ back out ‘fore the rain starts a-fallin’
I’ll walk to the deepths of the deepest black forest
Where the people are a many and their hands are all empty
Where the pellets of poison are flooding their waters
Where the home in the valley meets the damp dirty prison
Where the executioner’s face is always well hidden
Where hunger is ugly, where souls are forgotten
Where black is the color, where none is the number
And I’ll tell and think it and speak it and breathe it
And reflect it from the mountain so all souls can see it
Then I’ll stand on the ocean until I start sinkin’
But I’ll know my songs well before I start singin’
And it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard, and it’s a hard
It’s a hard rain’s a-gonna fall.
Συγγνώμη παιδιά, αλλά 29 Μαίου Η πόλις υποκλίνεται στον Bod Dylan…
Φίλε Γιώργη
Η ανηφόρα αρχίζει μόλις διαρρήξεις
την περιοχή των ήντα (δοθείσης αφορμής
εκ παρενθέσεως δευτέρας )
Ένα άλλο μέρος της αλήθειας που
μας καταμαρτύρησες , είναι πως
το Βατικανό δεν είχε αντίρρηση να
βοηθήσει , υπό την προηπόθεση
της υποτέλειας των ανατολούντων
κοπριτών .
Επίσης ένα άλλο ερώτημα που
τίθεται είναι , πόσοι από αυτούς
500.000 που αναφέρεις ήταν
ΕΛΛΗΝΕΣ , ούτως ώστε να έχουν
Διάθεση για θυσίες .
Πάνω στο 1ο σχόλιο κάτι πιο ειδικό και πρωθύστερο:
Ο Beckby, όπως γράφει ο Κανελλόπουλος στην ιστορία του ευρωπαικού πνεύματος, παρατηρεί ότι η ελληνική λογοτεχνία θα είχε εξελιχθεί πολύ διαφορετικά, πιο αυθόρμητα και αληθινά αν στις μέρες του Ιουστιανού δεν γινόταν στροφή προς τη γλωσσική αρχαιοπρέπεια…
Κι ετσι, ξανα θα μεινω εδω.Να προσπαθω καπου να βρω,
τη χαμενη αγαπη που επεσε στο κενο..
να το ξέρεις θα σε θυμάμαι
όσοι αγαπάνε δεν ξεχνάνε
Καλή σου τύχη όπου πηγαίνεις
καλό ταξίδι, να επιμένεις
ότι αγαπάς να το κερδίζεις
ο καθένας φτιάχνει το όνειρό του
με βάση το εγώ του
γίνεται ερευνητής,μαχητής
της φαντασίας του πρωταγωνιστής
Αναβάτης ατίθασης πεταλούδας
εκδρομέας του αγρού
δρασκελίζω στα πέταλά σου
παπαρούνα
Να στε καλά κόρες και παληκάρια
μέλλον να παράγετε 🙂
Σπύρο, δεν έχω διαβάσει την ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος του Κανελλόπουλου και δε στο κρύβω ότι οι γνώσεις μου και αναζητήσεις μου επί φιλοσοφικών θεμάτων έχουν ως σημείο αναφοράς την εμπειρία. Παρ’ όλ’ αυτά η εικασία ότι η λογοτεχνία θα πήγαινε διαφορετικά είναι πειστική, ότι όμως θα πήγαινε προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση εκτιμώ αυθαίρετη.
… ούτε ένας φίλε Τυρταίε… ούτε ένας δεν ήταν διατεθειμένος να αγωνιστεί … και γι’ αυτό πήγαιναν εκεί.
Dn einai ola ta poimata panw… 🙁
Να μας συγχωρεί ο Αλέξανδρος, αλλά μόνον αυτά λάβαμε…ελπίζουμε να προσθέσουμε και τα άλλα ποιήματα μόλις τα παραλάβουμε! Καλή επιτυχία σεόλα τα παιδιά, απόψε!
Η ώρα είναι 12.19
Μόλις γύρισα από μια ωραία εκδήλωση
που οργάνωσε το ΠΟΙΕΙΝ σε συνεργασία
με τον Συλ. Γονέων του 52ου Λυκείου
Αθηνων και τον κ. Βουτυρόπουλο
και τίμησαν αξιόλογοι άνθρωποι με
την παρουσία τους .
Από αυτή την εκδήλωση , έλαβα
ελπιδοφόρα μηνύματα για την δυνατότητα
των νέων να εκφραστούν ποιητίκα .
Από την άλλη εισέπραξα και απαξία
από δεσποσύνη του κλέους που δεν
ανταπέδωσε την τιμή στους αστούς
και στους 50άρηδες και 60άρηδες
ακόμα και 70άρηδες με πατερίτσες
που ξεμαλλιάζονται , ποιος θα
γαμήσει πρώτος την ποίηση
όμως έτρεξαν να ακούσουν
την δική της ποίηση .
Την καλή-νύκτα μου σε όλους .
Φίλε Γιώργη
Λόγω εκτίμησης προς το πρόσωπό σου
αφ’ ενός και λόγω προτέρου εντίμου
βίου αφ’ ετέρου αποδέχομαι την
δικαιολογία .Άλλωστε δεν τίθεται
θέμα κέρδους ή χασούρας .
Απλά υπενθυμίζω πως για να
φθάσω στον εν λόγω χώρο
“από νωρίς ξεκίνησα ” μόνος μου .