Για σένα αγάπη μου
Πήγα στην αγορά που πουλούν τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
Αγάπη μου
Πήγα στην αγορά που πουλούν τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
Αγάπη μου
Πήγα στην αγορά που πουλούν τα σίδερα
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
Αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά που πουλούν τους σκλάβους
Και σʼ έψαξα
Μα δε σε βρήκα
Αγάπη μου
Πρωινό γεύμα
Έβαλε τον καφέ
Μέσα στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Μέσα στο φλιτζάνι του καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Μέσα στον καφέ με το γάλα
Με το μικρό κουτάλι
Ανακάτεψε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Κι ακούμπησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Μέσα στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Φόρεσε
Στο κεφάλι το καπέλο του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Κάτω από τη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Κι εγώ πήρα
Το κεφάλι μου στα χέρια
Κι έκλαψα .
…………………………………………………………………………….
Η ωραία εποχή
Νηστικό χαμένο παγωμένο
Ολομόναχο χωρίς δεκάρα
Ένα κορίτσι δεκάξι χρονών
Όρθιο ακίνητο
Στην πλατεία της Ομόνοιας
Το μεσημέρι στις δεκαπέντε Αυγούστου .
…………………………………………………………………………….
< 2 >
Τεράστιος και κόκκινος
Τεράστιος και κόκκινος
Πάνω από το μεγάλο παλάτι
Ο χειμωνιάτικος ήλιος εμφανίζεται
Και χάνεται
Σαν κι αυτόν καρδιά μου θα χαθείς
Κι όλος μου ο έρωτας θα τρέξει
Θα τρέξει να σε ψάξει
Έρωτα μου
Ομορφιά μου
Και να σε βρει
Εκεί που είσαι .
…………………………………………………………………………
Ο χαμένος καιρός
Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου
ο εργάτης απότομα σταμάτησε
ο όμορφος καιρός τον τράβηξε από το σακάκι
κι όπως γυρνά
και κοιτάζει τον ήλιο
ολοκόκκινο ολοστρόγγυλο
να χαμογελά μέσα στον ουρανό του από μολύβι
κλείνει το μάτι
με οικειότητα
Πες μου λοιπόν σύντροφε Ήλιε
δεν το βρίσκεις
πως μάλλον είναι κουταμάρα
να δώσεις μια τέτοια μέρα
σε ένα αφεντικό ;
…………………………………………………………………………
PARIS AT NIGHT
Tρία σπίρτα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω το πρόσωπό σου ολόκληρο
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τελευταίο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρο το σκοτάδι για να μου θυμίζει όλα αυτά
Σφίγγοντάς σε μέσα στα μπράτσα μου < 3 >
Το μπουκέτο
Τι κάνεις εκεί μικρό κορίτσι
Με αυτά τα λουλούδια τα φρεσκοκομμένα
Τι κάνεις εκεί νεαρό κορίτσι
Με αυτά τα λουλούδια που ξεραίνονται
Τι κάνεις εκεί ωραία γυναίκα
Με αυτά τα λουλούδια που μαραίνονται
Τι κάνεις εκεί γριά γυναίκα
Με αυτά τα λουλούδια που πεθαίνουν
Περιμένω το νικητή .
…………………………………………………………………………
Ατσαλένιο κορίτσι
Ατσαλένιο κορίτσι εγώ δεν αγαπούσα κανένα μες στον κόσμο
Δεν αγαπούσα κανένα εκτός από κείνον που αγαπούσα
Τον εραστή μου αυτόν που με τραβούσε
Τώρα όλα έχουν αλλάξει άραγες είναι εκείνος που έπαψε να
μʼ αγαπά
ο εραστής μου που έπαψε να με τραβά άραγες είμαι εγώ ;
Τώρα είμαι ξαπλωμένη πάνω σε μια ψάθα υγρή
του έρωτα
Ολομόναχη με όλους τους άλλους ολομόναχη απελπισμένη
Κορίτσι από ντενεκέ κορίτσι σκουριασμένο
Ω εραστή μου εραστή μου πεθαμένε ή ζωντανέ
Θέλω να θυμάσαι άλλοτε
τον εραστή μου
αυτόν που με αγαπούσε κι αγαπούσα .
…………………………………………………………………………
Οι μεγάλες οικογένειες
Λουδοβίκος Ι
Λουδοβίκος ΙΙ
Λουδοβίκος ΙΙΙ
Λουδοβίκος ΙV
Λουδοβίκος V
Λουδοβίκος VI
Λουδοβίκος VII
Λουδοβίκος VIII
Λουδοβίκος IX < 4 >
Λουδοβίκος Χ < επονομαζόμενος ο Καβγατζής >
Λουδοβίκος ΧΙ
Λουδοβίκος ΧΙΙ
Λουδοβίκος ΧΙΙΙ
Λουδοβίκος ΧΙV
Λoυδοβίκος ΧV
Λουδοβίκος ΧVI
Λουδοβίκος ΧVIIΙ
και μετά κανείς τίποτε…
μα τι άνθρωποι είναι αυτοί
που δεν είναι ικανοί
να μετρήσουν ως το είκοσι ;
…………………………………………………………………………..
Ο κήπος
Χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια
Δε θα μπορούσαν να φτάσουν
Για να πω
Για το μικρό δευτερόλεπτο της αιωνιότητας
Που με φίλησες
Και σε φίλησα
Ένα πρωί μέσα στο φως του χειμώνα
Στο πάρκο Μονσουρί στο Παρίσι
Στο Παρίσι
Πάνω στη γη
Στη γη που είναι ένα αστέρι
…………………………………………………………………………
Ελεύθερη συνοικία
Έβαλα το πηλίκιο μου μέσα στο κλουβί
και βγήκα με το πουλί στο κεφάλι
Λοιπόν
δε χαιρετούνε πια
ρώτησε ο διοικητής
Όχι
δε χαιρετούνε πια
είπε το πουλί
Α καλά < 5 >
συγχωρείστε με νόμιζα ότι χαιρετούν
είπε ο διοικητής
Είσαστε συχωρεμένος όλος ο κόσμος
μπορεί να κάνει λάθος
είπε το πουλί .
…………………………………………………………………………..
Πρώτη μέρα
Σεντόνια άσπρα μες στη ντουλάπα
Σεντόνια κόκκινα μες στο κρεβάτι
Ένα παιδί μες στη μητέρα του
Η μητέρα του μέσα στους πόνους
Ο πατέρας μες στο διάδρομο
Ο διάδρομος μέσα στο σπίτι
Το σπίτι μέσα στην πολιτεία
Η πολιτεία μες στη νύχτα
Ο θάνατος μέσα σε μια κραυγή
Και το παιδί μες στη ζωή .
…………………………………………………………………………..
Τραγούδι
Τι μέρα έχουμε σήμερα
Είμαστε όλες οι μέρες
Φίλη μου
Είμαστε όλη η ζωή
Αγάπη μου
Αγαπιόμαστε και ζούμε
Ζούμε και αγαπιόμαστε
Και δε γνωρίζουμε τι είναι η ζωή
Και δε γνωρίζουμε τι είναι η μέρα
Και δε γνωρίζουμε τι είναι η αγάπη .
…………………………………………………………………………..
Το μήνυμα
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Η πόρτα που κάποιος έκλεισε ξανά < 6 >
Η καρέκλα εκεί που κάποιος κάθισε
Ο γάτος που κάποιος χάιδεψε
Το φρούτο που κάποιος δάγκωσε
Το γράμμα που κάποιος διάβασε
Η καρέκλα που κάποιος τουμπάρισε
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Ο δρόμος εκεί που κάποιος τρέχει ακόμα
Το δάσος που κάποιος διασχίζει
Το ποτάμι εκεί που κάποιος ρίχνεται
Το νοσοκομείο εκεί που κάποιος πέθανε .
…………………………………………………………………………….
Κινούμενες αμμουδιές
Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Μακριά η θάλασσα έχει ήδη τραβηχτεί
Κι εσύ σαν ένα φύκι που το χάιδεψε ο άνεμος με γλύκα
Μέσα στις αμμουδιές του κρεβατιού κουνιέσαι κι ονειρεύεσαι
Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Μακριά η θάλασσα έχει ήδη τραβηχτεί
Αλλά μέσα στα μισάνοιχτα μάτια σου
Δυο μικρά κύματα έχουν απομείνει
Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν .
………………………………………………………………………………
Τραγούδι του πουλολόγου
Το πουλί που πετά τόσο γλυκά
Το πουλί κόκκινο και χλιαρό όπως το αίμα
Το πουλί τόσο τρυφερό το πουλί που κοροϊδεύει
Το πουλί που απότομα το πιάνει φόβος
Το πουλί που απότομα χτυπιέται
Το πουλί που θαʼ θελε να δραπετεύσει
Το πουλί μοναχό και τρελαμένο
Το πουλί που θαʼ θελε να ζήσει
Το πουλί που θαʼ θελε να τραγουδήσει < 7 >
Το πουλί που θαʼ θελε να φωνάξει
Το πουλί κόκκινο και χλιαρό σαν το αίμα
Το πουλί που πετά τόσο γλυκά
Είναι η καρδιά σου όμορφο παιδί
Η καρδιά σου που φτεροκοπά με τόση λύπη
Πάνω στο στήθος σου τόσο σκληρό και άσπρο .
…………………………………………………………………………
Πλατεία Καρουζέλ
Πλατεία Καρουζέλ
προς το τέλος μιας όμορφης μέρας του καλοκαιριού
το αίμα ενός αλόγου
τραυματισμένου και ξεζεμένου
κατρακυλούσε
πάνω στο πλακόστρωτο
Και το άλογο ήταν εκεί
όρθιο
ακίνητο
πάνω στα τρία πόδια
Και το άλλο πόδι χτυπημένο
χτυπημένο και ξεριζωμένο
κρεμόταν
Πολύ κοντά
όρθιος
ακίνητος
ήταν κι ο αμαξάς
Και μετά η άμαξα κι αυτή ακίνητη
άχρηστη σαν ένα ρολόι σπασμένο
Και το άλογο σιωπούσε
το άλογο δε θρηνούσε
το άλογο δε χλιμίντριζε
ήταν εκεί
περίμενε
και ήταν τόσο ωραίο τόσο μελαγχολικό τόσο απλό
και τόσο φρόνιμο
που ήταν αδύνατο να συγκρατήσει τα δάκρυα του .
Ω
κήποι χαμένοι
πηγές ξεχασμένες
λιβάδια ηλιοφώτιστα
ω πόνε
μεγαλοπρέπεια και μυστήριο της ατυχίας
αίμα και λάμψεις
ομορφιά χτυπημένη
Αδελφοσύνη . < 8 >
…………………………………………………………………………….
Είμαι αυτή που είμαι
Είμαι αυτή που είμαι
Είμαι φτιαγμένη γιʼ αυτό
Όταν κάνω κέφι να γελάσω
Ναι γελάω στα γερά
Άραγε είναι δικό μου λάθος
Αν δεν είναι πάντα ο ίδιος
Που αγαπώ κάθε φορά
Είμαι αυτή που είμαι
Είμαι φτιαγμένη γιʼ αυτό
Τι παραπάνω θέλετε
Τι θέλετε από μένα
Είμαι φτιαγμένη για νʼ αρέσω
Και τίποτε δεν το αλλάζει
Τα τακούνια μου είναι πολύ ψηλά
Το μπόι μου είναι μια καμπύλη
Τα στήθια μου πάρα πολύ σκληρά
Τα μάτια μου πάρα πολύ κομμένα
Και ύστερα λοιπόν
Εσάς τι σας πειράζει
Είμαι αυτή που είμαι
Αρέσω σʼ όποιον αρέσω
Εσάς τι σας πειράζει
Αυτό που μουʼ χει τύχει
Ναι κάποιον έχω αγαπήσει
Ναι κάποιος μʼ είχε αγαπήσει
Σαν τα παιδιά που αγαπιούνται
Απλά ξέρουν να αγαπούν
Να αγαπούν να αγαπούν…
Γιατί να με ρωτάτε
Είμαι εδώ για να σας αρέσω
Και τίποτε δεν το αλλάζει .
…………………………………………………………………………
Αλικάντε *
Ένα πορτοκάλι πάνω στο τραπέζι
Το φουστάνι σου πάνω στο χαλί
Κι εσύ μες στο κρεβάτι μου
Γλυκό κρασί του παρόντος
Δροσιά της νύχτας
Ζεστασιά της ζωής μου . < 9 >
*γλυκό ισπανικό κρασί
Τραγούδι του δεσμοφύλακα
Πού πας όμορφε δεσμοφύλακα
Μʼ αυτό το κλειδί λεκιασμένο από αίμα
Πάω να ελευθερώσω εκείνη που αγαπώ
Εάν υπάρχει ακόμα χρόνος
Και που την έχω φυλακίσει
Τρυφερά και με σκληρότητα
Στο πιο μυστικό μέρος του πόθου μου
Στα πιο βαθιά της ταραχής
Μέσα στα ψέματα του μέλλοντος
Μέσα στις βλακείες των όρκων
Θέλω να την ελευθερώσω
Θέλω να είναι ελεύθερη
Κι ακόμα ας με ξεχάσει
Κι ακόμα ας φύγει
Κι ακόμα ας ξαναγυρίσει
Κι ακόμα ας μʼ αγαπήσει
Ή να αγαπήσει κάποιον άλλο
Αν κάποιος άλλος της αρέσει
Κι αν απομείνω μόνος
Κι αυτή να έχει φύγει
Θα φυλάξω για παντοτινά
Μέσα στα δυο μου κούφια χέρια
Μέχρι το τέλος της ζωής
Τη γλύκα απʼ τα στήθια της
Που τα έπλασε ο έρωτας .
…………………………………………………………………………
Μπαρμπαρά
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς να σταματά στη Βρέστη κείνη τη μέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή Ανθισμένη θελκτική μουσκεμένη
Κάτω απʼ τη βροχή
Και διασταυρωθήκαμε στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα το ίδιο
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσύ που δε σε γνώριζα
Εσύ που δε με γνώριζες
Θυμήσου παρόλα αυτά κείνη τη μέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από μια μικρή στοά < 10 >
Και φώναξε το όνομα σου
Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες πάνω του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη θελκτική ανθισμένη
Και ρίχτηκες μέσα στα μπράτσα του θυμήσου Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις που σου μιλάω με το συ
Μιλάω με το συ σε όλους αυτούς που αγαπώ
Ακόμα κι αν τους είδα μονάχα μια φορά
Μιλάω με το συ σε όλους αυτούς που αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους γνωρίζω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτή τη βροχή ήσυχη κι ευτυχισμένη
Πάνω στο πρόσωπο σου το ευτυχισμένο
Πάνω σε αυτή την πόλη την ευτυχισμένη Αυτή τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω στο ναύσταθμο
Πάνω στο καράβι του Ουεσάντ *
Ω Μπαρμπαρά
Τι κουταμάρα ο πόλεμος
Τι ναʼ χεις απογίνει τώρα
Κάτω από αυτή τη βροχή από σίδερο
Από φωτιά ατσάλι αίμα
Κι αυτός που σε έσφιγγε μέσα στα μπράτσα του
Όλο έρωτα
Έχει πεθάνει εξαφανίστηκε ή είναι ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς να σταματά στη Βρέστη
Όπως έβρεχε παλιά
Αλλά δεν είναι πια το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια βροχή πένθους τρομερή και λυπημένη
Δεν είναι ούτε η καταιγίδα
Από σίδερο ατσάλι αίμα
Πολύ απλά μόνο τα σύννεφα
Που ψοφούν σαν τα σκυλιά
Τα σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα ρυάκια των νερών της Βρέστης
Και πηγαίνουν να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά από τη Βρέστη
Που τίποτε πια δεν της απόμεινε .
*μικρό νησί κοντά στη Βρέστη
………………………………………………………………. < 11 >
Από τη συλλογή < Η ΒΡΟΧΉ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΙΡΟΣ >
……………………………………………………………………………….
………………………………………………………………………………..
Οι προδομένοι εραστές
Εγώ είχα τη λάμπα
κι εσύ είχες το φως
Ποιος πούλησε το φυτίλι ;
…………………………………………………………………………………
Το ποτάμι
Τα νέα σου στήθια λάμπανε κάτω από τη σελήνη
όμως έριξε
ένα παγωμένο χαλίκι
η ψυχρή πέτρα της ζήλειας
πάνω στην αντανάκλαση
της ομορφιάς σου
που χόρευε γυμνή πάνω στο ποτάμι
μες στη μεγαλοπρέπεια του καλοκαιριού .
ΕΠΙΜΕΤΡΟ:
Άλλοτε υπερρεαλιστής κι άλλοτε…….ρεαλιστής είναι ο Ζακ Πρεβέρ
και πολλές φορές καταφέρνει να μοιάζουν τα ποιήματά του με λαικά
τραγούδια , με λογοπαίγνια και με παραμύθια .
Στους στίχους του παίρνουν το λόγο τα πουλιά και κουβεντιάζουν με τους
ανθρώπους . Υπάρχουν φυλακισμένοι του έρωτα και δεσμοφύλακες της
αγάπης . Υπάρχουν μοναχικοί που κάποιοι τους παρατούν αφού πιούν
τον καφέ τους .Τα κορίτσια του είναι αθώα .Οι γυναίκες του είναι
άτακτες και αμαρτωλές . Ο εραστής χάνει την κοπέλα στο βομβαρδισμό .
Η όμορφη χορεύει γυμνή στο ποτάμι… Γιʼ αυτό ο ανθρώπινος και λαικος
Πρεβέρ αγαπήθηκε και δοξάστηκε από πολλούς λαούς και πάντα τραγουδιέται .











Δυο φορές μπράβο. Και τρεις. Να αεριστεί και ο χώρος από άσχημα χνώτα.
Παρεμπιπτόντως ελπίζω οι φίλοι συν-σχολιαστές να έχουν ακούσει το ηχητικό του Πρεβέρ για την θρησκεία της μελαγχολίας και το ενορατικό μάτι του ποιητή….
Φλος ροαγιάλ.
Γιάννη, τα βλέπω!…
Δε ξέρω γιατί αλλά αυτό που πάντα με τραβούσε αλλά και με απωθούσε συνάμα στον Πρεβέλ (μέσα από τις μεταφράσεις του μόνο δυστυχώς) είναι η αθωότητά του…
Επιστροφή τώρα στην φιλοσοφία μου (απαιτητική γκόμενα πανάθεμά τη!)
Καλό βράδυ σε όλους.
Υπεροχος ο Πρεβερ και Μεγαλοι αυτοι που γραφουν σκεφτονται και υπαρχουν δισυποστατα τρισυποστατα και 90000ποστατα.
Ωραια αναρτηση!
Rappelle-toi Barbara
Il pleuvait sans cesse sur Brest ce jour-la
Et tu marchais souriante
Epanouie ravie ruisselante
Sous la pluie
Rappelle-toi Barbara
Il pleuvait sans cesse sur Brest
Et je t’ai croisee rue de Siam
Tu souriais
Et moi je souriais de meme
Rappelle-toi Barbara
Toi que je ne connaissais pas
Toi qui ne me connaissais pas
Rappelle-toi
Rappelle-toi quand meme ce jour-la
N’oublie pas
Un homme sous un porche s’abritait
Et il a crie ton nom
Barbara
Et tu as couru vers lui sous la pluie
Ruisselante ravie epanouie
Et tu t’es jetee dans ses bras
Rappelle-toi cela Barbara
Et ne m’en veux pas si je te tutoie
Je dis tu a tous ceux que j’aime
Meme si je ne les ai vus qu’une seule fois
Je dis tu a tous ceux qui s’aiment
Meme si je ne les connais pas
Rappelle-toi Barbara
N’oublie pas
Cette pluie sage et heureuse
Sur ton visage heureux
Sur cette ville heureuse
Cette pluie sur la mer
Sur l’arsenal
Sur le bateau d’Ouessant
Oh Barbara
Quelle connerie la guerre
Qu’es-tu devenue maintenant
Sous cette pluie de fer
De feu d’acier de sang
Et celui qui te serrait dans ses bras
Amoureusement
Est-il mort disparu ou bien encore vivant
Oh Barbara
Il pleut sans cesse sur Brest
Comme il pleuvait avant
Mais ce n’est plus pareil et tout est abime
C’est une pluie de deuil terrible et desolee
Ce n’est meme plus l’orage
De fer d’acier de sang
Tout simplement des nuages
Qui crevent comme des chiens
Des chiens qui disparaissent
Au fil de l’eau sur Brest
Et vont pourrir au loin
Au loin tres loin de Brest
Dont il ne reste rien.
Jacques Prevert
À Ursula
Sa date de naissance
Sa date de décès
Ce fut langage chiffré
Il connaissait la musique
Il savait la mécanique
Les mathématiques
Toutes les techniques
Et les autres avec
On disait qu’il n’en faisait qu’à sa tête
On avait beau dire
Il en avait surtout à son coeur
Et son coeur lui en fit voir de toutes les couleurs
Il savait trop vivre
Il riait trop vrai
Il vivait trop fort
Son coeur l’a battu
Alors il s’est tu
Et il a quitté son amour
Il a quitté ses amis
Mais ne leur a pas faussé compagnie.
Μα εμένα μου αρέσει ακριβώς γι αυτή του την αθωώτητα. Την προτιμώ από κάτι επιτηδευμένα φτιασιδωμένες κατασκευές που μοιάζουν γερασμένες πριν κάν γευτούν την εφηβεία. Η ποίηση πάει χέρι – χέρι με το συναίσθημα. Κι ας μη σταματάει εκεί όπου σταματάει αυτό.
Καταπληκτική !
πολυ καλη δουλεια!!!!
βεβαίως θα το μεταφράσω
κ.ρ
“Tρία σπίρτα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω το πρόσωπό σου ολόκληρο
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τελευταίο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρο το σκοτάδι για να μου θυμίζει όλα αυτά”.
Εκπληκτικός Ζακ Πρεβέρ. Ένα σπίρτο αναμένο μέσα στις νύχτες μας…
Σχετικά με τις συζητήσεις των δύο τελευταίων ημερών: Ξεκινήστε από τον “Προμηθέα Δεσμώτη” και τη “Μήδεια” κι έπειτα από μια στάση στον Ψεύδο-Λογγίνο, διαπιστώστε τον συναγωνισμό που σοβεί για αιώνες μεταξύ των αισθητικών κατηγοριών του υψηλού και του ωραίου -όποιες μεταμορφώσεις κι αν παίρνει στην ιστορία της τέχνης.
Δεν μου προσφέρετε τίποτα καινούργιο, κύριοι και κυρίες. Σκεφτείτε δυο φορές πριν αρχίσετε τις κουκουβαγιομαχίες. Αν η ιστολογία είναι, όντως, ελεύθερη και ζωντανή, δεν βλάπτει να είναι προσεγμένη. Μόνο έτσι και τόσο μπορείτε;
Η μόνη μου φιλοδοξία είναι να πετυχαίνει το φαγητό της ημέρας, το καλό που σας θέλω λοιπόν: μη με συγχίζετε και χάνω την επαφή με την κουζίνα μου, γιατί θα κηρύξω τρομοκρατία εναντίον της φαινομενολογίας!
Automn leaves, μάρκα ο πρεβέρ, ο λευτέρης παπαδόπουλος της Γαλλίας. Αθώος όσο η οχιά στη βόλτα των δακτύλων. Πάντα στο μυαλό του η απόρριψη των σουρεαλ.
Εάν δεν κάνω λάθος, εννοείτε τη διαφορά ανάμεσα στο έπος και τη λυρική ποίηση, τον Όμηρο και τον Αρχίλοχο, τον Πλάτωνα και τον Επίκουρο, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη και πάει λέγοντας.
Εάν πάλι κάνω λάθος, διορθώστε με.
Εγώ πάντως, με την παρέμβασή μου, ήθελα να θίξω αυτό ακριβώς το στοιχείο της αθωότητας το οποίο σου επιτρέπει να θεάσαι καλύτερα αυτό που αποκαλείται υψηλό.
Έχω την εντύπωση λοιπόν, ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει αυτήν ακριβώς την αθωότητα, με συνέπεια να στέκει απέναντι από την τέχνη μη μπορώντας να γίνει ένα μ αυτήν, να διεισδύσει μέσα της, να την κατανοήσει εισπράττοντας στο ακέραιο το όποιο μήνυμά της. Και για να γίνει λίγο πιο κατανοητό αυτό, φτάνει να συγκρίνει κανείς τον σημερινό πάνοπλο ακροατή και θεατή της Τραγωδίας, με τον αρχαίο ¨υπέροχο αφελή¨. Ο ένας παρακολουθεί ερμηνεύοντας, ο άλλος συμμετέχει με όλο το είναι του.
Αυτήν την αθωότητα λοιπόν μου φάνηκε ότι διαπίστωσα στον τρόπο που προσεγγίζει τα πράγματα ο Prevert, τουλάχιστον στα ποιήματα που διαβάσαμε. Ίσως πάλι όμως και να έκανα λάθος !
Φίλτατε Ρεούση εγώ έχω το “Θεαμα και ιστορίες” εκδόσεις Υψιλον από Βαρβέρη. Δεν πολυσυμπαθώ την ποιηση του. Πολύ “τσαχπίνης” για τα γούστα μου.
κύριε Ρεούση μεταφράζω
ποιηματάκια του Γάλλου
που πάνε προς τον ρεαλισμό
όμως ο ΖΑΚ και στα αφηρημένα του είναι
καλός
ειχε λαικη καρδιά
Είχε λαική καρδιά