ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Το σώμα θʼ αφήσω
να δαμάσει
το αίνιγμα του κόσμου.
*
Βυθίσου στο ελάχιστο,
ο ταπεινός σπόρος, θυμήσου,
αυτός είναι που υψώνεται
λυγερό, αναστάσιμο κυπαρίσσι.
*
Ασημένια τα φύλλα
μετά τη βροχή
βουβό το αηδόνι,
τινάζει απʼ τα φτερά του
τις σταγόνες.

ΣΚΕΡΤΣΟ

Υφαίνοντας ασύνειδη πλεκτάνη,
το δρόμο πήρες να με συναντήσεις
σταλαγματιές, τάχα μου, να χαρίσεις
της πρωινής δροσούλας το στεφάνι.

Με σμύρνα, με χρυσό, δίχως λιβάνι,
περίτεχνα θʼ ακροβατήσω φέτος.
Νεαρός παράφρονας ο Αμλέτος,
ο Μάκβεθ βουτηγμένος στο μελάνι!

ΥΨΗΛΕΣ ΑΞΙΕΣ

Όλοι μιλούν
για το καινούργιο αυτοκίνητο
ή τη νέα τους γκόμενα.

Κοσμήματα αστράφτουν στο ημίφως,
ηχούν ποικίλα, πολλές,
οι πολύτιμες πέτρες στο μάρμαρο.

Χέλντερλιν, Χέλντερλιν,
τι γυρεύουν οι ποιητές στον κόσμο;
Στο αδυσώπητο αυτό χρηματιστήριο;

FRAGMENTS

Το πρωινό ήταν, αρκούντως, ποιητικό.
Ό,τι έπρεπε για ένα πρόγευμα αγωνίας λεπτής
σερβιρισμένο με τέχνη στη χλόη.
*
Κλείνεις καλά τις πόρτες,
τις κλειδώνεις, καρφώνεις
τα παράθυρα. Αρκεί μια
χαραμάδα να γλιστρήσει
περίπλοκο απρόοπτο εντός.
*
Απʼ τα χαράματα χιονίζει
θραύσματα, πούπουλα,
ανεξερεύνητης σιωπής.
Αν ανοίξω τα βλέφαρα,
αν κομμάτι σκιρτήσω,
αραχνοΰφαντη νιφάδα
θα γενώ και θα σβήσω.
*
Νύχτα στην ύπαιθρο.
Ανυπεράσπιστος, μόνος
ο ελάχιστος άνθρωπος εάλω…
Ο κόσμος γύρω σύσσωμος,
αιώνιο πανηγύρι!