[συμπλήρωμα στο δοκίμιο «Η Ποίηση και η Κατάσταση»]

Η αξία βρίσκεται στο σπάσιμο του ορθολογικού νάρθηκα, στην οξυμένη επινόηση και την διαίσθηση. Επιμένω όμως πως στα ποιήματα που βλέπω τριγύρω, στην καλύτερη των περιπτώσεων, περιγράφονται απλώς οι αφετηρίες από τις οποίες μπορεί να παραχθεί ποίηση – μα δεν παράγεται. Και αυτή η διαπίστωση θεωρώ πως βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με το φαινόμενο της «κατανόησης» της γραφής. Μόνο που η ποίηση δεν γράφεται για να την καταλαβαίνεις. Γράφεται γιατί είναι ποίηση. Γράφεται επειδή το θέλει. Ο αναγνώστης πρέπει μόνο να αποφασίσει αν θα είναι υπέρ της ή όχι…

Η κοινωνία καλλιεργεί μονομερώς την λογική, και όχι την ενόραση. Και η ποίηση είναι τάχα «χωρισμένη» στα δυο: αυτήν που γράφεται ως επίγνωση και σ’ αυτήν που γράφεται ως ενόραση. Είμαι απ’ αυτούς που θεωρούν την ποίηση της επίγνωσης (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ανούσια και βαρετή. Γιατί ακόμη και φιλοσοφικά, αν θέλετε (προσωπικά δεν κόπτομαι), η επίγνωση είναι στην πραγματικότητα τελειωμένη. Αυτό που θα μπορούσε να την σώσει, η Ανά-γνωση (δηλαδή να διέπεσαι από Θάνατο και Άτη), περνά υποχρεωτικά μέσα από το μονοπάτι της ενόρασης – συνεπώς η επίγνωση οφείλει να δώσει ένα τέλος στον εαυτό της και να μεταμορφωθεί σε αξία υψηλότερη. Να δώσει στον εαυτό της μιαν άλλη δημιουργική δυνατότητα· την φιλοσοφία του ρέοντος, του φυσικώς παρεμβατικού, ώστε να μην ευδοκιμεί τίποτε κατά συνθήκη.

Το σύνηθες λοιπόν, είναι ο αναγνώστης (ο απλός αλλά και ο κριτικός) να αντιμετωπίζει το κάθε ποίημα (τόσο της επίγνωσης όσο και της ενόρασης) με την δική του «λογική του επίγνωση». Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν γίνονται πλέον σημαντικές διαπιστώσεις, αλλά μόνον δευτερεύουσες – εκείνες που επαληθεύουν την λογική στεγανότητα.

Σήμερα, θεωρώ πως η ποίηση μπορεί να γραφτεί (γιατί οι άλλοι γνωστοί τρόποι έχουν ήδη εξαντληθεί) μόνον μέσω μιας δράσης ενορατικής, και ως εκ τούτου ως τέτοια να εκτιμηθεί.

Για κάθε άλλη περίπτωση η αδιαφορία μου είναι δεδομένη… Η δική σου;