Αγρυπνία
Με τα βλέφαρα σκισμένα, ξαπλώνει
καθώς και πάλι απλώνεται η κουβέρτα ως το πρόσωπο
μέσα σε πυροβολισμούς, κραυγές
κεφάλια να κατρακυλούνε από γκρεμούς
αφήνοντας ίχνη σκουριάς στα χόρτα
Όλοι οι πνιγμένοι απόψε αναδύονται
ο ένας μετά τον άλλο,
υποκρινόμενοι πως ονειρεύονται
με αγκαθωτά αστέρια μες τα μάτια
στάζοντας κάτι μοβ
που ανεβαίνει στο φεγγάρι
Κι όμως το χέρι θα ξεφύγει απʼ την κουβέρτα
θα ψηλαφίσει όλο το σκοτάδι
αφήνοντας μικρούς κυματισμούς
θα περάσει πάνω απʼ το θολωμένο τζάμι
γεμίζοντας χαραματιές
τα θλιμμένα φαντάσματα
θα σέρνεται, μαζί με όλα τα ξεραμένα φύλλα
στα ερείπια
Κάτω από το κρεβάτι τρέχουνε μαύρα νερά
γεμάτα νούφαρα
που με τις ρίζες τους
φτυαρίζουν χώμα στα σεντόνια
μπαίνουν στις φλέβες
και το ρυάκι στάζει έξω
έξω από το παράθυρο
ανεβαίνοντας σα χαρακιά
ανάμεσα απʼ τα μάτια
Αόριστη ελεγεία
Έφυγες
και τα παιδιά ρίχνουνε χώμα
στʼ άπλυτα πιάτα του νεροχύτη
στα σύρματα τα απλωμένα ρούχα
γεμίσανε πληγές από σκουριά
σάπιοι βλαστοί γεμάτοι δόντια
ξεπροβάλουν
τα ασπρόρουχα υψώνουν τα χέρια τους
μήπως ξεφύγουν, σκελετωμένα
δεν ήξερα για το ρεύμα στα σύρματα
μόνο τα καλοκαίρια
πως οι κολόνιες μπλέκονται με λουλούδια
και πήζουν στα μάτια μου
εισπνέω πράσινο δηλητήριο
που μυρίζει θάλασσα
εκεί
εκεί που κάποτε ήταν δέρμα
τώρα φυτρώνουνε αγκάθια
στο δέντρο όπου παίζανε παιδιά
ενώ στους δρόμους αιωρούνται πλαστικές σακούλες
πνίγοντας μέσα τους πουλιά από χαρτί
Το βιογραφικό
Afin de pouvoir répondre à vos interrogations, il nous serait utile d’avoir votre CV.
Δεν έχω να σας πω
παρά μονάχα για τη θάλασσα
όπως περνάει τα βράδια
απʼ το μπαλκόνι
Ισορροπώ επάνω στις ανάσες των πνιγμένων
ποθώντας να μου ριχτούνε τα μαχαίρια
απʼ τις σκιές
χαράσσοντας τον ουρανό
ώστε να πέσουνε οι κόκκινες κορδέλες
κι έπειτα αν τολμούσα θα ζητιάνευα
με το φεγγάρι στολισμένο μες τα χέρια
να στάζει άνθη αμυγδαλιάς, γαρίφαλα
Έχω βρεθεί σε ασανσέρ που πέφτει
έλεγα θα σωθώ εάν την τελευταία στιγμή
αναπηδήσω
κι άρχισα νʼ ανυψώνομαι, πιο πέρα από τον ουρανό
πιο πέρα απʼ το μπαλόνι
κι έσπασα σε παιχνίδια που καρφώθηκαν
επάνω στις κεραίες της ταράτσας
σʼ εκείνη την ταράτσα, που κάποτε
έδεσα το δειλινό με σπάγκους στα κεραμίδια
κάτι σαν αίμα και σκουριά
έσταζε απʼ τις κεραίες
μόλυνε τον αέρα
Μιλώ ευγενικά στους δολοφόνους
και σʼ όσους με ληστέψανε
ιδίως στους πρώτους
τρέχω στα δάση περνώντας μέσα
από τα φύλλα και τους ψάχνω
τί κι αν σωριάζονται στα πόδια μου τα
δέντρα πτώματα
τρόμαξα μόνο που είχε έρθει
με το μαύρο σκύλο που γάβγιζε
τι αγένεια
Περνώ τις μέρες μου μπροστά
από έναν μαύρο καθρέπτη
περιμένοντας να μου φανερωθεί
και όλο με το χέρι μου
ασχημίζω το πρόσωπό σου
γιατί πολύ φοβάμαι
Ωστόσο άφοβα περπατάω
δίπλα από τα καλάμια των ψαράδων
καθώς ρίχνουν τʼ αγκίστρι τους
θα καρφωθεί μια μέρα στο λαιμό μου
(ανάβει πράσινο στο μπαλκόνι
και ξεκινούν τα αυτοκίνητα
ένα κεφάλι αποστρέφεται
και το αρπάζουνε τα φώτα τους)
ένας κόκκινος σταυρός
καρφωμένος στη θάλασσα
Φυλακή;
Κλείδωσε η πόρτα
Γύρισες πάλι στο έρημο, παλιό νησί
καταμεσής της λίμνης
Κι όμως είναι μονάχα λίγο νερό
ανάμεσα στα δάχτυλα που φοβίζει
στάζει υδράργυρος
κι οι φλέβες ασημίζουν
καθώς το δέρμα γίνεται
όλο και πιο διάφανο
Κράτησε μακριά απʼ το φεγγάρι
την ανάσα σου
Ποιός ξέρει τί σκιές, τί αίμα θα πεταχτεί
Στη λίμνη ανεβαίνουνε περίεργα πράγματα
χθες ένα κίτρινο φτυαράκι για την άμμο
σήμερα ένα κουκλοθέατρο που παίζει από μόνο του.
Ξάφνου
βάζει φωτιά στο ίδιο του κεφάλι
σέρνοντας ένα στάχυ
και πηγαίνει προς τη λίμνη
γίνονται σκαλοπάτια τα νερά
κατεβαίνει
Περνούνε τρένα από πάνω
ρούχα σκορπίζονται σκισμένα
τα ξυπνητήρια συγχρονίζονται
με τις καμπάνες
αίμα από τα βλέφαρα
κατεβαίνει, κατεβαίνει
χώμα
μπροστά του μια πόρτα μισάνοιχτη
και μέσα το δωμάτιο
άδειο
Εν αναμονή της Αναστάσεως
Έκοψες τα μαλλιά σου
Πηγαινοέρχονται οι λαμπάδες
από το σπίτι στην εκκλησία
όλο και πιο λιτές χρόνο με το χρόνο
μέχρι να ασπρίσουν
Είναι ωραία η πολυκοσμία τελικά
τα μακρυσμένα βλέμματα
είναι ωραία τα θολωμένα μάτια
Κάποτε
σημαίνουν οι καμπάνες
τα αστέρια εκρήγνυνται
τυλίγοντάς μας
την ασημένια σκόνη τους
έχουμε απομείνει σκελετοί
Σημαίνουν οι καμπάνες
τρέχουν τα αίματα
επάνω στη λευκή
λαμπάδα
το χέρι καρφωμένο
και τα μαλλιά σου φλέγονται,
φλέγονται στον αέρα
και χάνονται μέσα σε λάμψεις βεγγαλικών
Κι αυτά ξέρεις έχουν
τα δικά τους καρφιά
Η διαδρομή
Το αυτοκίνητο έχει ξεκινήσει
Αριστερά και δεξιά τα στάχια στον αέρα
στο πίσω κάθισμα αγγίζουν τα μαλλιά του επιβάτη
Τʼ άλλα αυτοκίνητα χάνονται
πίσω απʼ τα βλέφαρα
περνούνε τα μαντήλια
Φωλιές χελιδονιών στον ουρανό
πέφτουν και σπάζουνε στο δρόμο
γνώριμο φτέρωμα στις ρόδες
ένα φτερούγισμα σκισμένο που δεν ξεφεύγει
μαύρα πουλιά μαζεύουνε το αίμα
για να φτιάξουν τις φωλιές τους
μαζί μʼ αστέρια και βώλους πεταμένους
μʼ όλα τα χρώματα, τα αποστεωμένα πράγματα
που μέσα τους φυλάξανε
άσπρες πνοές παιδιών σπάζουν σε χάρτινο χιόνι
στον αέρα
στα βλέφαρα του επιβάτη
κόκκινη κι άσπρη κλωστή ραμμένη ξετυλίγεται
σέρνοντας πίσω του ένα χιονάνθρωπο
Στο αυτοκίνητο κολλούνε τα αιθέρια ομοιώματα
των σκουπιδιών
που ρίχνονται απʼ το τζάμι
Παράμερα η ζητιάνα
κι όπως περνάει μπρος της το αυτοκίνητο
το απλωμένο χέρι που κρατάει το μωρό της
πέφτει σαν σε χαράδρα
και τα κομμάτια του παιδιού της
σπάζουν κρυστάλλινα
κυλούν
γίνεται άγαλμα
καθώς μπροστά της ένα χέρι
τυλιγμένο με αγιόκλημα
αιωρείται
όλοι οι δρόμοι
όλοι
σε μια σερπαντίνα που πέφτει
πάνω στα στάχια
βρεγμένη, πατημένη
τα στάχια πιάνουνε φωτιά
και λίγο πριν δε μείνει τίποτα
κλείνει τα μάτια
παίρνει βαθιά ανάσα και φυσάει
στο τζάμι εμφανίζονται οι ζωγραφιές
κι όπως τα δάκρυα στάζουν κάτω απʼ το δέρμα
διαβαίνουνε στο τζάμι
ραγίζοντας το περίγραμμα των σχημάτων
χρωματίζοντας
ένας ήλιος, λίγος ουρανός
πάντα το ίδιο σπίτι
και στα πιασμένα χέρια δύο ανθρώπων
φυτρωμένο ένα λουλούδι
Τα σχήματα πέφτουν και σπάνε στους δρόμους
Φτου και βγαίνω.
Συμπληρωματικό βιογραφικό
Γεννηθείς το 1991. Κατοικεί στη Θεσσαλονίκη λόγω σπουδών στο τμήμα βιολογίας, Α.Π.Θ.











“Έχω βρεθεί σε ασανσέρ που πέφτει
έλεγα θα σωθώ εάν την τελευταία στιγμή
αναπηδήσω” Σ.Ι.
Κάτι τέτοιο υποθέτω φαντάζονται οι σχολιαστές (κυρίως) και στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις.
Η πραγματικότητα βέβαια μας ξεφεύγει -ως συνήθως, καθότι είναι πολυπαραγοντική και δυναμική συνάμα- και άλλοτε μας συνθλίβει και άλλοτε μας τεντώνει. Εξαρτάται από την ελαστικότητα μας σε όλα τα επίπεδα.
Αν πηδήξεις μεσα στο ασανσερ που πέφτει η επιστήμη δείχνει πως απλά θα λερώσεις περισσότερο, καθώς ο εγκέφαλος σκορπίζεται καθώς διαλύεται εκρηγνυόμενος. Στην περίπτωση που δεν πηδήξεις συντρίβεται το σκελετικό σου σύστημα και γίνεται μυριάδες κομμάτια.
Ξεχωρίζουν και στέκονται κυρίως τα σχόλια των Γ.Πατιού, Γ.Πρίμπα και Κ. Παπαθανασίου. Δεν γκρινιάζουν, προτείνουν, φωτίζουν, εξηγούν.
Πολύ καλός ποιητής ο Σ.Ιωάννης. Θα επανέρθω στα ποιήματα του.
Εξαιρετικός ποιητής ο Σ.Ιωάννης. Στέκεται με άνεση σε δικά του “αυτόφωτα” χωράφια. Τα καλλιεργεί συνομιλώντας -ενδεικτικά- με ανθρώπους όπως ο Μ.Σαχτούρης, ο Γ.Τράκλ, ο Ο.Αλεπουδέλης.
Φυτρώνουν δικοί του τρόποι-ποιήματα. Ανοιχτός στο επερχόμενο ο ποιητής Σ.Ιωάννης, γίνεται το επερχόμενο. Φωτίζει αποχρώσεις της ύπαρξης, γίνεται απόχρωση της ύπαρξης.
Φυτρώνουν δικοί του τρόποι-σχόλια. Ανοιχτός στο επερχόμενο ο σχολιαστής Γ.Πέτρος, γίνεται το επερχόμενο. Φωτίζει αποχρώσεις της ύπαρξης, γίνεται απόχρωση της ύπαρξης.
(Ως γλωσσική άσκηση, σπουδή επάνω στη μεταφυσική των ονομάτων)
Καλό! Και πάλι. Για να δούμε. Για να δούμε! Η ποίηση δοκιμασία είναι. H αισθητική συγκίνηση αβίαστα προκύπτει. Τα σχόλια σαν “Τα σχήματα πέφτουν και σπάνε στους δρόμους”.