Τα συμπεράσματα κωδικοποιούνται σε απλές και κατανοητές προτάσεις. Δεν χρειάζονται φιοριτούρες. Υπάρχουν εμπνευσμένα γραπτά, υπάρχουν κλεμμένες ιδέες, υπάρχουν κοινότυπες ιδέες και μια απεγνωσμένη προσπάθεια αποδόμησης τους. Η μεταμοντέρνα αντίδραση στη συγκεκριμένη προσπάθεια είναι η χρησιμοποίηση όλων των παραπάνω συστατικών στοιχείων με περιορισμένη γνώση της συνταγής (αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους κυρίους οικονομικούς με ή χωρίς εισαγωγικά) σε τυχαίες ποσότητες και ποιότητες. Ενίοτε αποκαλείται και «έρευνα»(Μάη ας!). Το φαγητό μπορεί να πετύχει ή όχι αλλά όποιος πεινάει θα το φάει ακόμα και αν δεν τρώγεται.
Φτάνουν αυτά για εισαγωγή. Κάνω κάποιες ερωτήσεις:
1) Ποια είναι λοιπόν η ερώτηση που πρέπει να κάνει κανένας που δημοσιεύει στο κόσμο του διαδικτύου το πόνημα του;
2) Γιατί έχω την ανάγκη να επικοινωνήσω με αυτόν τον τρόπο;
3) Βρίσκεται μέσα στην απάντηση η ανάγκη κάποιου αναγνώστη να επικοινωνήσει με αυτό που του δίνω στο οποίο δεν έχω πια καμιά εξουσία επάνω του;
4) Η υπογραφή μου υποδηλώνει μονάχα την ονομασία προέλευσης;
5) Η συνεχής συναισθησία με αυτού του είδους την παραγωγή θα χρειαστεί εξακρίβωση στοιχείων;
Το διαδίκτυο λειτουργεί όπως ακριβώς λειτουργεί και η θάλασσα για τους ανθρώπους. Συνυπάρχουν ναυτικοί λογής λογής, παραθεριστές, τα εξώγαμα του Ζακ ηβ Κουστώ και άλλα τόσα. Πρόκειται για μια εξαιρετική περίπτωση δεξαμενής βιολογικού καθαρισμού και πολτοποίησης. Ικανή να παράγει είτε κονσερβοποιημένη τροφή γραμμάτων σε ράφια εξαιρετικών βιβλιοπωλείων, είτε ακόμη να ανάμεσα σε τόνους παρατεταγμένων λέξεων ικανά αγήματα με το όπλο παρά πόδα. Τα οπλισμένα μάχιμα τμήματα δεν υποχρεώνονται από την ίδια τους τη φύση να περάσουν από αυτήν την διαδικασία αλλά η πιθανότητα ύπαρξης τέτοιων φαινομένων οφείλεται κατά κύριο λόγο στον καπιταλισμό και την εφαρμοζόμενη λογική του και στο χώρο της ποιητικής παραγωγής. Έτσι και αλλιώς μια ζωή στο αντάρτικο ήταν. Για τους ηττημένους λοιπόν αποτελεί εμβρυακή μορφή αντίδρασης, εφηβικής αντίστασης και είναι ακόμα πολύ μακριά από στρατηγική νίκης, αν είναι λογικά εφικτή μια τέτοια προοπτική.
Αξία έχει να συζητήσουμε για την παραγωγή εκείνη που γεννήθηκε και συχνά βρίσκει εμπόδια που δεν μπορεί ακόμα να τιναχτεί ψηλά να τα πηδήσει . Ξυλιάζουν αμέσως τα ποδάρια της ,αγύμναστη και κακοθρεμμένη δυστυχώς αρρωσταίνει συχνά, δεν ξανοίγεται και πολύ, βλέπει εφιάλτες με ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα αξεπέραστο- σφηνωμένο πίσω από κάθε σημείο στίξεως που θεωρητικοποιείται πολλές φορές σαν κακή γονιδιακή ζαριά που παίξανε οι μπαμπάδες της στη Βάρκιζα. Αυτό το φύσημα από το στόμα του μπαμπά για να κρυώσει λίγο η σούπα είναι το φυτίλι για να πετάξει κάτω το μωρό το πιάτο και όλοι οι συγγενείς από αγάπη και κοινωνικά αντανακλαστικά να λένε «σπάστα». Αυτό κάνει η νέα ποίηση και ψάχνει «ούμπα λούμπα» στα τυφλά για να υποστηρίξουν το εγχείρημα.
Προκαλεί στις καινούριες παρέες, κάνει χαβαλέ, κατάληψη σε ότι εξώφυλλο γουστάρει, θυμοσοφεί κυκλοθυμικά και εκρήγνυται να σπάσει τη δυαδική εργοστασιακή (φιλολογικά ρεύματα και αηδίες δλδ) υπολογιστική λογική της ρίζας σε ένα ανώτερο επίδομα αλλεργίας από εξαρτήσεις κάθε είδους ανθυγιεινής καθημερινής ενασχόλησης, απαραίτητο σε χαμηλοσυνταξιούχους πιτσιρικάδες και κοριτσούδια που πρώτα αυτά δίδαξαν τις δυνατότητες της εφεύρεσης του μπαμπά τους στο μπαμπά τους. Η αξία χρήσης υπολογίζεται μετά την παραγωγή και πρέπει να χωνευτεί καλά όπως και άλλα του όμορφου κόσμο μας στην υπολανθάνουσα κατάσταση που τώρα βρίσκεται. Είναι μεγάλο ζόρι να παίρνεις πνευματικό χαρτζιλίκι από το παιδί σου αλλά τέτοια ζόρια μακάρι να είχαν όλοι. Είναι ακόμα μεγαλύτερο όταν διαβάζεις τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που τέθηκαν ανάμεσα στα πολύχρωμα κείμενα της:
1) γιατί όχι;
2) Νιώθω καλύτερα στο πληθυντικό της μοναξιάς από τον ενικό της.
3) Γιατί φοβάμαι να σε κοιτάξω στα μάτια. Φοβάμαι τις εκπλήξεις εκατέρωθεν.
4) Γιατί στην ανάκριση από τον υπολογιστή μου πάντα ποντάρω σε αυτόν που θα με αναγνωρίσει πίσω από τον διπλό καθρέφτη που αγόρασα με τόσες χιλιάδες ελπίδες και πίξελς. Αυτό είναι γονιδιακές πεντάρες όταν παίζεις συνέχεια «φεύγα». Ποντάρω στον ξένο.
5) «Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα»(που τραγουδάγανε και οι τρύπες) – όχι ότι έμεινε πολύ από δαύτη στο ράφι να πωλείται και από τη κατάντια να κάνω σουλάτσο βουστροφηδόν γύρω απʼ τον εαυτό μου προτιμώ να μπαίνω σε ξένα χωράφια μες στην ανωνυμία μου.
6) Γιατί το μπόι μου δεν το μετράω ούτε με το σόι και πρόβιο γάλα, ούτε με το χάρακα. Δεν ξέρω να μετράω παρά μονάχα με τα δάχτυλα.
Γιατί ποίηση τέτοια ζόρια πρέπει να έχουν όλα σου τα αγόρια και τα κορίτσια.











Σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο Jaron Lanier μιλάει για μια νέα μορφή συλλογικού αυταρχισμού στη ψηφιακή επανάσταση. Χαρακτηρίζει μάλιστα την ανοιχτή κουλτούρα του ιντερνετ ως μαοϊσμό του ιντερνετ, που παρουσιάζει εντυπωσιακές αναλογίες με τους ολοκληρωτισμούς του 20ου αιώνα, παρέχοντας ελευθερία στις μηχανές και όχι στους ανθρώπους. Σε αυτό αντιπροτείνει ένα νέο ψηφιακό ανθρωπισμό με μότο: you are not a gadget. Θα άξιζε να συζητηθούν οι θέσεις του.
1) Ποια είναι λοιπόν η ερώτηση που πρέπει να κάνει κανένας που δημοσιεύει στο κόσμο του διαδικτύου το πόνημα του;
Δε θα κάνει την ερώτηση ποτέ.
Επειδή είναι ο κανένας.
Μα, αν ήταν ένα κομματάκι από το κομμάτι που στην αρχή ήταν το όλο (μπρεχτικό μειδίαμα) τότε δε θα υπήρχαν πρέπει και θα απαντούσε με νεκρική σιγή:
Μιας και μπορεί να υπάρξει θέαση αντί συρτάρωμα κάτι που μου μοιάζει με υπερνίκηση βαρύτητας μοναξιάς.
Ξέρω, δεν πρόκειται για ερώτηση αλλά κατευθείαν για απάντηση…
Δεν συμφωνώ στο να τεθεί ερώτηση προκειμένου να μανιογράφω..(λες κι έτσι θα βρώ ένα πεσμένο λουλούδι σε ένα στίχο ή σε ένα σχόλιο).
2) Γιατί έχω την ανάγκη να επικοινωνήσω με αυτόν τον τρόπο;
Δεν είναι ανάγκη μωρέ,
(κι αν είναι οι θεοί δε πείθονται για αυτό μήτε κι εγώ…ποιοι θεοί θα μου πεις..εδω σηκώνει λολ)
είναι μυρωδάτος παροξυσμός
κατα προτίμηση με άρωμα βεγκόνιας…
Απλώς, μπαίνεις στο πλυντήριο,
η έμπνευση πατάει το πρόγραμμα (αργό/γρήγορο)
στο τέλος, απαραίτητα στίψιμο
και έχεις ένα πόνημα με άρωμα στα γούστα και τα μέτρα σου.
Το κομβικό είναι πάντως να ΄χεις και μια ύστατη έμπνευση για να…
..πατήσει το κομβίον να ανοίξει το πορτάκι να βγείς έξω
γιατί τα ρούχα αμάζευτα εκ του κάδου,
μουχλιάζουν πιο γρήγορα από ότι χαλάει μια ανοιχτή κονσέρβα στο ψυγείο…
3) Βρίσκεται μέσα στην απάντηση η ανάγκη κάποιου αναγνώστη να επικοινωνήσει με αυτό που του δίνω στο οποίο δεν έχω πια καμιά εξουσία επάνω του;
Όχι, πάλι καμία ανάγκη δεν πληρούται.
Μία συνθήκη μονάχα που πειριγράφεται
εύστοχα (ελπίζω) από την μηχανική δύο σταγόνων νερού από όχι καλά κλεισμένη βρύση,
πέφτει μια σταγόνα,
και συναντά μια ήδη πεσμένη
και η συνένωση οδηγεί σε μια τρίτη μικρότερου κτά το δυνατόν εμβαδού
στο κρύο μάρμαρο όπου διαφεντεύει στο τέλος,
ένα σιφώνι.
4) Η υπογραφή μου υποδηλώνει μονάχα την ονομασία προέλευσης;
Αυτό είναι συστατικό όχι διελεύκανσης προθέσεων,
αλλά μια βούλα
για να ξεχωρίζουμε ο ένας τον άλλον.
(Τείνω να πιστεύω αν και η πίστη μου δε τείνει πουθενά εκτός από τη παραδοξότητα ότι άμα τείνεις είναι σα να πετάς λάσο σε κλαδί που βλέπεις με την άκρη του ματιού έχοντας τη πίστη στο δέντρο αλλά αν το λάσο θα πιαστεί από κλαδί είναι άλλη ιστορία..)
5) Η συνεχής συναισθησία με αυτού του είδους την παραγωγή θα χρειαστεί εξακρίβωση στοιχείων;
Όχι,
εκτός και μιλάμε για fbi του διχτυού
κατα συρροήν εγκλήματα του ποιητάρη,
αλλά πρέπει πρώτα να ταυτοποιηθούν
τα αποτυπώματα στα πλήκτρα, ε?
Εκεί το λόγο έχουν οι χάκερς που νόμιμα κρακάρουν. 8)
Πριν χρόνια ξεκίνησα μαθήματα τρομπέτας. Έπρεπε να μελετώ λοιπόν μέσα στο διαμέρισμα. Από φόβο μην ενοχλήσω τους γείτονες δείλιαζα να φυσήξω όπως έπρεπε δυνατά. Είχα κι ένα γέρο από πάνω που μου χτυπούσε και φώναζε ότι του έχω σπάσει τα νεύρα. Τελικά ο γέρος πέθανε από άλλη αιτία κι εγώ δεν έμαθα ποτέ τρομπέτα. Όσο διήρκεσε η προσπάθεια ήταν απ΄τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου. Τώρα ξεκινώ μαθήματα κρουστών…
Αγαπητέ Μουζάκη μια χαρά τα λες. Ξέρω ανθρώπους που δεν έχουν βγάλει ούτε μία συλλογή ή ελάχιστες και έχουν πολλά να πουν κι απ’ την άλλη 20χρονα που είναι διατεθιμένα να βγάζουν μία συλλογή το χρόνο με την ευχή και τον παρά του πατρός. Οι οίκοι λειτουργούν με κριτήρια οικονομικά διατηρώντας απλά ένα στοιχειώδες επίπεδο (αυτοί οι λίγοι που ασχολούνται οι άλλοι απλά αδιαφορούν), το διαδίκτυο απ’ την άλλη μπάτε σκύλοι αλέστε κι ότι προκύψει.
ή και με τον παρά της μητρός βεβαίως βεβαίως
κ. Παπαθανασίου
κι όχι μόνο τα 20χρονα
και 30ντάχροννα
και 40χρονα μπορώ να σου πω
δίκην ωνίων
φουκαράδες γονείς!
Στο τέλος θα λέμε-αυτός έχει βγάλει 10 ποιητικές συλλογές, το φυσάει. χε χε
Με βάση τα παραπάνω, ας μου επιτραπεί να πω ότι μόνο στα λόγια τίποτα δεν έγινε ποτέ ούτε μπορεί να γίνει. Σημαντικό όμως από την πλευρά του προβλήματος της παραγωγής λόγου είναι το γεγονός ότι μπορούν να ιδρυθούν συμμαχίες λίγο ως πολύ σταθερές, βασισμένες σε μια συνειδητή παρεξήγηση. Πολυάριθμες συζητήσεις γύρω από τη χρησιμότητα ή την καθαρότητα της συγγραφής δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να επαναθέτουν το πρακτικό ζήτημα για το μονοπώλιο της έκφρασης, που είναι ισοδύναμο των συμφερόντων στο κοινωνικό πεδίο. Έτσι το γίνει κανείς κάτι άλλο από αυτό που είναι, είναι ένα από τα ζητούμενα της κοινωνικής μαγείας, και μπορεί να ταυτιστεί και να τον ταυτίσουν με ένα ανθρώπινο σύνολο. Η εξουσία τότε είναι δεδομένη, όπως και η προσπάθεια συντήρησής της μέσα από μηχανισμούς ελέγχου και καταστολής.
Αγαπητέ “σχολιαστή” συμφωνώ απολύτως και δεν προσθέτω ούτε λέξη.
[Υ.Γ. σήμερα έλαβα και τα πρώτα μηνύματα εκ Παρισίων για την βράβευση της Δημουλά: φαίνεται πως οι γάλλοι κάνουν καλύτερο χιούμορ από εμάς:
“..όσον αφορά στην βραβευσή της, η Ελλάδα και η Ευρώπη δεν έχουν δώσει κανένα βραβείο ακόμη…”
Συνεχίζουμε; Κυριακή βράδυ και με αναφορά στο αγαπητό σχόλιο 5. Δε συμφωνώ με τη διατύπωση ότι δημοσιεύει κανείς, γιατί νιώθει σημαντικός. Η ανάγκη έκφρασης δεν επιδέχεται καμίας απολύτως σημασίας, όπως αντίστοιχα η ανάγκη για ύπνο και ούτω καθεξής. Μιάς κάποιας σημασίας επιδέχεται η επιβολή, που προϋποθέτει σχετική διαπραγμάτευση, καθορισμένης έκφρασης που πάντα λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής αποδοχής αλλά και απόρριψης. Με άλλα λόγια, η παγίωση δυιστικών αντιλήψεων κάνει κάποιον να νιώθει σημαντικός, από τη στιγμή που πιστεύει πως τον εξυπηρετούν. Και αυτό βέβαια είναι ασύμβατο με τον παγανισμό της τέχνης.
για τα σχόλια 6 και 7:έχει καμιά σημασία με ποιον τρόπο θα εκδόσει κανείς τα ποιήματά του ή το οτιδήποτε θέλει να εκδόσει;έχει να κάνει αυτό με τον τρόπο που γράφει τα ποιήματά του ή τα κείμενα του;ποιος θέλησε να εκδόσει και του το απαγόρεψαν;τα λεφτά του μπαμπά ή της μαμάς είναι πιο ανήθικα απ’ τα λεφτά του ίδιου του ποιητή;ο ρεμπώ εξέδωσε το μια εποχή στην κόλαση με τα λεφτά της μητέρας του.(ασχέτως αν αυτή δεν τα έδωσε ποτέ στον εκδότη) κάποιος από εσάς έχει ποιήματα που αξίζουν και δεν έχει λεφτά να τα εκδώσει;έχετε φίλους με ωραία ποιήματα που δεν έχουν 500 ευρώ να τα εκδώσουν;κλάψα, μίρλα και κατηγορίες…κλασικό ς έλληνας.
@12. Ξαναδιάβασε το 6 και 7. Εκτός τόπου και χρόνου το μήνυμα. Κλασικός νεοέλληνας. Δεν διαβάζει. Προβάλλει τα δικά του στους άλλους.
Συμφωνώ με @6, @7 & με τον “σχολιαστή” και…να εκφράσω τη διαπίστωση πως, την “ανάγκη” ως μόνη κινητήρια δύναμη για κάθε μορφή τέχνης, την αναγνωρίζω μόνο, σαν βλέπω στίχους γραμμένους στην άμμο…, ζωγραφιές στην άμμο κλπ
Ακριβώς ΕΥΑ Β. ακριβώς! Οι στίχοι στην άμμο αντιπροσωπεύουν ό,τι απέμεινε από την αρχέγονη έκφραση στην τέχνη της ζωής. Οι στίχοι στην πέτρα, στο μπετόν…στη σελίδα…είναι κι αυτοί μόνο μια στιγμή στη διάρκεια του σύμπαντος. Γιαυτό λοιπόν, ας μην τρελαινόμαστε με τη ματαιοδοξία της μίμησης! Φτάνει που αναπνέουμε…όσο ακόμη κρατά το οξυγόνο της γαιόσφαιρας.
Τα γραπτά όμως μένουν.
Πολύ εύστοχο, πέρα από τραγουδιάρικο, το συνειρμικό σας κ. Μίχο. 8)