[συμπλήρωμα στο δοκίμιο «Η Ποίηση και η Κατάσταση»]
Η αξία βρίσκεται στο σπάσιμο του ορθολογικού νάρθηκα, στην οξυμένη επινόηση και την διαίσθηση. Επιμένω όμως πως στα ποιήματα που βλέπω τριγύρω, στην καλύτερη των περιπτώσεων, περιγράφονται απλώς οι αφετηρίες από τις οποίες μπορεί να παραχθεί ποίηση – μα δεν παράγεται. Και αυτή η διαπίστωση θεωρώ πως βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με το φαινόμενο της «κατανόησης» της γραφής. Μόνο που η ποίηση δεν γράφεται για να την καταλαβαίνεις. Γράφεται γιατί είναι ποίηση. Γράφεται επειδή το θέλει. Ο αναγνώστης πρέπει μόνο να αποφασίσει αν θα είναι υπέρ της ή όχι…
Η κοινωνία καλλιεργεί μονομερώς την λογική, και όχι την ενόραση. Και η ποίηση είναι τάχα «χωρισμένη» στα δυο: αυτήν που γράφεται ως επίγνωση και σ’ αυτήν που γράφεται ως ενόραση. Είμαι απ’ αυτούς που θεωρούν την ποίηση της επίγνωσης (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ανούσια και βαρετή. Γιατί ακόμη και φιλοσοφικά, αν θέλετε (προσωπικά δεν κόπτομαι), η επίγνωση είναι στην πραγματικότητα τελειωμένη. Αυτό που θα μπορούσε να την σώσει, η Ανά-γνωση (δηλαδή να διέπεσαι από Θάνατο και Άτη), περνά υποχρεωτικά μέσα από το μονοπάτι της ενόρασης – συνεπώς η επίγνωση οφείλει να δώσει ένα τέλος στον εαυτό της και να μεταμορφωθεί σε αξία υψηλότερη. Να δώσει στον εαυτό της μιαν άλλη δημιουργική δυνατότητα· την φιλοσοφία του ρέοντος, του φυσικώς παρεμβατικού, ώστε να μην ευδοκιμεί τίποτε κατά συνθήκη.
Το σύνηθες λοιπόν, είναι ο αναγνώστης (ο απλός αλλά και ο κριτικός) να αντιμετωπίζει το κάθε ποίημα (τόσο της επίγνωσης όσο και της ενόρασης) με την δική του «λογική του επίγνωση». Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν γίνονται πλέον σημαντικές διαπιστώσεις, αλλά μόνον δευτερεύουσες – εκείνες που επαληθεύουν την λογική στεγανότητα.
Σήμερα, θεωρώ πως η ποίηση μπορεί να γραφτεί (γιατί οι άλλοι γνωστοί τρόποι έχουν ήδη εξαντληθεί) μόνον μέσω μιας δράσης ενορατικής, και ως εκ τούτου ως τέτοια να εκτιμηθεί.
Για κάθε άλλη περίπτωση η αδιαφορία μου είναι δεδομένη… Η δική σου;











Προς τι οι οδηγίες προς ναυτιλομένους; Σαν να προσπαθούμε να χώσουμε το πλοίο στο μπουκάλι. Μιλάς για ενόραση ως μετωνυμία της έμπνευσης. Μεγάλη κουβέντα είπες (sic). Δηλαδή δεν μπορείς να εμπνευστείς, να δεις πέρα από τα πράγματα με την επίγνωση; ; Oσο για τη λογική δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι υπάρχει σήμερα μονοδιάστατα (και ότι ακολουθείται κατά κόρον). Λες λογική πιθανοτήτων, λες λογική τυπική, λες λογική διαλεκτική, λες συνδιαστική κλπ. (Πιο πολύ προς άστρα κι όραμα πάει η δουλειά με την ενόραση σήμερα κι η λογική λαθραίο όχημα σκοπών)
Υπάρχει μια ιστορία, ίσως φανταστική, ενός εργάτη σ’ ένα εργοστάσιο συσκευασίας τού οποίου η δουλειά ήταν να τραβάει έναν μοχλό κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Μετά από λίγο καιρό ανακαλύφθηκε ότι ο μοχλός δεν ήταν συνδεδεμένος με τίποτα.
δεν γνωριζω η ενοραση πως λειτουργει στης γραφης τη διαδικασια -ως αναγνωστης ποιητων και δοκιμιογραφων εμπιστευομαι την (ενορατικη; ) κριση μου: ο υδροσωματισμος ειναι η προβληματικη εκεινη κατασταση κατα την οποια ενα μικρο κεφαλι -αλλοτε σε σχημα “π”- στηριζεται πανω σε ενα υπερμεγεθες σωμα
Ο Einstein έλεγε ότι η φαντασία είναι σημαντικότερη από τη γνώση (είναι γραμμένο και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «Η θεμελίωση της γενικής θεωρίας της σχετικότητας» που δίδεται σήμερα μαζί με το Βήμα, το οποίο όμως δεν είναι εκλαϊκευμένο) και ο Μπασό στους μαθητές του να μαθαίνουν πρώτα τους κανόνες και μετά να τους ξεχνούν. Με τη γνώση (που απαιτεί κόπο για να αποκτηθεί) συνειδητοποιείς πρώτα τα πράγματα ώστε η φαντασία να σε οδηγήσει. Η γνώση από μόνη της δεν παράγει αλλά και χωρίς γνώση η φαντασία πώς να λειτουργήσει;
Το αν η γνώση είναι εμπειρική ή όχι δεν έχει σημασία. Ούτε φυσικά αν είναι δομημένη ορθολογικά. Της ενόρασης, αν της πέφτει κάποιος ρόλος, είναι στην παραγωγή στιγμιαίων και απρόβλεπτων εικόνων που και πάλι χωρίς τη φαντασία και την επακολουθούμενη επεξεργασία είναι άχρηστες.
Το να δουλεύεις αποκλειστικά με την ενόραση στην ποίηση το αντιλαμβάνομαι μόνο στην αυτόματη γραφή και μόνο με λέξεις που όμως δε θα σχετίζονται με πράγματα που «έμαθες» κάποτε (ας πούμε το να πιάσω και να γράφω με αυτόματη γραφή και να πετάω μέσα Ατρείδες και δεινόσαυρους είναι ανακολουθία και αυτοακύρωση, εκτός πια και αν με την ενόραση, και χωρίς γνώση, συνειδητοποιώ ότι υπήρξαν!…)
Χωρίς άξια λόγου παραδείγματα τέτοιας γραφής, τζάμπα συζητάμε…
Καλό απόγευμα.
Ετούτη η ανάρτηση έγινε για να κλείσω, κατά το δυνατό, με τις δοκιμιακού τρόπου, αναρτήσεις στο Ποιείν.
Η δόση χαράς είναι μεγάλη, διαβάζοντας τα παραπάνω ασχόλια των φίλων, αλλά αφορά δυστυχώς μια καταστροφική επαλήθευση: αυτήν για την οποία κάνω λόγo στο κείμενο.
Στον κύριο που φρόντισε αυτομάτως να προσωποιήσει το κριτικό εύρημα, (αυτό και αν αποτελεί επίγνωσης κομπόδεμα) χρειάζεται, αλί! να απαντήσω πως δεν εισέρχομαι σε κριτική του έργου κανενός. Ούτε καν του δικού μου – όπου σε αυτό το σημείο φανερώθηκε από τους σχολιαστές περίτρανα πως αστοχούν, τουλάχιστον τραγικά και οπωσδήποτε λόγω νάρθηκα (άλλου τύπου αλλά παρόλα αυτά μιας επιγνώσεως…). Γιατί εγώ να μην διέπομαι από την κριτική που κάνω;
Οι προκαταρκτικοί σας φόβοι.
Ποιος έκανε λόγο για “ποιητικό αποτέλεσμα”, εγώ; Αλλά σας απαντήσω: όχι, δεν με ενδιαφέρει, ως αναγνώστη, το “ποιητικό αποτέλεσμα”, η ποίηση με απασχολεί.
Κάποιος άλλος συσχετίζει την αυτόματη γραφή με την ενόραση – είναι παντελώς αδιάβαστος. Στον Όμηρο δεν υπάρχει ενόραση; Στον Μπλαίηκ; Στον Ουίτμαν; Στον Σαντράρ; Στον Όντεν; (για να αλλάξω και “στρατόπεδο”…) στον Βαγιέχο;
Λοιπόν, το συμπληρωματικό αυτό κείμενο δεν γράφτηκε για να τα βάλω με κανέναν ούτε και για να τα βάλετε εσείς μαζί μου.
Κάντε μια ανάγνωση δίχως τα ρημάδια που κουβαλάτε εντός σας. Ειδάλλως δεν έχει νόημα ούτε για σας, ούτε για μένα, ούτε για κανέναν.
Το στοιχείο που παρουσιάζεται στο κείμενο, δίνοντας την μέγιστη δυνατότητα μιας αναλυτικής προσέγγισης για όσα προτείνω, δεν το ακούμπησε κανείς.
Αναρωτιέμαι μάλιστα γιατί έσπευσαν οι φίλοι σχολιαστές να μιλήσουν ξανά επί ονομάτων ή προθέσεων… Λυπάμαι, κι ας μην γίνεται η λύπη μου δεκτή.
Αν ήμουν κάποιος που πίστευα πως μόνο εγώ έχω δίκιο, θα σας έβαζα μηδέν με τόνο.
Απομένω λοιπόν κι εγώ στη γωνιά μου, όπως ακριβώς και χθες, όχι αναμένοντας αλλά αναβοσβήνοντας.
Όλα αυτά, να θυμάστε πως γράφονται τον Ιανουάριο του 2010 στην Ελλάδα.
Να είστε καλά.
Όσο και αν θέλετε να μας κάνετε να πιστέψωμε πως το κείμενό σας αφορά κι εσάς, το ίδιο επιβεβαιώνει ποιά είναι η στάση σας σε κριτικές σας αναρτήσεις στο ποιειν, και πως υπερασπίζεστε εσείς τα κείμενά σας. Αυτό δεν είναι κακό, καλά κάνετε τα ποιήματά σας είναι εξαίρετα. Ωστόσο όταν κρίνετε κριτικά εφαρμόζετε κατά το δοκούν την θεωρία της ενόρασης. Το παράδειγμα σας το έδωσα παραπάνω. Και αυτά που γράφετε στο σχόλιό σας τα γράφετε με μια τόση αυταρέσκεια. Γιατί? Γιατί ΠΑΛΙ γράψατε κάτι που κανείς δεν κατάλαβε, άρα μόνος σας κατέχετε την αλήθεια των πραγμάτων. Έχετε δίκιο, ανήκουμε στη ελλάδα του ’10 και μόνο ο Λειβαδάς δεν μπαίνει σε “λουμπες” και “τρυπακια”, μόνος του καταλαβαίνει την αλήθεια των πραγμάτων. Σφάλουμε κύριοι, είμεθα καταδικασμένοι σε αργό θάνατο. Audieu! Audieu!
Υ.Γ. Περιμένω το πιτσιρικά εκείνο, νέος ποιητής ών ο ίδιος, να σας πετύχει στο δρόμο και να γυρίσει να σας πεί ένα “Τι λες ρε μαλάκα?!?!?!”. Αλλά κι αυτόν θα τον κατατάξετε στο ποιητικό κατεστημένο που δεν δέχετε την αλήθεια σας…Κι όμως ο ποιητής είναι στο κόσμο για να δείξει τον κόσμο πως να μαθαίνει…
Αγαπητέ φίλε, εάν δεν με αφορούσε πρωτίστως, δεν θα μπορούσα να το γράψω.
Ο τρόπος πάλι με τον οποίο θα κρίνω ως αναγνώστης αυτό που διαβάζω δεν χρειάζεται να είναι υποχρεωτικά τρόπος κάποιου άλλου. Φαίνεται πως σας ενδιαφέρει η πολεμική στην ανταλλαγή των σχολίων μαζί μου, και όχι μια πιθανή συνομιλία (με την αμάρτηση).
Εξακολουθείτε μάλιστα με σφοδρότητα να επαληθεύετε τους φόβους για μία λογική θρόμβωση, επιστρέφοντάς μου ακόμη και εκείνο το “2010”, λες και μόνον ένας άνθρωπος υφίσταται σ’ αυτό το χρονικό σχήμα. Αφαιρείτε άπαντες πλην ενός, γιατί αυτό;
Μην περιστρέφετε παρακαλώ την ανάρτηση γύρω από το όποιο έργο μου. Η ανάρτηση αφορά μόνον τον διαχωρισμό που επιβάλλουν τα φιλολογικά κέντρα στον ποιητικό χώρο, καθώς και την παντελή εξαίρεση της ενόρασης από την δημιουργία της γραφής.
Αλήθεια, θυμάστε τι σημαίνει ενόραση; Είναι η πιο άμεση γνώση του φαινομένου της αλήθειας – ακριβώς γιατί δεν είναι επίγνωση.
Ικεσία
Θεέ μου…
Στάξε
όλες σου τις πνοές στα έγκατά μου
για να βρίσκω τη λεπτομέρειά μου εφικτή
κάθε που ξημερώνει.
Φτερούγισε
σα νεοσσός επάνω απʼ την καρδιά μου
για να μαθαίνω πως πάλλεται η ζωή στη γέννησή της.
Άσε μου κάθε σημάδι αγάπης
σʼ ένα κορμί που παραπαίει στα θελήματα
υπόδουλο μιας άλλης όρασης κατήχηση
σʼ ένα κόσμο που καίει από ενοχές
και ψεύτικες διαμαρτυρίες.
Κύριε…
Δώσε στο στεναγμό ομιλία
και στις αισθήσεις μου ενόραση…
8/8/2008
Με την ευκαιρία:
Την Πέμπτη 28 του μήνα ξεκινά στο Μετς μία σειρά συναντήσεων – κάθε φορά με λίγους συμμετέχοντες (5) λόγω έλλειψης χώρου.
Ο κύριος Αναστασόπουλος αν το επιθυμεί θα μπορούσε να παραβρεθεί.
Ευχαριστώ.
Νομιζω οτι το θεμα που θετει ο κυριος Λειβαδας
ειναι οτι πρεπει να κινηθουμε περα απο την σφαιρα του γνωστου.Αλλα για αυτο χρειαζεται πρωτα απο ολα σαφης επιγνωση του τι ειναι γνωστο σε εμας,τι μας δεσμευει,τι μας εμποδιζει γενικως.Αρα η επιγνωση παιζει βασικο ρολο στην δημιουργικη διαδικασια.Πρεπει να γνωριζουμε τι ειναι γνωστο για εμας και αυτο ειναι δυσκολο γιατι το γνωστο ειναι τοσο αφομοιωμενο που δεν το προσεχουμε καν.Απαιτειτε δηλαδη μια συνειδητη προσπαθεια εκμερους μας,εντονη
προσοχη και μια διαθεση κινδυνου.Αν θελουμε
να παμε περα απο το εμφανες.Με αλλα λογια
θα πρεπει να εχουμε τους λογους μας.Απο κει
και περα νομιζω αρχιζει η διαδικασια.
Αγάπητέ Γιάννη
πάψε να αναζητάς μια κοινή μορφή ασκητισμού. Πάψε να αισθάνεσαι φορέας ενός λόγου που υπερβαίνει την κουλτούρα και μεταφέρει μια ιδέα ιερότητας της ποίησης. Η ποίηση έτσι από μορφή ζωής γίνεται “η θρησκεία της ποίησης”. Οι ποιητές όμως δεν είναι μύστες, άνθρωποι είναι. Τώρα τι ενόραση, τι έμπνευση, τι ενέργεια ρέικι, όλα αισθήσεις πρωτίστως. (αυτό που αισθανόμαστε αληθινά είναι η αλήθεια;)
Ο ορθός λόγος απ’ την εποχή της Διαλεκτικής του Διαφωτισμού αμφισβητείται και κριτικάρεται. Και φτάσαμε στην αποδόμηση που νομιμοποιησε το χάος. Άραγε η αυθεντία πηγάζει απ’ τον ακραιφνή αισθητισμό; Αμφιβάλλω. Ο άνθρωπος δεν κυριαρχείται από ένστικτα, άλλα από ορμές, οι ορμές από συμπλέγματα που ενέχουν το κοινωνικό. Ότι και να κάνουμε ο ορθός λόγος μας βγαίνει φάντης μπαστούνι απ’ την πίσω πόρτα.
Αγαπητέ Κώστα, έχεις όπως όλοι δύο μάτια- μην πας να τα βγάλεις.
1) Ο Διαφωτισμός έχει εισπράξει τις αποτυχίες του και έχει μάλιστα βρει την ωραία του θέση στην ιστορία. Πέραν αυτού όμως μην παίζεις με οκτώ ζάρια, λέγοντάς μου να πάψω οτιδήποτε γιατί καταπατάς το θεμελιώδες μου δικαίωμα να ομιλώ ανοικτά και κατά πως ορίζει η ιδιοσυγκρασία μου.
Παίξε με ένα ζάρι, αν το μπορείς αγαπητέ. Και μάλιστα υποχρεούσαι διότι μου πετάς δύο “πάψε” που ουδεμία απολύτως σχέση έχουν με αυτά που λέω, αλλά κυριότερα, με αυτά που κάνω. Βλέπεις πώς κατήντησε ο Διαφωτισμός; (σου).
Διατύπωσε σε παρακαλώ αυτό που πιστεύεις σχετικά με την άποψη της ανάρτησης, και άφησέ με, προσωπικά, εκτός κουβέντας.
Στο τέλος, αν θες, μέτρησε και τα λάθη που έκανες με τους όρους και τους ορισμούς που χρησιμοποίησες. Και ο φάντης μπαστούνι, ξέρεις από πού… τον δανείστηκες.
Αν πάλι, πιθανόν το βλέπω, θέλεις να σύρεις το ποιόν της ανάρτησης στην φανταστική αρένα της Μαρξιστικής (κατά πως σου φαίνεται από όσα λες) ταυρομαχίας, θα απουσιάζω αενάως.
Σε προκαλώ να μας εξηγήσεις ακριβώς, χωρίς όμως υπεκφυγές, τι εννοείς ενόραση, και πες μας αν η ενόραση είναι αισθητισμός και τι σχέση έχει με την αλήθεια. ΟΚ πάμε ένα ένα ζάρι και μην κολλάς στο πάψε.
Βρίσκω επίκαιρο να παραβληθεί ένα μικρό απόσπασμα από το έργο “Η εποπτεία της στιγμής” ,του Γκαστόν Μπασλάρ ,
όπου διαπιστώνει κανείς εκλεκτικές συγγένειες ύφους και ποιητικής στόχευσης με το Γιάννη Λειβαδά:
“Συνεπώς ,η ποιητική στιγμή είναι αναγκαστικά περίπλοκη :συγκινεί ,δείχνει-καλεί,παρηγορεί-είναι εκπληκτική και οικεία.
Ουσιαστικά,η ποιητική στιγμή αποτελεί μιά αρμονική σχέση δύο αντιθέτων.Μέσα στην περιπαθή στιγμή του ποιητή ,
υπάρχει πάντα λίγη λογική’ μέσα στη λελογισμένη άρνηση,υπάρχει πάντα λίγο πάθος.Οι διαδοχκές αντιθέσεις αρεσουν ήδη στον ποιητή.
Αλλά γιά τη μαγεία,γιά την έκσταση ,πρέπει ο αντιθέσεις να συνάπτονται αμφιλεγόμενα.Όμως δεν αρκεί αυτό,γιατί πρόκειται
γιά μιά αμφιλογία παρορμητική ,ενεργό,δυναμική.Η ποιητική στιγμή υποχρεώνει το είναι να εξυψώνει ή να υποβιβάζει.Μέσα
στην ποιητική στιγμή ,το είναι εξυψώνεται ή ταπεινώνεται,χωρίς να δεχεται τον χρόνο του κόσμου που θα ανήγαγε την αμφιλογία
στην αντίθεση,την ταυτοχρόνία στη διαδοχικότητα.
Θα επαληθεύσουμε εύκολα αυτή τη σχέση της αντίθεσης και της αμφιλογίας ,άν θελήσουμε να επικοινωνήσουμε με τον ποιητή,που,προφανώς
ζεί σε μιά στιγμή αμφότερους τους όρους των αντιθέσεών του.Ο δεύτερος όρος δεν καλείται από τον πρώτο.Οι δύο όροι γεννιούνται μαζί.
Ως εκ τούτου ,θα βρούμε τις αληθινές ποιητικές στιγμές ενός ποιήματος σε όλα τα σημεία όπου η ανθρώπινη καρδιά μπορεί να αντιστρέψει τις αντιθέσεις.
Πιό ενορατικά ,η εδραιωμένη αμφιλογία αποκαλύπτεται με τον χρονικό της χαρακτήρα:αντί γιά τον αρσενικό και ανδρείο χρόνο
που εξαπολύεται και συντρίβεται ,αντί γιά τον γλυκό και υποταγμένο χρόνο που λυπάται και κλαίει,ιδού η ανδρόγυνη στιγμή.
Το ποιητικό μυστήριο είναι μιά ανδρογυνία.
ΙΙ
…..ιδού ,λοιπόν,οι τρείς τάξεις των διαδοχικών εμπειριών που οφείλουν να απελευθερώσουν το,δέσμιο εντός του οριζόντιου χρόνου ,είναι :
1.συνηθίζω να μη συσχετίζω τον δικό μου χρόνο με τον χρόνο των πραγμάτων -σπάζω τα κοινωνικά πλαίσια της διάρκειας’
2.συνηθίζω να μη συσχετίζω τον δικό μου χρόνο με τον χρόνο των πραγμάτων -σπάζω τα φαινόμενικά πλαίσια της διάρκειας ‘
3.συνηθίζω -σκληρή άσκηση -να μη συσχετίζω τον δικό μου χρόνο με τον χρόνο της ζωής-να μην ξέρω άν χτυπά η καρδιά ,
άν η χαρά ωθεί -να σπάζω τα ζωτικά πλαίσια της διάρκειας.
Τότε μόνο επιτυγχάνω την αυτο-συγχρονική αναφορά,στο κέντρο του εαυτού μου,χωρίς περιφερειακή ζωή.
Αίφνης εξαφανίζεται η επίπεδη οριζοντιότητα,Ο χρόνος δεν κυλάει πιά.Αναβλύζει.
….Σαν τους Κινέζους ,ο Μπωντλαίρ βλέπει την ώρα μέσα στο μάτι της γάτας,την ανεπαίσθητη ώρα κατά την οποία το πάθος
είναι τόσο πλήρες ,ώστε να αψηφά την ολοκλήρωσή του.”Στο βάθος των αξιολάτρευτων ματιών της βλέπω πάντα την ώρα ,
άμεσα,πάντα την ίδια ώρα,μιά ώρα πλατιά,πανηγυρική μεγάλη σαν το χώρο,χωρίς διαίρεση σε λεπτά και σε δευτερόπλεπτα,
μιά ασάλευτη ώρα που δεν σημειώνεται πάνω στα ρολόγια “.Για τους ποιητές που πραγματώνουν με τέτοια άνεση τη στιγμή ,
το ποίημα δεν εκτυλίσσεται :πλέκεται,υφαίνεται κόμπο κόμπο.Το δράμα τους δεν ολοκληρώνεται .
Το κακό που θφίστανται είνα ένα ήσυχο άνθος.
Ισορροπώντας στη στιγμή ,χωρίς να προσμένι τίποτε από το πνεύμα των ωρών,ο ποιητής ξαλαφρώνει από κάθε περιττή ζωή’νιώθει
την αφηρημένη αμφιλογία του όντος και του μη όντος.Μέσα στα ερέβη ,βλέπι το δικό του φως.η μοναξιά τού χορηγεί τη μοναχική σκέψη,
μιά σκέψη χωρίς αντίδοτο,μιά σκέψη πυ ανυψώνεται ,που ανακουφίζεται μέσα σε καθαρό ενθουσιασμό.
Ο κάθετος χρόνος ανυψώνεται.Ενίοτε,επίσης βυθίζεται.Τα μεσάνυχτα ,γιά όποιον ξέρει να διαβάζει το Κοράκι,δεν σημαίνουν ποτέ οριζόντια.ηχούν μέσα στην ψυχή κατερχόμενα,ολοένα κατερχόμενα..Σπανίζουν οι νύχτες που έχω το θάρρος να φτάσω στο βυθλό,ώς τοδωδέκατο χτ΄θπημα,ώς τη δωδέκατη πληγή,ώς τη δωδέκατη ανάμνηση..Τότε επιστρέφω στον επίπεδο χρόνο’
συνδέομαι,επανασυνδέομαι ,επιστρέφω,κοντά στους ζωντανούς ,μέσα στη ζωή.Γιά να ζήσω ,πρέπει πάντα να προδίδω φαντάσματα…”
Εντάξι η συζήτηση δε γίνεται με παραθέματα,δεν έχω αντίρηση μα για πρώτη και τελευταί φορά μπαίνω στον πειρασμό και παραθέτω.ΠΡΟΣ ΕΠΙΡΡΩΣΗ!
Κώστα: αναρωτιέμαι πώς μπορεί να ξεκινήσει να σχολιάζει κανείς όταν αναρωτιέται για την ερμηνεία της λέξης ενόραση / εφόσον δεν μπορεί καθένας αν την αντιλαμβάνεται όπως εκείνος θέλει…..
ΕΝΟΡΑΣΗ: όραση σε βάθος μέσω του πνεύματος και άμεση γνώση της αλήθειας χωρίς μεσολάβηση σχετικής κρίσης.
Αδελφέ μου, τι θες και προχωράς σε σχολιασμούς, λοιπόν;
Αλλά πάλι, αν αρχίσεις τώρα (;) να επιμένεις αποκλειστικά και μόνο στην πραγματική, πλέον, ενόραση… βγάλτα πέρα μόνος σου. Εγώ γράφω, αγαπητέ μου, δεν διδάσκω. Ανέλαβε να κάνεις Ανά-γνωση, όπως λέω στο κείμενο.
Με τιμάτε παραπάνω απ’ όσο μου αξίζει κύριε Πανταζή:
Αλλά είναι γεγονός πως ο Μπασλάρ είναι αδελφός μου.
Εσύ κρίνεσαι φίλε κι όταν μας λες κάτι οφείλεις να είσαι σαφής. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν πως μ’ αυτές τις κουβέντες σου γυρνάμε πίσω στο Ρομαντισμό και το αξίωμα “τέχνη για την τέχνη”; Kαι μη με βγάλεις τρελό ή μαρξιστή. Ντόμπρα.
Ήμουν απολύτως σαφής εξ αρχής.
Και δεν είναι απολύτως σίγουρο πως κρίνομαι εγώ
Ρομαντισμός μηδέν, αξίωμα μηδέν και τέχνη για την τέχνη μηδέν. (Αν βέβαια ήμουν ποτέ αναγκασμένος να μιλήσω σαν φιλόλογος, θα έλεγα “τέχνη με την τέχνη”, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση).
Το τρελός είναι συνώνυμο του μαρξιστής;
Πιο ντόμπρα από την υπόδειξη μιας ανά-γνωσης και όχι ανάγνωσης, δεν υπάρχει.
Δεν είναι κακό να γυρίσουμε πίσω στην αρχή και να ξαναπιάσουμε το νήμα. Εμένα πάντως μ’ αρέσουν οι τρελοί μαρξιστές κι όχι οι σκέτοι. Πάντως εσύ επιμένεις στο θεωρητικό πεδίο της ποίησης λειτουργώντας μόνο με ενστικτο κι όχι με τη σφαιρική γνώση των απόψεων που έχουν εκφραστεί.
Υ.Γ.Ο Παχατουρίδης να δεις τι γέλιο που θα βγαζε με τους Χρωμ και τους Λέκτες μικρε μουζάκη.
Κακώς άνοιξα τον διάλογο Κώστα – κατά πως φαίνεται δεν μπορεί να οριστεί τέτοιος.
Δεν επιμένω σε κανένα θεωρητικό πεδίο – αντιθέτως και εντελώς!
Ομιλώ κάθετα και με οριστική ρήξη απέναντι στις θεωρίες περί ποίησης και μόνο κατ’ ανάγκη, όπως και ο σπουδαίος κατ’ εμέ Μπασλάρ, που προσέφερε ο κ. Πανταζής, προβαίνω σε δοκιμιακές εκφράσεις για προφανείς λόγους. Η πίστη της ποίησης υπάρχει πρωτίστως στα έργα της και όχι στα σχετικά με αυτήν γραπτά της.
Και βεβαίως έχω λάβει υπόψη μου τις απόψεις που έχουν εκφραστεί – φαίνεται μάλιστα αν διαβάσεις όχι βιαστικά το κείμενο…
Το κείμενο της ανάρτησης παραμένει, πλην της σχέσης που προσέφερε ο κ. Πανταζής, ασχολίαστο.
συμφωνώ στο ότι η ποίηση γράφεται επειδή θέλει να γραφεί και όχι για να γίνει κατανοητή από κάποιον που θα την διαβάσει.
διαφωνώ στο σημείο που γράφετε για την επίγνωση. πχ κάτι γραμμένο από μένα, ίσως να είχε διαφορετικό αποτέλεσμα από κάτι που θα γράφατε εσείς κι ας αναφερότανε στο ίδιο πράγμα. η ποίηση είναι και έκφραση πέρα από όλα τα άλλα, σωστά;
για τα περί ενόρασης συμφωνώ, αλλά δεν τα έχει αναφέρει και ο ρεμπώ στις επιστολές του;ίσως να κάνω και λάθος.
υγ.γιατί μαλώνουμε πάλι εδώ;
Γιατί διακρίνω εκνευρισμό φίλε Γιάννη
Και γω κόπτομαι για την ποιηση όπως κι εσύ. δεν έχουμε να χωρίσουμε κάτι. Αρνείσαι να παραδεχθείς πως τελικά μας ξαναλές το ρομαντικό l’art pour l’art που παρεπιπτόντως ήταν ριζοσπαστικό για την εποχή του και μάλιστα αποκλείεις και τα πεδία που δεν σε παίρνει (εννοω τα μεταμαρξιστικά αισθητικά ρεύματα) στη συζήτηση.
Δεν υπάρχει εκνευρισμός σε διαβεβαιώ – ένταση υπάρχει. Αρχίζει καθένας μας τα σχόλια από διαφορετική αφετηρία και γίνονται κρίσεις κατ’ ουσίαν ούτε καν παραπλήσιες με την ανάρτηση.
Ιδού τώρα κάνεις λόγο για τον ρομαντισμό μονόπαντα. Δεν με ενδιαφέρει, ούτε και έχω σχέση με το l’ art pour l’ art. To θεωρώ τουλάχιστον λίγο. Και δεν αποκλείω γιατί δεν με παίρνει, αποκλείω για το μη έχων σχέση. Υπάρχει έργο πίσω μου που αποδεικνύει – αλλά, πάλι στο πρόσωπό μου επιστρέφεις την κουβέντα. Η ανάρτηση δεν αφορά το πρόσωπο που την εκφράζει, το πρόσωπο απλώς διέπεται, τίποτε άλλο. Ας αφήσουμε λοιπόν το πρόσωπο.
Παραμένει η ανάρτηση.
Ορθότατα κύριε Καλογήρου, όπως τα λέτε. Εδώ όμως έχουν προστεθεί δύο σημεία, που δεν έχουν απλώς προστεθεί, έχουν εκτοπίσει κάποια άλλα δύο από την θέση που είχαν.
Για να λήξω, περί ρομαντισμού, δεν έχω και τρόπο να εξελίξω αυτά που εννοώ πέραν της ανάρτησης μέσα στα κυτία των σχολίων – είναι αδιανόητο, αλλά και δεν είναι χρήσιμο, καταγράφω ετούτο:
Ce qui est poétique, cʼest moins lʼœuvre que ce qui organise, cʼest moins lʼorganon que ce qui organise.
Η συνέχεια μόνο σε εσάς.
Ευχαριστώ ξανά.
Aγαπητό κείμενο του Λειβαδά
όταν λες να κρίνουμε και να γράφουμε με γνώμονα την ενόραση, γιατί μου έρχεται στο μυαλό η ρομαντική ιδέα ενός καλλιτέχνη-ανεξάρτητου δημιουργού ο οποίος εκφράζεται μοναδικά και “αυθεντικά” και ενός κοινού που διαμορφώνει “ελεύθερα” το γούστο του και επιλέγει ανάμεσα στα έργα που του προτείνονται;
Μήπως καταλαβαίνω λάθος τον ρομαντισμό ή εσένα κείμενο του Λειβαδά;
Φίλε Έκτορα θα απευθυνθώ σε σένα γιατί πριν λίγους μήνες είχες υπεραμυνθεί, σε μια συζήτησή μας, του δόγματος ”ουδείς αγεωμέτρητος εισί ” του Πλάτωνα.
Στα μέσα του 19 ου αιώνα ο χημικός Κέκουλε μη μπορώντας να ανακαλύψει τη μορφή του μοριακού τύπου του βενζολίου (όπου έξι άνθρακες σχηματίζουν ένα κανονικό εξάγωνο) αποκοιμήθηκε στο τζάκι του όπου είδε (ενόραση; πιστεύω πως ναι) στον ύπνο του ένα φίδι να γυρίζει και να δαγκώνει την ουρά του και ξυπνώντας θεώρησε ότι αυτό του προσέφερε τη λύση που έψαχνε, έκανε τους υπολογισμούς του και απέδειξε ότι ο μοριακός τύπος που έψαχνε για το βενζόλιο ήτανε πράγματι το κανονικό εξάγωνο.
Το να έρθει κάποιος σήμερα και να αποδίδει την ανακάλυψη αυτή μόνο στην ενόραση του Κέκουλε και να αγνοεί την ΕΜΠΕΙΡΙΑ του (όπου περιλαμβάνω και τη ΓΝΩΣΗ που του δίδαξαν) είναι τουλάχιστον «άτοπο». Τόσο άτοπο όσο το να λέμε ότι ένας μουσικός που αυτοσχεδιάζει επί σκηνής, τη στιγμή που το κάνει η εμπειρία του δεν παίζει κανένα ρόλο.
Τώρα τι είναι η ποίηση και που βρίσκεται και που όταν θέλει να γραφτεί το κάνει μέσω του ποιητή και τι ρόλο βαράει αυτός, μάλλον θα πρέπει να πάω να ρωτήσω κανά μουφτή ή κανά παπά…
Καλό βράδυ εύχομαι σε όλους. Επιτρέψτε μου να καταθέσω τα αισθήματά μου που δεν σκοπεύουν τους σχολιαστές αλλά τις κινήσεις της σκέψης μας (συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου).
Όλη αυτή η περί πνεύματος και αλήθειας κουβέντα, που η ποίηση θέλει μοναδικά να πραματεύεται, μου φαίνεται αστεία -και πόσο έχω αναλωθεί σε αυτήν μόνο εγώ το ξέρω, ώστε να γελάω με τον ίδιο τον εαυτό μου. Είναι σαν να πρέπει οπωσδήποτε κανείς να είναι μια ομάδα, και έπειτα, αφού επιλέξει ομάδα (επειδή ο πατέρας του είναι, ή επειδή έτσι…) προγραμματίζει τον (δίνει νόημα στον) εαυτό του σύμφωνα με τις επιτυχίες της και τα αποτελέσματά της, όπου και αυτές είναι σχετικές αφού ο καθένας βλέποντας υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα βλέπει αυτά που θέλει και επιθυμεί, ώστε να ικανοποιείται ο νους και να κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Το να ψάχνουμε να βρούμε έναν ολυμπιακό στην ποίηση για να σηκώνουμε κούπες έχει να κάνει με την ανοησία μας και όχι με την ποίηση. Άλλος θέλει να εκλεπτύνει τον λόγο, άλλος να καινοτομήσει, άλλος να δώσει την αλήθεια, άλλος να δοξαστεί, άλλος να προσφέρει, άλλος να γίνει αθάνατος, άλλος προφήτης κτλ. Όλα αυτά δεν είναι για μένα -και συγχωρείστε με για την διατύπωση- παρά πνευματικός αυνανισμός. Δεν είναι παρά ένα γέννημα του νου που απλώς θέλει να εδραιώσει το εγώ του, να το θεριέψει και να κάνει όλο τον κόσμο να περιστραφεί γύρω του. Μου φαίνεται αστεία επίσης όλη αυτή η αγωνία για την ποίηση ώστε να πάει μπροστά, να παίξει μπάλα, να κερδίσει κανα πρωτάθλημα, ή μάλλον να κάνει πρωταθλητές μιας και το πρωτάθλημα δεν είναι παρά μηδέν. Δεν υπάρχει πρωτάθλημα, ούτε (μία) αλήθεια. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς αν όλα αυτά που λέμε δεν είναι παρά ανοησίες, κατασκευές ενός νου που σαν καλλιτέχνης «δημιουργεί» μόνο και μόνο για να διαιωνίζει τη φύση του, αρνούμενος κάθε άλλη φύση, πιο φυσική, πιο απλή, πιο ζωϊκή; Τα αποτελέσματα αυτής της δημιουργίας μπορεί κανείς να τα δει γύρω του, στον κόσμο που έχουμε φτειάξει, μπορεί να τα δει και στον εαυτό του, στη θλίψη του, στον πόνο και την τρέλα του. Όταν διαβάζω κείμενα σαν αυτό που ο κ. Πανταζής αντιγράφει παρατηρώ σε μένα ένα διχασμό: ο νους μου γουστάρει όλο αυτό το πνεύμα, όλο αυτό το καλλιτέχνημα το εξαιρετικά ελκυστικό, και την ίδια στιγμή ακριβώς επειδή ως τέτοιο δεν αποσκοπεί παρά στον αυτοθαυμασμό ενός νου που θεριεύει για να επιβεβαιωθεί, νιώθω ένα είδος λεπτής αηδίας, το σώμα μου νιώθει αυτη την αηδία σαν απαλό τρέμουλο ή σαν σπασμό, σαν γέλιο. Πραγματικά δε θέλω να υποτιμήσω κάτι, προσπαθώ μόνο να είμαι ελικρινής ως προς αυτά που νιώθω αυτή τη στιγμή. Παρόμοια αισθήματα έχω και για δικά μου κείμενα. Πχ. «ο ποιητής ξαλαφρώνει από κάθε περιττή ζωή» λέει ο συγγραφέας. Περιττή ζωή; τι θα πει αυτό; Περιττές σκέψεις, ναι, περιττά πράγματα, ναι, αλλά περιττή ζωή; και μόνο γι’ αυτό δεν μπορώ παρά να πω ακολουθώντας το αίσθημά μου πως ό,τι λέει είναι μπούρδες -τη στιγμή που ο νους μου μου λέει οτι είναι τόσο ποιητικά τα όσα λέει, ότι μοιάζουν τόσο διεισδυτικά. Από όλη αυτή την «πνευματικότητα» θα ήταν προτιμότερο και φυσικά πιο υγιές για κάποιον να αισθανόταν όλο και περισσότερη ζωή. Δεν υπάρχει άσχημη, καλή, ελεύθερη, περιττή, αληθινή ζωή, γιατί δεν μπορεί η ζωή να διαχωρίζεται από τη σκέψη. Υπάρχει ζωή. Και υπάρχει και περισσότερη ζωή. Το μολύβι το πιάνω μόνο όταν θέλω να γράψω. Ο νους όμως είναι πάντα εκεί και υπαγορεύει παραληρηματικά. Από εργαλείο έγινε ο εαυτός που εφευρίσκει πράγματα ώστε να δίνει συνέχεια στον εαυτό του. Μέσα στις εφευρέσεις του είναι και μια ζωή πιο καλή, πιο αληθινή, πιο ελεύθερη, τη στιγμή που δεν θέλει αυτή την ίδια παρά τη δική του συνέχεια -να ρωτάει, και προσπαθώντας να απαντήσει να γεννάει την επόμενη ερώτηση, και μέσω της συνέχειας να δημιουργεί την αίσθηση της ζωής που δεν είναι παρά virtual ζωή. Η ζωή σαν τέτοια είναι εχθρός του.
Τώρα για την ποίηση, μιας και είναι έκφραση αυτής της ζωής, και συγκεκριμένα έκφραση ενός σώματος που δέχεται τα ρεύματα της ζωής, δεν καταλαβαίνω τίποτα από όσα ψάχνουμε εδώ (όχι συγκεκριμένα εδώ, σ’ αυτή την ανάρτηση, αλλά σε κάθε συζήτηση περί ποίησης) να βρούμε, σκοπούς, προορισμούς, τρόπους, συμπεριφορές, ήθος (;) κτλ. Επειδή πάντα μιλώ προσωπικά -το πως αντιλαμβάνομαι προσωπικά τα πράγματα κι όχι ως κάτι που ισχύει ως αλήθεια για όλους, αλλά ως αλήθεια μου, ποίηση είναι το ξέρασμα των σπλάχνων μου. Και κατά το ξέρασμα αυτό (προσπαθώ να) αποβάλλω όλη μου την πνευματικότητα, όλη την κοινωνία, όλο τον πλάτωνα, όλη την στημένη ανοησία αιώνων, κι αποβάλλοντας αρχίζω να με καταλαβαίνω, τελικά ποιος είμαι: η απουσία των άλλων φωνών που όταν μιλάνε μέσα μου, δημιουργώντας πρώτα αυτό το μέσα, σαν δηλητήριο μολύνουν τη μοναδικότητα με την οποία η ζωή προσπαθεί να εκφραστεί από «μέσα» μου. Και αυτό που ήδη μου δίνεται, το αρνούμαι για μια μοναδικότητα που ο νους νομίζει ότι κατασκευάζει, επιλέγοντας ομάδα και προσπαθώντας να την κάνει να κερδίσει, με προσευχές και τρίπλες ώστε να πάρει το μετάλλιο. Ξέρασμα λοιπόν. Των σπλάχνων μου, λοιπόν. Για να ελαφρύνω κι όχι για να γίνω σπουδαίος, όχι για να πω αλήθειες που θα με κάνουν τον κόκορα του κοτετσιού μου. Κι αυτό το ξέρασμα είναι οδυνηρό -άντε να αποδεχτείς πως όλα τα ποιήματα του κόσμου μαζί με τα δικά σου δεν αξίζουν τίποτα, και να αποδεχτείς δια του ξεράσματος, όχι δια της θεωρίας. Γιατί αν μπορούσε κανείς να ξεράσει όλο αυτό, θα νόμιζε πως θα πέθαινε. Κενός από την μπούρδα του πνεύματος, άδειος από στηρίγματα, πνιγμένος από ζωή. Γι ‘ αυτό άλλωστε διαχωρίζουμε το νου από τη ζωή τη στιγμή που είναι ένα. Από κει και πέρα ό,τι να λέμε είναι α-νόητο. Ας δει κανείς τους ποιητές που μιλάνε για τη σιωπή σαν σε έκσταση με στόμα να στάζει μέλι, την ώρα που αυτή η σιωπή αν ποτέ συνέβαινε θα τους τρέλαινε, κι έτσι μιλούν ακατάσχετα. Και μετά αποβάλλουν και την περιττή ζωή άμα λάχει…
Τα ποιήματα καποιου τα εκτιμώ μόνο ως τον κάθε φορά προσωπικό του οδοδείκτη. Μιλάνε γι’ αυτόν, τον δείχνουν, τον απογυμνώνουν, κι έτσι μπορούμε ως αναγνώστες-συμμετέχοντες να τον γνωρίζουμε. Τα ποιήματα είναι πάντα πιο έντιμα από τους ποιητές.
Κώστα Παπαθανασίου, δεν κρύβω το ενδιαφέρον μου για σένα, για όσο σε παρακολουθώ εδώ στο ποιείν. Και επειδή ζούμε θεσσαλονίκη προτείνω να πάμε για κανά ποτό, να ακούσουμε και καμιά καλή μουσική, να πούμε και καμιά «μαλακία» (το λέω με πλήρη συμπάθεια) και γενικά να το φχαριστηθούμε. Μακάρι να είχα τη δυνατότητα να κάνω την ίδια πρόταση και στον Λειβαδά, και σε άλλους συμμετέχοντες στο ποιείν που με ενδιαφέρουν -συμπεριλαμβανομένου των εκδοτών του.
Συγγνώμη για την έκταση του κειμένου. Όπως και για οποιαδήποτε ασάφεια στη βιασύνη μου να πω αυτό που δεν το κατέχω κάθε στιγμή, και μου διαφεύγει και με παραμορφώνει και με εμπαίζει.
Φιλικά και ειλικρινά
Συζητήσουμε τις προάλλες με τον Παστάκα και καταλήξαμε σε μια κοινή διαπίστωση. Σπάνια λαμβάνουμε συνεργασίες παρουσίασης-κριτικής ενός ποιητικού βιβλίου και δη σύγχρονου…
Αντίθετα όλο και περισσότεροι όταν η συζήτηση περιστρέφεται θεωρητικά γύρω από την ποίηση έχουν άποψη (και καλά κάνουν βεβαίως). Δεν παραλείπω ωστόσο να αναφέρω -για να μην αδικώ- τους πολλούς σχολιασμούς που γίνονται πάνω σε συγκεκριμένα ποιήματα που δημοσιεύονται.
Αλλά πρωτοβουλία παρουσίασης αυτών που αγαπάτε ή έπεσαν στα χέρια σας δύσκολα λαμβάνουμε.-ενώ χρόνος συζήτησης και κατάθεσης απόψεων υπάρχει αν κρίνω από τα σχόλια-.
Οι παρατηρήσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν και εμάς τους δυο ασφαλώς.
Η δική μου αίσθηση/επιθυμία είναι η διοχέτευση των γνώσεων-απόψεων-κρίσεων να γινόταν συχνότερα επί συγκεκριμένων βιβλίων.
Μόνο έτσι θα ορίσουμε την ποίηση σήμερα.
Με ονόματα.
Αγαπητέ κ. Γεωργίου ευχαρίστησή μου η συμμετοχή σας – παρότι προσωπικό ξέσπασμα άλλου ενδιαφέροντος, μιλήσατε πέντε κουβέντες με ευκρίνεια.
Αν μου επιτρέπετε όμως: Ακριβώς επειδή η ποίηση, ο ποιητής, ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ ΠΟΤΕ ΑΡΚΕΤΑ να πραγματευτεί όλα αυτά που αναφέρετε στο κείμενό σας, προωθείται σταδιακά σε μία ενορατική διάνοια ώστε να αποκτήσει το μεγαλύτερο δυνατό σχήμα. Δηλαδή να καταφέρει να γράφεται η ποίηση και όχι μόνο να γράφει την ποίηση της περιγραφής της. Εδώ δεν χωρούν ούτε μούφτηδες ούτε πατριαρχία αλλά ούτε, πρωτίστως, ανθρώπινη ηλιθιότητα. Και βεβαίως επειδή τα ποιήματα είναι πιο έντιμα από τους εν λόγω ποιητές, πνιγήκαμε στα ηλίθια ποιήματα.
Με το σχόλιό σας βοηθήσατε όσο κανείς άλλος την ανάρτηση που έκανα.
(Για την Θεσσαλονίκη, σύντομα από κοντά.)
Ευχαριστώ.
Aγαπητέ Γιάννη να σαι σίγουρος πως και εσένα θα ρωτήσω αν έχω απορίες, και τον αγαπητό Μουζάκη και όλους. Να μου λέτε όμως.
Αύριο θα μαι στο “φλου” στον Γκολίτση φίλε γεωργίου, χαρά μου να γνωριστούμε.
Γιάννη Λειβαδά καταλαβαίνω τι λες, και με ενδιαφέρει η θέση σου. Θα ήθελα πολύ να τα πούμε από κοντά. Όχι πίσω από τους υπολογιστές μας. Είχες κάνει την πρόταση πριν λίγες μέρες καλώντας κόσμο σπίτι σου. Αυτό μάλιστα. Δημιουργεί πραγματικές δυναμικές.
Κώστα Παπαθανασίου, τώρα βρίσκομαι σε δίλημμα καθώς την ίδια ώρα έχω κάτι άλλο που είναι αναγκαίο για μένα, ωστόσο όχι υποχρεωτικό. Θα το λύσω και πιθανόν να τα πούμε αύριο.
Καλό βράδυ σε όλους.
(σχόλιο 27)
κε Γεωργίου, αν μη τι άλλο μέσα από το σχόλιό σας προκύπτει η ανάγκη να τεθεί και πάλι το αίτημα της χαμένης ενότητας του κόσμου. Μιας ενότητας όπου καμία ζωή δε θα είναι περιττή. Ένα σωρό διαχωρισμοί μας καταπιέζουν και οι διάφοροι εξουσιαστές τους συντηρούν γιατί έτσι βολεύονται. Η δημιουργία αυλών με τους απαραίτητους αυλοκόλακες η απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξή τους. Αυλών όπου θα θεσμοθετούν και θα αποφασίζουν για ό,τι και όποτε θέλουν και από εμάς περιμένουν υπακοή. Η ποίηση, όπως πολύ σωστά λέτε κι εσείς, δεν είναι παρά ο άνθρωπος και η ξεβρασμένη εμπειρία του στο χαρτί. Το ταλέντο βεβαίως και κάνει τη διαφορά αλλά όλοι έχουν και δικαίωμα και υποχρέωση σε όλα (και αυτό απαιτεί και κόπο) και όταν όλα είναι του Είναι και του Γίγνεσθαι, η ποίηση γιατί να διαφέρει; Και αν δε διαφέρει, προς τι όλες αυτές οι ανοησίες;
Κανείς δε θα μας πάρει την ελεύθερη βούληση (έλεγε ο Επίκουρος) και η εποχή μας απαιτεί κανείς να μη σηκώνει στεγανά για να φοράει τη μάσκα του μύστη και να μοιράζει διπλώματα χριστού…
Αγαπητέ κ. Λειβαδά, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν θα μπορώ να παρίσταμαι δυστυχώς. Σας ευχαριστώ δεόντως για την πρόταση.
Φιλικούς χαιρετισμούς,
Δημητρης
(“προσημείωση”: παρακαλώ μη με πικράνετε. το στέλνω σε όλους με αγάπη).
Η βιογραφία του Ποιήματος
Το ποίημα είναι ένας μικρός άγγελος από δέντρο κι από στάρι. Η μοναξιά του είναι ένας κόκκινος βυθός που ανατείνεται αθόρυβα στο γαλάζιο, για ταξίδια σε γλυκές, μυστικές συμπληγάδες, όπου φυτρώνουν αρχιπέλαγα σʼ όλο το μήκος του γιαλού.
Μπορεί να το συναντήσεις σʼ ένα νέγρικο στενό να συνθέτει ψαλμούς χωρίς θρησκεία, με ήχους από αρχαίο αυλό. Ή μέσα στα γυναικεία στήθια να ζωγραφίζει την αγωνία της προσμονής ατελεύτητων εραστών.
Σημαίνει βασανιστικά κάθε που ξημερώνει και ησυχάζει σαν ξυπνήσεις και το πάρεις στα χέρια σου. Είναι η στιγμή που σε τριγυρίζει ένα ακαταμάχητο λευκό κι ανατριχιάζεις. Που εγκλωβίζεσαι μαζί του σε παρόδους με στενή ηδονική διέξοδο.
Μια βραδιά, το άκουσα νʼ αναζητάει με αγωνία ένα τραγούδι στο βιβλίο των σταχυών και της ίριδας. Ή μια μοναχική πεταλούδα να πετάει σʼ ανοιχτό πέλαγος. Έπρεπε, μου είπε, να βγω στα κύματα. Κι αυτό, με κοιτούσε πίσω απʼ το τζάμι σημαδεύοντας (αγονιμοποίητες) οπτασίες. Το πρωί, έκπληκτος, το βρήκα να παλεύει με μια ερωτευμένη θηλή που είχε σκαρφαλώσει στον αυχένα του.
Δεν ξέρεις ακριβώς ποια είναι η Μούσα του. Μερικές φορές κοιτάζει, θαρρείς, πίσω απʼ τον ώμο σου κι εσύ γυρίζεις και δεν βλέπεις κανέναν. Μόνο τον καθρέφτη να σου χαμογελάει.
Είναι αδύνατο να φανταστείς πόσο ορθάνοιχτες είναι οι αισθήσεις του, με πόση δύναμη σπάει κι ανασυνθέτει τα κρύσταλλα, χωρίς να φαίνεται καμιά ρωγμή.
Τις προάλλες το συνάντησα μέρα μεσημέρι ολόγυμνο, να φοράει μόνο μια ριγέ γραβάτα. Με κοίταξε εχέμυθα και βγήκε. Ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος για τις μεταπτώσεις του. Νομίζεις πως ξεκίνησε για φτηνούς έρωτες κι αυτό κοιμάται μέσα σε μια βιολέτα ή σε μιαν ανοιχτή πληγή που την κλείνει με δάκρυα ή ταξιδεύει με όρκους στα νερά της Στύγας.
Αιμορραγεί και την ίδια στιγμή κάνει νοήματα στη Θάλασσα και στην Άνοιξη, που δεν ξέρουν ποτέ τι θα τους γράψει.
Σε χλευάζει που δεν έχεις πυγμή και σε κάνει ό τι θέλει κι ύστερα σε παρακαλάει να το βοηθήσεις νʼ ανέβει στο λόφο νʼ απολαύσει την Πανσέληνο ή νʼ αγιάσει μια τραγική θυσία.
Κι εσύ συλλογίζεσαι. Ματώνεις τα πόδια να το ακολουθείς και δε σε λυπάται. Σε σέρνει πάνω στα συρματοπλέγματα, σκίζει τις σάρκες σου και σε αποκαλεί ανθρώπινο κτήνος που το γέννησες να σʼ αγαπάει τόσο κι ύστερα, αποκαμωμένο, κάνει υπέροχο έρωτα μαζί σου και κοιμάται. Και σʼ αφήνει, ευχαριστημένο, να κλαις και να κοιτάς την ψυχή σου που βλέπει όνειρα, να την παίρνεις αγκαλιά και να περιμένεις να σε ξυπνήσει πάλι το πρωί, για να ξαναπαίξεις στην αμμουδιά μαζί του ή να ξαναματώσεις.
Στις λίγες περιπτώσεις που τόλμησα να του κάνω τον ατζέντη με παραμέρισε ευγενικά και αυτοπαρουσιάστηκε, φορώντας ένδυμα και χαρακτήρα ανάλογο με τα ταξίδια του. Κι εγώ που είχα κρατήσει με κόπο τις σημειώσεις μου έμεινα στο περιθώριο, αστείος κι αταίριαστος.
Καμιά φορά, νομίζω πως είναι ένας παλιάτσος που μπαίνει λαθραία στη σκηνή, γιατί λείπει το γέλιο. Στην τελευταία όμως παράσταση ταʼ κανε όλα γυαλιά καρφιά με το πρώτο μειδίαμα και βγήκε στο δρόμο να ζητιανέψει δάκρυα.
Όταν έχει τις καλές του, μπορεί να σου δώσει το χέρι να το πας βόλτα, με αντάλλαγμα να κρατάει, σαν πορτοκάλι, την ψυχή σου στα χέρια του. Στην επιστρέφει πάντα γεμάτη ηδονή ή κουρέλι και σε υποχρεώνει να το απαγγείλεις μπροστά σε νοητό κοινό που σε χλευάζει.
Νομίζεις πως το ξεπερνάς σε πάθος κι ανακαλύπτεις με δέος πως έχει πάρει μέρος σε χίλιες επαναστάσεις, σε χίλια μοιρολόγια, σε χίλια τραγούδια, σε χίλιους οργασμούς απʼ τις πρώτες κιόλας λέξεις. Κι είναι χαριτωμένο όταν παριστάνει το «ελευθέριον ήθος», ακουμπώντας την πλάτη και το αριστερό του πόδι λυγισμένο σʼ έναν αμαρτωλό τοίχο.
Σε μια ειλικρινή του εξομολόγηση, μου αποκάλυψε πως είχε καλά μελετήσει τις τρεις συλλαβές του πριν γεννηθεί. Αλλιώς θα έμενε αγέννητο.
Τόσα χρόνια συγκάτοικοι και δεν έμαθα ακόμα το άσμα των ασμάτων του. Αγνοώ αν το ʼχει φυλάξει σε επιφάνειες ή βυθούς, αν και υποψιάζομαι ότι είναι ακόμα καρφωμένο πάνω στο σταυρό, έτοιμο, μʼ ένα φραγγέλιο στο χέρι.
Δεν πήγε στην τελευταία Ανάσταση. Είναι απασχολημένο. Διαδηλώνει συχνά έξω απʼ τη Βουλή των Ονείρων, για μια αγάπη ανθρώπινη, κρατώντας αγκαζέ τον Ερωτόκριτο κι ένα ποτήρι με σπονδές στο χέρι.
Τις νύχτες παραμιλάει. Δεν ανησυχώ. Το συνήθισα. Θα μου λείψει αν σταματήσει. Ιδίως αν σταματήσει να συλλαβίζει εκείνα τα παράξενα ή συνηθισμένα (δεν έχει σημασία) ονόματα- Σύλβιο, Μαρία, Γουσταύο, Γκασπάρ κι άλλα- που θυμίζουν μνημόσυνο και δικτατορίες και βωμούς απʼ όπου ξεκινούν οι ψυχές των μαρτύρων, που καταλήγουν στο κενοτάφιο με τα λιγνά ζαχαροκάλαμα.
Κλαις ποίημα; Το ρωτώ. Και δεν μου απαντάει. Μου δείχνει μόνο την πλώρη της «Τοκομέλας» και τα θολά του μάτια μού λένε «πρόσεχε. Εκεί». Κι εγώ κοιτάζω μπροστά να καταλάβω πού με οδηγεί.
Σʼ ένα ποτήρι, στάζει μια σταγόνα πίκρα, μια σταγόνα θυμό, μια σταγόνα άι σιχτίρ και βάζει φωτιά στο κελί του. Φιμώνει τους φρουρούς, κορδώνεται, στέλνει στο διάολο την είσοδο και φεύγει.
Έχω προσέξει πως σέβεται τ΄απομνημονεύματά του αλλά μελετάει πόντο πόντο τη διαθήκη του. Αν την αντιληφθεί να κάθεται, τη σηκώνει επιτιμητικά. Δεν την αφήνει να κοιμηθεί ποτέ παρά τόσο μόνο, όσο είναι αρκετό για να μένουν καθαρές οι γραμμές της.
Αναρωτιέμαι. Άραγε είναι ευτυχισμένο; Και τολμώ να του το πω. Σκάει στα γέλια, φοράει τη σκελετωμένη πανοπλία που μου μοιάζει και μου δίνει μια σύντομη συνέντευξη.
«Μου αρκεί που είμαι απλά μια υπόσχεση. Μια ακραία ψυχή σε ακριβό τοπίο». Παρατηρώ πως έχει κιόλας χάσει το γέλιο του. Και αποσύρομαι. Βγαίνει κι εκείνο ήρεμα απʼ την πανοπλία για να βρεθεί στο καθημερινό πλάνο. Δε βιάζεται να τελειώσει την υπόσχεση ούτε την ακρότητά του.
Τα δειλινά εδώ είναι φανταστικά. Διαβάζω στο ημερολόγιό του πως τα θεωρεί τη θετική επιφάνεια ενός αρνητικού φιλμ κι ας νυχτώνει. Δεν καταλαβαίνω τη λογική του. Μου λέει πως έχει προσωπική αντίληψη για το θετικό και το αρνητικό ενός φιλμ, όπως ακριβώς και για το φως και για το σκοτάδι, για τη μέρα και για τη νύχτα. Το αφήνω ήσυχο. Θεωρώ την προσωπική άποψη ιερή, όπως και τα προσωπικά δεδομένα.
Σήμερα φυσούσε πολύ. Μου είπε να προσέχω τα δέντρα… Γιατί; «Γιατί απʼ τους κορμούς τους βγαίνουν παιδιά. Το ξέχασες; Δεν πρέπει να χτυπήσουν. Και δεν πρέπει να φοβηθούν, ούτε να μεγαλώσουν μονομιάς, γιατί δεν θα έχουν ρίζα. Κι είναι και μερικά που μόλις βγουν κάτι οσμίζονται και κοιτάζουν πίσω». Δεν το περίμενα πως θα μπορούσε να κάνει τέτοια πρόβλεψη. Το σημείωσα.
Εκείνο, έβγαλε τα παπούτσια του πάνω στα χαλίκια. Ήθελε τα πέλματά του πληγωμένα. Έτσι στέριωνε καλύτερα τους όρκους. Πάνω στη φωτιά περπατούσε καλύτερα ξυπόλυτο γιατί την ένιωθε κι έμενε ξύπνιο. Να πολεμάει το εφήμερο και τους φράχτες. Να μη χαίρεται.
«Όμορφα που ανεβαίνει η κορυφή!», άκουσα. Τινάχτηκα. Είχε κιόλας αναληφθεί γεμάτο τιμιότητα.
Γιώργος Τσακιράκης
Αγαπητέ κ. Καλοζώη διαβάζοντας το σχόλιό μου, βγήκε λοιπόν το παιδί μέσα σας. Ή όχι.
Αποκριθείτε ως μεγαλύτερος του παιδίου θίγοντας σημεία της ανάρτησης.
Δεν σας τιμά η αποφυγή κρίσης.
Το παιδί.
Ο Λειβαδάς γράφει για το αλκοόλ σε σχέση με την ποίηση.
Περίμενα να δω την αντίδραση Λειβαδά μετά το χθεσινό σχόλιο του κ. Ρεούση υπ’ αριθμό 35 και με έκπληξη τον είδα απλώς να εγκαλεί τον κ. Καλοζώη (!)
Οφείλω κατ’ αρχή να ξεκαθαρίσω δυο πράγματα.
1) Ο κ. Λειβαδάς και ο κάθε κύριος Λειβαδάς τη στιγμή που είναι ενήλικας και τη στιγμή που ό,τι κάνει το κάνει για τον εαυτό του δε μου πέφτει λόγος. Δική του είναι η ζωή, δική του και η διαχείρισή της…
2) Ως προς την ανάγκη του ατόμου να βρίσκεται, κάποτε, σε κατάσταση έκστασης είμαι απόλυτα θετικά διακείμενος. Θεωρώ όμως ως απαραίτητη προϋπόθεση ότι η κατάσταση αυτή είναι ενταγμένη στο κοινωνικό γίγνεσθαι (ας θυμηθούμε τους αναστενάρηδες στη βόρεια Ελλάδα) ή σχετίζεται με την ανάγκη διαμαρτυρίας κοινωνικών ομάδων καταπιεσμένων για ρατσιστικούς ή άλλους λόγους (η περίπτωση Bob Beamon είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση για όσους γνωρίζουν την ιστορία των όσων προηγήθηκαν του 8.90 στο Μεξικό) όπου το άτομο υπερβαίνει (λόγω αυθυποβολής θες, λόγω θείας παρέμβασης θες… δε με ενδιαφέρει να το αναλύσω) εαυτό και φτάνει να βγάζει μια εκπληκτική δύναμη.
Λοιπόν για να τελειώνουμε. Εδώ δε μιλάμε για κάποιο κακό ή κακότροπο ύφος ή κάποια παρουσίαση της κακίας ώρας. Εδώ μιλάμε για αισχρή προπαγάνδα καταστάσεων που θυμίζουν παραθρησκευτικές σέχτες και η οποία περνιέται ύπουλα στο όνομα της ενόρασης (sic) όπου, τάχατες, στο όνομά της «Για κάθε άλλη περίπτωση η αδιαφορία τους είναι δεδομένη» ( δηλαδή αν δεν ήταν δεδομένη η αδιαφορία θα μας πυροβολούσαν; ).
Εκτός αν αυτό: «Αυτοί που ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ και πιστέψτε με είμαστε ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ (σ.σ. μήπως έχει σχέση με τις πεντάδες του σχολίου 11; ), έχουμε απαγγείλει τα πλέον ενορατικά μας ποιήματα σε σωματική κατάσταση τέτοια που ξεφεύγει από την κοινή ανθρώπινη επίγνωση και μας είναι παντελώς αδιάφορο να τα περάσουμε στο χαρτί και να τα μοιραστούμε» και στα πλαίσια μιας ενορατικής στάσης ζωής σημαίνει: «πάμε βόλτα το σκύλο στο πάρκο για να κάνει την ανάγκη του».
Δε με αφορά τι κάνετε. Παρακαλώ μόνο ΟΧΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ…
Κύριε Καλοζώη η απάντηση που έδωσα στο σχόλιό σας ήταν απλώς μια απάντηση στο σχόλιό σας – σ’ αυτό που γράψατε, και καλώς γράψατε. Οι σημασίες ή οι αξίες των όρων και των λέξεων είναι μόνον δικές σας όμως. Προς τι το επεξηγηματικό σχόλιο απόψε; Απαντήσατε και σας απάντησα. Υπάρχει κάτι άλλο να συζητήσουμε;;
Κύριε Πρίμπα αποδείξατε επιτυχώς πως δεν καταφέρατε να κάμετε ανάγνωση της ανάρτησης (καθώς και των βοηθητικών σχολίων που κατέθεσα στην πορεία) με το προηγούμενό σας σχόλιο. Το δεύτερο καθιστά ακόμη πιο δυσμενή την θέση σας (την θέση της ανάγνωσής σας δηλαδή).
“Φευ! (Eίπε ξανά η ανάρτηση / όχι εγώ…)
:))
Γιάννη διαβάζω Κόρσο από τις εκδόσεις Νεφέλη σε μετάφραση Κώστα Γιαννουλόπουλου. Το βιβλίο είναι μια επιλογή ποιημάτων του και κυκλοφόρησε το 1982. Ψάχνω να βρω άλλα βιβλία στα ελληνικά και διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει τίποτα! [τουλάχιστον στο google]
Βρήκα όμως μερικές μεταφράσεις που έχεις κάνει στο blog σου και τέλος έχω μερικά ποιήματα του σε μετάφραση Βερονίκης Δαλακούρα και Σταύρου Αντωνίου στην ”ανθολογία” της Μαρίας Λαϊνά.
Αναρωτιέμαι γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο εκδοτικό ενδιαφέρον για έναν τόσο αξιόλογο ποιητή.
Mάτα υπάρχουν και πιο παλιές μεταφράσεις του που κυκλοφόρησαν κάποτε.
Πάντως πολύ σύντομα θα κυκλοφορήσει καινούργιος τόμος με πολλά ποιήματά του.
Θα ενημερωθείς.
Ευχάριστο νέο 🙂
http://images.google.com/images?q=corso&q=source%3Alife
[*σε μετ. Κώστα Γιαννουλόπουλου – Φώτη Αθέρα]
To βιβλίο από τις εκδ. Ελεύθερος Τύπος θα το αναζητήσω. Η ανθολογία Λειβαδά είναι στις προσεχείς αγορές μου μαζί με κείνη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Προσθέτω και την πλακέτα στις σημειώσεις!
Ευχαριστώ για τις πληροφορίες 🙂
Υπάρχουν και παλαιότερες εκδόσεις, άλλες δυο ακόμα. Αν θες να κάνεις φωτοκόπιες, γράψε μου στο e-mail.
Πολύ σύντομα θα κυκλοφορήσει και ο καινούργιος τόμος του Κόρσο από τον Ηριδανό.
Επίσης κείμενα του Κόρσο υπάρχουν στον υπό έκδοση τόμο “Τα Οράματα μιας Απίστευτης Γενιάς / Στοιχεία για την Beat Generation” (400 πυκνές σελίδες με καινούργια κείμενα των Μπιτ και για τους Μπιτ).
Άψογα! Ευχαριστώ Γιάννη 🙂
Κατ’ αρχήν θα συμφωνήσω βέβαια ότι η ποίηση είναι μία. Η τέχνη γενικότερα είναι μία.
Τρανό παράδειγμα το Αρχαίο Δράμα το οποίο δένει αρμονικά και με τρόπο μοναδικό το λόγο,
την κίνηση, τη μουσική και τις εικαστικές τέχνες.
Δεν υπάρχει ποίηση “έτσι” και ποίηση “γιουβέτσι”. Ούτε υπάρχει διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου στην τέχνη. Είναι η Οδύσσεια, είναι η Αφροδίτη της Μήλου, είναι το Impression Sunrise, είναι η Συμφωνία του Νέου Κόσμου, είναι ο Άμλετ. Μορφή και περιεχόμενο ένα πράγμα. Τα άλλα είναι εκ του πονηρού.
Και ο ¨πονηρός” είναι ένα σύστημα, μια κοινωνία που στην ανάγκη για ισοπέδωση στρεβλώνει το “Η τέχνη είναι μία” στο “οτιδήποτε είναι εν δυνάμει τέχνη”. Επτά νότες σου λέει υπάρχουν, οποιοσδήποτε συνδυασμός είναι μουσική.
Εικοσιτέσσερα γράμματα έχει το αλφάβητο, άρα ο όποιος συνδυασμός τους συνιστά ποίηση. Μ’ αυτή τη λογική, αν πάρω ένα πιάνο κι αρχίσω να βαράω άσχετα νότες κάνω μουσική ή χτυπάω ένα μάρμαρο μ’ ένα σφυρί κι ένα καλέμι κάνω
γλυπτική. Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την οποιαδήποτε ανάγκη για ανανέωση/εμπλουτισμού της εκάστοτε “γλώσσας”
και των εκφραστικών μέσων. Πριν ο Σενμπεργκ μιλήσει για δωδεκάφθογγο ήξερε πάρα πολύ καλά την παραδοσιακή αρμονία,
είχε φάει στη μάπα όλο τον Μότζαρτ και τον Μπαχ, είχε γράψει και ό ίδιος έτσι. Αντίστοιχα και ο Πικάσο με τον κυβισμό.Δεν είναι τυχαίο που μεγάλοι έλληνες ποιητές (και όχι μόνο) είναι εξίσου γνωστοί και για έμμετρα και
ομοικατάληκτα έργα τους. Φοβάμαι ότι οι περισσότεροι νέοι ποιητές που ασχολούνται με τον ελεύθερο λεγόμενο στίχο
δεν μπορούν να γράψουν τέσσερις έμμετρες και ομοικατάληκτες στροφές που να βγάζουν νόημα. Πως να ξέρουν λοιπόν τι σημαίνει το “παιδεύω” για να βρω τη λέξη; Τι σημαίνει οικονομία του λόγου και σύμπτηξη νοημάτων;
Για την “ενόραση” δεν συμφωνώ. Ο ποιητής δεν χρειάζεται μεταφυσικές ικανότητες. Εκείνο που χρειάζεται είναι “ακονισμένες” αισθήσεις. “Ποιητής είναι αυτός που μπορεί να βλέπει στο σκοτάδι” λέει ο Ρίτσος,
“The poet doesn’t invent. He listens” λέει ο Jean Cocteau.
Δυστυχώς όμως, σήμερα οι άνθρωποι κοιτάζουν αλλά δεν βλέπουν, ακούν αλλά δεν αφουγκράζονται, τρώνε αλλά δεν τρέφονται,
συνουσιάζονται αλλά δεν κάνουν έρωτα, γενούν παιδιά αλλα δεν είναι γονείς. Κλεισμένοι μέσα στους τσίγκινους επίχρυσους τοίχους που τους έβαλε το σύστημα βιδώνουν ολημερίς μια βίδα σ’ ένα εξάρτημα και λένε πως εργάζονται. Αν μάλιστα αντί να βιδώνουν τη βίδα μπορούν να την αναπαραστήσουν σ’ ένα κομμάτι χαρτί -με μερικές ίσως διαφορές απο την υπάρχουσα- τότε
ισχυρίζονται πως κάνουν καριέρα ή και τέχνη. Βλέπεις ο όλοένα αυξανόμενος καταμερισμός
των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και ο αυθαίρετος κατακερματισμός των ιδιοτήτων των πραγμάτων με σκοπό την ανασύνθεση
τους κατα βούλησιν (π.χ. υγρό πιάτων με εκχυλισμα αμυγδάλου και υγρό μετάξι, διάκριση μορφής και περιεχομένου όπως
προανέφερα κλπ) είναι σημαντικά ζητούμενα για την επιβίωση του συστήματος της ελεύθερης λεγόμενης αγοράς.
Κοιτούν λοιπόν σήμερα οι άνθρωποι -και μάλλον αμήχανα πια- τον κόσμο απ’ ο τζάμι του σαλονιού τους ή του αυτοκινήτου ή το γυαλί της τηλεόρασης. Ακόμη κι αυτό το υπαρξιακό πρόβλημα, η τραγικότητα της ύπαρξης του ανθρώπου έχει -ορθολογισμού βοηθούντος ομολογουμένως- υποβαθμισθεί. Η σχέση ζωή-θάνατος είναι απλά αίτιο-αιτιατό ή κάτι
που είδαμε στις ειδήσεις. Τούτα όχι μόνο να ζήσουμε δεν μας επιτρέπουν πια αλλά ούτε να πεθάνουμε βοηθάνε που έλεγε κι ο Εγγονόπουλος.
Με τα παραπάνω θέλω να πω ότι δεν μπορούν να υπάρξουν ποιητές σήμερα. Γιατί, κατα την ταπεινή μου άποψή, το πρωταρχικό
είναι να συνειδητοποιήσει ο επίδοξος ποιητής ότι δεν υπάρχει “υπάρχω” αλλά “συν-υπάρχω”. Ότι ο ποιητής για να είναι ποιητής γίνεται ένα με τον κόσμο, αναπόσπατο κομμάτι της ανθρωπότητας. Ότι η ανθρωπότητα έχει παρελθόν και μέλλον και ότι
για να είναι ποιητής οφείλει να “θυμάται” και να “προφητεύει” για λογαρισαμό της. Δεν είναι “ενόραση” αυτό.
Είναι “σπουδή της ιστορίας του παρελθόντος και του μέλλοντος” που λέει κι Ρίτσος.
Ούτε όμως και ακροατές/αναγνώστες μπορούν να υπάρξουν. Ο τηλεοπτικός άνθρωπος μόνο θεατής μπορεί να είναι.
Κι έτσι όπως ένας ποιητής έχει το ακροατήριο που του αξίζει, έτσι και το ακροατήριο έχει τους ποιητές που του αξίζουν.
Συγνώμη αν μακρυγόρησα.
Ας πω λοιπόν κι εγώ τα δικά μου, αφού η κουβέντα τριγυρνά γύρω από την ενόραση, δίχως όμως να επιμείνω σε έννοιες όπως αποδοχή, ακροατήριο…δίχως αναφορές σε λόγιες ατάκες. Αν κάποιος δει ένα αυτοκίνητο να έρχεται καταπάνω του, θα αντιδράσει, έτσι δεν είναι; Αν κάτσει να το σκεφτεί, τότε μάλλον κάθε αντίδραση θα είναι μάταιη για τη ζωή του. Από αυτό το σημείο λοιπόν και μετά, δηλαδή μετά από κάποια αυτόματη αντίδραση, ξεκινά η ενόραση, μετά δηλαδή από την αυτόματη ανταπόκριση σε κάποιο ερέθισμα που δεν χρειάζεται να είναι πάντα εξωτερικό, μπορεί κάλλιστα να είναι ερέθισμα της σκέψης και μόνο. Από εκεί και ύστερα, όταν όλα αυτά οργανώνονται με κάποιας μορφής λόγο, μπορούν να οδηγήσουν στον μυστικισμό. Αυτός είναι μια παμπάλαια ιστορία, ας σκεφτούμε τους Προσωκρατικούς ή τους Παλαμιστές, μοναχούς του Άγιου Όρους στο Βυζάντιο που προσεύχονταν σε στάση λωτού.
Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε μύστες της ποίησης(…Μπλαίηκ…), για να διαπιστώσουμε ότι η ενορατική γραφή πάντα υπήρχε και καινοτομούσε, που βέβαια κι αυτή, όπως και η κάθε λογής ενόραση ακόμη και σε απλές καθημερινές πράξεις, είναι ανθρώπινο συστατικό πριν από κάθε επίγνωση. Άντε…τα είπα…
Σε γενικές γραμμές, φίλε περιηγητή, συμφωνώ, αυτονοήτως μάλιστα.
Δεν έκανα όμως ουδέποτε λόγο για μεταφυσική – ορισμένοι σχολιαστές από ενδεχόμενη “απροσεξία” έκαναν.
Ούτε και έδωσα ουδεμία προέκταση για την χρήση της σημασίας της.
Και βεβαίως, το έχω άπειρες φορές επαναλάβει, πως ο ποιητής είναι “με” την ποίηση, όχι “για” την ποίηση.
Εδώ αν θες προκύπτουν τα όποια ζητήματα που δημιουργούν την ουσιαστική τριβή.
Κατά τα υπόλοιπα, είναι περιττό να επισυνάψω οτιδήποτε. Ότι είχα να πω, το είπα στο “Η Ποίηση και η Κατάσταση”.
Σε ευχαριστώ θερμά φίλε.
Περιηγητή, όχι μόνο δεν μακρηγορήσατε, αλλά σε αυτό ακριβώς το πνεύμα θα μπορούσατε να παρατηρήσετε και άλλα πολλά.
Ωστόσο και αυτά που σημειώσατε λίγα δεν είναι.
Κάποια πράγματα καλόν είναι να λέγονται και να ξαναλέγονται.
Εμένα δεν μου μένει παρά να προσυπογράψω το σχόλιό σας.
Β.
Φίλε σχολιαστή, αν μου επιτρέπεις, το ένα και το αυτό όλης της συζήτησης:
Γράφεις ένα ακραίο λάθος: η ενόραση έρχεται μετά από κάθε επίγνωση. Χρειάζεται η κατάργηση κάθε επίγνωσης για να λάβεις ενόραση.
Αυτό δεν το λέει ο Λειβαδάς, το λέει του Κόσμου η φτιάξη. Μελέτησέ το.
Η επίγνωση μέγεθος μικρό – η ενόραση μέγεθος μεγάλο.
Καλό σου απόγευμα. Και σε ευχαριστώ ιδιαίτερα.
Όχι! Το γράφω ξεκάθαρα. Πριν από κάθε επίγνωση υπάρχει η ενόραση.
Συ είπας…. συ υπογράφεις.
(Πέρα από το Ποιείν υπάρχουν λεξικά, εγχειρίδια, μελέτες, βιβλία, ανθρωπότητα).
Συγγνώμη φίλε μου, πραγματικά συγγνώμη, περνά μια φάλαινα έξω από το σπίτι μου.
Εντάξει, κατάλαβα, Μέλβιλ…χρειάζονται ακονισμένα καμάκια.
Χρειάστηκαν 50 σχόλια για να γράψει ο περιηγητής το δικό του και να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα. Κάτι πρέπει να γίνει όμως για να ξεφύγουμε από αυτόν τον μεσαίωνα.
Και συμφωνώ απόλυτα με την προσπάθεια του να βρει αναλογίες με τις άλλες τέχνες. Με την Τέχνη, συγνώμη.
Ότι υπάρχει ενόραση στην καθημερινή μας ζωή, απλά έχουμε εκπαιδευτεί να την παραβλέπουμε, είναι τόσο σίγουρο, όσο σίγουρο είναι ότι αυτή τη στιγμή τα οικονομικά επιτελεία της χώρας μας αλωνίζουν την Ασία για δανειολήπτες. Δυστυχώς η αδυναμία συνύπαρξης δεν είναι καθόλου νέα εφεύρεση και η λεγόμενη στρατευμένη τέχνη δεν ξέρω αν βοήθησε καθόλου τη ανθρωπότητα.
Στα προπέρσινα Δεκεμβριανά θα υπάρξει
συνέχεια, κι αυτό δεν αποτελεί καν υποψία προπαγάνδας. Αν κάτι κατάφερε η λογική σκέψη να οργανώσει καλύτερα είναι το κέρδος, ακόμη και την ίδια τη τέχνη την χρησιμοποίησε. Οπότε ο μεσαίωνας βρίσκεται στην ιδιοσύσταση της σκέψης. Απ΄την άλλη, η πραγματικότητα ορίζει ότι έρχονται δύσκολες μέρες, κι αυτό δεν είναι νέο σενάριο. Σίγουρα κάτι πρέπει όλοι μας να κάνουμε. Αλλά σταματώ εδώ.
Με τσιγκλάει μια αντιστοιχία θέσεωv, ό,τι καταλογίζει ο Γίαννης Λειβαδάς στην “επίγνωση” στον Πλωτίνο καταλογίζεται προς Γνωστικούς,παρομοία αντίκρουση που βγάζει μάτι. Βάζω λοιpόν στο κάδρο Πλωτίνο,το φιλόσοφο της ενόρασης:”΄Ολα είναι διάφανα’ τίποτε σκοτεινό ή άκαμπτο ‘καθένα είναι φανερό σε όλα ως τη βαθύτερη ουσία του ‘είναι το φως γιά το φως.Καθένα έχει το πάν μέσα του και βλέπει το πάν μέσα του σαν κάθε άλλο:όλα είναι παντού ,όλα είναι το πάν,καθένα είναι το πάν’η λάμψη είναι άπειρη(V8,4,1)
το Σώμα του κόσμου προβαίνει εξαίφνης και αμεσολαβήτως ,όπως βγαίνει η ζεστασιά στην εγγύτητα της φωτιάς.
Γιατί αυτό που έννοιωσε εξ αρχής είναι έρωτας φωτός μεγάλου που ξεκίνησε από ένα σέλας αμυδρότατο.(VI 7,33,22).
Βάλλ’ ούτως αίκεν τι φάος ανδράσσι γένοιο