Από τα χρόνια, οπού πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του ο Πωλ Βαλερύ, και δώθε οτιδήποτε γράφτηκε στην Ευρώπη και είναι ποίημα ελκύει και απωθεί ταυτόχρονα. Ελκύει, διότι κρύβει εκπλήξεις που δεν περιμένεις, και απωθεί, διότι οι μη αναμενόμενες εκπλήξεις βάζουν σε δοκιμασία το μυαλό σου, κάνοντάς σε να σκέπτεσαι αν όντως «καταλαβαίνεις» αυτά που διαβάζει το μάτι σου ή αν παρασύρεσαι από μια μαγεία των λέξεων που οφείλεται ακριβώς στο ότι βρίσκονται σε παράλογη σειρά ή σε αναπάντεχη σχέση μεταξύ τους ή σε άνευ προηγουμένου παραδειγματικό συνδυασμό γραφομένων και νοουμένων. Ο αναγνώστης της «μοντέρνας» ποίησης βρίσκεται μονίμως εν δεινοίς, και εκείνο που κυρίως τον βασανίζει είναι η θέση που προσωπικώς θα λάβει, όταν θα έχει αποσώσει την ανάγνωση του «μοντέρνου» ποιήματος. Είναι αυτό που διάβασε ποίημα ή όχι; Και, αν όντως είναι ποίημα, είναι τάχα ποίημα καλό ή όχι; Ταλανίζεται, δηλαδή, ο αναγνώστης μεταξύ ειδολογίας και αισθητικής, και τα βάσανά του γίνονται ακόμα επαχθέστερα, όταν γνωρίζει –διότι, ναι, γνωρίζει πια– ότι απόφανση καθολικής ισχύος και ελεύθερη αντιφάσεων δεν είναι δυνατόν να υπάρχει στις μέρες μας από κανέναν. Ούτε διευκολύνει την κατάσταση η όποια εκ μέρους του θεωρητική γνώση των κανόνων της ποιητικής και των ατρέπτων δογμάτων των ποικιλώνμυμων καλλιτεχνικών ρευμάτων – ίσα-ίσα που αυτές ιδίως οι γνώσεις περιπλέκουν τα πράγματα ακόμη περισσότερο και εντείνουν κι άλλο την ήδη εντεταμένη σύγχυση του αναγνώστη.
Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς –και μάλλον δικαίως– προς τί τώρα όλα αυτά που προηγήθηκαν και που είναι κατά το μάλλον ή ήττον γνωστά. Η απάντηση είναι ευκολότερη από όσο μπορεί κανείς να φαντασθεί: η ποίηση δεν είναι πλέον υπόθεση του ποιητή, αλλά δουλειά του αναγνώστη. Ο ρόλος του ποιητή περιορίζεται απλώς και μόνο στην παραγωγή του ποιήματος… ενός «έλλογου πράγματος» που έχει μορφή ποιήματος. Οτιδήποτε άλλο και αν κάνει, θα είναι επί ματαίω: ο ποιητής δίνει μόνο τη μορφή, τουτέστιν το καλούπι, τον τύπο, τη μήτρα του ποιήματός του. Τα λοιπά είναι υπόθεση διεκπεραιώσιμη από τον αναγνώστη. Αυτός δικαιούται και –στο μέτρο που ασκεί το δικαίωμά του– υποχρεούται να δώσει το περιεχόμενο που θα πληροί την ήδη δοθείσα μορφή. Ο αναγνώστης γεμίζει το καλούπι… ο αναγνώστης είναι ο τηρητής του τύπου… ο αναγνώστης γονιμοποιεί τη μήτρα της ποιήσεως.
Ερωτάται: είναι, αλήθεια, πια τόσο ανίσχυρος ο ποιητής και τόσο δυνατός ο αναγνώστης; Ούτε, ούτε! Φαίνεται όμως ότι ο πρώτος εξαρτάται πλέον τόσο πολύ από τον δεύτερο, ώστε σχεδόν να μην υπάρχει τρόπος να ξεφύγει από τη μοίρα του. Κι όμως, κι όμως! Επειδή ακριβώς «φαίνεται έτσι», δεν σημαίνει ότι «είναι και έτσι» το πράγμα. Η κρησάρα του αναγνώστη είναι στην εποχή μας πάρα πολύ λεπτή… τόσο πολύ λεπτή δε, που θα είταν υπερβολή μεν, αν έλεγες ότι είναι εντελώς αδιαπέραστη, αλλά και που δεν θα είταν μακριά από την αλάθευτη αλήθεια αυτή σου η υπερβολή.
Οπότε ευλόγως ερωτάται περαιτέρω: πώς «προστατεύονται», λοιπόν, οι ποιητές μπροστά στην ύδρα ετούτη που έχει κεφάλια και πραγματικής υπερβολής και υπερβολικής πραγματικότητας και που όσα και αν της κόψουν, πάντα θα «φυτρώνουν» πολλαπλάσια των αποκεκομμένων; Και εδώ η απάντηση είναι απλούστερη από ό,τι θα περίμενε κανείς: οι ποιητές προστατεύονται δια των άθλων τους, παναπεί περιποιώντας στον εαυτό τους περιωπήν Ηρακλέους. Με μια κουβέντα και χωρίς γιρλάντες και φιοριτούρες:παραμένοντας ποιητές! Και για το φιλολογικόν του πράγματος ας σπεύσουμε να προσθέσουμε ότι ο πρώτος… ο αρχετυπικός ποιητής είταν ο μυθικός εκείνος Ηρακλής, που ισοπέδωσε το άγριο δάσος της γης και το εποίησε αγρό καλλιεργήσιμο, μετατρέποντας την παντού προϋπάρχουσα αγονία της γήινης φλούδας σε γενική ευγονία καρπών.
Κατόπιν των ανωτέρω ας διαβάσουμε το σύντομο και άτιτλο ποίημα που ακολουθεί:
Ένα μεγάλο κόκκινο πουλί
φτεροκοπώντας με τις δυό ασπίδες του
κάθισε διαδοχικά
σʼ όλα τα περίπτερα της πόλης
ώσπου γέμισε η πόλη ανεμόμυλους.
Ύστερα έφυγε κι εσύ το ακολούθησες.
Ο δρόμος που πήραν τα πόδια σου
έχει τώρα μια μακριά λοφοσειρά.
Τί νά ʼναι αυτή η λοφοσειρά;
Μήπως κατασκευαστής κυμάτων;
Εμείς άνεμο θέλουμε.
Μήπως το ήλεκτρο που έχεις
όταν ο άνεμος εξασκείται στο σώμα σου;
Θά ʼταν ό,τι καλύτερο.
Είναι ποίημα του 1986. Ο συγγραφέας του είναι ο Πανάγος Πέππας, και είναι ενταγμένο στην πρώτη συλλογή του, που έρχει τίτλο Η ακακία της Ανδρομάχης. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια –21, παραπάνω δηλαδή από έν πέμπτον αιώνος– για να ξαναβγεί ο Πέππας με βιβλίο του μπροστά στον αγναγώστη. Τον Δεκέμβριο του 2007 κυκλοφόρησε η Ημερίδα του, σύντομη όσο και η Η ακακία της Ανδομάχης, αλλά τούτη τη φορά από εκδοτικό οίκο, από τις «Εκδόσεις Μελάνι». Η πρώτη συλλογή του εικάζω ότι είχε τυπωθεί αναλώμασιν του ποιητού –καθώς πληροφορούμαι από τον κολοφώνα του βιβλίου– από το τυπογραφείο των καλλιτεχνικών εκδόσεων «Διάττων». Σύνολο ποιημάτων του Πέππα 37, στην ουσία όμως δύο, μιάς και η κάθε συλλογή μπορεί να θεωρηθεί ενιαίο ποίημα ή, καλύτερα και ορθά, ενιαία ποίηση (: όπως θα λέγαμε poesia στα ιταλικά και poésie στα γαλλικά). Και μιάς και διαβάσαμε ένα παλιό ποίημα του Πέππα, ας διαβάσουμε και από τη δεύτερη συλλογή του ένα απόσπασμα, ένα έντιτλο ποίημα αυτή τη φορά:
Η ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Ωρολογιακός μηχανισμός η λέξη.
Εκρήγνυται όταν έρχεται σʼ επαφή
με όλες τις σημασίες της.
Έτσι εξηγείται και το κύκνειο άσμα,
ο χωρισμός των ερωτευμένων,
οι επαναστάσεις – που αργά
ή γρήγορα πνίγονται· είτε στο αίμα
είτε στον αφρό ξυρίσματος.
Ξυπνάει τότε ο χρόνος, γομώνει πάλι
τη λέξη, την κουρδίζει και ξαναπέφτει
για ύπνο υπάρχοντας σε αποφασιστικά
δευτερόλεπτα· τα υγρά και λάμποντα
εργαλεία στις δέλτους της ομιλίας
όταν το σπουργιτομάνι της φωνής
καθιερώνεται λέξη στον ουρανίσκο.
Αν στα λόγια, που προηγήθηκαν των ποιημάτων, αλλάζαμε τη λέξη «ποιητής», όπου την έχουμε βάλει, με το ονοματεπώνυμο «Πανάγος Πέππας», το κείμενό μας θα μπορούσε κάλλιστα να τελειώσει εδώ. Θα αφήσουμε, ωστόσο, ανέπαφα τα προηγηθέντα, όχι γιατί δεν ευσταθεί η μόλις διατυπωθείσα υπόθεσή μας, αλλά επειδή κρίνουμε ότι τα δύο παρατεθέντα και αναγνωσθέντα ποιήματα, εντελώς αντιπροσωπευτικά του ποιητή Πανάγου Πέππα, μάς επιτρέπουν να σκεφτούμε πάνω στο δημιουργικό ήθος του και να πούμε για τον τρόπο, με τον οποίο μεταπλάθει την νοητή και «άσχημη», ήτοι «άμορφη» ιδέα σε υλικό και «εύσχημο», ήτοι «όμορφο» ποίημα.
Ο Πανάγος Πέππας είναι ποιητής, όχι επειδή γράφει κείμενα που, λόγω της ειδής τους και εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, μπορούμε να ισχυρισθούμε ασφαλώς ότι μοιάζουν στο λογοτεχνικό είδος «ποίημα», αλλά επειδή ορίζει το ποίημα, όχι απλώς ως ήδη συγκροτημένο και, άρα, ως δια παντός τελειωμένο είδος, αλλά και –κυρίως αυτό! – ως συγκροτηθησόμενο είδος και, άρα, ως εσαεί ανοικτό πεδίο συγκροτήσεως των ιδεϊκών συλλήψεων σε υλική πραγματικότητα. Τα ιδεατά και μόλις εννενοημένα γίνονται, αφού τα πλάσει στα ποιητικά χέρια του, ένυλα και λεκτικώς σημειωμένα. Ο Πέππας κατάγει στο λευκό χαρτί άμορφες ιδέες και τις κάνει ακράδαντα σημεία, πλην όμως γνωρίζει ότι το μόνο «άπαξ» είναι η διαδικασία, ενώ όλα τα άλλα είναι «κατʼ επανάληψιν». Ο Ηρακλής, άλλωστε, ισοπέδωσε άπαξ το άγριο δάσος της γης, δείχνοντας πώς ακριβώς γίνεται και πώς ακριβώς θα γίνεται πάντα το πράγμα αυτό· ο προκύψας αγρός καλλιεργείται κατʼ επανάληψιν μεν, αλλά δεν βγάζει πάντα τους ίδιους καρπούς.
Τα της διαδικασίας της ισοπέδωσης του άγριου δάσους μάς τα διδάσκει το πρώτο ποίημα· τα της λήψεως των καρπών από την καλλιέργειά του το δεύτερο. Το ήδη υπάρχον πλαίσιο διευρύνεται κάθε φορά που αβγατίζει το πλήθος των σημασιών των λέξεων. Μα του ποιητή η δουλειά, ιδίως στη «μοντέρνα» ποίηση από τα χρόνια του Βαλερύ και δώθε, ώς τις μέρες μας, δεν είναι ο όποιος μηχανικός πολλαπλασιασμός των σημασιών των λέξεων, που δεν μπορεί να διεκδικήσει τίποτε παραπάνω από την ετικέττα του βερμπαλισμού, αλλά η γόνιμη, η κάρπιμη, η λυρική διαχείρισή τους έτσι, ώστε να ξεπερνούν κάθε φορά –για να θυμηθούμε τον υπέροχο όρο του Γκάνταμερ– τον ορίζοντα προσδοκίας του αναγνώστη. Πιό απλά: να προσκαλούν τον αναγνώστη να δείξει ενδιαφέρον και να τον βάζουν στο παιχνίδι της ανάγνωσης. Αν μάλιστα θυμηθούμε ότι το ενδιαφέρον είναι interesse, τότε, ναι, οί ποιητές καλούν τους αναγνώστες όπως έλθουν στην ανάγνωστη για να inter esse, δηλαδή όπως έλθουν στην ανάγνωστη για να είναι ανάμεσα σε αυτούς και στο έργο τους. Η ανάγνωση αυτή του αναγνώστη είναι, όμως, κατά πάντα διττή: γιατί πέρα από το απλό και στοιχειώδες διάβασμα, είναι και εκ νέου γνώση, που παναπεί «νέα γνώση», «περαιτέρω γνώση», «αναθεωρημένη παλιά γνώση». Αν δεν είναι τα ποιητικά πράγματα έτσι, τότε οι όποιες διευρυμένες και αυξημένες «σημασίες» των λέξεων θα διαθέτουν μεγάλο πληθάριθμο, αλλά θα στερούνται ποιητικού νοήματος ή, με άλλα λόγια, τζάμπα θα λαλεί το σπουργιτομάνι της φωνής, όπως γράφει σε έναν χαρακτηριστικό του στίχο ο Πέππας, που μόλις τον διαβάσαμε.
«Ο Εγκέλαδος να γίνει μηχανή πλοίου»·
«Ενας κομήτης θα γεμίσει επιφωνήματα το κορμί σου»·
«Μη μπαινοβγαίνεις αιφνίδια στη μέρα / και γίνεις πρόωρα αστραπή»·
«Μʼ ένα ταχύπλοο ανοίγω το φάκελο της θάλασσας»·
«Πρέπει λοιπόν να διαλευκάνεις τη νύχτα»·
«Μια βοσκοπούλα / κοίταζε αφʼ υψηλού την άσφαλτο»·
«Το άγαλμα μιας ρουφήχτρας»·
«Φύτεψες με στοργή τις νιφάδες του χιονιού / και βγήκαν αγριοπερίστερα»·
«Η μυρμηγκοφωλιά των φωτονίων»·
«Οι καραμέλες στα στόματα των παιδιών / είναι τα θραύσματα του ουράνιου τόξου»·
«Να παίξει βιολί το σταυροπόδι σου»·
«Ίσια μέσα στη χειροβομβίδα του καλοκαιριού»·
«Χειρονομεί κατά του ύψους / και η φλεβίτσα του λαιμού της διατυμπανίζει / πως η γη κρέμεται από μιαν αχτίδα»·
«Χρόνια κυνηγάω τις λέξεις με μια σύριγγα»·
«Πέντε σπιρτόξυλα ανάβουν τον ουρανό»·
«Μια διελκυστίνδα ανάμεσα / στη γλώσσα και στην ομιλία»·
«Όσο και να κοκορεύονται τα ρολόγια»·
«Για να μας ελκύουν τόσο τα πράγματα / πρέπει νά ʼχουν στο βάθος μια ραγδαία ορχήστρα»·
«Απαλά με πινελιές σκιρτήματος»·
«Επινοεί το ευώνυμο»·
«Πανόραμα της ψυχής μονάδα αιθριασμού»·
«Ξεχωρίζει την κακή σπίθα απʼ τις υποδιαιρέσεις / της άνοιξης»·
«Σάλος οπτικής σε ώρα / εσκεμμένη»·
«Η μαγική απλότητα, ηρωισμός ροής που ευσταθεί / ως πέμπτη εποχή αλλά και ως Καθαρά Δευτέρα!»·
«Ένα φεγγαρόπαιδο κλυδωνίζεται απʼ τα κάλαντα»·
«Νʼ ακούω τη λέξη να σπάει / στα χείλη σου το φράγμα της»·
«Ώσπου ένας γλάρος να μου λύσει το βλέμμα / και να πάρω αυτό που δίνει το κύμα»·
«Την άπνοια / που αγιάζει στους γκρεμούς»·
«Να πηγαίνεις έστω στην πλησιέστερη λέξη».
Ουδόλως αγνοώ ότι η εκτομή στίχων από το σώμα ενός ποιήματος, που είναι, όπως είπαμε, μια ολόκληρη ποίηση, σακατεύει τον ειρμό του λόγου. Όντως, έτσι συμβαίνει. Εδώ, όμως, το έκανα επίτηδες, και άρα η πράξη συγχωρείται: ήθελα απλώς να καταδείξω την πυρηνική δομή των στίχων του Πέππα. Ότι οι αποσπασμένοι στίχοι του δεν είναι θραύσματα, αλλά στέκουν κάλλιστα ποιητικώς και μόνοι τους. Διαβάστηκαν σκόρπιοι στίχοι, αποκομμένοι από τον ποιητικό οικολογικό τους θώκο, κι ωστόσο καμμία αμφιβολία δεν σου μένει ότι είναι ποιήσεις. Δεν είναι λέξεις πεταμένες εική και ως έτυχε, αλλά η καθεμιά τους συστήνει επιχείρημα λόγου λυρικού, και όλες μαζί απαρτίζουν argumenta ποιητικής. Ρητορικώς δε ελεγμένες σε πείθουν! Διαβάζεις τους στίχους σκέτους, εκτός των συνυφαινομένων τους, ασχέτως των προηγηθέντων και εν αγνοία των επομένων, και αναγιγνώσκεις ποίηση… ποίηση ατόφυα… δηλαδή ξέρεις ότι εδώ, σε τούτους τους στίχους, σε αυτά τα ποιήματα ξαναγνωρίζεις την ποίηση. Ο ποιητής είναι εδώ και ποιεί άθλους με τις λέξεις του στον εύφορο αγρό του λόγου. Και ο αναγνώστης, περνώντας από το χωράφι το καρπερό και έχοντας απολαύσει την ωριμότητα και την ουσία των σπάνιων καρπών, χαιρετάει τον ποιητή λέγοντάς του: Γειά στα χέρια σου, μάστορα!











Αν θέλουμε τον ποιητή τεχνίτη συναρμολογητή λέξεων έλλογα διευθετημένων ώστε ο κάθε αναγνώστης να διαμορφώνει (αν…)το δικό του νόημα συναρτήσει και της στιγμής θεωρώ ότι δε μιλάμε για ποίηση, αλλά για παιχνίδι λέξεων με ποικιλία σημασιών.
Το ποίημα:
ούτε μπορεί να πάψει να είναι το όχημα όπου ο ποιητής θα μεταφέρει (αυτούσια ή αφαιρετικά δοσμένα ή συμβολικά) από τα συναισθήματα και την εμπειρία του μέχρι τα όνειρά του όπως ενστικτωδώς διαμορφώθηκαν μέσα του
ούτε θα υπάρχει χωρίς και τον αναγνώστη και την εντός αυτού νέα διαμόρφωση.
Εγώ πάλι Μίχε, το διάβασα ως εισαγωγή στη διδασκαλία της Ποίησης στη μέση εκπαίδευση…Με αφορμή την Ποίηση και τα Ποιήματα του Π.Π. (πολύ μου άρεσαν τα 5 “Π” του Κεντρωτή-ξεπέρασαν ως κι αυτά του λόγκο του ΠΟΙΕΙΝ…), ο καθηγητής ξεκαθαρίζει με άνεση το νεφελώδες τοπίο της ποίησης των ημερών μας…Όλοι στους δρόμους, Πατριώτες!
εγώ πάλι φίλοι μου θα σας πω τι δεν είναι ποιητής.
ποιητής δεν είναι ο πολιτικός που εμφανίζεται με γυαλεστερό κουστούμι και κόκκινη λαμέ γραβάτα
σα ξεπεσμένος πλ’ει μπόι να υπερασπίζεται τις πολιτικές μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης που ως στόχο έχει να γίνει ο φτωχός φτωχότερος κι ο πλούσιος πλουσιότερος
αυτός δεν είναι σίγουρα ποιητής οι άλλοι δεν ξέρω
Παράλληλες σκέψεις με αφορμή το κείμενο του κ. Κεντρωτή:
Το κατακάθισμα της αναμονής να βρέξει η βροχή να σκοτεινιάσει το σκοτάδι και το φως να φωτίσει… Ποια η συνέπεια; Μακρυγορεί κανείς και με κοντές λέξεις. Σαν να θέλει να παίζει τον ρόλο του ευφυή.
Και ο Βαλερύ; Τον πλήρωσε η ίδια η νεαρή του μοίρα και κατάλαβε. Γεγονός με αμέτρητες αποδείξεις. Η ποίηση είχε προπολλού αυτο-εκτοπιστεί σε αλλονών χέρια. Μου έρχεται στο μυαλό ακόμη και ο Πικαμπιά.
Ας δηλωνόταν τουλάχιστον κάποια απώθηση – μα καμιά. Συμβαίνει η προσαρμογή στο δράμα, μα λείπει η συμμετοχή.
Το speculation επειδή δεν είναι ένδειξη μωρίας στη γραφή δεν σημαίνει πως είναι ποίηση.
“Θάλασσα σκοτεινή η ανθρωπότης
είναι μια ιστορία
κάπως μελαγχολική
για το καράβι
που ζητά στον ουρανό
την άγκυρά του να ρίξει.”
Γιώργο σε χαιρετώ.
Την καλημέρα μου.
Μόλις λάβαμε το ενημερωτικό από την Εταιρεία Συγγραφέων:
Κοδριγκτώνος 8, 112 57 Αθήνα Τηλέφωνο 210 823 1890 Facsimile 210 823 2543
http://www.dedalus.gr
E-mail grwrisoc@otenet.
Αθήνα, 04 Μαΐου 2010
Πρόταση της Εταιρείας Συγγραφέων
προς το Υπουργείο Παιδείας και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο
Πρόταση να διδάσκονται στα σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όχι μόνον αποσπάσματα, όπως γίνεται μέχρι σήμερα, αλλά και ολόκληρα λογοτεχνικά έργα ζώντων συγγραφέων, κατέθεσε η Εταιρεία Συγγραφέων στο Υπουργείο Παιδείας και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Σύμφωνα με την πρόταση, που βασίζεται σε ιδέα του ποιητή και φιλολόγου Στάθη Κουτσούνη, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, ο συγγραφέας θα καλείται στο σχολείο και θα συζητά με τους μαθητές για το βιβλίο του αλλά και τη λογοτεχνία γενικότερα.
Η πρόταση εξετάζεται με ενδιαφέρον από το Υπουργείο Παιδείας. Να σημειωθεί ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και στη γειτονική Τουρκία, στα σχολεία διδάσκονται όχι μόνο αποσπάσματά αλλά και ολόκληρα λογοτεχνικά έργα.
Άλλωστε, το θέμα έχει απασχολήσει και άλλους φορείς εμπλεκόμενους με την εκπαίδευση, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει έντονος σκεπτικισμός για τα αρνητικά αποτελέσματα που έχει στους μαθητές και αυριανούς αναγνώστες η έως τώρα αποσπασματική διδασκαλία της λογοτεχνίας στα σχολεία.
Η ΕΕΕ θα έπρεπε να έχει παρέμβει πολλές φορές για πάρα πολλά που σχετίζονται με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στα σχολεία.
Αυτό τώρα με επιτρέπει να υποψιάζομαι οικονομικά κίνητρα και μόνον!
Η ανάγνωση της ποίησης ακολουθεί αυστηρά τις επιταγές του ίδιου του αναγνώστη, και μόνο αυτές. Αν η φιλολογία έχει σαν επιστήμη να προσφέρει κάτι, αυτό είναι μια απλή στατιστική διαφορετικών απόψεων ανάγνωσης, οι οποίες ενσωματώνονται στην ιστορία της λογοτεχνίας, με βάση πάντα την καθιέρωση και την προώθηση εντός του γλωσσικού μονοπώλιου, ενώ είναι πάμπολλα τα παραδείγματα ανάδειξης δημιουργών που βρίσκονταν στην αφάνεια και αναγνωρίστηκαν όταν άλλαξαν οι συσχετισμοί στη γλωσσική αγορά. Σίγουρα τώρα ο γνωσιακός εξοπλισμός του αναγνώστη, η θέση του στη γλωσσική αγορά και τα κριτήρια ανάγνωσης, που κάθε φορά θέτει, είναι στοιχεία που πρέπει να συνεκτιμηθούν κάθε φορά που υπάρχει μια πρόταση αξιολόγησης για μια συγκεκριμένη ποιητική δημιουργία.
Σχόλιο σε πολλά επίπεδα
1. «Ωρολογιακός μηχανισμός η λέξη», δοκιμασία και ζύμωση, αδιέξοδα και διεμβολίσεις, διέξοδοι σε όλα μέσα από την ποιητική λέξη! Αν μιλάμε για τον ποιητή Π. Πέππα, τον παλιό φίλο σε δύσκολους καιρούς, η βιωμένη συντριβή υποδαύλιζε την αντίσταση και την αισιοδοξία…τότε σε μια συνοικία του Δήμου Υμηττού.
2. Ξαφνιάζει η γενίκευση του κ. Κεντρωτή, και οι αναφορές στον Βαλερύ και στον Γκαντάμερ, αλλά τεκμηριώνει και δεν αυθαιρετεί. Ορθά.
3. Διατηρώ επιφυλάξεις, ωστόσο, για την «εκτομή στίχων από το σώμα ενός ποιήματος»- προέχει η συνολική εικόνα και η συναισθηματική εγρήγορση από τη μελέτη και το άκουσμα [προφορικότητα ποίησης, ναι!].
4. κ. Παστάκα-κ. Αραβανή, χωρίς να ξέρετε, το ΠΟΙΕΙΝ με επανασυνδέει με ένα φίλο που έχω χάσει λόγω συνεχών μετοικεσιών δικών μου και εκείνου από το 1981 ή 1982! Μήπως μπορώ να έχω μια διεύθυνση επικοινωνίας;
5. Τρεις νεκροί, υποκλίνομαι όποιοι κι αν είναι! Ακριβώς ως ζωντανοί μαζί με μας δίναν τροφή στην καθημερινή κι απλή αποξένωση-σαν νεκροί –«παράπλευρες απώλειες» γιατί να δίνουν τροφή στο πνεύμα απερήμωσης που διαπερνά τη χώρα; Πρεντετερισμοί, Τραγκαρίνοι πειρατές, Παπαδακογιώργηδες και Χατζηνικολακαίοι τρομεροί νάνοι, αιμοβόροι της «ενημέρωσής» μας, «καλή σας όρεξη»!!! Ποιο όνομα να έχει η νέα μέρα;…
Υπάρχει μια διαρκής παρεξήγηση σχετικά με την “ποίηση” και τον “ποιητή”, οι λέξεις…Άλλοι θεωρούν πως αυτές είναι τα -αναγκαία- μέσα που ο “ποιητής” έχει στη διάθεσή του κι άλλοι αντιλέγουν πως οι λέξεις είναι εμπόδια που ο ποιητής πρέπει να υπερβεί δια της ανα-νοηματοδότησή τους μέσα από το σώμα της “Ποίησης”.
Υπάρχει συνάμα μια αέναη διαβάθμιση μεταγύ του διπόλου “Υποκείμενο” (ο ποιητής που ως άλλος Θεός της Παλαιάς Διαθήκης θα γεννήσει εκ του μηδενός τα καινά ποιητικά νοήματα) και “Αντικείμενο” ( ο Αναγνώστης που επιτέλους εκδικείται τον Προμηθέα-Ποιητή, καταδικάζοντάς τον στο ρόλο του τετριμμένου μεσάζοντα).
Καλούμαστε λοιπόν εκ των προτέρων να μιλήσουμε περί ποιητικής αλήθειας υπό καθεστώς χρηματιστιριακό, μιας και τελικά στο μεταμοντέρνο πεδίο ο αναγνώστης σκότωσε τον δράκο κι επιτέλους ο ποιητής μπορεί να αναπαυθεί στα φιλολογικά σαλόνια, ή (ακόμη χειρότερα) καλούμαστε να προσδιορίσουμε ένα από τη φύση του δια-υποκειμενικό φαινόμενο (της γλώσσας που από τη φύση της είναι μόνο δια-υποκειμενική, καθώς από τη μια χρειάζεται υποκείμενα να την μιλούν κι από την άλλη την αναγκαία επικοινωνία μεταξύ τους που θα επιτρέψει στη γλώσσα να υπάρξει) ως ένα φαινόμενο-προιόν καθαρής προσωπικής παρθενογέννεσης.
Απέναντι στο δίλημα προσωπική αισθητική αξιολόγηση και άρα τονισμός του αναγνώστη ή ποιητική ιδιο-φυία (με το “ίδιο” να προσδιορίζει επακριβώς τα τείχη του υποκειμένου), η ποίηση και το ποίημα παραμένουν τα μπάσταρδα που όλοι φτύνουν…
Από την ανάλυση του κ. Κεντρωτή λείπει -κατ’εμέ- το σημαντικότερο στοιχείο: η γλώσσα ως το κατεξοχήν ενεργό δι-υποκειμενικό πεδίο που γεννά αμφότερους: ποιητή και αναγνώστη…
Όσο για τον στοχασμό και τη θέση του ή όχι στην ποίηση, δεν χρειάζεται να σταθούμε στον Βαλερύ (που είναι και αμφίβολο το αν πραγματικά υπήρξε ικανός στοχαστής σε τελική ανάλυση, αλλά αρκεί να επιστρέψουμε στον Αισχύλο…
Κι αυτό όχι χάρη κάποιας ανόητης προγονολατρείας, αλλά γιατί πραγματικά υπήρξε ο πρώτος στην Ευρώπη που ποίησε λόγο υπακούοντας στη γλώσσα της Αθήνας της εποχής του. Κι επειδή προβέπω μειδιάματα και κατηγορίες περί ανούσιας γενικολογίας, το “ποιώ λόγο” εδώ αναφέτρεται ρητά και μονοσήμαντα στο “δημιουργώ καινές έννοιες” που η κοινωνία και η γλώσσα της θα χρησιμοποιήσει προς κάθε δυνατή κι αδύνατη χρήση, ενίοτε και “ποιητική”…
Ως παράδειγμα φέρω -τυχαία- τη λυρική απεικόνιση της δύναμης της γνώσης στην Κλυταιμνήστρα. Αν κι υποψιάζομαι πως ήδη το προχώρησα πιο πέρα από την -όποια- ανάλυση του προβλήματος όπως ο Gadamer το είχε θέσει…
τα γεγονότα προηγούνται της ποίησης
(ίσως… ίσως κάποτε να τα πει)
ούτε ήτανε μόνο παιδιά…
ούτε μόνο συνδικαλιστές…
ούτε μόνο οι κομματικά οργανωμένοι…
100-150 χιλιάδες κόσμος, εργαζόμενοι, άνεργοι, μαθητές, φοιτητές, οικογένειες…
και
την ώρα της οργής.
μια τράπεζα ανοιχτή
ένας ανεγκέφαλος ή προβοκάτορας (το ίδιο κάνει) «οπλισμένος» κατάλληλα.
και τρία παιδιά εργαζόμενα.
[για πόσα χρήματα αλήθεια;]
…ΤΩΡΑ άρχισαν να ψάχνουν ενόχους…
…ΤΩΡΑ…
“ένας ανεγκέφαλος ή προβοκάτορας (το ίδιο κάνει) «οπλισμένος» ”
κ.Πρίμπα, το αποτέλεσμα είναι σίγουρα το ίδιο τραγικό. Είναι όμως το μόνο “ίδιο” εδώ. Μέρες τώρα μας πιπιλάνε το μυαλό για κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας, για αναστολή άρθρων του συντάγματος κλπ κλπ (ξαφνικά άρχισαν να προβάλλονται σαν σωτήρες διάφοροι επιχειρηματίες)
Η προβοκάτσια των δήθεν αριστερών, αντιεξουσιατών -ή ότι αλλο όρο χρησιμοποιούν αυτοί οι τόσο γνωστοί άγνωστοι- να δολοφονήσουν αθώους εργαζόμενους εν ψυχρώ, για να τρομάξουν τον κόσμο που αντιδρά και να δώσουν άλλοθι σ’ αυτούς που απεργάζονται διάφορα “περίεργα” σενάρια για τη χώρα, δεν θα περάσει.
Σκέψεις ενός Αναγνώστη σε συνάρτηση ποίησης – πραγματικότητας .
Υπέροχες αναλύσεις !!!
Μοναδικές κρίσεις !!!
Όλη η ομήγυρης παρούσα .
Το ερώτημα παραμένει καίριο , δηλητηριώδες
και …… καυστικό!!!
Να ζει κανείς ή να ……τον καίνε ???
(χωρίς σχολιασμό)
2.03 μ.μ. οδός Σταδίου. Νεαροί σπάνε τη βιτρίνα της τράπεζας και πετούν στο εσωτερικό της μολότοφ. Προκαλείται φωτιά. Στην αρχή κανείς δεν εκτιμά τον κίνδυνο. Τα μπλοκ των διαδηλωτών αγνοούν τη φλεγόμενη βιτρίνα και συνεχίζουν να περνούν μπροστά από το νεοκλασικό κτίριο της Σταδίου φωνάζοντας συνθήματα. Οι υπάλληλοι της τράπεζας, κάποιοι από τα παράθυρα, άλλοι από το μπαλκόνι του β΄ ορόφου κοιτούν το πλήθος περισσότερο με περιέργεια παρά με φόβο. Nεαροί διαδηλωτές, στη θέα των καλοντυμένων τραπεζοϋπάλληλων απαντούν με χειρονομίες φωνάζοντας συνθήματα ενάντια στο κεφάλαιο και τις τράπεζες.
Εκείνη την ώρα, στην πλατεία Συντάγματος εκρήγνυνταν χειροβομβίδες κρότου – λάμψης, ενώ διαδηλωτές με πανό συνέχιζαν να ανεβαίνουν τη Σταδίου. Ένα λεπτό αργότερα, το τοπίο άλλαξε. Η φωτιά στο ισόγειο του κτιρίου φούντωσε και από τα ανοιχτά παράθυρα του β΄ ορόφου άρχισε να βγαίνει πυκνός καπνός. Στο μικρό μπαλκόνι στην πρόσοψη του νεοκλασικού στριμώχθηκαν τέσσερις ή πέντε εργαζόμενοι προσπαθώντας να αναπνεύσουν, ενώ άλλοι που δεν χώρεσαν εκεί άνοιξαν διάπλατα τις μπαλκονόπορτες. Οι αντιδράσεις των διαδηλωτών κλιμακώθηκαν. Εκείνοι που νωρίτερα έκαναν χειρονομίες, τώρα χλεύαζαν τους υπαλλήλους φωνάζοντας «να καείτε ζωντανοί, ρε!», ενώ άλλοι τους καλούσαν ειρωνικά να πηδήσουν στο κενό. Ορισμένοι πιο νηφάλιοι τους έκαναν νόημα να κατέβουν από το κτίριο. Όσοι διαδηλωτές από τα οργανωμένα μπλοκ σάστισαν και κοντοστέκονταν στη θέα των εγκλωβισμένων υπαλλήλων επανέρχονταν στην… τάξη από τους επικεφαλής, οι οποίοι τους φώναζαν «προχωράμε σύντροφοι, προχωράμε». Καθώς τα δευτερόλεπτα κυλούσαν, το μαύρο σύννεφο καπνού από τα παράθυρα του α΄ και β΄ ορόφου έγινε τόσο πυκνό που έκρυψε την πρόσοψη του κτιρίου και τους πανικόβλητους υπαλλήλους που από ένστικτο έσκυβαν για να αναπνεύσουν. Ο ένας από αυτούς έβγαλε το σακάκι του, πέρασε πάνω από το κάγκελο της μπαλκονόπορτας του β΄ ορόφου, πάτησε στη μαρκίζα και πήδησε σε μια πρόχειρη κατασκευή από ελενίτ στην ταράτσα του διπλανού κτιρίου. Αυτή δεν άντεξε το βάρος, και ο νεαρός βρέθηκε στο κενό. Προσγειώθηκε μερικά μέτρα πιο χαμηλά στο πρεβάζι του κινηματογράφου «Απόλλων». Στην άλλη άκρη του κτιρίου της Marfin, άλλος εργαζόμενος, ισορροπώντας πάνω στο κάγκελο και στη μαρκίζα του β΄ ορόφου, κατάφερε να φθάσει στο μπαλκόνι του διπλανού κτίσματος. Στη συνέχεια φάνηκε να προσπαθεί να τραβήξει συναδέλφους του που είχαν μείνει πίσω. Στο μπαλκόνι παρέμεναν δύο γυναίκες κουνώντας ένα χαρτόνι με το οποίο μάταια προσπαθούσαν να απομακρύνουν τον καπνό. Η Πυροσβεστική έφτασε πέντε λεπτά αργότερα. Παρευρισκόμενοι φώναζαν συνθήματα και πετούσαν αντικείμενα εναντίον τους.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_06/05/2010_399953
Ήμασταν μέσα στην πορεία και είχαμε περάσει την πλατεία Κολοκοτρώνη. Φτάνοντας έξω από την τράπεζα, είδαμε ότι καιγόταν και έβγαινε μαύρος καπνός από το εσωτερικό. Κάποιοι, που βρίσκονταν στο πεζοδρόμιο πέταγαν πέτρες στην τράπεζα που καιγόταν. Ξαφνικά ένας άνδρας με κουστούμι άρχισε να φωνάζει: ‘Υπάρχουν άνθρωποι μέσα’. Κάποιοι λογομάχησαν μαζί του. Επέμενε, φωνάζοντας ‘Υπάρχουν άνθρωποι μέσα’. Είδαμε έναν άνδρα στο μπαλκόνι. Τότε οι ίδιοι που πέταγαν τις πέτρες άρχισαν να φωνάζουν: “νερό, φέρτε νερό, υπάρχουν άνθρωποι”. Ορισμένοι από τους διαδηλωτές πήγαν ακόμη και με μπουκάλια. Η φωτιά δεν ήταν μεγάλη. Ακούσαμε να πέφτουν χειροβομβίδες κρότου λάμψης και καταλάβαμε ότι πλησιάζουν τα ΜΑΤ. Προχωρήσαμε μαζί με την υπόλοιπη πορεία”, ανέφερε διαδηλώτρια.
“Στο μπαλκόνι της τράπεζας στο 2ο όροφο εμφανίστηκαν δύο γυναίκες, οι οποίες ήταν μαύρες από τον καπνό και προσπαθούσαν να αναπνεύσουν. Άνθρωποι που βρίσκονταν από κάτω πετάγανε μπουκάλια με νερό για να τους βοηθήσουν, ενώ και στον 1ο όροφο εμφανίστηκε ένας άνδρας. Κάποια στιγμή οι γυναίκες χάθηκαν από τα μάτια μας. Η πυροσβεστική που έφτασε στο σημείο προσπαθούσε να σβήσει τη φωτιά, ρίχνοντας νερό στον 1ο όροφο. Δεν υπήρχε κλιμακοφόρο για πολύ ώρα, ενώ οι σκάλες της Πυροσβεστικής δεν έφταναν”, δήλωσε αυτόπτης μάρτυρας στο enet.gr.
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=158738
και
http://www.in.gr/video/default.aspx?videoID=103986
Αντιγράφω: “Πρόταση της Εταιρείας Συγγραφέων
προς το Υπουργείο Παιδείας και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.Πρόταση να διδάσκονται στα σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όχι μόνον αποσπάσματα, όπως γίνεται μέχρι σήμερα, αλλά και ολόκληρα λογοτεχνικά έργα ζώντων συγγραφέων, κατέθεσε η Εταιρεία Συγγραφέων στο Υπουργείο Παιδείας και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.”
Αυτό είναι ήδη μια πρόταση υπό εφαρμογή.
Γίνεται ήδη σε πολλά Σχολεία εδώ και καιρό, ενώ συνεχίζεται και η προσπάθεια- από τους Σχολικούς Συμβούλους πια- για τη γενίκευσή του!
Ελένη Μωυσιάδου- Δοξαστάκη
Φιλόλογος
μπράβο στην ελλάδα μας.δίδαξε όλα τα άλλα και τώρα ανέλαβε και τους ζώντες συγγραφείς.χαχαχαχα…ζώντες συγγραφείς.δεν είναι πολύ ωραίος τίτλος;οι ζώντες και οι τεθνεόντες…
τον κακό μας τον καιρό.
Αντιγράφω:”Εκείνοι που νωρίτερα έκαναν χειρονομίες, τώρα χλεύαζαν τους υπαλλήλους φωνάζοντας «να καείτε ζωντανοί, ρε!», ενώ άλλοι τους καλούσαν ειρωνικά να πηδήσουν στο κενό…Όσοι διαδηλωτές από τα οργανωμένα μπλοκ σάστισαν και κοντοστέκονταν στη θέα των εγκλωβισμένων υπαλλήλων επανέρχονταν στην… τάξη από τους επικεφαλής, οι οποίοι τους φώναζαν «προχωράμε σύντροφοι, προχωράμε»”.
Πού… θα αναρωτιόταν κανείς, αλλά δε χρειάζεται. Το είπαν μόνοι τους: “στο κενό” των βίαιων, βάρβαρων, ενστίκτων τους!…
Ω, Θεέ μου, πέμπτος νεκρός εδώ η λέξη “σύντροφος”!
Ζώντες και… τεθνεώτες, τεθνηκότες ή θανόντες!
Έχουν- ξέρετε- κι άλλη έννοια εκτός από τη… μεταφορική και βέβαια ορθογραφία.
Κάτι θα έχει και αυτή να κάνει με “τον κακό μας τον καιρό” κι όχι, λέω, το “ολόκληρο” λογοτεχνικό βιβλίο.
Αυτοί οι “ζώντες” συγγραφείς, τι έχουνε αλήθεια συγγράψει για να διδάσκεται στα σχολεία;
Συλλήβδην!!! Όλοι και για όλα τα έργα τους η απορία; Άρνηση διακρίνω και μηδενισμό.
Πάντως στο Σχολείο μιλάμε για διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου, χωρίς να αποκλείεται το σύγχρονο, και με θετική εμπειρία από το πρόγραμμα του ΕΚΕΒΙ «ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ», γιατί όχι;
Εννοείτε μάλλον τους “εν ζωή” και όχι τους “ζώντες”. Αν όχι τότε η κουβέντα πάει αλλού!
Αυτοί οι “εν ζωή” λοιπόν έχουν βγάλει το σκασμό και δε λεν κουβέντα για τα όσα συμβαίνουν στη χώρα τον τελευταίο καιρό, τα τελευταία χρόνια. Δεν εννοώ βέβαια όλους (δεν τους γνωρίζω άλλωστε) ξέρετε ποιούς εννοώ. Ή μήπως δεν υποψιαζόμαστε τα “προσόντα” αυτών, το έργο των οποίων, θα έχουμε την τιμή να μπει στα ελληνικά σχολειά;
Αυτοί λοιπόν δεν αξίζουν να διδάσκονται στα παιδιά μας! Αυτούς τους έχουμε βαρεθεί (και όχι μόνο) που έλεγε κι ο Μπίρμαν!
Αν και ο όρος βρίσκεται στο εντός εισαγωγικών απόσπασμα από κείμενο της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ(βλ. 7η ανάρτηση, Σ. Παστάκας), το οποίο και προς διευκόλυνση του αναγνώστη αντέγραψα, απαντώ: Οι «εν ζωή» δεν είναι «οι ζώντες»;
Τα «λεκτικά απολιθώματα», οι στερεότυπες φράσεις, τα φραστικά κλισέ, οι μεταφορικές σημασίες των λέξεων και οι όποιες συνειρμικές αναγωγές διαγράφουν την κυριολεξία;
Τα δυαδικά αντίθετα δεν αυτοκαταργούνται ούτε ακυρώνονται ως λέξεις με αυτοτελή υπόσταση!
Συχνές- επί παραδείγματι- οι φράσεις όπως:
1.”Κρίναι ζώντας και νεκρούς”, Σύμβολο της Πίστεως.
2.«Την Κρίση θα υποστούν όχι μόνον οι νεκροί, αλλά και οι ζώντες, δηλαδή όσοι θα είναι εν ζωή κατά τον ερχομό του Κυρίου για δεύτερη φορά.», Ελένη Σταμούλου, Θεολόγος.
3.«Όταν ο πιστός εισέρχεται στον ναό, πρέπει να ανάβει στο μανουάλι ένα κερί για τους ζώντες κι ένα κερί για τους τεθνεώτες…», απόσπασμα από κείμενο σελίδας θρησκευτικού περιεχομένου.
4.«Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι τα μέλη του Συμβουλίου Ιστορικής Μνήμης του Απελευθερωτικού Αγώνα EOKA, οι ζώντες αγωνιστές δηλαδή, τίμησαν σε μια άλλη εκδήλωση τη Φιλοσοφική Σχολή και ιδιαίτερα τους πρωτεργάτες αυτών των εκπαιδευτικών αποστολών…», απόσπασμα κειμένου συντακτικής ομάδας από σελίδα του ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ, 1/4/2004 (υπέρτιτλος: Ειδήσεις- επικαιρότητα).
5.«…οι ζώντες δότες …» Ημερίδα με θέμα: “Ευρωπαϊκή Πραγματικότητα και Ελληνική Εμπειρία για τη Δωρεά Ανθρωπίνων Οργάνων”Μένη Μαλλιώρη, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Ρόδος, 26 Νοεμβρίου 2005
6.« ζωντανός=… ΣΥΝ. ζων», Λεξικό Μπαμπινιώτη
Αυτά νομίζω αρκούν. Για τα υπόλοιπα που θίγετε, μάλλον έχετε κάποιο δίκιο- δε μπορώ να πω- και λόγο δε βρίσκω να υπερασπιστώ επιλογές άλλων.
Υ.Γ.: δεν αμφισβητώ τις καλές σας προθέσεις ούτε και του κ. Καλογήρου. Να είστε καλά!