Maram al – Masri: απαγγελία
από το site http://souslalime.free.fr/poemesditsetchantes.php

1

Λίγο αμήχανη
τραγουδάω για σένα
από καρδιάς τραγούδια του έρωτα
εσύ μʼ ενθαρρύνεις
και τη φωνή μου υψώνω

Εσύ που μʼ αγαπάς
και που τίποτʼ από μένα δε ζητάς
στο συμπόσιο της καρδιάς μου
ευδαίμων θρονιάστηκες
ανάμεσα στα πιάτα της σάρκας μου
και της καρδιάς μου τις κούπες

2

Απασχολημένη
νύχτα και μέρα
να σου γράφω ποιήματα
που δεν κατορθώνουν την έγκριση σου

περιμένω
μα όλες οι δυνάμεις μου που ξεδίπλωσα
για να γράψω ποίηση ακυρώθηκαν
δεν έχω πια το κουράγιο μήτε τη δύναμη
στο μέτωπο της στοργής σου

3

Ήρθα σε σένα
δίχως αρώματα στολίδια κοσμήματα
ήρθα σε σένα
έτσι όπως στʼ αλήθεια είμαι
πίνακας δίχως κάδρο
δίχως ψιμύθια
ήρθα σε σένα
η κατοικούσα την Γη

4

Κρατώ την καρδιά μου στο χέρι σαν τσάντα
κι έρχομαι προς τα σένα

Πριν την ώρα στο ραντεβού
βιαστικός περιμένεις να δεις
τι καλό σου φέρνω μαζί μου
κι εγώ στη βιασύνη μου
σου αφήνω την τσάντα μου
και πηγαίνω

5

Μη φεύγεις
μείνε κοντά μου
ότι ο δράκος με τα μυτερά δόντια
ίσως και να ʽταν μία γυναίκα
μία ωραία γυναίκα
που σε παίρνει μακριά μου

μείνε κοντά μου
μη φεύγεις
ότι ο δράκος με τα μυτερά δόντια
ίσως
ίσως και να ʽτανε άντρας
ένας όμορφος άντρας
που με παίρνει μακριά σου

6

Πολλές οι προσπάθειες που ʽκανα
να γεννήσω χαρά στην καρδιά σου
δίχως καμιάν άλλη αιτία
παρά νʼ αποκοιμηθώ
πάνω της

είμαι εγώ εκείνη
που κρέμεται σʼ ένα κουμπί σου
και τη μοίρα της κούμπωσε
σʼ ένα χαμόγελο

7

Όταν τίναξες από πάνω μου
την αγάπη και τη χαρά
τη θλίψη και την ελπίδα
φάνταζα ξαφνικά σα δέντρο γυμνό
δίχως φύλλα φρούτα
δίχως πουλιά

απʼ τις κουμπότρυπες σου ξήλωσα τα κουμπιά μου
κι αποφάσισα
να σε ξεχάσω

8

Πούλησα τα βραχιόλια μου και τα σκουλαρίκια μου
κι έπαψα να πληρώνω τα δίδακτρα μου

μέχρι που μπορούν να με φέρουν τα πόδια μου
και πόσα να συλλέξουν τα δάχτυλα μου
τόσο μικρά
Το ξέρεις
δεν έχουν δρόμους τα πόδια μου
τα μπράτσα μου δεν έχουν
φτερά

9

Το φθινόπωρο ξάπλωσε πλάι μου
και δεν σκαρφάλωσε στον κορμό μου
και κάτω από τα μάτια μου
μοίρασε την αγάπη του σʼ όλους τους εραστές του
τα δέντρα τριγύρω μου
έπειτα κρεμάστηκε στο πιο ψηλό σημείο
ένα μήλο
κόκκινο
στίλβων
Τα μπράτσα μου δε μπορούν να το φτάσουν

10

Διαθέτω άφθονο χρόνο
για τη λύπη
τις αναμνήσεις
άφθονο χρόνο
Ήρθα όμως σε σένα
καθώς το ποτάμι στη θάλασσα
αφήνοντας πίσω τα παιδικά του χρόνια
και χάνοντας τη γλυκύτητα των νερών του
ότι δεν μου μένει πια παρά μια μονάχα πορεία
εκείνη προς το κρεβάτι σου
και μια μονάχα εκβολή
εκείνη στο γυρογυάλι σου

11

Σε περίμενα όμως εσύ ποτέ δεν ήρθες
Θεέ μου τι θλίψη
και τα λουλούδια τι γρήγορα που μαραίνουνταν
που ʽχα φέρει
να σε γνωρίσουν

12

Εσύ
που φεύγεις συχνά
μακρά απουσία
δίχως να λογαριάσεις
τα θλιμμένα δειλινά της καρδιάς μου

Εσύ
ο άντρας γρήγορα που στρέφει το βλέμμα
που κάνει να κυλάνε τα δάκρυα
τα δάκρυα των ματιών μου γεμάτα αλμύρα
για να σβήσουν
τα ίχνη λεπτά του προσώπου σου
και που σμίγουν
ξαφνικά ζαρωμένα
τα αυστηρά σου φρύδια

Σύντομα συνειδητοποιώ
ο χειμώνας πως θα ʽρθει σίγουρα
κι εγώ δεν έχω να τον δεχτώ
παρά πέντε
σπίρτα
κι εκείνα υγρά

13

Έφτασε ο χειμώνας
δίχως τίποτʼ άλλο να φέρει
παρά κρύα και καταιγίδες
κι όλοι σας έτσι εύκολα
του τα συγχωρήσατε όλα

Όσο για μένα
που σας πρόσφερα την καρδιά μου
σαν ρόδο ανθισμένο
ή ίσως
σαν ρόδο πατημένο
σκεφτήκατε μόνο να με ρωτήσετε
που στο καλό το είχα μαζέψει

14

Η Γη μʼ έκλεψε
απʼ τη θάλασσα
γι αυτό και βλέπεις τώρα τα χείλη μου μες την άμμο
τα λόγια μου βράχοι καλυμμένοι το κύμα

Η Γη μʼ έκλεψε από τη θάλασσα
γι αυτό και βλέπεις τώρα τα μάτια μου
δυο γιγάντια ψάρια
και σιωπηλά τα βλέμματα μου
κι αν οι κόρες των ματιών μου δεν γίναν περισσότερο μπλε
τα δάκρυα μου είνʼ ακόμα
αλμυρά

15

Με προσκάλεσε η θάλασσα
να ονειρευτώ κάποιο όνειρο θαλασσινό
μα έφτασα πριν την ώρα μου στο ραντεβού
από φόβο μήπως και τʼ όνειρο της αρχίσει
δίχως εμένα

Της θάλασσας τα όνειρα
είναι ατέρμονα κι αχανή
εσύ όνειρο μου
που τα πολλαπλασιάζεις
μες το γαλάζιο και το μυστήριο

16

Άφησα
στην παραλία
ένα γοβάκι

μάταια μάταια περιμένω
δεν θα ʽρθει
ο γέρο-ψαράς
κάτω από τα ρούχα του
κρύβεται ένας πρίγκιπας

17

Έσπειρα χθες
το δείλι της θάλασσας
κάποιο απʼ τα πολλά όνειρα μου
και το πρωί
άγνωστοι βρήκανε
ένα ιστιοφόρο
μικρό
τσακισμένο στην όχθη

18

Όλα τα λόγια, αγάπη μου, είναι καλώδια
τεντωμένα
όλα τα χαμόγελα
μάσκες

εκτός απʼ τα λόγια μου για σένα
και τα χαμόγελα μου για σένα
Τα πρώτα είναι
τα ρόδα της Δαμασκού, το γιασεμί κι ο βασιλικός,
τα δεύτερα
το χαμόγελο μου

19

Πάνε δυο χρόνια τώρα
που σου ʽστειλα τη φαντασία μου
Πάνε δυο χρόνια τώρα
που η φαντασία μου σε κατασκοπεύει

Έχουν πάνω από δυο χρόνια περάσει
κι εγώ δεν έχω νέα
της φαντασίας μου
καθώς να χάθηκε μέσα σου
στο ελάχιστο σαν να μην έφτιαξε την πατρίδα της
από σένα

20

Ο Θεός έπλασε τον κόσμο σε έξι μέρες
την έβδομη
ξεκουράστηκε
Όταν θέλησε να πλάσει εσένα
χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια
πόσα εκατομμύρια γυναίκες και άντρες

Ο Θεός έπλασε τον κόσμο σε έξι μέρες
και δεν έχω ιδέα τι έκανε
την έβδομη
όταν όμως ξεκίνησε να με πλάθει
είχε απελπισμένα την ανάγκη
ενός άνδρα ακριβώς σαν κι εσένα

21

Τη Μέρα της Κρίσης ο Θεός ρώτησε
τον άνθρωπο τέσσερα πράγματα:
πως πέρασε τη νιότη του
πως κέρδισε και πως ξόδεψε το βιος του
τι έκαμε τη γνώση του
σε τι μόχθους υπέβαλλε το κορμί του

Όταν όμως θα παρουσιαστώ εγώ μπροστά Του
δόξα σʼ Εκείνον!
δεν θα μου υποβάλλει παρά μονάχα ερωτήσεις
για σένα

22

Με ρωτάς αν σʼ αγαπώ
βλέπω πως αγαπάς τις ερωτήσεις
και πως μʼ αγαπάς
απαντώ πως κι εγώ σʼ αγαπώ
και πια δεν με ξαναρωτάς
ώστε να μάθω πως δεν είναι παρά οι ερωτήσεις μονάχα
που αγαπάς

23

Είμαι δική σου
εσύ όμως ανήκεις σε όλες

Ω, αγάπη μου, της αδερφής μου αγάπη, της φίλης μου
της κόρης του γείτονα και κάθε άλλης που αγνοώ
στηρίξου με το μικρό σου δάχτυλο στα υψίπεδα μου
κλέψε στο ζύγι
και διάλεξε εμένα

24

Είσʼ ο Σεβάχ
κι οι γυναίκες είναι οι πόλεις
είσʼ ο Ταρζάν
κι οι γυναίκες είναι τα δέντρα

πως θα μπορούσα εγώ
μέσα σου να βαφτίσω τη κιβωτό μου
και να σε δέσω με τα κλαδιά μου

25

Η αντίζηλος μου το χειμώνα
είναι η Δαμασκός
και το θέρος η θάλασσα

Έχτες ονειρεύτηκα
πως κλώτσαγα τα κωλομέρια της θάλασσας
και πως στο χάρτη έσερνα τη Δαμασκό
απʼ τα μαλλιά

26

Θυμήσου
σʼ άνοιξα την πόρτα μου
δίχως να έχεις χτυπήσει

Ήμουν ηλίθια
και σκέφτηκα
πως δεν έκανες παρά να κλέβεις τσιγάρα και βιβλία

Τράβηξα το παλτό σου
μέχρι που να πονέσει
κι όμως εσύ δεν γύρισες να με κοιτάξεις καν

27

Με σχεδίασες όπως στο κουτσό
και βάλθηκες να παίζεις
Πρόσεξε! Πρόσεχε!
ετούτη η πέτρα που πετάς
είνʼ η καρδιά μου

28

Ζητάω συγχώρεση
απʼ το ράδιο, από την τηλεόραση κι απʼ τα βιβλία
ζητάω συγχώρεση
απʼ τις αλήθειες
από την φαντασία
κι απʼ την σοφία
ζητάω συγχώρεση απʼ όλους σας
γιατί ένα χέρι
– τʼ ακούω –
χτυπά την πόρτα της καρδιάς μου

29

Δεν έχω όρεξη να πάω στο σχολείο
ούτε και στο φεγγάρι
και δεν έχω όρεξη να πάω στον Παράδεισο
ούτε και να αποδεχτώ προσκλήσεις φίλων μου
για την Κόλαση

Η μόνη μου επιθυμία
να μείνω εδώ σʼ έναν ανύπαρκτο τόπο
καθισμένη στο παγκάκι ή και σε μια πέτρα ακόμη
δίχως αναμνήσεις
δίχως σκέψεις
δίχως εσένα
και τίποτʼ άλλο να μη κάνω
παρά νʼ απολαμβάνω
την απλή
ζωή

30

Κάποτε
ευφραίνομαι
καθώς ο ουρανός που ευφραίνεται απʼ τον ήλιο
άλλοτε
θλίβομαι
καθώς ο ουρανός που θλίβεται δίχως τον ήλιο

θʼ αγοράσω στη λοταρία δεκάδες χαρτάκια
στην ευτυχία στερνή μου
απόπειρα

31

Φύγε μακριά
μην ταράζεις τη λίμνη μου
μην χαζολογάς στον κήπο μου καθώς τα παιδιά
σταμάτα να πετάς στα παράθυρα μου
τις μπάλες σου

Άντε! Τραβήξου λιγάκι απʼ το δρόμο μου
θολώνεις τις σκέψεις μου
κι εγώ βιάζομαι
πρέπει να μαγειρέψω στα παιδιά μου
και να στρώσω το κρεβάτι του άντρα μου

Ποιος νομίζεις πως είσαι έτσι σιωπηλά
γύρω-γύρω απʼ το σπίτι μου να γυρνάς
μʼ εμποδίζεις νʼ αγκαλιάσω
τα σύρματα της ζωής μου

Ω! Παρελθόν μου
θαμμένο
πως διέφυγες το φέρετρο της καρδιάς μου
και βρήκες ξανά το δρόμο που οδηγάει σε μένα

Δε θέλω να σε διώξω
μα ούτε και να σʼ ανοίξω την πόρτα μου
πες λοιπόν
τι ζητάς από μένα
πού με χρειάζεσαι
υπάρχει ένα όνειρο άλλο
που με παρασέρνει κατόπιν

Ω! Παρελθόν μου
Γαμώτο!
είσʼ εδώ ζωντανό
και το φαγητό μου καμένο

32

Θυμάμαι
κάθε πρωί
στο δρόμο για το σχολείο
κατά μήκος της προκυμαίας
αυτή την ελικοειδή διαδρομή
κοντά στο Καφενέ της Νιότης
που συναντιόταν οι γέροι της γειτονιάς

(σφίγγεται η καρδιά μου)

Θυμάμαι το γκαρσόνι αμούστακο
που παρατούσε το δίσκο
να μου σιγοτραγουδήσει ένα τραγούδι παθητικό
ή άλλοτε να μου στείλει ένα βαθύ στεναγμό
έκρυβα το χαμόγελο μου στο μικρό χαρτομάντιλο
κι ύστερα το πετούσα στη θάλασσα

(το γέλιο σε μας είνʼ αμάρτημα)

Θυμάμαι
το δειλινό
στη λοφοπλαγιά η ώρα έξι
αυτήν την ώρα της Έσχατης Κρίσης
όπου διασταυρώνονται πόδια και όνειρα
αγόρια και κορίτσια της Λαττάκειας

Θυμάμαι ονόματα και πρόσωπα
θυμάμαι
πάρκα και δρόμους
θυμάμαι
και κλαίω

33

Θʼ άδειαζα τα συρτάρια μου
από σένα

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής
(υπό την εποπτεία της ποιήτριας)