ΑΓΑΠΗ
Η αγάπη σπανίως διαρκεί.
Για μια γυναίκα
ένα φίλο, τους γονείς σου,
τα παιδιά σου- όχι.
Σίγουρα όχι για το Θεό.
Κάποιοι λένε
ότι είναι ως το τέλος εκεί
γιʼ αυτό που
κάνεις καλύτερα.
Έχω δει ανθρώπους
να εγκαταλείπουν
το ταλέντο τους
μετά από πενήντα χρόνια.
Έχω δει επαγγελματίες
νʼ αφήνουν το βιολί,
τους πίνακές τους,
την επιστημονική τους έρευνα.
Ουδέποτε, όμως, είδα
πραγματικό πυγμάχο
να εγκαταλείπει
αγώνα.
Αυτό είναι αγάπη.
ΣΑΚΟΙ ΓΙΑ ΠΤΩΜΑΤΑ
Οι σάκοι για πτώματα
που η αστυνομία χρησιμοποίησε
για να βγάλει έξω
τους νεκρούς μαθητές
έμοιαζαν να είναι
οι ίδιοι πλαστικοί σάκοι
που ο στρατός χρησιμοποιούσε
για να φέρει απʼ το Βιετνάμ
τα πτώματα
των κολλητών μου συμμαθητών
ένα χρόνο μετά
την αποφοίτησή μας
απʼ το Λύκειο.
Δυστυχώς
δε νομίζω ότι
οι σάκοι για πτώματα
θα ʼναι ποτέ εκτός μόδας
στην Αμερική
για τους μαθητές
Λυκείου.
Ο ΦΟΒΟΣ
είναι μέσα σʼ όλους μας.
Ακόμα και στους πυγμάχους.
Γιʼ αυτό, άλλωστε, πυγμαχούμε.
Για να ξορκίσουμε αυτή την αμαρτία.
Οι άνδρες, υποτίθεται, δεν πρέπει να φοβούνται.
Φοβόμαστε όμως.
Γιʼ αυτό και πρέπει πάντοτε
νʼ αποδεικνύουμε την αξία μας.
Πριν από κάθε αγώνα
έτρεμα άσχημα.
Τα χέρια μου ίδρωναν,
μύριζαν χειρότερα απʼ τα πόδια μου.
Ολάκερος, όμως, ο φόβος
ξεχνιόταν
με την πρώτη γροθιά.
Ειδικά αν την έτρωγα πρώτος.
Τότε κάτι μέσα μου
αναλάμβανε
κι ήμουν σʼ έναν άλλον κόσμο
γευόμενος
το πιο μεγαλειώδες
παραδείσιο συναίσθημα
που ένας άνδρας μπορεί να νιώσει
καταστρέφοντας
το είδος του.
ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΜΑΣ
Θέλουμε ελευθερία.
Ελευθερία να στέλνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο
χωρίς να τα δέρνουν οι Αλβανοί.
Ελευθερία να βρίσκουμε δουλειά
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.
Ελευθερία να πηγαίνουμε για ψώνια
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.
Ελευθερία να ξαναχτίζουμε τα σπίτια μας
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.
Ελευθερία να ταφούμε πλάι στους προγόνους μας
δίχως τους Αλβανούς, τους αδελφούς μας Μουσουλμάνους,
να βεβηλώνουν τους τάφους μας.
ΠΕΙΝΑ
Δεν ανησυχώ
για το
αυριανό φαγητό
το στομάχι μου
δε μου
επιτρέπει
τέτοιον μακρόπνοο σχεδιασμό.
ΣΒΑΣΤΙΚΑ
Αφού είχαμε ξεθάψει
τους πρώτους τάφους
ενός εργάτη ο γιος
σκάλισε μια σβάστικα
σε μια ταφόπλακα
τον έπιασα επʼ αυτοφώρω
ούρλιαξα ώσπου μου ʼφυγε το κεφάλι
δεν ήξερε
τι είχαν πάθει
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
οι Εβραίοι
οι δικοί του άνθρωποι
δεν είχε ακούσει
για τʼ ολοκαύτωμα
ούτε γνώριζε η σβάστικα
τι ήταν
ούτε αυτός ήξερε
τη σημασία της
ούτε και
ο πατέρας του
ήταν απλώς ένα σύμβολο
που κάποιοι, κουρεμένοι γουλί,
ψέκασαν στον τοίχο
του σχολείου του.
Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΣΤΟ ΚΟΣΟΒΟ
Οι μάχες του Δον Κιχώτη
ήταν φανταστικές.
Οι δικές μου πραγματικές.
Παλεύοντας με την αδικία
και το ρατσισμό
κατά των Τσιγγάνων.
Παλεύοντας με τις οργανώσεις αρωγής
που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες,
όχι ανθρωπιστικούς σκοπούς.
Ο Δον Κιχώτης κι εγώ
έχουμʼ ωστόσο ένα
κοινό:
κανείς από τους δυο μας
δεν κέρδισε ποτέ του
μάχη.
Ο ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ
Όταν ήμουν στο Ντένβερ
ήρθε ο Μωυσής απʼ το Μάλιμπου Μπητς
ντυμένος Τσάρλτον Χέστον
να πείσει τους συνέδρους
της Εθνικής Εταιρείας Όπλων
ότι τα πιστόλια δε σκοτώνουν τους ανθρώπους.
Τα λόγια του απʼ την εξέδρα
ενός πολυτελούς ξενοδοχείου του Ντένβερ
δεν παρηγόρησαν τις θλιμμένες οικογένειες
πʼ έχασαν, μαθητές ακόμη, τα παιδιά τους
από πυροβολισμούς, δυο βδομάδες πριν, στο κοντινό Λίτλτον.
Οι πενθούσες οικογένειες δεν παρηγορήθηκαν
ούτε όταν ένας πρώην επαγγελματίας παλαιστής
ντυμένος ως ο κυβερνήτης της Μινεσότα
διακήρυξε αργότερα μες στη βδομάδα
ότι η τραγωδία του Κολουμπάιν
θα είχε αποφευχθεί
αν επιτρεπόταν στους δασκάλους
η οπλοφορία εντός των αιθουσών διδασκαλίας
Paul Polansky is an American author and activist working for the rights of the Roma people (also called Gypsies). He has worked for the advancement of the Roma and acceptance of them throughout Eastern Europe. Today he heads the Kosovo Roma Refugee Foundation (KRRF), an NGO working with the afflicted residents of the UN Camps in north Kosovo. From July 1999 until September 2009 he was head of mission for the Society for Threatened Peoples in Kosovo and Serbia.











Στοχεύω το σχόλιο σας στο πρώτο ποίημα και όχι τον ποιητή που δεν γνωρίζω, και μπράβο σας που μας τον συστήνετε, αλλά δεν θα τον διαβάσω τώρα.
Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την αγάπη.
Μια πρώιμη, ρομαντική, είναι του Αποστόλου Παύλου, από την Α΄προς Κορινθίους επιστολή, γνωστή και πολυφερομένη, όχι όμως και άχρηστη.
Μια σχετικά πρόσφατη είναι εκείνη του Bernard Marie Coltes, λακωνική και απόλυτη, από το θεατρικό του εργό Roberto Zucco:
“Η αγάπη δεν υπάρχει.”
Διαλέγετε και παίρνετε – όχι μόνον εσείς αλλά όλοι μας.
ΥΓ. Μου αρέσουν τα άκρα, γι’ αυτό και τα θέτω… Προς τι το αλλόγλωσσο σχόλιό σας; Μου φαίνεται ότι ζηλέψατε τη δόξα του Lonely writer ή κάποιων άλλων που, εσχάτως, σχολιάζουν εις αλλοδαπάς γλώσσας!
Too many pearls my dears, too many pearls 🙂
http://www.youtube.com/watch?v=J5qampgVri8
Δεν αντιπαρατίθεμαι πια σε κανέναν, τώρα πια, δεν ωφελεί 🙂
Aπλώς αντιπαρέρχομαι… 🙂
Το πρώτο ποίημα πραγματεύεται την αγάπη. Είναι γεμάτο από κλισέ. Και μάλιστα προϋποθέτει να ξέρει κανείς τι είναι αγάπη (σαν να λέγαμε τι είναι θεός ή τι είναι βρικόλακας) -ποιός ξέρει; Τελειώνει το ποίημα με το παράδειγμα του «πραγματικού» πυγμάχου (υποθέτω, είναι real στ’ αγγλικά;). Τι σημαίνει πραγματικός πυγμάχος; κάτι άλλο από αυτόν που είναι πυγμάχος; Οι πραγματικοί πυγμάχοι κι όχι οι φανταστικοί (Rocky), ενίοτε πέφτουν στο καναβάτσο για «μια χούφτα» δολάρια. Εκτός κι αν η αγάπη για την οποία μιλάει είναι εκείνη η συνηθισμένη που μεγαλώνει με το ποσό των αγαθών που της προσφέρεται. Αυτό κι αν είναι πραγματικότητα.
Το δεύτερο ποίημα με αφήνει αδιάφορο. Σάκοι για τα πτώματα των κολλητών του φίλων που όλο και κάποιον «κιτρινιάρη» θα έσφαξαν κει πέρα, δεν μπορεί… αλλά τότε τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν ήταν και πολύ της μόδας φαίνεται. Λυπάμαι για τους πιτσιρικάδες μαθητές. Όμως αναρωτιέμαι αν οι πλαστικοί σάκοι που μοιάζουν στις δυο περιπτώσεις, μετατρέπουν και τους στρατιώτες που έσφαξαν στο βιετνάμ σε θύματα, μοιάζοντας με τους μαθητές-θύματα -νεκροί δίχως αιτία.
Για το τρίτο ποίημα. Έχει παίξει ποτέ σε αγώνα πυγμαχίας; Υπήρξε πυγμάχος; (Αν καποιος γνωρίζει θα ήθελα να το ακούσω. Διάβασα στη wikipedia πως έγραψε μια ποιητική συλλογή με κεντρικό άξονα την πυγμαχία και μάλλον τα κονόμησε από κει, ωστόσο δεν αναφέρει τίποτα για τη σχέση του με αυτήν). Έχω την έντονη αίσθηση πως η όλη παρομοίωση (στην οποία στηρίζεται το ποίημα) είναι εντελώς ατυχής.
Τέταρτο ποίημα. Το θεωρώ απαράδεκτο και ρατσιστικό. Όχι γιατί οι αλβανοί δεν κάνουν αίσχη εκεί στο κόσοβο. Αλλά γιατί γράφει ένα μανιφέστο, και μάλιστα σε πρώτο πληθυντικό δίνοντας έναν γενικό χαρακτήρα αλήθειας (ποιοι συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το «μας»;) στιγματίζοντας έναν λαό. Το «τους αδελφούς μας Μουσουλμάνους» ακούγεται τόσο υποκριτικό, τόσο χριστιανικό. Άσε που θίγει και τον αγαπητό Μίχο! Λοιπόν αν ήθελε να πει δυο ξηγημένες κουβέντες περί Κοσόβου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα έπρεπε να μιλήσει πρώτα για τον λαό του. Αλλά εδώ τα φιλαράκια του ρίχναν κουμπουριές στο βιετνάμ…
Το τέταρτο δεν του ταιριάζει από κάθε άποψη.
Τα τρία τελευταία ποιήματα μπορώ να πω πως είναι καλύτερα, το πρώτο λιγότερο το τρίτο περισσότερο. Αν και μετά τα προηγούμενα ποιήματα τον φοβήθηκε λίγο το μάτι μου. Αν και θα προτιμούσα να έγραφε σε πεζό λόγο, δηλαδή όπως γράφει αλλά χωρίς να βάζει φράσεις τη μία κάτω από την άλλη. Δεν καταλαβαίνω την ανάγκη του να είναι ποιητής. Μου θυμίζει τον Κάρτερ που πήρε το πούλιτζερ απαθανατίζοντας ένα μικρό κορίτσι που πέθαινε από την πείνα αντί να το βοηθήσει. Το να βραβευτείς για την φωτογραφία ενός νεκρού που πέθανε μάλιστα εξαιτίας της αδιαφορίας σου, είναι πιο σημαντικό; Το να πάρεις το βραβείο για το ανθρωπιστικό σου έργο ή για την ποίηση που μιλάει για το ανθρωπιστικό σου έργο, είναι πιο σημαντικό; Τι δουλειά έχει η ποίηση της δημοσιογραφίας; αυτού του είδους η αφήγηση του πόνου; Ας είναι μαρτυρία των όσων ζει εκεί, φτάνει. Δηλαδή το φαντάζεστε να λέει για τους μαθητές που δολοφονήθηκαν στο σχολείο, για μια ζωή δίχως αλβανούς, για τα σακουλιασμένα πτώματα των φίλων του που πολέμησαν στο βιετνάμ, και σε κάθε τελεία να δέχεται το χειροκρότημα;
Αυτή είναι η προσωπική μου ανάγνωση των ποιημάτων του Polansky. Δεν με συγκινεί ότι έχει αφιερώσει τη ζωή του στο ανθρωπιστικό του έργο στο βαθμό του να διαβάζω να ποιήματά του κάπως αλλιώς. Θα του ευχόμουνα μόνο καλή δύναμη στο έργο του και μάλιστα να ‘ναι όσο το δυνατόν πιο έντιμο.
Συμφωνώ μαζί σας κ. Μίχο (φυσικά η αναφορά μου στο όνομά σας ήταν χιουμοριστική μιας και αυτοαποκαλείστε αλβανός της δεκαετίας του ’70 -το λέω για να αποφύγω τις παρεξηγήσεις. Ίσως είναι τελείως περιττό αλλά δεν σας ξέρω σε αυτό τον βαθμό του να κάνω χιούμορ, και κοτσάρω παρενθέσεις. Συγχωρείστε με. Γράφω εδώ, τώρα, γιατί οφείλω να είμαι σαφής, μιας και ό,τι έγραψα στο πάνω σχόλιο έγινε αυθόρμητα)
Καλημέρα
“Το τέταρτο δεν του ταιριάζει από κάθε άποψη” έγραψα. Εννοώ πέμπτο, το ποίημα “πείνα”.
Κυριε Γεωργιου
Το σχολιο σας ειναι ως επι το πλειστον αντιεπιστημονικο και για τον ιδιο λογο αρκουντως επιστημονικο. Η λεξη πυγμαχος ειναι τοσο αυθαιρετη,οπως ολες οι λεξεις, που θα μπορουσε απλως να δειχνει με το δαχτυλο ενα πουλι να παθαινει ηλεκτροπληξια αναμεσα σε δυο πετροκαλαμους ή μπορει ο ποιητης μας να θελει να αναδειχθει για το φιλανθρωπικο του εργο
Τα ποιηματα του κυριου Πολανσκυ δεν ειναι τραγικα, ειναι ομως στρατευμενα και γι’ αυτο δεν μπορουν να μας μιλησουν. Ειναι τοσο περιορισμενος ο χωρος της ποιητικης σκεψης και της εκφρασης της ,χωρις καμια φαντασια χωρις να σε παιρνει μαζι της χωρις χωρις.
Θα΄λεγα πως μιλαμε για την προσωπικη τεχνη ,οχι ομως με την εννοια της διαθεσης του εαυτου αλλα με την εννοια της περιγραφης του δερματος ή κατι τετοιο,
Ο μονος στιχος που ξεχωριζω ειναι
”ούρλιαξα ώσπου μου ʼφυγε το κεφάλι”
ενας αληθινα ωραιος στιχος.
Ειναι πολυ της μοδας να βρισκουμε ποιητες του εξωτερικου σχετικα αγνωστους ή εν μερει γνωστους και να τους προτεινουμε για να παρουμε το μπραβο ή το ευχαριστω, σημασια ομως εχει να ακουγεται αυτη η μελωδια…
Νομίζω ο μάρκες ήταν που έλεγε: δεν υπάρχει πρόβλημα με τη στρατευμένη ποίηση αρκεί να ναι ποίηση.
Y.Γ. Πολύ καλός ο Λίποβατς, τον συστήνω και γω στους φίλους του Ποιείν.
Εχουμε και λεμε λοιπον κυριε Ρεουση, η αποψη σας ειναι, οσα εγραψε ο Κυριος Μιχος και οι εντυπωσεις σας απο το βιογραφικο του Ποιητη. Και εις ανωτερα.
Από την εισαγωγή του βιβλίου Paul Celan-Του Κανενός το Ρόδο [εισ.-μετ.-σημ. Χρήστος Γ.Λάζος, εκδ. Άγρα]
[…] Στα γερμανικά, τη μητρική του γλώσσα που είναι και η γλώσσα του έργου, θα έπρεπε να προφέρεται Πάουλ Τσέλαν. Υπόθεση βάσιμη αλλά όχι και αυαπόδεικτη αφού το όνομα Paul Celan δεν είναι καν γερμανικό. Είναι αναγραμματισμός της ρουμανικής γραφής, Ancel, του εβραϊκού ονόματος του ποιητή που είναι Antschel. Έπειτα ο ίδιος δεν έζησε ποτέ στη Γερμανία. Πέρασε τη μισή του ζωή στη Ρουμανία και την άλλη μισή στη Γαλλία’ κι εκεί το όνομα του μπορεί να ακουγόταν Πώλ Σελάν. […]
O μεταφραστής πάντως υιοθετεί την επιλογή ”Πάουλ Τσέλαν”
Όταν διαβάζω ένα σύγχρονο αμερικάνο ποιητή, λογοτέχνη γενικότερα, δε ξεχνάω ποτέ τι συμβαίνει στα πνευματικά πράγματα της χώρας και αναφέρομαι στους μηχανισμούς λοβοτομής (στα όρια μεθόδων επί μεσαίωνα) που αποτελούν κανόνα…
Υπό αυτή την έννοια, και χωρίς να μου άρεσε κάτι ή να βρήκα κάτι αξιόλογο, στέκομαι θετικά απέναντι στο κ.Polansky απλώς για το ότι, από κάποια σημεία, βρίσκεται πολύ πάνω από το μέσο αμερικάνο.
ΥΓ. διαβάζω (και μεταφέρω ενδεικτικά) στον πρόλογο της Καταγωγής των Ειδών που κυκλοφόρησε πριν 2-3 βδομάδες από το Βήμα: «Το 54% στη χώρα μας πιστεύει ότι ο Δαρβίνος έχει δίκιο… στην Τουρκία το ποσοστό είναι στο 52% ενώ στην Ευρώπη ο μέσος όρος είναι στο 80%. Στην Αμερική το ποσοστό είναι 20-25% (σ.σ. μάλλον το χαμηλότερο στον κόσμο που ίσως χαμηλότερο μόνο σε καμιά Σαουδική Αραβία ή κανένα Αφγανιστάν μπορείς να βρεις).
η προκαταλειψη κυριε Πριμπα δεν ειναι καλος οδηγος.