ΧΑΡΜΑΝΙ ΠΟΥΛΙ

(εκτελεστικο αποσπασμα απ το μιθηστοριμα μου ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΗ ΤΗΤΛΟ ΑΚΟΜΑ –αφτος ήνε ο τητλος- και θα κιοφορεισει του αγηου Μουτσου ανιμερα θερηα απ τις εκδωσεις «ΤΑ ΕΦΤΑ ΑΔΕΡΦΙΑ». Αμπωτη μ εξημεροσαν θα ηνε τετραψιφιο για το κρατικο λαχιο Λογοατεχνιας πρωτοαβνανιζομενου συραφεα της Ακαδιμιας και Σινα γονια. Καλη αναροση)

Ανιξα το παραθειο του σπιτιου μου και πιδιξα εξω να ΠΑΟ για τσιγαρα.
Εκανα μερικα βιματα ετριψα στη γονια και βρεθικα καπου κοντα στα Παρισια
η στη Θεσαλικη ηπεθρο. Τεντοσα τα διο μου βοδια τοσο πολυ που το ενα ακουμπισε στον Ολιμπο και τ αλο στη Γκιονα. Ετσι εη μηνα εορουμενος αναμεσα στα διο βουνα μεχρι που με πιραν αμπαρι η οριβατες και αργισαν να μαζεβοντε γυρο μου. Εκαμαν οχλο και διαπλυκτιζονταν. Καπιοι λέγανε πως ημαν ο οπλαρχιγος Διοβουνιοτης αλα Αμερικη ησχιρυστικαν ότι επρεπε να με καμουν γαλακτοβιοαμιχανια. Τελικα του κυπελου επικρατισε η κατοψη να γινο νυχτοπουλι.

Ετσι απο τοτες καθε νιχτα βγενω στα δεντρα και φοναζο “γκιον γκιον γκιον”.
Ενα βραδι ωμος παραμουνι του γιανη αηγιανη που λιοσομαναγαν η ανεμι με πιρε ενας απο δαφτους και μ έβγαλε στην Κρητη ναβαχο. Στον Ψιλομητη. Αλη δουλια δεν ιξερα να καμω κι ετσι και κη κάθε βραδι “γκιον γκιον γκιον” Μαιρη το ξιμερομα.

Τα προιναδικα που καθομαν μεθοκοπαγα τσικουδιες στα ουζερια του λιμανιου καρεα με σινταξιουχους νεκροναφτες ξενες κορνες και αλα ρεταλια. Κουτσα στραβα κερναγε ο κερος κι γω δεν μωρο να πω ότι κερναγα άσκιμα. Καλα ημαν.

Μια Πεφτη ωμος σαν κατι να μουτι ν εδοσε. Σικοθικα απ το τραπαιζει μου μισομεθισμενος και μπυρα τον παρλιακο τρομο που οδιγουσε στη Μαρινα τον βιπς. Καθος πιγενα παραπατονοτας ζαλησμενος βλεπο εναν ανθροπο να μου γνεθει. Κοντοαντιστεκομε. Με πλισιαζη. «Τι θε ρε», του λεω εβγενικα. Ειμε βοθρατζης μου λεη αλα εχο ραψει και υψηλη πιεση και θελο καποιον να τη διαβιβαση να μου πη τη γνομη του. Μου δινη μια κολα χαρτι υγηας με κατι ποιματα που βρομαγαν.
Πως σου φενοντε; με ροταη. Σκατα του λεω καταμουτρα και του πεταο (καθοτι πουλι) το χαρτι στη μουρη.

Λιγο παρακατο απαντισα μια κακομηρα που βαφοταν σ ένα παγακι κι εραβε χαμιλη πιεση. Πριν προλάβη να μου ζητηση τιποτα της δείνω μια και την πεταο στα βρωμονειρα που κολιμπαγαν εγκεφαλοι και μαρηδες να πνιγη.

Σινεχισα έτσι τον τρομο μου κι εφτασα επιτελους στο περιπτερο της γητονιας μου να παρο εκινα τα τσιγαρα. Ο περιπτερας -ενας παρνασιστης απ την Αγοριανη με δικο του χιονοτρομικο- με πλιριφορισε ότι ηχε ξεχαση να απαγκηλη τη μαρκα μου. Αφτο ηταν.Τσαντιστικα τοσο πολη που αρχισα να τον τριζω και στο τελος τον πλακοσα στις μουνιες. Μεσα στο χαμο και την αναμπουμπουλα δεν ξερο πος έσκασαν κατι γκαζακια που ήχαν βάλη οι σιρινες της φοτιας εσκασε το σκανταλο της ζιμενς εχεσε η κιβερνηση εχισε η Τζουλια χρεοκοπησε η χόρα πλακοσαν οι μπατση με αρπαξανε και με χοσαν φιλακη εισοδια.

Δεν βγικα ποτε ξανα απο κη. Καθε νιχτα ανεβασμενος στο πρεβαζη του παραθειου του κελιου με τα καγγελα τραγουδουσα “γκιον γκιον γκιον” οσπου μια μερα μεσιμερι πεθανα. Με βαλσαμοσανε και με βαλανε στο ραφειο του προησταμενου της πτεριγας (καθοτι πουλι) που καπνιζε την ιδια μαρκα μεμε να.

ΜΙΚΡΟ ΔΥΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Φανης Αποσστολοπουλος γενηθηκε στη μαγεφτική Μακρονησο
και εινε προιον βιασμου της κουμουνιστριας μανας του απ τον
αρχιφασιστα δεσμοφιλακα πατερα του.

Στη θεια δικη που εγινε επι-δικαστικε (στ)η μανα του ενα
υπερογγα εφτελες προσον με το οπιο ο Φανης καταφερε
να σπουδαση Σανσκριτική Λογοατεχνια στο παληοτεχνιο της Παργας

Του προτηναν αλα δεν δεχτικε την παρα φυση εδρα Προβλεψης
Στοιχιματος στην Πανεπιστημιου.

Προσφατα καταδικαστεικε απ το ΔΙΕΘΝΕΣ Ζαχαροπλαστιο της Χαγης
σε εισοδια καθιρξη για εξαναγκασμο σε ευρωπεοληχια, λαθρονεκρανασταση
και εμποριο λευκης ποιησης. Το δικαστιριο δεν δεχτικε σαν ελαφριντικο το
γεγονος ότι δεν ήχε εκδοση καμια ποιητικη συλογη στο παρελθων.

Σιμερα ζη.