Από τα χρόνια, οπού πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του ο Πωλ Βαλερύ, και δώθε οτιδήποτε γράφτηκε στην Ευρώπη και είναι ποίημα ελκύει και απωθεί ταυτόχρονα. Ελκύει, διότι κρύβει εκπλήξεις που δεν περιμένεις, και απωθεί, διότι οι μη αναμενόμενες εκπλήξεις βάζουν σε δοκιμασία το μυαλό σου, κάνοντάς σε να σκέπτεσαι αν όντως «καταλαβαίνεις» αυτά που διαβάζει το μάτι σου ή αν παρασύρεσαι από μια μαγεία των λέξεων που οφείλεται ακριβώς στο ότι βρίσκονται σε παράλογη σειρά ή σε αναπάντεχη σχέση μεταξύ τους ή σε άνευ προηγουμένου παραδειγματικό συνδυασμό γραφομένων και νοουμένων. Ο αναγνώστης της «μοντέρνας» ποίησης βρίσκεται μονίμως εν δεινοίς, και εκείνο που κυρίως τον βασανίζει είναι η θέση που προσωπικώς θα λάβει, όταν θα έχει αποσώσει την ανάγνωση του «μοντέρνου» ποιήματος. Είναι αυτό που διάβασε ποίημα ή όχι; Και, αν όντως είναι ποίημα, είναι τάχα ποίημα καλό ή όχι; Ταλανίζεται, δηλαδή, ο αναγνώστης μεταξύ ειδολογίας και αισθητικής, και τα βάσανά του γίνονται ακόμα επαχθέστερα, όταν γνωρίζει –διότι, ναι, γνωρίζει πια– ότι απόφανση καθολικής ισχύος και ελεύθερη αντιφάσεων δεν είναι δυνατόν να υπάρχει στις μέρες μας από κανέναν. Ούτε διευκολύνει την κατάσταση η όποια εκ μέρους του θεωρητική γνώση των κανόνων της ποιητικής και των ατρέπτων δογμάτων των ποικιλώνμυμων καλλιτεχνικών ρευμάτων – ίσα-ίσα που αυτές ιδίως οι γνώσεις περιπλέκουν τα πράγματα ακόμη περισσότερο και εντείνουν κι άλλο την ήδη εντεταμένη σύγχυση του αναγνώστη.
Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς –και μάλλον δικαίως– προς τί τώρα όλα αυτά που προηγήθηκαν και που είναι κατά το μάλλον ή ήττον γνωστά. Η απάντηση είναι ευκολότερη από όσο μπορεί κανείς να φαντασθεί: η ποίηση δεν είναι πλέον υπόθεση του ποιητή, αλλά δουλειά του αναγνώστη. Ο ρόλος του ποιητή περιορίζεται απλώς και μόνο στην παραγωγή του ποιήματος… ενός «έλλογου πράγματος» που έχει μορφή ποιήματος. Οτιδήποτε άλλο και αν κάνει, θα είναι επί ματαίω: ο ποιητής δίνει μόνο τη μορφή, τουτέστιν το καλούπι, τον τύπο, τη μήτρα του ποιήματός του. Τα λοιπά είναι υπόθεση διεκπεραιώσιμη από τον αναγνώστη. Αυτός δικαιούται και –στο μέτρο που ασκεί το δικαίωμά του– υποχρεούται να δώσει το περιεχόμενο που θα πληροί την ήδη δοθείσα μορφή. Ο αναγνώστης γεμίζει το καλούπι… ο αναγνώστης είναι ο τηρητής του τύπου… ο αναγνώστης γονιμοποιεί τη μήτρα της ποιήσεως.

Ερωτάται: είναι, αλήθεια, πια τόσο ανίσχυρος ο ποιητής και τόσο δυνατός ο αναγνώστης; Ούτε, ούτε! Φαίνεται όμως ότι ο πρώτος εξαρτάται πλέον τόσο πολύ από τον δεύτερο, ώστε σχεδόν να μην υπάρχει τρόπος να ξεφύγει από τη μοίρα του. Κι όμως, κι όμως! Επειδή ακριβώς «φαίνεται έτσι», δεν σημαίνει ότι «είναι και έτσι» το πράγμα. Η κρησάρα του αναγνώστη είναι στην εποχή μας πάρα πολύ λεπτή… τόσο πολύ λεπτή δε, που θα είταν υπερβολή μεν, αν έλεγες ότι είναι εντελώς αδιαπέραστη, αλλά και που δεν θα είταν μακριά από την αλάθευτη αλήθεια αυτή σου η υπερβολή.
Οπότε ευλόγως ερωτάται περαιτέρω: πώς «προστατεύονται», λοιπόν, οι ποιητές μπροστά στην ύδρα ετούτη που έχει κεφάλια και πραγματικής υπερβολής και υπερβολικής πραγματικότητας και που όσα και αν της κόψουν, πάντα θα «φυτρώνουν» πολλαπλάσια των αποκεκομμένων; Και εδώ η απάντηση είναι απλούστερη από ό,τι θα περίμενε κανείς: οι ποιητές προστατεύονται δια των άθλων τους, παναπεί περιποιώντας στον εαυτό τους περιωπήν Ηρακλέους. Με μια κουβέντα και χωρίς γιρλάντες και φιοριτούρες:παραμένοντας ποιητές! Και για το φιλολογικόν του πράγματος ας σπεύσουμε να προσθέσουμε ότι ο πρώτος… ο αρχετυπικός ποιητής είταν ο μυθικός εκείνος Ηρακλής, που ισοπέδωσε το άγριο δάσος της γης και το εποίησε αγρό καλλιεργήσιμο, μετατρέποντας την παντού προϋπάρχουσα αγονία της γήινης φλούδας σε γενική ευγονία καρπών.
Κατόπιν των ανωτέρω ας διαβάσουμε το σύντομο και άτιτλο ποίημα που ακολουθεί:

Ένα μεγάλο κόκκινο πουλί
φτεροκοπώντας με τις δυό ασπίδες του
κάθισε διαδοχικά
σʼ όλα τα περίπτερα της πόλης
ώσπου γέμισε η πόλη ανεμόμυλους.
Ύστερα έφυγε κι εσύ το ακολούθησες.
Ο δρόμος που πήραν τα πόδια σου
έχει τώρα μια μακριά λοφοσειρά.
Τί νά ʼναι αυτή η λοφοσειρά;
Μήπως κατασκευαστής κυμάτων;
Εμείς άνεμο θέλουμε.
Μήπως το ήλεκτρο που έχεις
όταν ο άνεμος εξασκείται στο σώμα σου;
Θά ʼταν ό,τι καλύτερο.

Είναι ποίημα του 1986. Ο συγγραφέας του είναι ο Πανάγος Πέππας, και είναι ενταγμένο στην πρώτη συλλογή του, που έρχει τίτλο Η ακακία της Ανδρομάχης. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια –21, παραπάνω δηλαδή από έν πέμπτον αιώνος– για να ξαναβγεί ο Πέππας με βιβλίο του μπροστά στον αγναγώστη. Τον Δεκέμβριο του 2007 κυκλοφόρησε η Ημερίδα του, σύντομη όσο και η Η ακακία της Ανδομάχης, αλλά τούτη τη φορά από εκδοτικό οίκο, από τις «Εκδόσεις Μελάνι». Η πρώτη συλλογή του εικάζω ότι είχε τυπωθεί αναλώμασιν του ποιητού –καθώς πληροφορούμαι από τον κολοφώνα του βιβλίου– από το τυπογραφείο των καλλιτεχνικών εκδόσεων «Διάττων». Σύνολο ποιημάτων του Πέππα 37, στην ουσία όμως δύο, μιάς και η κάθε συλλογή μπορεί να θεωρηθεί ενιαίο ποίημα ή, καλύτερα και ορθά, ενιαία ποίηση (: όπως θα λέγαμε poesia στα ιταλικά και poésie στα γαλλικά). Και μιάς και διαβάσαμε ένα παλιό ποίημα του Πέππα, ας διαβάσουμε και από τη δεύτερη συλλογή του ένα απόσπασμα, ένα έντιτλο ποίημα αυτή τη φορά:

Η ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Ωρολογιακός μηχανισμός η λέξη.
Εκρήγνυται όταν έρχεται σʼ επαφή
με όλες τις σημασίες της.
Έτσι εξηγείται και το κύκνειο άσμα,
ο χωρισμός των ερωτευμένων,
οι επαναστάσεις – που αργά
ή γρήγορα πνίγονται· είτε στο αίμα
είτε στον αφρό ξυρίσματος.

Ξυπνάει τότε ο χρόνος, γομώνει πάλι
τη λέξη, την κουρδίζει και ξαναπέφτει
για ύπνο υπάρχοντας σε αποφασιστικά
δευτερόλεπτα· τα υγρά και λάμποντα
εργαλεία στις δέλτους της ομιλίας
όταν το σπουργιτομάνι της φωνής
καθιερώνεται λέξη στον ουρανίσκο.

Αν στα λόγια, που προηγήθηκαν των ποιημάτων, αλλάζαμε τη λέξη «ποιητής», όπου την έχουμε βάλει, με το ονοματεπώνυμο «Πανάγος Πέππας», το κείμενό μας θα μπορούσε κάλλιστα να τελειώσει εδώ. Θα αφήσουμε, ωστόσο, ανέπαφα τα προηγηθέντα, όχι γιατί δεν ευσταθεί η μόλις διατυπωθείσα υπόθεσή μας, αλλά επειδή κρίνουμε ότι τα δύο παρατεθέντα και αναγνωσθέντα ποιήματα, εντελώς αντιπροσωπευτικά του ποιητή Πανάγου Πέππα, μάς επιτρέπουν να σκεφτούμε πάνω στο δημιουργικό ήθος του και να πούμε για τον τρόπο, με τον οποίο μεταπλάθει την νοητή και «άσχημη», ήτοι «άμορφη» ιδέα σε υλικό και «εύσχημο», ήτοι «όμορφο» ποίημα.
Ο Πανάγος Πέππας είναι ποιητής, όχι επειδή γράφει κείμενα που, λόγω της ειδής τους και εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, μπορούμε να ισχυρισθούμε ασφαλώς ότι μοιάζουν στο λογοτεχνικό είδος «ποίημα», αλλά επειδή ορίζει το ποίημα, όχι απλώς ως ήδη συγκροτημένο και, άρα, ως δια παντός τελειωμένο είδος, αλλά και –κυρίως αυτό! – ως συγκροτηθησόμενο είδος και, άρα, ως εσαεί ανοικτό πεδίο συγκροτήσεως των ιδεϊκών συλλήψεων σε υλική πραγματικότητα. Τα ιδεατά και μόλις εννενοημένα γίνονται, αφού τα πλάσει στα ποιητικά χέρια του, ένυλα και λεκτικώς σημειωμένα. Ο Πέππας κατάγει στο λευκό χαρτί άμορφες ιδέες και τις κάνει ακράδαντα σημεία, πλην όμως γνωρίζει ότι το μόνο «άπαξ» είναι η διαδικασία, ενώ όλα τα άλλα είναι «κατʼ επανάληψιν». Ο Ηρακλής, άλλωστε, ισοπέδωσε άπαξ το άγριο δάσος της γης, δείχνοντας πώς ακριβώς γίνεται και πώς ακριβώς θα γίνεται πάντα το πράγμα αυτό· ο προκύψας αγρός καλλιεργείται κατʼ επανάληψιν μεν, αλλά δεν βγάζει πάντα τους ίδιους καρπούς.
Τα της διαδικασίας της ισοπέδωσης του άγριου δάσους μάς τα διδάσκει το πρώτο ποίημα· τα της λήψεως των καρπών από την καλλιέργειά του το δεύτερο. Το ήδη υπάρχον πλαίσιο διευρύνεται κάθε φορά που αβγατίζει το πλήθος των σημασιών των λέξεων. Μα του ποιητή η δουλειά, ιδίως στη «μοντέρνα» ποίηση από τα χρόνια του Βαλερύ και δώθε, ώς τις μέρες μας, δεν είναι ο όποιος μηχανικός πολλαπλασιασμός των σημασιών των λέξεων, που δεν μπορεί να διεκδικήσει τίποτε παραπάνω από την ετικέττα του βερμπαλισμού, αλλά η γόνιμη, η κάρπιμη, η λυρική διαχείρισή τους έτσι, ώστε να ξεπερνούν κάθε φορά –για να θυμηθούμε τον υπέροχο όρο του Γκάνταμερ– τον ορίζοντα προσδοκίας του αναγνώστη. Πιό απλά: να προσκαλούν τον αναγνώστη να δείξει ενδιαφέρον και να τον βάζουν στο παιχνίδι της ανάγνωσης. Αν μάλιστα θυμηθούμε ότι το ενδιαφέρον είναι interesse, τότε, ναι, οί ποιητές καλούν τους αναγνώστες όπως έλθουν στην ανάγνωστη για να inter esse, δηλαδή όπως έλθουν στην ανάγνωστη για να είναι ανάμεσα σε αυτούς και στο έργο τους. Η ανάγνωση αυτή του αναγνώστη είναι, όμως, κατά πάντα διττή: γιατί πέρα από το απλό και στοιχειώδες διάβασμα, είναι και εκ νέου γνώση, που παναπεί «νέα γνώση», «περαιτέρω γνώση», «αναθεωρημένη παλιά γνώση». Αν δεν είναι τα ποιητικά πράγματα έτσι, τότε οι όποιες διευρυμένες και αυξημένες «σημασίες» των λέξεων θα διαθέτουν μεγάλο πληθάριθμο, αλλά θα στερούνται ποιητικού νοήματος ή, με άλλα λόγια, τζάμπα θα λαλεί το σπουργιτομάνι της φωνής, όπως γράφει σε έναν χαρακτηριστικό του στίχο ο Πέππας, που μόλις τον διαβάσαμε.

«Ο Εγκέλαδος να γίνει μηχανή πλοίου»·
«Ενας κομήτης θα γεμίσει επιφωνήματα το κορμί σου»·
«Μη μπαινοβγαίνεις αιφνίδια στη μέρα / και γίνεις πρόωρα αστραπή»·
«Μʼ ένα ταχύπλοο ανοίγω το φάκελο της θάλασσας»·
«Πρέπει λοιπόν να διαλευκάνεις τη νύχτα»·
«Μια βοσκοπούλα / κοίταζε αφʼ υψηλού την άσφαλτο»·
«Το άγαλμα μιας ρουφήχτρας»·
«Φύτεψες με στοργή τις νιφάδες του χιονιού / και βγήκαν αγριοπερίστερα»·
«Η μυρμηγκοφωλιά των φωτονίων»·
«Οι καραμέλες στα στόματα των παιδιών / είναι τα θραύσματα του ουράνιου τόξου»·
«Να παίξει βιολί το σταυροπόδι σου»·
«Ίσια μέσα στη χειροβομβίδα του καλοκαιριού»·
«Χειρονομεί κατά του ύψους / και η φλεβίτσα του λαιμού της διατυμπανίζει / πως η γη κρέμεται από μιαν αχτίδα»·
«Χρόνια κυνηγάω τις λέξεις με μια σύριγγα»·
«Πέντε σπιρτόξυλα ανάβουν τον ουρανό»·
«Μια διελκυστίνδα ανάμεσα / στη γλώσσα και στην ομιλία»·
«Όσο και να κοκορεύονται τα ρολόγια»·
«Για να μας ελκύουν τόσο τα πράγματα / πρέπει νά ʼχουν στο βάθος μια ραγδαία ορχήστρα»·
«Απαλά με πινελιές σκιρτήματος»·
«Επινοεί το ευώνυμο»·
«Πανόραμα της ψυχής μονάδα αιθριασμού»·
«Ξεχωρίζει την κακή σπίθα απʼ τις υποδιαιρέσεις / της άνοιξης»·
«Σάλος οπτικής σε ώρα / εσκεμμένη»·
«Η μαγική απλότητα, ηρωισμός ροής που ευσταθεί / ως πέμπτη εποχή αλλά και ως Καθαρά Δευτέρα!»·
«Ένα φεγγαρόπαιδο κλυδωνίζεται απʼ τα κάλαντα»·
«Νʼ ακούω τη λέξη να σπάει / στα χείλη σου το φράγμα της»·
«Ώσπου ένας γλάρος να μου λύσει το βλέμμα / και να πάρω αυτό που δίνει το κύμα»·
«Την άπνοια / που αγιάζει στους γκρεμούς»·
«Να πηγαίνεις έστω στην πλησιέστερη λέξη».

Ουδόλως αγνοώ ότι η εκτομή στίχων από το σώμα ενός ποιήματος, που είναι, όπως είπαμε, μια ολόκληρη ποίηση, σακατεύει τον ειρμό του λόγου. Όντως, έτσι συμβαίνει. Εδώ, όμως, το έκανα επίτηδες, και άρα η πράξη συγχωρείται: ήθελα απλώς να καταδείξω την πυρηνική δομή των στίχων του Πέππα. Ότι οι αποσπασμένοι στίχοι του δεν είναι θραύσματα, αλλά στέκουν κάλλιστα ποιητικώς και μόνοι τους. Διαβάστηκαν σκόρπιοι στίχοι, αποκομμένοι από τον ποιητικό οικολογικό τους θώκο, κι ωστόσο καμμία αμφιβολία δεν σου μένει ότι είναι ποιήσεις. Δεν είναι λέξεις πεταμένες εική και ως έτυχε, αλλά η καθεμιά τους συστήνει επιχείρημα λόγου λυρικού, και όλες μαζί απαρτίζουν argumenta ποιητικής. Ρητορικώς δε ελεγμένες σε πείθουν! Διαβάζεις τους στίχους σκέτους, εκτός των συνυφαινομένων τους, ασχέτως των προηγηθέντων και εν αγνοία των επομένων, και αναγιγνώσκεις ποίηση… ποίηση ατόφυα… δηλαδή ξέρεις ότι εδώ, σε τούτους τους στίχους, σε αυτά τα ποιήματα ξαναγνωρίζεις την ποίηση. Ο ποιητής είναι εδώ και ποιεί άθλους με τις λέξεις του στον εύφορο αγρό του λόγου. Και ο αναγνώστης, περνώντας από το χωράφι το καρπερό και έχοντας απολαύσει την ωριμότητα και την ουσία των σπάνιων καρπών, χαιρετάει τον ποιητή λέγοντάς του: Γειά στα χέρια σου, μάστορα!