Σπύρος Αραβανής, Νίκος Ερηνάκης Γιάννης Ζελιαναίος, Eλένη Κονδύλη, Γιώργος Μίχος, Δημήτριος Μουζάκης, Παναγιώτης Πάκος, Παυλίνα Παμπούδη, Σωτήρης Παστάκας, Στρατής Πασχάλης, Ασημίνα Ρεβύθη, Σωτήρης Σαράκης, Ειρήνη Σουργιαδάκη,Κωστής Τριανταφύλλου

 

Σπύρος Αραβανής

Δικαιοσύνη

Κοίτα πόσο δίκαιος είναι ο ήλιος.
Στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου
καθώς σκιάζεται το απλωμένο χέρι
του μονόχειρα αλλοδαπού

φαίνεται σαν διπλό…

Κοίτα πόσο αμερόληπτη είναι η βροχή.
Ξεπλένει
τους τάφους στα νεκροταφεία,
έτσι που
άγιοι και δολοφόνοι
ποτίζονται το ίδιο

σαν απροστάτευτες ρίζες…

Κοίτα πόσο αδέκαστος είναι ο χρόνος.
Ένα σώμα συντέθηκε
από τα κόκαλά του νεκρού
και κυλίστηκε
στο φρέσκο χώμα

σαν βρέφος…

Νίκος Ερηνάκης

(απόσπασμα…)

όλα είναι στον αέρα
χρυσόσκονη, χρυσόσκονη
όλα πέφτουν, δεν ανεβαίνει τίποτα
είναι βιτρίνα, ένα μακελειό

η αγριότητα των πραγμάτων

έλα να αράξεις στη σιωπή μας
έχουμε μια τάση για πέταγμα
μια μοιραία αδεξιότητα
για πάντα νέοι
να διαλέξω την αδιαφορία
ή ένα συγκεκριμένο ύφος

δεν βιάζομαι
κι ας είσαι γκρεμός
μια ουρλιάζω, μια κλαψουρίζω
είναι ο τρόπος μου να κατακτώ τους κατακτητές
αναζητώ τη φόρμα του χάους
μύηση χωρίς μύηση
είσαι μια αχάριστη χαρά
το ένα γίνεται δύο ή τα δύο ένα
όπως και να ʽχει, τι αστείο να πιστεύουν
πως ο θεός γίνεται τρία

πέρα από το να παίζεις τι άλλο μένει
ισορροπία ή τίποτα
η τρέλα, ξέρεις, είναι μια αρρώστια πολυτελείας

………………..

γνωρίζω ανέμους που σε έχουν μυρίσει
παραφυλάμε κρότους δίπλα σε ηφαίστεια
λες κι είμαστε ερωτευμένοι
μονάχα είναι που μας χωρίζουν αυτές οι εκτάσεις γης
και ένα κομμάτι θάλασσα
κι άμα μπαίνω στα βαθιά είναι μονάχα για να πάρω ανάσα
μη φοβάσαι
δεν μπορεί να υπάρξει τρικυμία
όταν χορεύουμε σηκωμένοι στα μάτια
κι άλλωστε ο μόνος τρόπος να νικηθούμε είναι από αυτήν την ανία του θανάτου

πόσα χαθήκαν για εμάς
κλαίω την ανεμώνα που νίκησε το χειμώνα
είσαι το κορίτσι που έκλεψε τα ποιήματα μου
χάθηκες

μα σε σφίγγω στην αγκαλιά μου ακόμα μέχρι να σπάσεις
και ερωτικά θα μαζέψω τα κομμάτια σου
να χω να τα μοιράζω κάθε τόσο στους ανθρώπους

……………

Γιάννης Ζελιαναίος

Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους.

Υπάρχουν εκείνοι που γράφουν για τους beat
και ύστερα ψοφάνε για ένα παιχνίδι αθανασίας.
Υπάρχουν κʼ οι άλλοι που στην καθαρεύουσα
φρονούν πως ξεπαστρεύουν ανισόρροπα λογάκια.
Κʼ υπάρχουν κι άλλοι τόσοι
που χαριεντίζονται σε υπολογιστές
κρατώντας φανερά ημερολόγια
μπας και κρυφακούσει
κάνας ανήμερος εκδότης με φουλάρια
την ξεκωλιά των θαυμαστικών τους.
Υπάρχουν κάμποσοι
και άλλοι τόσοι
που δουλειά δεν κάνουν
παρά μονάχα με το δεξί
στης ρουφιανιάς τη γνώση
στο ξεκατίνιασμα για τρεις στροφές
και μιας γαμημένης ομοιοκαταληξίας
επιμονής στον αφοπλιστικό το στίχο
μονάχα για μια τριχιά στον άλλον.
Υπάρχουν κι εκείνοι
που με αποσπούδαστη κοψιά
ξεραίνουν κόμματα,
χορεύουν το κώλο τους
απʼ το ένα εγώ στο άλλο,
αδειάζουν βιβλιοθήκες σάματις
να πρέπουν για το επίμονο καλό
και το προστατευτικό μιας τέχνης
που οι ίδιοι έστησαν
σε δύο μέτρα
και σε δύο σκατά.
Τούτο το ποίημα είναι χάλια
και το ξέρω
μα το γράφω
είκοσι λεπτά πριν τις τέσσερις.
Σαν προμετωπίδα σε γαμοβιβλίο δε ακούγεται;
Η καρέκλα είναι σκληρή
και το μπουκάλι τελειώνει
μιλώντας τόση ώρα για ένα πράγμα πεθαμένο
που το σκαρτεύουν όσοι δεν στοιχημάτισαν ποτέ.
Η ποίηση είναι ένα πολύ παρεξηγημένο πράγμα,
οι γραφιάδες της δεν έχουν καμία διαφορά
από εκείνα τα κακόμοιρα ζώα
που βλέπεις σʼ ένα κανάλι πριν βάλει την τσόντα του
δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα
γιορτάζοντας το τομάρι τους που γερνάει
και δεν θρονιάζεται σε καμία ήσυχη καυλοκατάνυξη.
Η ποίηση θέλει μουσικές
και ανθρώπους ξεγραμμένους
αλεπουδιάρηδων κλεφτών,
μιας μπάντας απʼ τη δύση
που ξέσκισε τα σμιθ εντ γουέσον
του Μορικόνε
γύρω από έναν προτελευταίο ύπνο του θανάτου
την ώρα που ματώνουν και πάλι τα γινάτια
και ίσως τότε κάτι και πάλι
ίσως και κάτι τότε
πάλι να γίνει.
Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους.

Eλένη Κονδύλη
*
Πεινούσα τόσο, σε άγγιξα
με συνεπήρε η δροσιά στις φυλλωσιές σου, ήπια νερό με τα χέρια, τα πόδια, τα βήματα, με χιλιάδες αφές που προχωρούσαν μακριά μου,
Σαν ερινύες.
Και διψούσα τόσο!
Στέρεη τροφή πουθενά δε βρήκα. Ανίχνευσα στοιχεία μετάλλων στη φωνή σου, άδειες σπηλιές στα λόγια σου τα κούφια
Κωπηλάτησα, ώρα πολλή στα ενθύμιά σου, κι έβρισκα πέτρες, ξύλα, και μαξιλάρια. Έτσι αποφάσισα να κοιμηθώ.
Δίνεται κρεβάτι κυρία μου. Μαζί με κάθε τραπεζαρία, κι ένα κρεβάτι.
Να ξαπλώνεις να χάνεσαι, κάτω απʼ τον έναστρο ουρανό,
Σʼ ένα πηγάδι μέσα, σε μιαν υπόσχεση χαμένη…
Διψώ σου λέω!
Θα πιω στʼ όνομά σου τη διαστρέβλωση των μηνυμάτων
Τις αλλαγές στο πολίτευμα των συναισθημάτων, στης αγαθής προαίρεσης τα άτιμα λόγια.
Κι έπειτα μʼ ένα καλάμι θα ταξιδέψω σε κάθε υπόγεια στοά. Θʼ αργήσω, ω ναι!, να βγω στην επιφάνεια.
Μα κι εκεί, ένα δικό μου δρόμο θε νʼ ανοίξω. Κι ας είμαι μόνη μου. Τα χνάρια της αλήθειας πως θα ʽθελα νʼ ακολουθήσω…
Σκύβαλα η ζωή χωρίς εκείνα, και σκύβαλα η ζωή χωρίς αλήθεια.
Και μες στα ψίχουλα η αγάπη με λιγώνει.

‏‏20-‏ 07‏‏-11‏–Δημοσιευμένο στο abttha.blogspot.com

Γιώργος Μίχος

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΟΧΙ

Μια λέξη ήταν κι ο κόσμος που
γκρεμίστηκε μαζί της
ήταν γεμάτος ποιήματα…

***
Από το να μην την αναγνωρίζει
η επιθυμία είμαστε αθάνατοι

***
Μιά θάλασσα που αποσύρεται όπως μητέρα
και τράβηξε τα σπλάχνα των χρωμάτων
Διψάω ασπρόμαυρα.

***
Δέθηκε στη γλώσσα σου η λέξη
και λυθηκαν τα τέρατα
όχι στήθος όχι φιλί όχι εσύ
όχι όχι.. Σε με νίκησα.

Coda
Πόσοι του όχι ανυπεράσπιστοι…

Δημήτριος Μουζάκης

ΣΒΗΣΤΕ Τʼ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Εσύ, γυναίκα που γυμνώθηκες
μπροστά μου
για να φρίξει η μοναξιά μου
απʼ τη γύμνια σου…
σβήσε τʼ όνομά μου.
Εσύ, λουλούδι που μαράθηκες
στο χώμα μου
για να πενθήσει η πεταλούδα
το φορτίο της ψυχής μου…
σβήσε τʼ όνομά μου.
Εσύ, θάλασσα που ήπιες
το νερό μου
για να σκάει αλμυρή
η γλώσσα μου στο κύμα…
σβήσε τʼ όνομά μου.
Εσύ, πέτρα που ντύθηκες
τον ήλιο μου
για να τυφλώνει ισχυρή
η ουσία μου τον πόνο…
σβήσε τʼ όνομά μου.
Σβήστε τʼ όνομά μου
για να γράψετε ένα στίχο.
Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση
αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

Παναγιώτης Πάκος

ΦΑΝΤΑΣΙΑ
(στο Σωτήρη Παστάκα)

Φαντασία είναι
η ικανότητα μου
να αντιμετωπίζω τα πάντα
ως μέρος του κόσμου μου.

Στις βαρύτερες μορφές της
συνιστά την ανικανότητά μου
να αντιμετωπίζω τον εαυτό μου
ως μέρος του κόσμου σας.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ
(στη Χριστίνα, τη γυναίκα μου)

Συνωστισμός επικρατεί στη διμοιρία –
μια νυχτερίδα απʼ το παράθυρό μας μπήκε
κι όλος ο λόχος μαζεμένος, τη χαζεύει,
λες και δεν έχουν ξαναδεί πουλί ποτέ τους

(και τι πουλί; Ένα ποντίκι με φτερά,
σαν όλʼ αυτά που σουλατσάρουν στην κουζίνα,
στις αποθήκες κι όπου μένει φαγητό –
τρώνε συνέχεια μπας και βγάλουνε φτερά
και μας αφήσουνε και φύγουν κάποια μέρα.
Μα τα ποντίκια είναι ποντίκια ό,τι κι αν φάνε,
πουλιά δε γίνονται, κι ας βγάλουν και φτερά…)

Στην αγκαλιά μου κελαηδάει ένα πουλάκι,
φωλιά-αγκαλιά, φιλί-πουλί κι ας μην πετάει.

Παυλίνα Παμπούδη

ΠΡΑΣΙΝΟ

Έχω πράσινα μάτια και το δικαίωμα να ορίσω
Καθώς το αγριόχορτο
Τα έργα των πολιτειών και τη μοναξιά
Των μνημείων.
Το δικαίωμα να διαγράψω την Ιστορία
Καθώς ο μικρότερος αδελφός,
Που κατέβηκε το πηγάδι
Και βγήκε στον ουρανό.
Το δικαίωμα να συλλαβίσω φύλλα κι αγκάθια
Καθώς αειθαλές
Στους πνεύμονες των πάρκων
Και στην ασυδοσία της ρεματιάς.

Η έπαρση μου είναι του πράσινου
Κι έχω δικαίωμα,
Επιβάλλοντας σιωπή στην έρημο
Νʼ αφουγκραστώ
Τη λαχτάρα μου να υπάρξω, που διακλαδίζεται
Βαθιά, ραγίζοντας
Την πιο δυνατή λαχτάρα μου, να υπάρξει

Ο κόσμος.

(Από το: ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ, ΙΚΑΡΟΣ 1971)

Σωτήρης Παστάκας

ΜΙΑ ΠΡΟΠΟΣΗ

Αν αγνοεί ο Μπόρχες την ύπαρξη
Της Λάρισας-πόλη που γνωρίζουν
Πολύ καλά Σινόπουλος, Σερένι κι Εγγονόπουλος,
Είναι γιατί έχει και η λογοτεχνία
Το δικό της γεωγραφικό άτλαντα,
Τις δικές της συντεταγμένες,
Με τα πολύχρωμα κρατίδια των –ισμών
Και τα αδιάβλητα σύνορά τους,
Καθώς η κάθε φωνή εκπέμπει
Από το αυστηρώς καθορισμένο στίγμα της
Και δεν επιδέχεται παρενοχλήσεις-

Φυλακή και γοητεία της ποίησης
Μέσα από μεσημβρινούς και παράλληλους.

Στρατής Πασχάλης

Είσαι το πύρινο σπαθί που εξαγνίζει, αναίμακτα, πάθη και
Αμαρτίες
κι ο Ερωτας, απρόβλεπτος και θαυμαστός, αγαπημένη ενότητα
όλων των μαρτυρίων,
ορμή χαράς και τρόμων η φλόγινη ρομφαία σου
που, ενώ δεν είδαμε ποτέ, ανακαλούμε
να βγαίνει από τα έγκατα συννεφιασμένου δειλινού
σʼ αυτήν εδώ την εποχή που ʽχει ρημάξει.

Ω σώμα, τʼ ουρανού η αντεκδίκηση,
θραύσμα φωτιάς με βιαιότητα
πάνω απʼ τις πιο αντίξοες γονυκλισίες,
βήμα που πάντοτε αποδράς ή ξαφνικά εισβάλλεις
καθώς αέρας πρωινός που νέμεση αναγγέλλει
πώς κυβερνάς την ώρα αυτή και φαίνεσαι,
και σʼ αντικρύζουμε, και πάλι αθέατο σε νοσταλγούμε
στις βροχερές παλίρροιες, στα χιονισμένα εδάφη, στη λάμψη
όλων των καλοκαιριών,
τώρα που ο κόσμος στέρεψε, μα τʼ άστρα φέγγουν πιο αδρά,
κι ο κάθε πόνος κι οδυρμός κατάντησε ευφροσύνη.

Ποίημα από τη συγκεντρωτική έκδοση
«Στίχοι ενός άλλου», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003

Ασημίνα Ρεβύθη

ΆΛΛΟ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΆΝΝΑ

Όλη μου η ζωή κρύφτηκε
ένα πρωί σʼένα ατελιέ,
θα έλεγες
εκεί έμενε κάποτε ο πόνος
με τα σπασμένα πόδια
με το ματωμένο κεφάλι,
θα έλεγες
ο πίνακας ήταν τα πινέλα
και το χρώμα που είχε ξεχαστεί
κάτω βαθιά στο πάτωμα,
στο παράθυρο με το κομμένο δέντρο.

Ξάπλωσα εκεί γυμνή,
μια αναστάτωση σʼένα άγιο κλίμα κρασιού,
κι όλοι στʼαλήθεια γυμνοί μπροστά μου,
κρατούσαν ένα πινέλο
και με κοιτούσαν
με το βλέμμα της γέννησης της θλίψης,
κουράστηκαν τα μάτια μας,
αρχίσαμε να γε λά με
και να σπά με
όλους τους πίνακες,

ο ζωγράφος δεν είχε χέρια, δεν είχε χέρια,
είπε ότι, ζωγράφιζε με την γλώσσα και καμιά
φορά του άρεσε να σκοτώνει τα μάτια του,
να ζωγραφίζει φόνους και λιτανείες,
πίσω από τον πίνακα με την σαπισμένη μήτρα της Άνοιξης
ένας ποιητής έλεγε ποιήματα
ενώ μισούσε το γράψιμο,
ένα παιδί, ένα μικρό κορίτσι στα μάτια του
βούλιαζε το αθώο όραμα του Ρεμπώ,
άφησε την κόκκινη κούκλα της στα πράσινα πόδια μου
κι ύστερα μου χαμογέλασε, μου χαμογέλασε.

Έπειτα
ο ένας πήγε σʼένα δωμάτιο πιο μέσα,
ο άλλος σʼένα πιο κάτω,
κι ο άλλος σʼένα πιο πάνω,
το παιδί έμεινε εκεί, έπαιζε, ζωγράφισε
με ταπεινά χρώματα στην παρουσία του φωτός,

τρία νεκρά σώματα κάτω από τους σπασμένους πίνακες,
κι αν πλησίαζες ο πίνακας μύριζε, μύριζε

αφηρημένος θάνατος
φτασμένος, αγγισμένος
από τα ενδόμυχα χέρια
μιας κάποιας ελευθερίας.

Σωτήρης Σαράκης

ΕΥΡΥΔΙΚΗ

Σε ψάχνω μέσα στις εγκυκλοπαίδειες
και μέσα στʼ άδυτα του ύπνου μου
χρόνια σε ψάχνω
τι να ʼναι αυτό
τι να ʼναι αυτό που με καλεί κοντά σου
ποια μουσική και ποιο σκοτάδι
πίσω απʼ το μαύρο σύννεφο της κόμης σου
ταράζει τις πιο σίγουρές μου επιφάνειες.

Σε ψάχνω μέσα στις αρχαίες παραστάσεις
και στις παράξενες διηγήσεις των τελευταίων γερόντων
στις πιο νεκρές στιγμές του κόσμου
χρόνια σε ψάχνω –
τι να ʼναι αυτό που χάθηκε πριν γεννηθούμε
μες στο σκοτάδι των μαλλιών σου που ανεμίζουν
απʼ άκρη σʼ άκρη του Έρωτα και του Θανάτου.

Πόσες φορές
ταξίδεψα στον κάτω κόσμο να σε φέρω
πόσες φορές
και πάντοτε γυρνώ
βαρύς σαν ίσκιος από σταλακτίτη
στα υγρά σου παλάτια
– μισός εδώ, μισός εκεί· όπως το δέντρο
που το τραβούν οι ρίζες του
στην αγκαλιά της γης.

……………………………………………………..

Πόσες φορές
ταξίδεψα στον κάτω κόσμο να σε φέρω
χωρίς ακόμα να μπορέσω
μέσα στην άπειρη στιγμή μιας αστραπής σου
να μείνω, να σκορπίσω, να χαθώ, να σμίξω
μʼ όλο τον κόσμο που ʼσαι Συ
μονάχα
– η πιο αρχαία παράσταση
στο μελανόμορφο αγγείο της μνήμης μου.

Ειρήνη Σουργιαδάκη

Ατυχίες

Ένα αυτοκίνητο περνάει με κόκκινο και
γίνεται θρύψαλα
πάνω σʼ έναν τοίχο
Σʼ ένα άλλο φανάρι ένας μετανάστης
προσπαθεί να πουλήσει ό, τι δεν κατάφερε να πουλήσει κανείς μέχρι τώρα
Μια μάνα σφίγγει στην αγκαλιά της με δύναμη
ένα μωρό και το σκάει
Το χαλάκι της εξώπορτας αρχίζει να πετάει
αρνούμενο την ταπεινότητά του
Ένα βιολί τρελαίνεται κι ακούγεται
σαν πιάνο
Ένα πιάνο τρελαίνεται κι ακούγεται
σαν σφυρί που καρφώνει στραβά ένα καρφί στον τοίχο
Εκεί κρεμάω έναν τεράστιο καθρέφτη
κι αυτός πέφτει
και γίνεται χίλια κομμάτια
Εφτά χρόνια γρουσουζιά ακόμα,
[έχω κι ένα υπόλοιπο απʼ τον παλιό λογαριασμό]
Ένα ρολόι
γίνεται μολύβι
ένα μολύβι γίνεται νανούρισμα
ένα νανούρισμα γίνεται
μοιρολόι
κι έτσι πάλι ξαγρυπνώ.
Ένα κουνούπι αυτοκτονεί υπερήφανο
πίνοντας το αίμα του
για να μην το σκοτώσω•
μʼ αυτό τον τρόπο παραμένει νεκρό για πάντα

Εν ολίγοις, θέλω να σας πω πως
αλλάζουν τα πράγματα

Κωστής Τριανταφύλλου

κ α τ ά σ τ α σ η *

η λέξη διάττων στην κίνηση του χεριού σου στο κενό

πριν καταρρεύσει η σιωπή σχεδία μια λέξη κατακτώ

οργή να συνεπαίρνει τον μύθο να αγριεύει το πάθος

ξεσηκώνοντας κραυγές καταργώντας λερναίες επιθυμίες

όταν τα τείχη κατεδαφιστούν και φανερωθεί το κενό που κρύβαν

κατάψυξη ανάλωση καταστροφή έτσι

ψάχνοντας στα γκρεμισμένα καταστρώνω σχέδια

καταρρίπτω

στο βάθος

κι από κάτω κατα νου καταπρόσωπο κατα τι κατα τύχη

κάτω από το βάρος καταρράκωση

τάκα τάκα ανάκατα στάση και κατάθεση μαγεία κατανόηση

οι αυτόφωτες λέξεις δεν βρέθηκαν στα χαλάσματα

έδαφος λεπτομερειών καταγραμμένων ημερολόγιο κατεδάφισης

φόρμες ακατέργαστες τραχιές εκφράσεις φράσεων που κάποτε επιβλήθηκαν

η αφή των γραμμάτων στο δέρμα σου

ψίθυρος πάθους

ποιός γνωρίζει τον χρόνο που κατακτώ μια λέξη

εδαφολόγιο των συντριμμένων

καταρράχτης σιωπή που κύλησε με κατάνυξη

εικόνες που τις κοίταξαν και σβήσαν κατάματα

σωρός φράσεις που ακούστηκαν σοβάδες λέξεις κονιορτός

τσακισμένα ξύλα από γωνιές συντρίμμια ατελείωτα κομμάτια ενός άχρηστου κόσμου

κατανοώ καταργώ ανακατασκευάζω

κατά γράμμα

κατά λέξη

κατακραυγή

ας ανοίξουμε μια λέξη στα δυο

ο καθένας κι ο βυθός του κατάβαθα

κατάσταση ανάγκης κατάγυμνος

κατάρα

καταπαχτή

τσάκισμα

κατεβαίνω στο έδαφος – έτσι κι αλλιώς ένα περίεργο βράδυ είναι !

επίμαχες λέξεις που δεν έχουν θεό

κατά μάνα κατά κύρη στο έδαφος της κατάφορτης αφήγησης

αποσπάσματα δια βίου ποίηση

κατάκτηση

*

(Aπό το βιβλίο του Κατεδαφιστής , Αθήνα 1972-1976)