Σπύρος Αραβανής, Νίκος Ερηνάκης Γιάννης Ζελιαναίος, Eλένη Κονδύλη, Γιώργος Μίχος, Δημήτριος Μουζάκης, Παναγιώτης Πάκος, Παυλίνα Παμπούδη, Σωτήρης Παστάκας, Στρατής Πασχάλης, Ασημίνα Ρεβύθη, Σωτήρης Σαράκης, Ειρήνη Σουργιαδάκη,Κωστής Τριανταφύλλου
Σπύρος Αραβανής
Δικαιοσύνη
Κοίτα πόσο δίκαιος είναι ο ήλιος.
Στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου
καθώς σκιάζεται το απλωμένο χέρι
του μονόχειρα αλλοδαπού
φαίνεται σαν διπλό…
Κοίτα πόσο αμερόληπτη είναι η βροχή.
Ξεπλένει
τους τάφους στα νεκροταφεία,
έτσι που
άγιοι και δολοφόνοι
ποτίζονται το ίδιο
σαν απροστάτευτες ρίζες…
Κοίτα πόσο αδέκαστος είναι ο χρόνος.
Ένα σώμα συντέθηκε
από τα κόκαλά του νεκρού
και κυλίστηκε
στο φρέσκο χώμα
σαν βρέφος…
Νίκος Ερηνάκης
(απόσπασμα…)
όλα είναι στον αέρα
χρυσόσκονη, χρυσόσκονη
όλα πέφτουν, δεν ανεβαίνει τίποτα
είναι βιτρίνα, ένα μακελειό
η αγριότητα των πραγμάτων
έλα να αράξεις στη σιωπή μας
έχουμε μια τάση για πέταγμα
μια μοιραία αδεξιότητα
για πάντα νέοι
να διαλέξω την αδιαφορία
ή ένα συγκεκριμένο ύφος
δεν βιάζομαι
κι ας είσαι γκρεμός
μια ουρλιάζω, μια κλαψουρίζω
είναι ο τρόπος μου να κατακτώ τους κατακτητές
αναζητώ τη φόρμα του χάους
μύηση χωρίς μύηση
είσαι μια αχάριστη χαρά
το ένα γίνεται δύο ή τα δύο ένα
όπως και να ʽχει, τι αστείο να πιστεύουν
πως ο θεός γίνεται τρία
πέρα από το να παίζεις τι άλλο μένει
ισορροπία ή τίποτα
η τρέλα, ξέρεις, είναι μια αρρώστια πολυτελείας
………………..
γνωρίζω ανέμους που σε έχουν μυρίσει
παραφυλάμε κρότους δίπλα σε ηφαίστεια
λες κι είμαστε ερωτευμένοι
μονάχα είναι που μας χωρίζουν αυτές οι εκτάσεις γης
και ένα κομμάτι θάλασσα
κι άμα μπαίνω στα βαθιά είναι μονάχα για να πάρω ανάσα
μη φοβάσαι
δεν μπορεί να υπάρξει τρικυμία
όταν χορεύουμε σηκωμένοι στα μάτια
κι άλλωστε ο μόνος τρόπος να νικηθούμε είναι από αυτήν την ανία του θανάτου
πόσα χαθήκαν για εμάς
κλαίω την ανεμώνα που νίκησε το χειμώνα
είσαι το κορίτσι που έκλεψε τα ποιήματα μου
χάθηκες
μα σε σφίγγω στην αγκαλιά μου ακόμα μέχρι να σπάσεις
και ερωτικά θα μαζέψω τα κομμάτια σου
να χω να τα μοιράζω κάθε τόσο στους ανθρώπους
……………
Γιάννης Ζελιαναίος
Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους.
Υπάρχουν εκείνοι που γράφουν για τους beat
και ύστερα ψοφάνε για ένα παιχνίδι αθανασίας.
Υπάρχουν κʼ οι άλλοι που στην καθαρεύουσα
φρονούν πως ξεπαστρεύουν ανισόρροπα λογάκια.
Κʼ υπάρχουν κι άλλοι τόσοι
που χαριεντίζονται σε υπολογιστές
κρατώντας φανερά ημερολόγια
μπας και κρυφακούσει
κάνας ανήμερος εκδότης με φουλάρια
την ξεκωλιά των θαυμαστικών τους.
Υπάρχουν κάμποσοι
και άλλοι τόσοι
που δουλειά δεν κάνουν
παρά μονάχα με το δεξί
στης ρουφιανιάς τη γνώση
στο ξεκατίνιασμα για τρεις στροφές
και μιας γαμημένης ομοιοκαταληξίας
επιμονής στον αφοπλιστικό το στίχο
μονάχα για μια τριχιά στον άλλον.
Υπάρχουν κι εκείνοι
που με αποσπούδαστη κοψιά
ξεραίνουν κόμματα,
χορεύουν το κώλο τους
απʼ το ένα εγώ στο άλλο,
αδειάζουν βιβλιοθήκες σάματις
να πρέπουν για το επίμονο καλό
και το προστατευτικό μιας τέχνης
που οι ίδιοι έστησαν
σε δύο μέτρα
και σε δύο σκατά.
Τούτο το ποίημα είναι χάλια
και το ξέρω
μα το γράφω
είκοσι λεπτά πριν τις τέσσερις.
Σαν προμετωπίδα σε γαμοβιβλίο δε ακούγεται;
Η καρέκλα είναι σκληρή
και το μπουκάλι τελειώνει
μιλώντας τόση ώρα για ένα πράγμα πεθαμένο
που το σκαρτεύουν όσοι δεν στοιχημάτισαν ποτέ.
Η ποίηση είναι ένα πολύ παρεξηγημένο πράγμα,
οι γραφιάδες της δεν έχουν καμία διαφορά
από εκείνα τα κακόμοιρα ζώα
που βλέπεις σʼ ένα κανάλι πριν βάλει την τσόντα του
δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα
γιορτάζοντας το τομάρι τους που γερνάει
και δεν θρονιάζεται σε καμία ήσυχη καυλοκατάνυξη.
Η ποίηση θέλει μουσικές
και ανθρώπους ξεγραμμένους
αλεπουδιάρηδων κλεφτών,
μιας μπάντας απʼ τη δύση
που ξέσκισε τα σμιθ εντ γουέσον
του Μορικόνε
γύρω από έναν προτελευταίο ύπνο του θανάτου
την ώρα που ματώνουν και πάλι τα γινάτια
και ίσως τότε κάτι και πάλι
ίσως και κάτι τότε
πάλι να γίνει.
Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους.
Eλένη Κονδύλη
*
Πεινούσα τόσο, σε άγγιξα
με συνεπήρε η δροσιά στις φυλλωσιές σου, ήπια νερό με τα χέρια, τα πόδια, τα βήματα, με χιλιάδες αφές που προχωρούσαν μακριά μου,
Σαν ερινύες.
Και διψούσα τόσο!
Στέρεη τροφή πουθενά δε βρήκα. Ανίχνευσα στοιχεία μετάλλων στη φωνή σου, άδειες σπηλιές στα λόγια σου τα κούφια
Κωπηλάτησα, ώρα πολλή στα ενθύμιά σου, κι έβρισκα πέτρες, ξύλα, και μαξιλάρια. Έτσι αποφάσισα να κοιμηθώ.
Δίνεται κρεβάτι κυρία μου. Μαζί με κάθε τραπεζαρία, κι ένα κρεβάτι.
Να ξαπλώνεις να χάνεσαι, κάτω απʼ τον έναστρο ουρανό,
Σʼ ένα πηγάδι μέσα, σε μιαν υπόσχεση χαμένη…
Διψώ σου λέω!
Θα πιω στʼ όνομά σου τη διαστρέβλωση των μηνυμάτων
Τις αλλαγές στο πολίτευμα των συναισθημάτων, στης αγαθής προαίρεσης τα άτιμα λόγια.
Κι έπειτα μʼ ένα καλάμι θα ταξιδέψω σε κάθε υπόγεια στοά. Θʼ αργήσω, ω ναι!, να βγω στην επιφάνεια.
Μα κι εκεί, ένα δικό μου δρόμο θε νʼ ανοίξω. Κι ας είμαι μόνη μου. Τα χνάρια της αλήθειας πως θα ʽθελα νʼ ακολουθήσω…
Σκύβαλα η ζωή χωρίς εκείνα, και σκύβαλα η ζωή χωρίς αλήθεια.
Και μες στα ψίχουλα η αγάπη με λιγώνει.
20- 07-11–Δημοσιευμένο στο abttha.blogspot.com
Γιώργος Μίχος
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΟΧΙ
Μια λέξη ήταν κι ο κόσμος που
γκρεμίστηκε μαζί της
ήταν γεμάτος ποιήματα…
***
Από το να μην την αναγνωρίζει
η επιθυμία είμαστε αθάνατοι
***
Μιά θάλασσα που αποσύρεται όπως μητέρα
και τράβηξε τα σπλάχνα των χρωμάτων
Διψάω ασπρόμαυρα.
***
Δέθηκε στη γλώσσα σου η λέξη
και λυθηκαν τα τέρατα
όχι στήθος όχι φιλί όχι εσύ
όχι όχι.. Σε με νίκησα.
Coda
Πόσοι του όχι ανυπεράσπιστοι…
Δημήτριος Μουζάκης
ΣΒΗΣΤΕ Τʼ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ
Εσύ, γυναίκα που γυμνώθηκες
μπροστά μου
για να φρίξει η μοναξιά μου
απʼ τη γύμνια σου…
σβήσε τʼ όνομά μου.
Εσύ, λουλούδι που μαράθηκες
στο χώμα μου
για να πενθήσει η πεταλούδα
το φορτίο της ψυχής μου…
σβήσε τʼ όνομά μου.
Εσύ, θάλασσα που ήπιες
το νερό μου
για να σκάει αλμυρή
η γλώσσα μου στο κύμα…
σβήσε τʼ όνομά μου.
Εσύ, πέτρα που ντύθηκες
τον ήλιο μου
για να τυφλώνει ισχυρή
η ουσία μου τον πόνο…
σβήσε τʼ όνομά μου.
Σβήστε τʼ όνομά μου
για να γράψετε ένα στίχο.
Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση
αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.
Παναγιώτης Πάκος
ΦΑΝΤΑΣΙΑ
(στο Σωτήρη Παστάκα)
Φαντασία είναι
η ικανότητα μου
να αντιμετωπίζω τα πάντα
ως μέρος του κόσμου μου.
Στις βαρύτερες μορφές της
συνιστά την ανικανότητά μου
να αντιμετωπίζω τον εαυτό μου
ως μέρος του κόσμου σας.
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ
(στη Χριστίνα, τη γυναίκα μου)
Συνωστισμός επικρατεί στη διμοιρία –
μια νυχτερίδα απʼ το παράθυρό μας μπήκε
κι όλος ο λόχος μαζεμένος, τη χαζεύει,
λες και δεν έχουν ξαναδεί πουλί ποτέ τους
(και τι πουλί; Ένα ποντίκι με φτερά,
σαν όλʼ αυτά που σουλατσάρουν στην κουζίνα,
στις αποθήκες κι όπου μένει φαγητό –
τρώνε συνέχεια μπας και βγάλουνε φτερά
και μας αφήσουνε και φύγουν κάποια μέρα.
Μα τα ποντίκια είναι ποντίκια ό,τι κι αν φάνε,
πουλιά δε γίνονται, κι ας βγάλουν και φτερά…)
Στην αγκαλιά μου κελαηδάει ένα πουλάκι,
φωλιά-αγκαλιά, φιλί-πουλί κι ας μην πετάει.
Παυλίνα Παμπούδη
ΠΡΑΣΙΝΟ
Έχω πράσινα μάτια και το δικαίωμα να ορίσω
Καθώς το αγριόχορτο
Τα έργα των πολιτειών και τη μοναξιά
Των μνημείων.
Το δικαίωμα να διαγράψω την Ιστορία
Καθώς ο μικρότερος αδελφός,
Που κατέβηκε το πηγάδι
Και βγήκε στον ουρανό.
Το δικαίωμα να συλλαβίσω φύλλα κι αγκάθια
Καθώς αειθαλές
Στους πνεύμονες των πάρκων
Και στην ασυδοσία της ρεματιάς.
Η έπαρση μου είναι του πράσινου
Κι έχω δικαίωμα,
Επιβάλλοντας σιωπή στην έρημο
Νʼ αφουγκραστώ
Τη λαχτάρα μου να υπάρξω, που διακλαδίζεται
Βαθιά, ραγίζοντας
Την πιο δυνατή λαχτάρα μου, να υπάρξει
Ο κόσμος.
(Από το: ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ, ΙΚΑΡΟΣ 1971)
Σωτήρης Παστάκας
ΜΙΑ ΠΡΟΠΟΣΗ
Αν αγνοεί ο Μπόρχες την ύπαρξη
Της Λάρισας-πόλη που γνωρίζουν
Πολύ καλά Σινόπουλος, Σερένι κι Εγγονόπουλος,
Είναι γιατί έχει και η λογοτεχνία
Το δικό της γεωγραφικό άτλαντα,
Τις δικές της συντεταγμένες,
Με τα πολύχρωμα κρατίδια των –ισμών
Και τα αδιάβλητα σύνορά τους,
Καθώς η κάθε φωνή εκπέμπει
Από το αυστηρώς καθορισμένο στίγμα της
Και δεν επιδέχεται παρενοχλήσεις-
Φυλακή και γοητεία της ποίησης
Μέσα από μεσημβρινούς και παράλληλους.
Στρατής Πασχάλης
Είσαι το πύρινο σπαθί που εξαγνίζει, αναίμακτα, πάθη και
Αμαρτίες
κι ο Ερωτας, απρόβλεπτος και θαυμαστός, αγαπημένη ενότητα
όλων των μαρτυρίων,
ορμή χαράς και τρόμων η φλόγινη ρομφαία σου
που, ενώ δεν είδαμε ποτέ, ανακαλούμε
να βγαίνει από τα έγκατα συννεφιασμένου δειλινού
σʼ αυτήν εδώ την εποχή που ʽχει ρημάξει.
Ω σώμα, τʼ ουρανού η αντεκδίκηση,
θραύσμα φωτιάς με βιαιότητα
πάνω απʼ τις πιο αντίξοες γονυκλισίες,
βήμα που πάντοτε αποδράς ή ξαφνικά εισβάλλεις
καθώς αέρας πρωινός που νέμεση αναγγέλλει
πώς κυβερνάς την ώρα αυτή και φαίνεσαι,
και σʼ αντικρύζουμε, και πάλι αθέατο σε νοσταλγούμε
στις βροχερές παλίρροιες, στα χιονισμένα εδάφη, στη λάμψη
όλων των καλοκαιριών,
τώρα που ο κόσμος στέρεψε, μα τʼ άστρα φέγγουν πιο αδρά,
κι ο κάθε πόνος κι οδυρμός κατάντησε ευφροσύνη.
Ποίημα από τη συγκεντρωτική έκδοση
«Στίχοι ενός άλλου», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003
Ασημίνα Ρεβύθη
ΆΛΛΟ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΆΝΝΑ
Όλη μου η ζωή κρύφτηκε
ένα πρωί σʼένα ατελιέ,
θα έλεγες
εκεί έμενε κάποτε ο πόνος
με τα σπασμένα πόδια
με το ματωμένο κεφάλι,
θα έλεγες
ο πίνακας ήταν τα πινέλα
και το χρώμα που είχε ξεχαστεί
κάτω βαθιά στο πάτωμα,
στο παράθυρο με το κομμένο δέντρο.
Ξάπλωσα εκεί γυμνή,
μια αναστάτωση σʼένα άγιο κλίμα κρασιού,
κι όλοι στʼαλήθεια γυμνοί μπροστά μου,
κρατούσαν ένα πινέλο
και με κοιτούσαν
με το βλέμμα της γέννησης της θλίψης,
κουράστηκαν τα μάτια μας,
αρχίσαμε να γε λά με
και να σπά με
όλους τους πίνακες,
ο ζωγράφος δεν είχε χέρια, δεν είχε χέρια,
είπε ότι, ζωγράφιζε με την γλώσσα και καμιά
φορά του άρεσε να σκοτώνει τα μάτια του,
να ζωγραφίζει φόνους και λιτανείες,
πίσω από τον πίνακα με την σαπισμένη μήτρα της Άνοιξης
ένας ποιητής έλεγε ποιήματα
ενώ μισούσε το γράψιμο,
ένα παιδί, ένα μικρό κορίτσι στα μάτια του
βούλιαζε το αθώο όραμα του Ρεμπώ,
άφησε την κόκκινη κούκλα της στα πράσινα πόδια μου
κι ύστερα μου χαμογέλασε, μου χαμογέλασε.
Έπειτα
ο ένας πήγε σʼένα δωμάτιο πιο μέσα,
ο άλλος σʼένα πιο κάτω,
κι ο άλλος σʼένα πιο πάνω,
το παιδί έμεινε εκεί, έπαιζε, ζωγράφισε
με ταπεινά χρώματα στην παρουσία του φωτός,
τρία νεκρά σώματα κάτω από τους σπασμένους πίνακες,
κι αν πλησίαζες ο πίνακας μύριζε, μύριζε
αφηρημένος θάνατος
φτασμένος, αγγισμένος
από τα ενδόμυχα χέρια
μιας κάποιας ελευθερίας.
Σωτήρης Σαράκης
ΕΥΡΥΔΙΚΗ
Σε ψάχνω μέσα στις εγκυκλοπαίδειες
και μέσα στʼ άδυτα του ύπνου μου
χρόνια σε ψάχνω
τι να ʼναι αυτό
τι να ʼναι αυτό που με καλεί κοντά σου
ποια μουσική και ποιο σκοτάδι
πίσω απʼ το μαύρο σύννεφο της κόμης σου
ταράζει τις πιο σίγουρές μου επιφάνειες.
Σε ψάχνω μέσα στις αρχαίες παραστάσεις
και στις παράξενες διηγήσεις των τελευταίων γερόντων
στις πιο νεκρές στιγμές του κόσμου
χρόνια σε ψάχνω –
τι να ʼναι αυτό που χάθηκε πριν γεννηθούμε
μες στο σκοτάδι των μαλλιών σου που ανεμίζουν
απʼ άκρη σʼ άκρη του Έρωτα και του Θανάτου.
Πόσες φορές
ταξίδεψα στον κάτω κόσμο να σε φέρω
πόσες φορές
και πάντοτε γυρνώ
βαρύς σαν ίσκιος από σταλακτίτη
στα υγρά σου παλάτια
– μισός εδώ, μισός εκεί· όπως το δέντρο
που το τραβούν οι ρίζες του
στην αγκαλιά της γης.
……………………………………………………..
Πόσες φορές
ταξίδεψα στον κάτω κόσμο να σε φέρω
χωρίς ακόμα να μπορέσω
μέσα στην άπειρη στιγμή μιας αστραπής σου
να μείνω, να σκορπίσω, να χαθώ, να σμίξω
μʼ όλο τον κόσμο που ʼσαι Συ
μονάχα
– η πιο αρχαία παράσταση
στο μελανόμορφο αγγείο της μνήμης μου.
Ειρήνη Σουργιαδάκη
Ατυχίες
Ένα αυτοκίνητο περνάει με κόκκινο και
γίνεται θρύψαλα
πάνω σʼ έναν τοίχο
Σʼ ένα άλλο φανάρι ένας μετανάστης
προσπαθεί να πουλήσει ό, τι δεν κατάφερε να πουλήσει κανείς μέχρι τώρα
Μια μάνα σφίγγει στην αγκαλιά της με δύναμη
ένα μωρό και το σκάει
Το χαλάκι της εξώπορτας αρχίζει να πετάει
αρνούμενο την ταπεινότητά του
Ένα βιολί τρελαίνεται κι ακούγεται
σαν πιάνο
Ένα πιάνο τρελαίνεται κι ακούγεται
σαν σφυρί που καρφώνει στραβά ένα καρφί στον τοίχο
Εκεί κρεμάω έναν τεράστιο καθρέφτη
κι αυτός πέφτει
και γίνεται χίλια κομμάτια
Εφτά χρόνια γρουσουζιά ακόμα,
[έχω κι ένα υπόλοιπο απʼ τον παλιό λογαριασμό]
Ένα ρολόι
γίνεται μολύβι
ένα μολύβι γίνεται νανούρισμα
ένα νανούρισμα γίνεται
μοιρολόι
κι έτσι πάλι ξαγρυπνώ.
Ένα κουνούπι αυτοκτονεί υπερήφανο
πίνοντας το αίμα του
για να μην το σκοτώσω•
μʼ αυτό τον τρόπο παραμένει νεκρό για πάντα
Εν ολίγοις, θέλω να σας πω πως
αλλάζουν τα πράγματα
Κωστής Τριανταφύλλου
κ α τ ά σ τ α σ η *
η λέξη διάττων στην κίνηση του χεριού σου στο κενό
πριν καταρρεύσει η σιωπή σχεδία μια λέξη κατακτώ
οργή να συνεπαίρνει τον μύθο να αγριεύει το πάθος
ξεσηκώνοντας κραυγές καταργώντας λερναίες επιθυμίες
όταν τα τείχη κατεδαφιστούν και φανερωθεί το κενό που κρύβαν
κατάψυξη ανάλωση καταστροφή έτσι
ψάχνοντας στα γκρεμισμένα καταστρώνω σχέδια
καταρρίπτω
στο βάθος
κι από κάτω κατα νου καταπρόσωπο κατα τι κατα τύχη
κάτω από το βάρος καταρράκωση
τάκα τάκα ανάκατα στάση και κατάθεση μαγεία κατανόηση
οι αυτόφωτες λέξεις δεν βρέθηκαν στα χαλάσματα
έδαφος λεπτομερειών καταγραμμένων ημερολόγιο κατεδάφισης
φόρμες ακατέργαστες τραχιές εκφράσεις φράσεων που κάποτε επιβλήθηκαν
η αφή των γραμμάτων στο δέρμα σου
ψίθυρος πάθους
ποιός γνωρίζει τον χρόνο που κατακτώ μια λέξη
εδαφολόγιο των συντριμμένων
καταρράχτης σιωπή που κύλησε με κατάνυξη
εικόνες που τις κοίταξαν και σβήσαν κατάματα
σωρός φράσεις που ακούστηκαν σοβάδες λέξεις κονιορτός
τσακισμένα ξύλα από γωνιές συντρίμμια ατελείωτα κομμάτια ενός άχρηστου κόσμου
κατανοώ καταργώ ανακατασκευάζω
κατά γράμμα
κατά λέξη
κατακραυγή
ας ανοίξουμε μια λέξη στα δυο
ο καθένας κι ο βυθός του κατάβαθα
κατάσταση ανάγκης κατάγυμνος
κατάρα
καταπαχτή
τσάκισμα
κατεβαίνω στο έδαφος – έτσι κι αλλιώς ένα περίεργο βράδυ είναι !
επίμαχες λέξεις που δεν έχουν θεό
κατά μάνα κατά κύρη στο έδαφος της κατάφορτης αφήγησης
αποσπάσματα δια βίου ποίηση
κατάκτηση
*
(Aπό το βιβλίο του Κατεδαφιστής , Αθήνα 1972-1976)











Αν κρίνω απ’ τα ποιήματα η βραδιά πρέπει να ταν πολύ όμορφη, φορτισμένη με έντονα πάθη και πολύμορφες αποχρώσεις (μέσα σε μεσημβρινούς και παράλληλους). Στέκομαι ιδιαίτερα στα ποίηματα της κ.Ρεβύθη, του κ. Ποζουκίδη, του κ. Μουζάκη και του κ. Αραβανή.
Τις θερμές ευχές μου σε όλους τους και πάντα τέτοια!
Το ποίημα του Σπύρου Αραβανή ξεχωρίζει με τον ουσιαστικό τρόπο που φτάνει. Διατηρεί μια δροσιά διατυπώνοντας κάτι ουσιαστικό για την ζωή. Παρόλο που έχει ύφος μελαγχολικό μπορεί να ανιχνεύσει κανείς μέσα του την ελπίδα.
Συγνώμη για τη ρεκλάμα, δεν το συνηθίζω, και μάλιστα σε άσχετο ποστ, αλλά ίσως σας ενδιαφέρει ένα αθησαύριστο του Λαπαθιώτη που ανέβασα σήμερα:
http://sarantakos.wordpress.com/2010/03/21/lapa-liano/
Καταπληκτική η βραδιά στον κατάμεστο Ιανό! Σοβαρότητα, επίπεδο, λεπτότητα. Πολυεπίπεδη βραδιά που φωτίζει.
Ξεχώρισαν –κατά την προσωπική μου πάντα «ανάγνωση»- με διαφορά οι Γιώργος Αλισάνογλου και ο Γιάννης Στίγκας. Από όλους μαζί νέους και “παλιούς”. Ξεχωρίζω επίσης και στέκομαι στην Ασημίνα Ρεβύθη, στην Ειρήνη Σουργιαδάκη και στον νέο στο τέλος που δυστυχώς δεν συγκράτησα το όνομα του (είχε χνώτα και ομίχλη το ποίημα του). Ο Σπύρος Αραβανής αξιοπρεπέστατος και σοβαρός ποιητής όπως πάντα. Τον Ποζουκίδη που αναρτήσατε δεν το πρόσεξα καθόλου.
Σε επίπεδο παρουσίασης όλα λειτούργησαν όπως έπρεπε. Αιχμηρός και ουσιαστικός ο Παστάκας, προκλητικός ενίοτε αλλά πάντα εντός ενός δημιουργικού πλαισίου και με καλή πάντα διάθεση και αγάπη προς την ποίηση και τους ποιητές. Σοβαροί και οι υπόλοιποι συμπαρουσιαστές (Σ. Αραβανής, «Ιανός» και τέλος οι τραγουδοποιοί-ευχάριστα διαλλείματα).
Από τους νέους “παλιούς” ουσιαστική και με διαφορά συγκινεί και ξεχωρίζει η Παυλίνα Παμπούδη. Συγκινεί. Απευθύνεται σε περισσότερα μέρη της «ψυχής» και του «νου».
Απογοητευτικός ο Φωστιέρης, μας άδειασε με το ποίημα της νεότητας του, λέγοντας στίχους του τύπου (ελεύθερα μεταφέρω) “σε αγαπώ επειδή δεν έχω τι να σκεφτώ και τι να κάνω.”
Από το “θα και το να του θανάτου” που ξεχώριζα, με προσδοκίες πήγα αλλά έπεσα (ή με έριξε) στην νεότητα του και έτσι με εγκεφαλικό στραμπούληγμα αν όχι διάστρεμμα συνέχισα έπειτα μισός και άδειος.
Επανήρθα βεβαίως. Ο Κώστας Ριτσώνης καταπληκτικός αναγνώστης του ιδιαίτερου έργου του όπως μας έχει εξάλλου συνηθίσει. «Τσίλιες» και πάλι. Podcast!
Ο Έκτορας Πανταζής ουσιαστικός, ακριβολόγος, καίριος και ακέραιος.
Αγενέστατος ο Βαρβέρης. Έφυγε αμέσως και επιδεικτικά, σβήνοντας τις θετικές εντυπώσεις της παρουσίας του και του ποιήματος του.
Δεν τον δικαιολογεί η ηλικία του και η κατάσταση του καθώς
ο Γιάννης Γκούμας (Yannis Goumas), παρά την προχωρημένη του ηλικία, σαν παιδί με ενθουσιασμό αγκαλιάζει, με βλέμμα και φωνή που μένουν με τις εκλεπτυσμένες αποχρώσεις τους. Ευγενέστατος και σπαρακτικός συνάμα. Του βγάζουμε το καπέλο και με συγκίνηση του σφίγγουμε το χέρι.
Κυκλοφορούσε επίσης διακριτικά στον χώρο και η εξαιρετική του μετάφραση Suspect of escape / Ύποπτος Φυγής (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2010) της ανθολογίας 1980-2010 του Σωτήρη Παστάκα. Δημιουργικά μεταγράφει τα ποιήματα, ο ποιητής Γκούμας του ποιητή Παστάκα.
Πλήρης λοιπόν επέστρεψα στον τόπο μου. Όλα λειτούργησαν καθώς αρμόζει στην ποίηση, στους ποιητές και στο ποιείν. Συγχαρητήρια σε όλους που συνέθεσαν, προκάλεσαν και επέτρεψαν την συγκεκριμένη σχέση-συνάντηση. Ανοιχτοί στο επερχόμενο, υπήρξαμε αυτό το ανοιχτό για λίγο, καθώς αληθώς ανοιχτήκαμε και τώρα κλειστήκαμε πάλι στην σκουριά μας πάλι σαν κάποιοι χωρίς πρόσωπο και όνομα. Σαν κάποιοι νεκροί του Χρόνη Μπότσογλου (Νέκυια).
Όμορφη βραδιά (για την διάρκεια που την είδα ) και με χρώματα συναισθημάτων .
Εμπειρία ποιητών και ανθρώπων και μηνύματα με λέξεις και εμφανίσεις που έδιναν το ” στίγμα ” κάθε παρουσίας .
Το ζητούμενο είναι να ξεχωρίζει η ποίηση όχι τα ονόματα.
κ.ΣΠΥΡΟ ΑΡΑΒΑΝΗ να συνεχίσεις έτσι να κοιτάς..
κ.ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ ευχαριστώ για το φιλι-κό καλωσόρισμα.
Και τους δύο για την τιμή ,που όμως δεν έμεινα για να ξεπληρώσω.
Έχασα ένα χειροκρότημα :
Όμορφο μεν αλλά και τροφή στην ψευδαίσθηση .
Ο κ.Γιάννης Στίγκας κέρδισε .
Ο κ. Γιάννης Γκούμας ξεχωριστός κι αληθινός !
Κι όλοι να είστε καλά και να συνεχίζετε .
Απαντώ αρχικά σε μια παραδίπλα ευχή που μόλις την αντίκρυσα, ο Νικηφόρος ήταν από ξενύχτι και μου ευχήθηκε καλή ανάσταση, τι πιο φυσικό;
Ανταποδίδω με το καλή απόσταση, για καλύτερη ωδική συμπεριφορά. Κατά τα άλλα, τρελά κέφια, και καλησπέρα ξύντροφοι(θουκυδιδικό). Κέφια τρελά, φταίει η πρωινή βόλτα με τα χιονοπέδιλα, ξέρετε, τρία διόδια εθνικής, οι κερατάδες μείωσαν το κόστος και αύξησαν τους σταθμούς, ναι, λόγω ανεργίας. Και νάσου η Αμφίκλεια, ο Γεροντόβραχος, ο ήλιος, το χιόνι, με φόντο την κορινθιακή θάλασσα. Και σουουζζζ.
Μετά εξπρέσσο απέναντι από μια ξανθιά(φυσική παρακαλώ) απορία και βουουρρρ πίσω στη τρελομητρόπολη, άνευ παπά και διάκου φυσικά, με την ανάμνηση της μάζωξης στον Ιανό. Ωραία πράματα, θέλω κι άλλο. Και για να κλείσω τον κύκλο ενδεχόμενων εξ αποστάσεως παρεξηγήσεων…δε σχολιάζω ποτέ σχόλια άλλων, μόνο τα δικά μου. Όπως επίσης δεν πολυσυμπαθώ τα αεροπλάνα, φοβάμαι μην πάρουν τα μυαλά μου αέρα. Έχουν όσο τους χρειάζεται, να τον μοιραστώ; Εγινεεε, αλλά ας μείνει μεταξύ μας. Πάντως, κάποιοι δεν ήρθαν στη μάζωξη κι αναρωτιέμαι γιατί, αλλά θα το ξεπεράσω κι αυτό. Το ξεπέρασα. Κ. Νέμο έχω δώρο και συντόμως ζήτημα. Τσίου.
Στο σωρό όχι στη σωρό, αλλά δικαιολογίες προς τι; Και τι σημαίνει σειρά; Ποίηση άλλωστε είναι η ίδια η ζωή, αξιαγάπητο σχόλιο του Δημήτρη, τα λόγια ποτέ δε φτάνουν, να τα πιστέψουμε; Έχω απορίες σήμερα, και για δες τις σειρές ή ουρές στα συσσίτια απόρων…
Ένας λόγος που δεν αυτοκτονούν οι Έλληνες (ποιητές) είναι γιατί τους αρέσει η τραγωδία…Δεν είναι τυχαίο που η τραγωδία είδε το φως στον τόπο μας…
Αλλά μάλλον θα πρέπει να ξανασκεφτώ την ψυχανάλυση και να το παραλάξω: οι έλληνες (ποιητές) δεν αυτοκτονούν γιατί κατά βάθος είναι αριστοφανικοί…
Πάμε πάλι: δεν είναι τυχαίο που ο άνθρωπος γέλασε με τον ίδιο του τον εαυτό για πρώτη φορά, εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο…
Ναι, σχόλιο του Σωτήρη, είναι πολύ σοβαρό ζήτημα η κωμωδία, να κάνεις τον άλλο να γελάσει. Γιατί ήδη από την εποχή του Αριστοφάνη είχε χαθεί το φυσικό γέλιο στη ζωή, το γέλιο δηλαδή του μικρού παιδιού, που δεν αποζητά δικαιολογίες για να γελάσει. Πως λοιπόν να γελάσει ο αθηναίος μετά τον πελοποννησιακό; Χρειαζόταν καλές δικαιολογίες.
Σχόλιο 7
1.Ξέρετε γιατί λέγεται Γεροντόβραχος ;;
2. Δε συμφωνείτε πως ήρθατε σ΄ένα παράδεισο;
Σχόλιο 8
Όλοι όσοι ήσαν στο σωρό θα ήθελαν να μην έχουν ” καμιά δικαιολογία”, πέρα από κατάταξη ή βαθμίδες . Είναι ανθρώπινο …
Κι ο καθένας τους θα λέει ” ότι αγάπησα ήταν ποίηση /αλλιώ ς δε θα μπορούσα να το πω”
Μιά στιγμή, μόλις καρφώθηκα πάλι στη οθόνη, μετά από κίνηση χωρίς συγκίνηση, γιατί άλλωστε;
φτάνει που συντηρώ τις ενδορφίνες μου από κοσμικές απειλές. Πως; Με κίνηση, αυτό φτάνει, Υακίνθη. Λοιπόν, πάμε να παίξουμε, είσαι ζαβολιάρα; Αλλιώς, θα το πω στη μαμά σου. Χαα, μας ακούνε κι άλλοι, και λοιπόν;
Ξέρω γιατί λέγεται Γεροντόβραχος. Αν ποτέ τον δεις, θα καταλάβεις, ασβεστόλιθος σε αποσάθρωση, κι άσε τα λεξικά.
Συνεχίζουμε; Παράδεισος; Μου λείπει ο ορισμός της Κόλασης, όχι πως απαραίτητα θα τον πίστευα.
Για τα λοιπά, παραπέμπω στον Καζαμία, πρόβλεψη καμία. Χουουπ.
Μίχο, δε πα να παίξουμε όλοι μαζί τα στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα κι αγέλαστα, να δούμε ποιός θα την πατήσει πρώτος, μπας και καταφέρουμε να γελάσουμε ή κα μιλήσουμε ή να κινηθούμε; Τα άλλα είναι για τις καλένδες.
Σχόλιο 13
Λοιπόν , λέγεται Γεροντόβραχος γιατί εκεί παλιά γκρέμιζαν ,τους γέρους γονείς ,τα παιδιά τους όταν γίνονταν αβάσταχτο βάρος .
Ώσπου ένας γέροντας πατέρας στην ύστατη στιγμή πήρε την κουβέρτα που τον τύλιξε ο γιός του για να τον ρίξει στο γκρεμό και την έδωσε σ΄αυτόν λέγοντας . Πάρε τη παιδί μου , για να σε τυλίξει και σένα το παιδί σου .
Από τότε δεν ξανάγινε το φονικό.
Δεν παίζω και δεν κάνω ζαβολιές .
Προσωπικά ξέρω από τον Παράδεισο το δικό μου και την Κόλαση γύρω μας .
Για τις προβλέψεις .Κασσάδρες κι αγωνία για τα παιδιά και τους νέους που τους κλέβουν τη ζωή .
Ευχή , να πιστέψουμε πως υπάρχει φως ….
Kαλά, Υακίνθη, πιστεύεις στον καιάδα της στερεάς ελλάδας; Στο Ζάλογγο μήπως; Στο κρυφό σχολειό που υπήρξε μόνο σε πίνακα του Γκύζη; Έλα, πες κι άλλα, γιατί τα φωτόνια δεν έχουν συνείδηση, πρόκειται απλά για λογοτεχνικές μεταφορές. Εξάλλου, ιστορικά μιλώντας, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως υπήρξε ποτέ καιάδας, ούτε βέβαια η βαλσαμωμένη γυναίκα του πρωτομάστορα στην Άρτα. Ψάξε λοιπόν το φως, αν δεν το βλέπεις.
Φυσικά εννοούσα το βαθύτερο νόημα του Γεροντόβραχου που λέει ”εκεί που είσαι ήμουνα και κει που είμαι θάρθεις ”.
Όσο για το φως, αν το βλέπω, θάπρεπε να το καταλάβατε.
Ελπίζω στο συλλογικό φως για το καλό όλων των ανθρώπων .
Να είστε καλά . Καληνύχτα
Ούτε ξέρω που ούτε ποια είσαι Υακίνθη. Να έρθω;
Η πυξίδα, ξέρεις, έχει 360 μοίρες, μόνο, δεν χρειάζονται περισσότερες. Κοίτα που πάλι μου ξεφεύγουν τα μυστικά του σύμπαντος…είμαι αδιόρθωτος. Την καλημέρα μου.
Στο Ποιείν γνωριζόμαστε όλοι με τις διαστάσεις στου συγκεκριμένου σύμπαντος .
Σε κάθε περίπτωση βρισκόμαστε μόνιμα( για μένα ισχύει τουλάχιστον )στο δικό μας σύμπαν.
Το βαθύτερο νόημα το Γεροντόβραχου είναι ο κύκλος της ζωής , αυτός των 360 μοιρών .
Κάθε αλληγορία των παραδειγμάτων και των μύθων ειναι στ΄αλήθεια τόσο σοφή .
Ελπίζω να έλυσα τις απορίες σας για τα μυστικά .
Καλημέρα .
Κι ένα αντίδωρο ποίησης .
‘Πού πάει η μέρα σα νυχτώνει ;
Να φέρει φως.
ΥΑΚΙΝΘΗ
Δεν ανήκω στον κόσμο της ποίησης και της λογοτεχνίας. Ακόμα κι αν γράφω που και που, το κάνω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς τη στιγμή που το κάνω, μα δεν θα μπορούσα να αποκαλέσω τον ευατό μου επουδενί ποιήτρια ή συγγραφέα – τουλάχιστον όχι ακόμα… Δεν μου άρεσε ποτέ η απαγγελία ποίησης… Έχω ξαναβρεθεί σε μαζώξεις ζωντανής απαγγελίας, έχω ακούσει κι ηχογραφημένη ποίηση αλλα να το πω: δεν είμαι fan! Παρ’ όλα αυτά πρέπει να παραδεχτώ ότι η προχθεσινή βραδυά στον Ιανό ήταν ενδιαφέρουσα. Ίσως γιατί γνώριζα άτομα, ίσως γιατί τις απαγγελίες διάνθισαν όμορφες κι αξιοσημείωτες μουσικές. Πάντως, δίχως να ξέρω και πολλά διέκρινα μέλλον στην ποίηση κάποιων νέων ποιητών και ποιητριών. Όμως, μέσα σ’ ένα λιβάδι υπάρχουν καί τα αγριολούλουδα που σου ζαλίζουν την όσφρηση και σου μεθούνε το μυαλό μα υπάρχουν και τ’ αγριόχορτα-τσουκνίδες.
Πάντως, τί πιο ωραίο από τη συναναστροφή με ανθρώπους με ανήσυχο πνεύμα κι αλοίμονο αν οι απανταχού ποιητές ησυχάζουν…