ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΠΡΟΣ ΒΡΑΔΥ

Θα κατέβει πολύς καημός απόψε
Στη βόλτα θα λένε μύθους για σένα
Βγες στο μπαλκόνι σου σαν μια υπόσχεση
Κι εγώ θ΄αντλήσω χίλια φιλιά
Για την γειτονιά που σε λαχταράει

Πέφτει ο ουρανός σαν χαλασμένο υπόστεγο
Κίτρινη η όψη σου
Συλλογισμένο το σκυλί
Η μουσική μέχρι θανάτου

Ε συ ρακοσυλλέκτη
Έχω ένα άχρηστο στρώμα
(Πάρε και το σώμα μου)

Έρχεσαι ή φεύγεις;
Σκοτεινιάζει και δε βλέπω
Το πρόσωπό σου με νοιάζει
Σε ακουμπάνε τα χείλη μου και κλαις

Μαυρίζει ο κήπος σβήνουν τα φώτα
Θα έρθει η ώρα που θα κοιμηθούμε
Θα’ ναι ωραία αλλά θα το νιώθουμε εμείς;

ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙ ΚΑΛΑ ΤΟ ΑΡΡΩΣΤΟ ΜΑΤΙ ΜΟΥ

Μείνε μόνη και αφουγκράσου
Τρέχει στη βρύση το νερό;
Χτυπά η καμπάνα;

Με τα λόγια δεν κάνουμε χωριό
Με τα γέλια πέφτουν φιλιά απ’ το στόμα μας

Μείνε μόνη στο έλεος του Θεού είσαι

Τι έχει ο καιρός κι είσαι χλωμό φεγγάρι
Τι έχει το αρνί και σκάβει το χώμα

Μείνε μόνη μέσα στον κήπο σου αργά νυχτώνει

Κι όταν αλλάζει η άμπωτις νερά
Κι όταν σηκώνεις τις πέτρες σου

Μείνε μόνη αντιλαλείς στα σκοτεινά.

ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΛΑΝΟ

Ένας άντρας είναι μια ξερολιθιά

Περνά ο αγέρας τον χτυπά το σύννεφο τον πίνει

Ένας άντρας έχει προνόμια μόνο στη βροχή

Γυμνός αστραποδέρνεται γυμνός σπαθοκοπιέται
Και πάει στα σκοτεινά νερά ν’ αφήσει την ψυχή του

Ένας άντρας στο παράθυρο είναι μια ουτοπία

Μια φαντασία γυναικός θανατερή λαχτάρα
Για ταίριασμα για ηδονή για χωρισμό κι οδύνη

Ένας άντρας είναι μια αρχαία λύπη

Πάει στα φαράγγια να κρυφτεί στ’ αλώνια να παλέψει
Πάει στο βυζί της μάνας του να πιεί γάλα και αίμα

Ένας άντρας είναι ένας σκοτωμένος κέρβερος
Μπροστά στις πύλες του Άδη.

(“Σαλκίμ” 2001, εκδόσεις Νεφέλη)

ΣΑΠΙΑ ΑΡΜΟΝΙΑ

Ερωτικός θα ήταν ο μανάβης μας
Που βούτηξε μέσα στα φρούτα
Καθώς στην κατρακύλα του βουνού
Χρωματιστά αστεράκια ανάβαν στα μαλλιά του
Ω θείτσα χωματερή κέρασέ μας λίγο χυμό
Μια μαρμελάδα εξαίσια κάτω απ’ τη γλώσσα μας
Κέρασέ μας λίγο θάνατο γλυκό
Μέσα από των σκουπιδιών τη σάπια αρμονία
Μεθύστακες πουλιά στο μούστο βουτηγμένα
Σαν τον πνιγμό σε θάλασσες ακύμαντες
Μαύρα νερά οπώρες βυθισμένες στη δυσοσμία
Στο πεθαμένο χώμα δίχως ψαλμουδιές
Χωρίς σταυρό χωρίς ενθάδε κείται
Για το μανάβη μας επιμένω να μιλώ
Για τον γενναίο αυτόχειρα τούτος ο θρήνος
Απ’ τη δική του ανάσταση φυτώρια και νερά
Αλλοτινού καιρού αναβλύζουνε εις μνήμην.

CAFE-BAR

Για μένα παίζει η μουσική εξαίσια
Για μένα αστράφτουν οι καθρέφτες ταραντέλες
Οι κουρτίνες δαντελένιες πίσω απ’ το χιόνι
Τρέμουν στο άγγιγμά σου το ψυχρό
Στα δέντρα πράσινη υπόσχεση-κρυμμένη

Για μένα ο καφές ζεστός-βαθύ πηγάδι

Για μένα μπαινοβγαίνει ο ωραίος σερβιτόρος
Γυρνάει αφηρημένος προς το παράθυρο-γερνάει μεμιάς
Τί κοιτάζει ο νέος που εγώ δεν βλέπω;
Το υποχθόνιο χιόνι; ή ένα χελιδόνι;
Για μένα είναι που άλλη μια μέρα άσπρη
Μπαίνει και κάθεται δίπλα μου με πρόσωπο τεφρό

(“Σεντόνια της αγρύπνιας”2006 Εκδόσεις Μεταίχμιο)

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1965-1995

ΕΛΙΑ

Πού πηγαίνεις εσύ
Η πάντοτε πενθοφορούσα
Με το στιλπνό σεμνό σου ένδυμα
Με το καθαρό σου βλέμμα
Σε βλέπω να κυκλοφορείς
Σ’ όλους τους δρόμους
Με το πράσινο φως σου
Με σήματα κινδύνου
Εσύ η γλυκιά γεύση
Στο πικρό στόμα του κόσμου
Χωρίς να χειρονομείς
Χωρίς να ακούγεται η φωνή σου
Αισθάνομαι να φέρνεις
Παράξενα μηνύματα
Υποψιάζομαι
Πώς κάνεις κρυφά διαδηλώσεις
Περί ολιγάρκειας

ΟΔΙΚΑ ΕΡΓΑ

Έφευγαν το πρωί οι νέοι εργάτες
Με τα σαραβαλιασμένα φορτηγά

Καθισμένοι απάνω στην πίσσα
Κάπνιζαν άσπρα τσιγάρα

Οι τραγιάσκες κατεβασμένες ως τα μάτια
Τα πρόσωπα στην πίσσα

Έλαμπαν άγρια οι μαύροι κόκκοι
Κολλημένοι στα σακάκια στα χέρια

Έλαμπαν τ’ άσπρα δόντια τους
Τα στόματα στη σιωπή

Έτσι έφευγαν οι νέοι εργάτες
Ρίχνοντας εδώ κι εκεί πίσσα βλέμματα

Πήγαιναν κατά τους μαύρους δρόμους
Χωρίς φωνή

Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Αν μπεις κρυφά να κλέψεις ρεπανάκια
Απ’ τον μπαξέ του πεθαμένου γείτονα
Και κείνος σηκωθεί μέσα στη νύχτα
Και σου προσφέρει ούζο ελιές ψωμί κρεμμύδι

Αν σου χαμογελάσει εγκάρδια
Και βγάλει από τις τσέπες του μια ρέγγα καπνιστή
Μια τσούσκα μια ντομάτα ένα αγγουράκι
Όπως ο μάγος βγάζει περιστέρια απ’ το καπέλο του

Αν φέρει ένα γραμμόφωνο
Και ρίξει μια γυροβολιά
Πάνω στο μαύρο του τακούνι
Και τρίξει το λουστρίνι του σαν πένθιμο τριζόνι

Όχι μην πεις στο γείτονα
Έντρομος μην τραπείς σε φυγή
Μη δείξεις καν σημείο δυσαρέσκειας
Γιατί οι πιο φιλόξενοι οι πιο αισθηματίες
Είναι οι πεθαμένοι στους μπαξέδες

ΓΙΟΥΣΟΥΡΟΥΜ

Πηγαίνω συχνά και κοιτάζω
Πράγματα παλιά
Πόσο παλιά κανείς δεν ξέρει
Πουθενά δεν γράφει “ανήκει”

Πότε βρέθηκαν όλα στο δρόμο

Κεντήματα από χέρια τρυπημένα
Ντουλάπια σαρακοφαγωμένα
Δίχως του κουταλιού τα γλυκά
Η πίκρα διάχυτη στα ράφια
Λιωμένα κρόσσια βρομερά στους καναπέδες
Πολυκαιρία στα ίδια και στα ίδια
Καριόλες κονσόλες πασαβιόλες
Αυτό το στρώμα κάνει κοιλιά
Σα να κοιμόταν μπρούμυτα
Η γυναίκα με τα δέκα παιδιά
Αρμαθιές κλειδιά στραβά
(Έρωτες κλειδωμένοι στα συρτάρια)
Σε μια γωνιά το “καλημέρα σας” ή
“Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν”

Δεν είναι κανένας εδώ
Φύγανε με την άμαξα όλοι
Κι αφήσανε σε μας τα πράγματά τους.

ΟΙΚΟΔΟΜΟΙ

Από τις τάξεις των αγγέλων
Προέρχονται οι οικοδόμοι
Άγγελοι μελαψοί
Ανεβοκατεβαίνουν τις σιδερένιες κλίμακες
Κι αντί για τα ωσαννά
Τραγούδια λαικά τραγουδάνε
Χωρίς σουραύλια και βιολιά

Αυτοί οι άγγελοι
Οικοδομούν για τον κύριό τους
Και δεν εκπίπτουν βέβαια
Ποτέ του παραδείσου
Μόνο που πέφτουν άξαφνα
Απ’ το γιαπί -χωρίς φτερά-
Τσακίζουνε στη γη το αγγελικό κορμί τους