Νύχτα στο ιπποδρόμιο

Ποιός θα μπορέσει να μου λύσει
τους πέτρινους καλπασμούς που με ζώνουν-
έχω χαθεί μες στους δολοφόνους ζωντανός –
και μήτε που ξημέρωσε ακόμα
ολόισιοι τοίχοι κιτρινισμένοι
και μέσα τους χτισμένοι άνθρωποι
που δεν πρόφτασα να φιλήσω- που αδυνατώ
να γνωρίσω – κι όλη τη νύχτα ακούω
τις σκουριασμένες αλυσίδες τους
να σέρνονται σαν βογητά εγγυμονούσας φοράδας-
ερημώθηκε ο κήπος που κρεμόταν χρόνια
γύρω απʼ το κλεμμένο μου χρυσάφι
και το χρυσάφι σαν θειάφι φωσφορίζει
μες στη θηριωδία μου- και πια δεν βγάζει άχνα

Σαν άγιος στέκομαι πάνω στο καμμένο μου χρυσάφι
προσεύχομαι με κατάρες ακατάληπτες
κι όταν το ξημέρωμα ανοίγει το φράγμα του ποταμού
ορδές οι δολοφόνοι μʼ επισκέπτονται σαν τσακάλια ουρλιάζουν
με λαικά τραγούδια της λησμονιάς στʼ αυτιά μου
Χερουβείβ κρέμονται απʼ τα γαλάζια σύννεφα -αλεξίπτωτα
και προσγειώνονται πολύτιμα πετράδια στο αίμα μου/

Πλάι στο ιπποδρόμιο καλπάζουν ασέλωτα άλογα
μουγκρίζει ο αέρας σύρριζα απʼ τον τελευταίο μου γύρω-
ψάχνουμε ο ένας τον άλλο- μα κανείς πουθενά
κάτω στον υπόνομο το λευκό πιάνο της κυρίας Μπραμ
σε Μαλερ πιτσικάτο – και οι δολοφόνοι ετοιμάζουν
μες στο τεχνητό φως του χρόνου νέες σφαγές
και το όνειρο γίνεται καταχνιά από ριπές/
λάμπει το ισχνό φως στο δέντρο των κρεμασμένων-
κυμάτων παφλασμοί και τάπητες της αγρύπνιας –
βαμμένος με ρουμπίνι στο μέτωπο και με μάτια
ινδικά πίσω από την γραμμή του ορίζοντα- οπλίτης
περιμένω μπροστά στους φαλλούς τους τα μαρμάρινα φιλιά
αναγνωρίζω την θέα- έχω ξανάρθει εδώ- εδώ έχω ξανάρθει

Η ποίηση είναι καινούργια και ματωμένη – μια λέξη μου
είπε τʼ όνομά της: Jesu Christiana!
Την έζωσα μʼ ένα κουβάρι απʼ τους παρθενικούς της υμαίνες
κι ένιωσα το απέραντο κορμί της σα σωματοποιημένη λέξη-
μετά κενό- κυλιστήκαμε στο πυρωμένο θειάφι
τα σώματά μας γυμνά και κίτρινα σαν κέρινα σβήσανε στο ελάχιστο-
οι δολοφόνοι ήρθαν και μας αποτέλειωσαν με τις λόγχες τους τις αργυρές
και ύστερα το φιλί μου στα χείλη της απολιθωμένο

Όπου να ʽναι τα νεύρα μου σπάνε –
ας τσουγκρίσουμε τα ποτήρια
Ξύπνησα πάνω στον μαρμάρινο εξώστη και ήταν μεσημέρι-
όλα τόσο απλά σαν μια παιδική λεξούλα
Οι δολοφόνοι μου χτισμένοι μες στους τοίχους έσερναν τα βαριά δεσμά τους/
τις πνοές- το σώμα μου -προς το φως-
Ήταν η αρχή-η γέννησή μου

(REW)

Χάνομαι στον χρόνο
μέσα σε ιλουστρασιόν πολιτείες
παραμονεύω
σαν χίμαιρα που σπαρταρά
ξεκολλημένος απʼ τους μελλοντικούς χρησμούς
σαν από θαύμα σωσμένος απʼ την απουσία
σε θαλερά σεντόνια ζωσμένος από οπιούχο κισσό
έρχεσαι να με γλείψεις επιδερμικά
αθώος μέσα σε άγια σώματα νίκης
στο δευτερόλεπτο μιας αλλεπάλληλης μεταμόρφωσης
πέρα απʼ τις σκιές του θανάτου
καμωμένος απ ʽτα καινούργια γράμματα αυτού του ποιήματος-

Θα μιλήσω για σένα μέσα από σένα
ως τον αποτρόπαιο αφανισμό μιας γλώσσας
που ολοένα βουβαίνεται
για να γεννήσει τη νέα έκ(πλήξη)
Οι διαθέσεις μου άγριες ανίκητες και ηρωικές
αίμα μέσα στο αίμα/ οργασμός δακρίων
σπερματοφόρος και ιδεοφόρος δαίμονας
σε καταπίνω και με κατατρώς
κουλουριασμένος σε στάση εμβρυακή
ξεβρασμένος μέσα απʼ τον βολβό του ματιού σου-
τα βήματά σου/ βήματα δικά μου
ασελγής και περήφανος από νιότη
ξεδιάντροπος από έρωτα
κυκλωμένος από θάνατο
σεβάσμιος πόρνος/ κοινωνός των μεγαλοπρεπών
βίτσιων σου/ φυματικός ουρανός
όλος ουρανός πίσω απʼ την βιτρίνα
των δρόμων σου-
περιπλανώμενος σε άδεια δωμάτια
με τοίχους βαμμένους
από φωσφορούχο αίμα και εύθραυστο έρωτα

Κανένας δεν συγχωρεί την ομορφιά μου
-ούτε κι εγώ-
σε φτιάχνω σαν είδωλο
σε χαλάω ξανά
μια μαύρη καμέλια ανθίζει κατά μήκος
του οισοφάγου μου
μην ξέροντας ποιά κατεύθυνση νʼ ακολουθήσει
ασύρματη διώρυγα ονείρου-

Χρόνια πλανιέμαι σαν δέντρο
με κλαδιά να πετάγονται απʼ το στόμα μου
κι ανθισμένα τα δόντια μου
με πόδια γυμνά πάνω στα μουσκεμένα
πεζοδρόμια- στις λεωφόρους και
στα ιπποδρόμια με τουρλωμένο
τον πλατινένιο μου κώλο
Θεά πόλης/ αριστούργημα σήψης
σκεπασμένος με μανδύα από λέξεις
και κανένας άνθρωπος να του
εμπιστευθώ τις λέξεις/ τους χρησμούς-
μες στη σιωπή / διασχίζοντας
στρέμματα υπεροψίας με την όραση κενή
Αυτή τη μάζα του αδιόρατου λευκού πλήθους
που ονομάζεται Άνθρωπος-
αναστάτωση χορού/ πανικός!
(STOP)

(το τηλεκοντρόλ-σαν μολότοφ βυθισμένο στη γυάλα με τα ναρκωμένα χρυσόψαρα-ΣΙΩΠΗ).

Άδοξη νύχτα

Ας υποθέσουμε σκηνικό καλαμποχώραφου-
Άδοξη νύχτα
Σύννεφο αναλλοίωτο μέσα
στον τροπικό της καταστροφής
χωρίς σχήμα/ χωρίς καταφύγιο
Απʼ τα πλευρά σου αιωρούνται ανονομάτιστες λέξεις
Χαμένος για χρόνια 300 και παραπάνω στα σπλάχνα σου
μέσα
όπου η ψυχή της μουσικής μου ανασαίνει σαν
μέταλλο ζεστό τις τζαζ ιαχές σου/ χωμάτινη σκιά

This is not a work of poetry/ not yet of one man_

Γιατί η ποίηση δεν είναι/ η ποίηση είναι το κακό/ που θαυμάζεται
σε χρόνο ακριβό/ σε κενό χρόνο/ εκείνον που αγαπιέται-

Στην οθόνη των ουράνιων διαστροφών δαμάζεται
ετερόγγλωσία ανέμου / αφή πουλιών κοντά στον Απρίλιο
υπνοφόρος καιρός πάνω απʼ τα κεφάλια του όχλου

Και μετά το σύννεφο πάλι –
4 σύννεφα πάνω απʼ τον δρόμο
που σέρνει το φαλακρό φίδι μέσα στο ξεραμένο άχυρο
και στα κέρινα καλαμπόκια- το σκιάχτρο φυσάει τη φωτιά
που άναψε ο τζίτζικας με της Κίρκης το πέτρινο τσακμάκι-

Θεά λαξεμένη από βροχή μες στην ορμή της νιότης/
σαν ρεύμα βραδινής ηλεκτροπληξίας

Θεά δραπετεύουμε απʼ τις κλωστές της φυλακής-
εκείνη κι εγώ μαζί εγώ- σχεδόν εκείνη/
στην αυγή της πόλης η Ήπειρος Color di Luce

και σαν Μαντόνα μισή ½ σχεδόν γυμνή στο κάτω πάτωμα
συνθέτοντας τους νέους δρόμους –
μονοπάτια νεογέννητων παιδιών
μήτρες αγγέλων βαλσαμωμένες στη λεοφώρο- τα βατράχια κοάζουν 3 φορές
Η άρνηση! Η άρνηση! Η άρνηση!
Το πρωινό στον βάλτο σαν παλάτι ορθωμένο στο πολύ φως-
λέξη στρόγγυλη προηγείται/ άδοξη νύχτα_

1 2 3 _αμέτρητα ατσαλένια μίλια

των υπνωτικών σιδηροδρόμων με οδηγούν
σε περίγραμμα λίμνης ευπαθούς νερού-
δυο μπουκέτα κύκνων λευκών ανά ζεύγος
λικνίζονται πλάι στα ψιλά γράμματα των τίτλων τέλους
από βιολετί φιλί – σαν μίσχος φωτός διά μέσου συννέφου-
βιολετί ματιά πάνω στα μάτια

Κι όμως υπήρξα εκεί_

Η ιεροτελεστία της άνοιξης- η λιβελούλα στο κουτί

[αιώνες πριν…]
Μου δόθηκε μια ώρα μαγείας/
για όσα δεν έτυχε να ειπωθούν-
κυκλοφορώ σε μονοπάτια ανείπωτων διαδρομών/
μʼ έναν αδελφό θεό κρεμασμένο στο λαιμό μου-
η μακροχρόνια ιεροτελεστία της άνοιξης ανατέλλει/
τα φώτα του χρόνου διασταυρώνονται σαν μονοπάτια οίησης/
που θα έφτιαχνε ίσως αιώνες μετά μια ποίηση ιερή_

[…στιγμές μετά]
Οι κοφτεροί κυνόδοντες των ασημένιων λύκων κραυγάζουν
σα σιαλογόνα λέπια/ ευχές του ορίζοντα- ρίχνουν παρα/μάνες
πρόσ-τυχες/ πυροφάνια από κρίνα σε τρίχινα προφυλακτικά
όπως κρέμονται σαν χάλκινες τρομπέτες- χωνιά και μέσα τους
αγριοκόρακες νερού στα δέντρα/ συνουσιάζονται με καθρέφτες
καθώς πάνω τους ρουθουνίζουν τα χνώτα της δικαιοσύνης-
ερπετά συναγωνίζονται με ροκανίδια νεογνών-
Το μόνο που αισθάνομαι είναι νερό_ ό,τι υπάρχω είναι νερό!

Η ποίηση συμβαίνει σαν δελτίο έκτακτων λεκτικών φαινομένων-
πλαδαρά υπόγεια τετραγωνισμένης ονείρωξης/ κυκλικές
έρχονται οι λέξεις σαν σιωπή στο ανοιχτό παράθυρο τʼ ουρανού-
το σπίτι πλάι στην ακτή όλο σεντόνια/ και μόνο σεντόνια θροΐζουν/
πάνω απʼ την καπνοδόχο μάτια παγωνιού στο στόμα μου καπνός
πόλης/
Σαν πόλη με τυλίγει στοργικά/ στο 13ο όνειρο υπνοφοβία_
λιβελούλες διασχίζουν το βεραμάν γρασίδι σύριζα του Ιγκόρ ΛιΒέλου
με άγνοια κενού- περίπου σκηνικό φωταψίας/
πολλαπλό χειροκρότημα από φτερούγισμα πεταλούδας-
υψίφωνο σκιάχτρο από σπέρματα έρωτα/
μορφή αχυρένιας μέθης με κοράκια (castrato) –[καστρααα/ καστρααα/ το κρα/ κασ/ κρααα!]
Ανθισμένο το κεφάλι (κρα-κρα-κρα-κρααα)-
εύθραυστο ακροατήριο από κρύσταλλο Βοημίας-
η Αγάπη σπαρμένη στον χάρτινο αγρό/
γεμάτος επιθυμία- γεμάτος δόξα- γεμάτος κενό!

(δεξιόστροφη κλίση του βολβού προς τα πάνω_)

Η όραση δυναμώνει x3 – η όσφρηση x4/
η αφή πάνω στον φλοιό
των χειλιών σου/ ξεχειλίζω ασφυκτικό άγγελο-
ποτέ τόσο πριν άγγελος δεν έχω ξεχειλίσει-

Τα φτερά μου γιγαντώνονται σε φόντο γαλάζιο της διαύγειας/ ραγισματιές
αργά- σταδιακά σπάνε το κορμί μου/
σκηνοθετώ την αντίστροφη Γέννηση-
θα συστηθούμε ξανά- σε μια ανάστροφη κυκλική πιρουέτα της όρασης- στη σκηνή 17/

Τώρα μπορώ άφοβα να δρασκελίζω τις οροφές των δέντρων-
Η έκρηξη! Η έκρηξη!
Γεμάτος επιθυμία- γεμάτος βάπτιση- ένθεος
λυτρωτής του κενού_
Ο ουρανός υγρός από όραση τσουκνίδας- η αιωνιότητα πως
ΤσοΎ /ZεΙ!
-Το όνομά μου είναι (…)
Δεν συναντηθήκαμε ποτέ/ ούτε παίξαμε σε τραγωδία-
ποτέ δεν εξημερώθηκε το μάτι- κι ο ουρανός εγώ/ νερό_
σχεδόν υστεροφημία- πετώ/ δύσκολος χρόνος όλο τικ-τακ-τικ-
κρα-τικ-τικ-κρα-τικ-κρα-κρα-κρα-τικ-κραααα!

Επιστρέφω στο κουτί-
έχω δει μιαν άλλη εποχή/
και
την
βλέπω
μόνον όταν είμαι
ΕΚΕΙ-

(υπεραστικό τηλεφώνημα- προσποιηθείτε Σιωπή!)