ΝΕΚΡΟ ΑΓΟΡΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΕΙ
Στη μνήμη του Αλέξη
Είστε οι καινούριοι άνθρωποι.
Είστε η άδεια παλάμη που σκίζεται
σε μια φθίνουσα διαίρεση.
Είστε χιλιάδες μισοφέγγαρα
που δεν τείνουν στην πανσέληνο.
Είστε εσείς που θα με κάνετε αθάνατο.
Αλλά δεν σας θέλω,
και με πονάει και με καρφώνει
όταν με καλείτε να συμβολίσω
τον άρρωστο ήλιο που έκαψε την πόλη,
όμως εγώ έχω παγώσει.
Όταν λάφυρα της θλίψης
γίνονται το αστροπελέκι της οργής
από ζωή συνθετική,
όταν μόρια επιθανάτιας σύγχυσης
σχηματίζουν μάζες
από δάκρυα κρύα,
που δεν κυλάνε απ΄τα αυλάκια της ψυχής μου
που δεν λένε να γιάνουν τη στιγμή
που δεν μπορούν να φωνάξουν δυνατά,
όπως φώναξα τότε εγώ—
δεκαπέντε χρονών κραυγή
μέσα στο στήθος σας.
Μέχρι να κλείσω
το μαύρο στόμα της μοίρας
που φτύνει επιτάφιους
μέσα στο μνήμα μου,
και να στέψω με δάφνες
τη σκιά του ιδεαλιστή,
δικός μου ο κορμός
δικό μου το ρετσίνι.
Το αίμα όλης της φύσης,
δικό μου αίμα.
Η κάμπια και τα χρώματα
που θα την ανθίσουν.
Η πεταλούδα και τα φτερά
που θα την πάνε να ξεβάψει.
Ο τρελός που τα βουνά τον κλαίνε,
γιατί στην αλήθεια κάθεται σεμνά,
ενώ όλοι ποδοπατάνε.
Δικά μου κι αυτά.
Δεν έχω δρόμο να ακολουθήσω
πίσω, εμπρός ή δίπλα.
Έχω εμένα και τίποτα άλλο
για να φτάσω.
Τα φρένα των ονείρων μανιάζουν,
αντίλαλοι μέσα στο άπειρο.
Σύννεφα σκόνης των παιδιών
που καταστρέφουν στην αυλή
αυτό που τους μαθαίνουν
ότι φέρνει την καταστροφή.
Έρωτα δεν σας έκανα ποτέ μου,
αλλά σας αφήνω τη μεγαλύτερη καρδιά,
και μια εξεγερμένη πέτρα για να σηκώσετε
το νέο μέλλον.
Μας γνωρίζω από το πάθος
που με βία σπάει τη διαφθορά,
μας γνωρίζω από το όραμα για ελευθερία.
Εσείς εκεί κάτω με τα μεγάλα προδομένα μάτια,
χωρίς εκείνη τη φωτιά που ανάβει
η πρώτη σπίθα της ανατολής,
με τα μεγάλα βήματα
που πατήσανε πάνω
σε δικά μου προδομένα
χνάρια,
θέλω να δω πώς
θα αποσυνθέσετε την ταυτότητα μου,
θα αποκοιμίσετε την ενόχλησή μου,
θα τρίξετε τα δόντια στην τέχνη μου,
πώς θα κλείσετε τα αυτιά μου στα ριζίτικα τραγούδια,
πώς θα μου κλέψετε το φιλότιμο και τη ζεστασιά.
Θέλω να δω πώς
θα ανοίξω διάπλατα τα μάτια μου στην ιστορία,
θα ανασυνθέσω την ιδεολογία μου,
θα αγαπήσω τη χώρα μου ξανά,
πώς θα υπερβώ το άδικο
που χρόνια πάνω μου
έχει κολλήσει.
Δεν θέλω να δω πως
θα με κάνετε να μισήσω την πόλη μου,
θα με διώξετε από δω,
πώς θα με βάλετε άσπρο φονιά
στα μαύρα, κίτρινα
καφέ παιδιά.
Θέλω να σας δω γυμνούς να αναριγάτε
ένας ένας εμπρός μου,
κι ο ιδρώτας όλου του κόσμου
να σας ζεστάνει,
για τελευταία φορά,
μέχρι να κοκαλώσετε απʼτο κρύο
που μας πεθαίνει.
Θέλω να σας δω γονατιστούς
μπροστά στην ιερή ελιά,
να σκάβετε με τα νύχια σας
έως τη σάπια ρίζα—
να εκκαθαρίσετε την εκκλησία,
να γεμίσετε τα άδεια ταμεία,
να ελευθερώσετε την παιδεία,
να φέρετε πίσω τον πολιτισμό.
Να φέρετε πίσω την Ακρόπολη.
Να μπαίνω με το φως του φεγγαριού,
να ζωγραφίζω με τα καθημερινά μου δάχτυλα
τις γκρίζες πολιτείες, της ανελέητης οξύτητας
το σκουριασμένο ήλιο, τη θάλασσα, τη θάλασσα,
το δάσος με ελάχιστα μωβ και μαύρα δέντρα,
το θεό βαθιά καρφωμένο στο μπλε ουρανό,
τη βροχή που βιάζει τα μάτια, δυναμώνοντας
το βλέμμα μου προς την Αθήνα.
Μην με κρίνετε άλλο ως αμελητέα ποσότητα—
θα σηκώσω το βλέφαρο,
θα θυμηθώ
πως δεν κοιμόμουν—
μια μεγάλη σιωπή,
ένας τεράστιος συνειρμός,
ένα κύμα που με σπρώχνει,
ένα ρεύμα ηλεκτρικό χωρίς το σήμα
του κινδύνου.
Μέρα ή νύχτα, ένα κρυμμένο δρεπάνι
πάνω απʼτα κεφάλια σας.
ΧΑΣΜΑ ΓΕΝΕΩΝ
Το τεράστιο άσπρο χελιδόνι
σε μαρμαρωμένη τροχιά,
δεν θα σου φέρει την άνοιξη.
Καρφωμένο σʼένα κομμάτι
πάλλευκου φωτός
απʼτα παλιά ηρωικά μοτίβα,
δεν πετάει πια.
Όταν η αχτίδα χτυπούσε
πάνω στις σταγόνες
σε εξαίσιες λάμψεις,
κι εσύ έπεφτες με ορμή
στο αγκάθι της τριανταφυλλιάς,
κι έτριβες τσουκνίδα
κατευθείαν στο μάγουλο—
τώρα είσαι αγρίμι στη φωλιά,
γλύφεις πληγές,
αποκοιμισμένος.
Θέλεις να σκαρφαλώσεις μακριά
μακριά στα λευκά βουνά,
να αγγίξεις πάλι
τη φαντασία σου.
Το διαμέρισμα, λες,
σʼ έχει γεράσει.
Όταν ήσουν νέος,
φεγγοβολούσες μπροστά
σε κάθε νόημα.
Η βροχή πότιζε το χώμα
κι εσύ έτριβες θυμάρι
μες στα χέρια σου γερά,
κι είχε μυρίσει
άρωμα σοφίας.
Όμως τα φύλλα ανεβήκανε σιγανά,
και σου δέσανε τους ώμους
και το στέρνο
και λένε τώρα
για το δέντρο που έχει ανθίσει
στα πνευμόνια ενός ανθρώπου.
ʽΓιατί μπαμπάʼ;
Καλύπτεις με τα χέρια σου
τα αυτιά.
Κι ακούς μες στο κοχύλι,
τη δίνη να κυκλώνει τον εαυτό της
μες στη θάλασσα.
ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΗΡΩΙΝΗ
Ονειρεύομαι ένα γαλήνιο τέλος, γλυκιά μου.
Μια γεύση τελεσίδικη που δεν έχω γλείψει
ποτέ πάνω στα χείλη.
Όταν ο ήλιος δύει, θέλω να πεθάνω.
Κάθε σούρουπο της κάθε μέρας
και της κάθε νύχτας,
θέλω να πεθάνω.
Είμαι γυμνή μπροστά στον πόνο, γλυκιά μου.
Κρυώνω.
Σκαρφαλώνω ένα αρχαίο παγόβουνο
στο τέλος του κόσμου.
Θέλω να πάω πίσω
στο πριν γεννηθώ.
Τα βάναυσο χέρι μου
να σταματήσει να χτυπάει
το μυαλό μου.
Κρυώνω.
Σοφιστικέ ρούχα πωλούνται για ιδέες, γλυκιά μου.
Οι άνθρωποι λένε ότι είμαι όμορφη,
λίγο τρελή στο μάτι—
εγώ βλέπω τον εαυτό μου
σαν απαίσιο ψάρι.
Ζω πίσω απʼτα θαυμαστικά σημεία τους, γλυκιά μου.
Δεν μπορώ να κρατήσω τη φωνή μου όρθια,
πέφτω στα γόνατα,
μιλάω στο χάος.
Οι άνθρωποι απαντάνε στερεοφωνικά,
λένε όλοι πως μʼαγαπάνε.
Ζητάω να μάθω τα αληθινά τους ονόματα.
Η ψευδό-δημοκρατία μας χωρίζει, γλυκιά μου.
Συρρικνώνουμε τις καρδιές
κι υψώνουμε τα εγώ μας.
Κάτι στοιχειωμένες στιγμές
στον ύπνο μου
μας σκοτώνω όλους.
Αλλά εσύ θα με λυπηθείς, γλυκιά μου.
Θα φροντίσεις
να σκοτεινιάσω τʼόνειρο,
ακίνητη— θα με πας στο τίποτα.
Κανείς δεν θα πιστέψει πως εγώ.
Παρακμιακός
Χορεύεις σαν μυστικιστής
κάτω απʼτο αστρικό ντισκοφώς,
στροβιλισμένος από μια μουσική
που δεν αγγίζει καθόλου το πάτωμα,
αφουγκράζεσαι κάθε νότα
σαν κυρτωμένη λεπτομέρεια,
κάθε νότα κυματίζει αργά
μες στη στροφή σου.
Κι όσο εσύ προσπαθείς
να εισπνεύσεις ότι νιώθεις,
να θυμηθείς το ανθεκτικό
υλικό που είσαι φτιαγμένος,
αυτοί κάθονται ακίνητοι
εραστές της ζωής μπροστά σου,
με μάτια καρφωμένα
στο τραχύ γύρισμα σου,
κι όταν εσύ τους κοιτάς αγριωπά,
κι ο κόσμος λαμπυρίζει
απʼτους χρυσοπράσινους
κόκκους των ματιών σου,
αυτοί σπάνε στα δυο το κεφάλι τους
και σηκώνουν τα τούβλα του μυαλού τους,
χτίζουν τοίχους διαίρεσης προβάλλοντας
τη μορφή της καταστροφής σου.
Μέχρι να σε πετάξουν πιο χαμηλά,
πίσω απʼτο διπλό σκοτάδι,
πίσω κι απʼτη σκιά σου,
αφανής, και ήσυχα καθισμένος,
στη καρέκλα της γωνίας
είσαι ακόμα ο τιμωρημένος.
Πολιτική Περσόνα
Ι. Γένεσις
Στέκομαι χωρίς θεό
σαν πετρωμένο λιοντάρι
δεν μιλάω
δεν μιλάω,
η ταπεινή μου ύπαρξη
έρχεται από τον ήλιο.
Από τον ήλιο στο νερό
πρωτόγονο κοσμικό σκοτεινό
μια χαραμάδα η ψυχή μου,
η ψυχή μου διαλύεται
σαν σπασμένος καθρέφτης
σʼ όλο το σύμπαν.
ΙΙ. Θεοκρατία
Ονειρεύτηκα πως ήμουν στην αγκαλιά σου
αλλά η καρδιά σου
ήταν από λάσπη,
ήσουν όλος από λάσπη
κι αναρωτήθηκα
πως εσύ, ένας νεκρός Άνθρωπος
ένας νεκρός Άνθρωπος εξηγεί το φόβο μου
και τι τόνους χρώματος
αγαπάω.
ΙΙΙ. Πνεύμα εποχής
Σταγόνες βροχής
πέφτουν στην άσφαλτο,
τα φώτα του δρόμου λάμπουν
λάμπουν μερικά δευτερόλεπτα
στη μαύρη νύχτα
του εσπερινού,
εσπερινού αστεριού που μου θυμίζει
πως δεν υπάρχει ώρα
για να το κοιτάω.
IV. Νεκρόπολη
Θάβοντας ότι είναι
αληθινό υλικό
εύστοχων εποχών,
εποχών που γέρνουν
ένα γκρι δυσφορίας
στο πρόσωπό μου
στο πρόσωπό μου,
τούφες λευκές χύνονται
όπως η άμμος στην κλεψύδρα.
V. Χάος
Ένα ζεστό καλωσόρισμα
για τις πεθαμένες πόλεις,
για το σαπισμένο μήλο,
το σαπισμένο μήλο
γίνεται ρουμπίνι, κόκκινο
σαν αιματοβαμμένη λεία.
Σαν φευγαλέα μελλοντική μνεία
που αδυνατώ να την προβλέψω,
πιο πολύ απʼτις λέξεις— τα σύμβολα,
τα σύμβολα
θα φέρουν έμβρυα
πίσω στην μήτρα μου.
Παλιός Χορός
πάνω σε λεπτοκομμένα στιλέτα
σε κίνηση διαρκή
ηλεκτρισμένες γυναίκες
ανεβάζουν ψηλά τα χέρια
αργά προσεκτικά αφηρημένα
στέλνουν κάπου ένα φιλί αναβλημένο
ένα κόκκο τρυφερότητας
ένα πόνο τόσο καθαρό
η μέση και τα γόνατα τσακίζουν
τα γύρω γύρω των γοφών
βαθιά ανάσα το άρωμα τους
μες στον πυκνό καπνό
οι άντρες στις γωνίες
μπροστά απʼτους τοίχους
με τα χέρια πίσω απʼτις πλάτες
γεύση από κρασί και θυμάρι
με ενθουσιώδη φουσκωμένα χείλη
με χαμηλά πεταχτά βήματα
με έμμονες ιδέες
υψώνουν τα γαρύφαλλα
σαν τέλεια βροχή
σαν κόκκινα αστέρια πεθαμένα
και σηκώνουν με τα μάτια τα φορέματα
και σπάνε τα πιάτα στο μωσαϊκό
μες στο ρυθμό μες στον αέρα
μες στις στροφές
αισθαντικές ματιές
και το πάτωμα αρπάζει φωτιά
και το σπίτι μας αρχίζει να καίγεται
σαν πρόσκαιρη ύλη
η γιορτή περνά στο κόκκινο
οι άνθρωποι φωνάζουν δυνατά
κι αναρωτιέμαι χρόνια μετά
πως καταλάγιασε τούτος ο θόρυβος
και θυμάμαι πίσω στη χώρα μου
όταν χορεύαμε
ήταν σαν κεραυνός
και το νόημα των τραγουδιών
μυτερό σαν το μαχαίρι.
Σε βλέπω από μακριά,
να τυλίγεις το μαύρο φουλάρι σου,
βιαστικά. Τα μαλλιά κυλάνε
μες στο πρόσωπο αδιάκριτα,
τα μάτια γυαλίζουν στο υπερπέραν,
χύνουν μικροσκοπικά γαρύφαλλα
επανάστασης, στεφάνια των νεκρών.
Μπαίνεις στην πομπή εκστομίζοντας
βραδινά παραμύθια ενηλίκων
για τη νεράιδα που σβήνει στο σκότος,
το απόμακρο σκότος της αυγής.
Μεταμορφώνεσαι σε γνώση
που δεν ήξερες πως έχεις
κι ανάμεσα στον οδυρμό του πλήθους—
ξεδιπλώνεις τα απέραντα χέρια σου
επάνω μου, άγνωστη,
ατρόμητη ενάντια στον κοφτερό
σκόπελο της συνύπαρξης.
Μου θυμίζεις τη θάλασσα,
μια μεγεθυμένη ουτοπία του οικείου
γαλανού που απλώνεται βαθύ
και παγωμένο μέσα μου.
Κρατάς στα χέρια σου
μικρά ασημί στιλέτα,
σκίζοντας τη στιγμή αυτή
σε τέλεια κομμάτια.
Καμιά μολυβιά δεν απομένει
στο μπλε τετράδιο.
Θέλω να βάλω τις λέξεις σε σειρά
μα αυτές δεν υπακούν, χορεύουν
κι αναποδογυρίζουν μες στα σχήματα,
με κοροϊδεύουν και πλακώνουν
η μία την άλλη, ή σε απόσταση
συγκεκριμένη
ισορροπούν από μία παύση.
Τι χρώμα έχει η πρόταση που απελπισμένα
προσπαθώ να καρφώσω στο χαρτί,
οι πρόκες που τρυπούν τα γράμματα;
Τι χρώμα έχει η λέξη αυτή;
Δεν είναι κόκκινη σαν φλόγα
μες στο στόμα,
ασημένια σαν σφαίρα
προς το πάθος,
μαύρη σαν καταδίκη,
διάφανη όπως τα πλατιά
γυαλιστερά μας μάτια.
Δεν είναι λευκή σαν μια νέα αίρεση
για την αλήθεια,
λευκή σαν τα διαλυτικά υλικά
που αγαπώ νʼαπλώνω
πάνω σου.
Είναι πολύχρωμη και όρθια
σαν την παιδικότητα.
Είναι άχρωμη και όρθια
σαν μια ενήλικη πράξη.
Υπέροχα Πράγματα
Ο ηλεκτρισμός που σε διαπερνά
όταν ακούς μία συγκεκριμένη νότα
ή μία συγκεκριμένη λέξη σʼένα τραγούδι.
Η ανάμνηση μιας μυρωδιάς
που σε προσγειώνει πίσω
στην παιδική σου ηλικία.
Το τελευταίο μικρό κομματάκι
του ήλιου πριν χαθεί
μες στη θάλασσα.
Η αίσθηση πως η ζωή σου
κάνει κύκλο μες στη ζωή
κι η ευχαρίστηση πως έχεις ήδη
προβλέψει αυτό τον κύκλο.
Ο σπειροειδής γαλαξίας της Ανδρομέδας.
Το διάστημα κι οι μαύρες τρύπες
που δεν μπορείς να φανταστείς,
αλλιώς θα ήσουν τρελή.
Όταν βρίσκεις αυτό που θέλεις να πεις
κι αντιλαμβάνεσαι ξανά τον εαυτό σου.
Όταν εννοείς αυτό που λες
κι ο άλλος το διαισθάνεται.
Ο ρυθμός που πρέπει να έχεις
για να κάνεις ένα μωρό
να γελάσει.
Το απάτητο στρώμα χιόνι
που θέλεις να πέσεις πάνω του,
και να το φας.
Η έκσταση του πρώτου φιλιού
που σε άφησε ζαλισμένη
ένα ολόκληρο βράδυ.
Το μυστήριο αυτού του κόσμου
που είσαι τόσο απελπισμένη
να λύσεις.
Να μπορείς εύκολα να ανακαλείς
την απλότητα των πραγμάτων,
να έχεις επίγνωση
των παράλληλων διαστάσεων.
Να δεις ένα όνειρο,
στο οποίο πετάς.
Βιογραφικό Σημείωμα
Η Νίκη Ανδρικοπούλου γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Σπούδασε Επικοινωνία και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στο πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
Σε γενικές γραμμές θεωρεί ότι οι αντιθέσεις στη ζωή και στη προσωπικότητα είναι το βασικό υλικό που χρησιμοποιεί η καλλιτέχνιδα για να μετουσιώνει το κάθε πράγμα σε πράγμα τέχνης.
Στις δύσκολες όμως μέρες που διανύουμε η ποιήτρια οφείλει και κάτι παραπάνω: να μπορεί να αρθρώσει με τρόπο ευθύ, κοφτερό και ηχηρό τα σκοτεινά αλλά και φωτεινά μηνύματα του καιρού μας.











Πρώτα απ’ όλα ο ποιητής πρέπει οπωσδήποτε να είναι μες στην εποχή του όμως όχι να είναι ο ίδιος η εποχή του. Μερικές φορές ,είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε το’ να απ’το άλλο, όπως είναι πολύ δύσκολο να ”αποβάλλουμε τη συγκίνηση για να ζήσομε λίγο καλύτερα”.
Ωραία ποιήματα, αξιόλογα με δυνατές εικόνες και δυναμική εκ των έσω.
Σε όλα σχεδόν τα ποιήματα λείπει το ”θέμα” ή τουλάχιστον αυτό που εγώ θα μπορούσα να δείξω ως θέμα και μ’αυτή τη λογική η ποιήτρια πολυλογεί χωρίς να χει να πει. Αυτό δεν αίρει την δυναμική των εικόνων ούτε την θεση ότι τα ποιήματα είναι αξιόλογα.
Επιπλέον,δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο ποίημα γιατί μου φαίνονται όλα ως ίδια ακόμα κι αν κινούνται προς διαφορετικες κατευθύνσεις για την ίδια την ποιήτρια ,για μενα ως αναγνώστρια είναι λίγο πολύ ή μάλλον πάνω κάτω ξαδερφάκια.
Το μόνο που μου λείπει εν ολίγοις, προσωπικά, είναι η εικόνα-ποίημα που θα με χτυπήσει και όχι απλώς θα με ταρακουνήσει. Αυτό υποθέτω πως θα μπορούσε να συμβεί αν τα ποιήματα ήταν πιό μικρά και οπωσδήποτε πυκνότερα, δεν πήγαιναν δεξιά αριστερά δεν καταντούσαν περιγραφικά και σου διναν στα μούτρα που λέμε το μέσα-μέσα τους.
Για να μην παρερμηνευθει το σχολιο μου, θελω να επισημάνω πως η ποιήτρια είναι ταλαντούχα και πώς τα ποιήματα είναι αξιόλογα. Παρ’ αυτα αν υποθέσουμε ότι η παραγωγικότερη περίοδος του ποιητή είναι τα μισά των εβδομήντα (35) δεν ξέρω που μπορεί να φτάσει η ποιήτρια. Είπαμε όμως , αξιολογοτατα και εντεχνα τα ποιήματα.
Θα ‘θελα επίσης να υπογραμμίσω πως απ’ ότι έχω καταλάβει στην κατηγορία νέοι ποιητές ανθολογούνται ποιητές από 18-40βαλε ,πράγμα άδικο και για τους δύο.
(Τέλος, επιτρέψτε μου μία παρένθεση. Όταν πριν απο μερικούς μήνες η Ματα Χαρι είχε πει ”μετα τη Μανσουρ το χαος” δεν πολυστάθηκα και μάλιστα μίλησα ολίγον τι προκλητικά. Μαλλον πρεπει να ζητησω συγγνωμη και να επαναλαβω με έμφαση ”μετά τη μανσούρ το χάος”).
Καλημέρα.
Η έκφραση από μόνη της δεν στοιχειοθετεί μύθο. Αν κάτι απουσιάζει από τη σύγχρονη σκέψη, και τέχνη κατ’ επέκταση, είναι ακριβώς αυτό, η σύνδεση με την ιστορία μέσω του μύθου. Η διάλυση του κόσμου σε εικόνες είναι ένα πείραμα που έχει τελειώσει. Η γλώσσα χωρίς λέξεις δεν είναι πλέον το ζητούμενο, αφού το πείραμα έγινε, προβάλλοντας την άμεση ανάγκη για παγκόσμια συνεννόηση σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης δράσης. Η αδυναμία πρόσληψης των συμβάντων μέσω της περιγραφής επιβάλλει νέες λύσεις. Ο κόσμος εξαφανίστηκε μέσα στις λέξεις, γι αυτό και ακολούθησε ο βομβαρδισμός των εικόνων. Παραμένουμε εκεί, αναζητώντας τον μύθο, και πίσω τα συντρίμμια της λογοτεχνίας.
Ξεχωρίζει με διαφορά:
“Οι άνθρωποι λένε ότι είμαι όμορφη,
λίγο τρελή στο μάτι—
εγώ βλέπω τον εαυτό μου
σαν απαίσιο ψάρι.”
Συμφωνώ με τον κ. Μουζάκη ότι επίσης ξεχωρίζει το
“Όταν ήσουν νέος,
φεγγοβολούσες μπροστά
σε κάθε νόημα.”
Τα ποιήματα απλώνονται περισσότερο από ότι πρέπει και εξαντλούν αδίκως τη δυναμική τους. Επίσης οι επαναλήψεις δεν προσθέτουν και η αρκετή θεωρία και οι ¨γυμνές” σκέψεις κουράζουν και προσγειώνουν. Τα ποιήματα της κ. Ανδρικοπούλου σε αφήνουν ως σύνολα μετέωρο.
Ένα νεκρό αγόρι δεν καταγγέλλει, αλλά δυστυχώς αποσυντίθεται.
Η προγονοπληξία είναι κακό σημάδι .
Τα ποιήματα της κυρίας Ανδικοπούλου
είναι αξιολογότατα .
Στα ποιήματα της κ.Ανδρικοπούλου βρήκα πολύ καλά στοιχεία αλλά οφείλω να συμφωνήσω με τη Λαμπρινή για την πολυλογία. Σήμερα που μας λένε έτσι απροσχημάτιστα “θα σας γ….σουμε” έτσι απορσχημάτιστα και κοφτά πρέπει να απαντάμε κατα την ταπεινή μου άποψη.
Ξεχώρισα το ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΗΡΩΙΝΗ.
“Θέλω να πάω πίσω
στο πριν γεννηθώ”
όπου κάθε πραγματικός ποιητής θέλει να πάει. Όπως θέλει να βρεθεί και μετά το θάνατό του!
Και εις άλλα ωραία Νίκη 🙂
Τα «πολιτική περσόνα», «υπέροχα πράγματα» και «καμιά μολυβιά δεν απομένει στο μπλε τετράδιο» με άγγιξαν. Με επιγραμματικό λόγο κατευθείαν από την ψυχή της με γέμισαν εικόνες, συναισθήματα και ιδέες.
Στα: «νεκρό αγόρι καταγγέλει», «καιρός για ηρωίνη» και «σε βλέπω από μακριά» (τα υπόλοιπα δε μου είπαν κάτι) μετά από δυο τρεις αναγνώσεις άρχισα, μόνος μου, να αφήνω κενά χωρίζοντας τα σε στροφές (από ενός στίχου μέχρι και πολύ μεγαλύτερες). Όταν τα αποτύπωσα έτσι στην οθόνη και τα ανάγνωσα μου έβγαλαν πολύ περισσότερα από τη μορφή τους εδώ…
Πολύ καλή!
Ένα μικρό σχόλιο, όχι αποκλειστικά για τα κείμενα της Νίκης Ανδρικοπούλου:
Εδώ και κάμποσους μήνες, αν εξαιρέσω τα ποιήματα του Γιάννη Ρέντζου από την ροή των ποιητικών αναρτήσεων του Ποιείν, τείνω χαμηλά.
Δεν συμμερίζομαι την επιδοκιμασία κυρίως γιατί, όπως έχω ξαναθίξει, σχεδόν όλα τα καλύτερα ή λιγότερο καλά ποιήματα είναι κείμενα ενημέρωσης γραμμένα με μία δόση ποιητικής διάθεσης.
Το γεγονός μάλιστα πως η όποια θετική τους εκτίμηση τεκμηριώνεται (δικαίως) από γνωσιακά και εμπειρικά ελλείμματα, αυτομάτως καταδεικνύει συλλήβδην το γενικότερο πρόβλημα της σύγχρονης κουλτούρας, ως έχει.
Οι έχοντες την ανάγκη της ποιητικής συνδρομής δεν πρόκειται να παράξουν ποίηση – όπως και ουδέποτε παρήγαγαν.
Αν θέλετε όμως να μιλήσουμε για το εκδοτικό εμπόριο ή το ποιητικό “χρηματιστήριο”, ευχαρίστως να το κάνουμε.
Ορθό και σαφές – αλλά δεν αφορά το ειδικό βάρος του σχολιασμού. Η αλήθεια είναι 1 ακριβώς και η κρίση πάντα 1 και μισή – και η ποιητική άδεια 2 παρά τέταρτο…
(Μην ανοίγουμε διάλογο με τα πρόσωπά μας, αλλά με τις αξίες των αναγκών μας).
Νίκη Ανδρικοπούλου: “Στις δύσκολες όμως μέρες που διανύουμε η ποιήτρια οφείλει και κάτι παραπάνω: να μπορεί να αρθρώσει με τρόπο ευθύ, κοφτερό και ηχηρό τα σκοτεινά αλλά και φωτεινά μηνύματα του καιρού μας”
Περιηγητής: “Σήμερα που μας λένε έτσι απροσχημάτιστα “θα σας γ….σουμε” έτσι απορσχημάτιστα και κοφτά πρέπει να απαντάμε κατα την ταπεινή μου άποψη”
Γιάννης Λειβαδάς: “Η αλήθεια είναι 1 ακριβώς και η κρίση πάντα 1 και μισή – και η ποιητική άδεια 2 παρά τέταρτο”
Μόλις ετοιμάσετε την ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΤΙΚΗ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΦΡΑΞΙΑ, παρακαλώ πρόσκληση!
κ. Πρίμπα να με συμπαθάτε, αλλά σχολιάζετε εκτός πεδίου και με τρόπο που επιβεβαιώνει για άλλη μία φορά πώς καταστρέφεται η δυνατότητα μίας συνέχειας δημιουργικών σχολιασμών στο Ποιείν.
Κάνω λόγο για το αρχέτυπο κι εσείς εκτελείτε το παίξιμο του κρέατος. Συνεπώς δεν ανοίγω διάλογο μαζί σας.
Ζητώ συγγνώμην από τον κ. Πρίμπα (και πρωτίστως από την ποιήτρια κ. Ανδρικοπούλου) γιατί στη μεταφορά των ποιημάτων στο wordpress δεν σώθηκαν οι στροφές…
Για τα βιογραφικά συμφωνώ με τον κ. Μουζάκη (στο έντυπο ΑΛΜΑΝΑΚ τα αποφύγαμε ευτυχώς!),
και δευσμεύομαι να γράψω κάτι σχετικό, όπως “Πως γράφεται ένα βιογραφικό” σε κάποια προσεχή ανάρτηση στο “ποιητικό μας καφενείο”
αν δεν ισχύει, το κλείνουμε αμέσως…:)
σ’ αυτό το (ίσως…) βασίζομαι…ελπίζω κι όλοι οι φίλοι!
Πολύ καφκικά τα Αντικλείδια, εκτός αν κάποιος τα κατέχει, οπότε γίνονται “κατοχικά”, δηλαδή τι; να λείψουν τα σχόλια; Το τολμάτε; Αλλά κάποιες απαντήσεις έχουν ήδη δοθεί, σε σχέση με τη συγκεκριμένη ανάρτηση.
Μίχο καλό απόγευμα.
Απαίτηση; Δηλαδή βρίσκεται αίτημα; Λέω πως δεν υφίσταται αίτημα, γιατί η γλώσσα των αιτημάτων δεν είναι η γλώσσα των ψυχολογικών εκρήξεων.
Συμπεριλαμβάνω και το κείμενο του Παυλόπουλου (το οποίο παρεμπιπτόντως μου θυμίζει κακέκτυπο του γνωστότατου ιαπωνικού γνωμικού: η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή που μοιάζει κλειστή…
Και ο μέσος όρος; Ορισμένος με ποιο Ναδίρ και με ποιο Ζενίθ; Διότι όλα τα ζητήματα εγείρονται από την επιλογή των δύο αυτών Άκρων:
“Η ποίηση αναζητεί μονίμως την δική της φωνή, και μόνο μέσω της ποιητικής έκφρασης θα σταθεί δυνατή και η κατάκτηση μίας συνολικής, εσωτερικής, πνευματικής οργάνωσης: της πειθαρχείας των άκρων, (Παρελθόν και Μέλλον) που σώζει.”
Μυθοπλασία σημαίνει, πάνω και πέρα από όλα, δημιουργία λόγου που γίνεται συγκεκριμένος μέσα από την ιστορικοποιημένη αφήγηση. Αν κάτι προσεγγίζει αυτόν τον ορισμό, είναι μάλλον τα μικρότερα κείμενα αυτής της ανάρτησης. Δεν νοείται τέχνη, ανεξάρτητη από τον μύθο(=λόγο). ‘Ολα τα άλλα αποτελούν ασκήσεις ύφους, και ως τέτοια καταχωρούνται εν καιρώ.
Λυπάμαι που το ακούω αυτό / αλλά δεν μπορώ να πείσω το θέμα να αλλάξει ρότα και να τραβήξει προς την πλαζ.
Κύριε γμς, βρίσκεστε μάλλον στο άκρον του δικαίου, έτσι που απορώ, γιατί επιμένετε σε διάλογο, εκτός αν αν είστε γνώστης αγνώστων, και γι αυτό το δώρο σας είναι ένα χαμόγελο. Αρκεστείτε σε αυτό, γιατί εκτός @22 είστε κι εσείς εκτός θέματος.
..αφού σας παρέσυραν κύριοι, τα ποιήματα, στους παραπάνω ενδιαφέροντες διαλόγους, υποθέτω πως εκπληρώνουν λίγο ή πολύ το σκοπό τους.
Μπήκαν στα ρουθούνια σας.
κύριε Λειβαδά, τα συγχαρητήριά μου
για το σχόλιο 9.
Με όλο το σεβασμό, θα με ενδιέφερε μία σκέψη σας για την ανάρτησή μου(Νέοι Ποιητές,Ιανουάριος 14)
Πάμε να μιλήσουμε για την εν λόγω ανάρτηση, και τα σχετικά, και να σου! από το πουθενά, μια άκαιρη και άκομψη ψυχαναλυτική απόδραση ρουθουνιών(τίνος;), παλαιόθεν και βέβαια στοχευμένη…Άντε να δούμε…
Μοιάζει ο καθένας απ’την πλευρά του να έχει κι από ένα δίκιο.
Σας ευχαριστώ όλους για το χρόνο σας και για τα σχόλια– κάποια από αυτά μου φαίνονται ήδη πολύ χρήσιμα.
Όσον αφορά τα βιογραφικά σημειώματα, συμφωνώ κι εγώ οτι είναι ίσως περιττά και πιθανότατα ”κλέβουν” από τα ίδια τα ποιήματα.
Τυπικά προσόντα και προσωπικές ιδέες του συγγραφέα καλύτερα να εκλείπουν ώστε να μην συσχετίζονται με το έργο του, ειδικά όταν είναι πρωτοεμφανιζόμενος.
Αυτό λοιπόν το μετανιώνω.
Κατα τ’άλλα τεντώνω τα αυτιά μου καθώς σας ακούω προσεκτικά, μήπως μάθω πως να πορευτώ. Χίλια ευχαριστώ.
Νίκη
Αγαπητέ κύριε Μίχο, προφανώς δεν βρίσκετε κι εσείς κάτι καλύτερο να κάνετε, αλλά σας δώρισα χαμόγελο, κι εσείς ένα ποίημα, άρα πατσίσαμε. Γιατί επανέρχεστε; Καλά…το εκλαμβάνω ως ένα μόρφωμα συμβιβασμού που απορρέει από μια συναλλαγή ανάμεσα στο εκφρασιακό συμφέρον και τη λογοκρισία, και ξέρετε, αναγκάζεσθε και αναγκάζετε στην απόλυτη ασχετικότητα. Ζητώ συγγνώμη λοιπόν και απέχω.
32@ Νίκη, Νίκη, είσαι μια χαρά, είσαι πλούσια ως Νίκη, και γράφεις ωραία, δεν έχεις να μάθεις τίποτα από κανέναν τους για το πως θα πορευτείς. Αυτοί έχουν να μάθουν για τους εαυτούς τους τους ίδιους, και είναι ήδη too much. Την άποψή τους λένε. Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο, όπως κάθε άποψη. Κι ούτε χρειάζεται να μετανιώνεις για όσα έγραψες στο βιογραφικό σημείωμα επειδή δεν αρέσει σε κάποιους. Άρεσε σε σένα. Σκάλισε την αλήθεια σου, τη δική σου. Έχεις μάτια και βλέπεις τον κόσμο μέσα απ’ αυτά. Δεν χρειάζεσαι άλλα μάτια. Ούτε άλλη αλήθεια πέρα από τη δική σου. Θα πρότεινα τα σχόλια να διαβάζονται μέσα στα πλαίσια ενός παιχνιδιού που κινείται μεταξύ εξουσίας και πάμε-για-καφέ-να-τα-πούμε (χαβαλέ). Ωστόσο είναι ένα παιχνίδι που δεν αφορά τον ίδιο τον δημιουργό, παρά μόνο αν θέλει να παίξει κι αυτός. Οπότε πέταξέ μας στα σκουπίδια ή παίξε μαζί μας.
Και όπως ο Θ. Τριαρίδης λέει στα «μελένια λεμόνια»: μη με πιστεύεις.
να είσαι καλά.
Κι εκείνοι τείνουν μέσα σε μένα, κι εγώ τείνω έξω σε εκείνους,
Και ό,τι είναι εκείνοι είμαι εγώ λίγο-πολύ,
Και από εκείνους όλους υφαίνω το τραγούδι του εαυτού μου.
ουωλτ ουίτμαν (το τραγούδι του εαυτού μου-μετ. ζωή νικολοπούλου)
” Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές
και μάλιστα καλύτερα από μένα
άν λοιπόν γράφω στίχους
είναι γιατί μ’αρέσει
εἰναι γιατί μ’αρέσει
είναι γιατί μ’αρέσει
να μπαίνω στο ρουθούνι σας. ”
(Boris Vian)
Υ.Γ.(για @31)..καλό θα ήταν κύριοι σχολιαστές να υποδέχεστε απόψεις και γνώμες με πιο κομψό τρόπο.
από το πουθενά θα΄ρθει
και θα σας κατασπαράξει.