Χ.

 βυθίστηκα ξανά σ’ ένα χορό

    μακριά από τις κινήσεις των ανθρώπων  
τα σώματά μας   ένα δυο τρία    κατακόκκινα χάδια
    το δέρμα μας  ένα δυο τρία    λόγια ολόφωτα

τα δάχτυλα δεν ξέρουν από πολιτισμό
    μονάχα την ευγένεια της γέννας
μονάχα τη βαρβαρότητα του θηλασμού
    κι έχει περάσει ήδη το ένα τέταρτο της μνήμης
που παρελαύνουν μπροστά μας τα Ανθρώπινα
    κι όταν θα πάψουν κι αυτά να μας ονειρεύονται
τότε ίσως να’ χουμε νικήσει
    τότε ίσως να’ χουμε καταφέρει το Ανείπωτο
τότε ίσως ο νεκρός κι ο άλλος του θάνατος
    μ’ ένα μεγάλο ήσυχο μαχαίρι να μας σκοτώσουν
σημαδεύοντας προσεχτικά τα χέρια μας
    αναζητώντας εκεί αυτό που εμείς βαφτίζαμε στερέωμα
πριν καν ακόμα ο κόσμος αυτός μοιραστεί
     σε τόπους σε ονόματα και σε ήρωες
σ’ αυτά που ξέρουμε
σ’ αυτά που βλέπουμε
και στα άλλα
που κοιτάμε 

     κι όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιους φόνους
     θα στριγκλίζει η σελήνη τ’ όνομά σου
     θα στριγκλίζει στ’ όνομά σου τ’ όνομά μου
     θα στριγκλίζει στ’ όνομα μου επάνω ολομόναχη
     μια δαγκωμένη γήινη σφαίρα
     κι η πιθανότητα μιας ειπωμένης Άνοιξης
     μιας Άνοιξης επόμενης

βυθίστηκα λοιπόν ξανά σ’ ένα χορό

μια τέτοια νύχτα, αργά,
συναντηθήκαμε
σαν να έπρεπε κι οι δυο μας
 να απαντήσουμε σε κάτι

 
όπως όταν πεθαίνουμε.

συγχρονίζονται κάποτε οι πτυχές του Σύμπαντος
όπως όταν πεθαίνουμε ακουμπώντας στην πλάτη του Φωτός
και στα χέρια μας
και στα χέρια του εκλιπόντος
αστερισμοί διάτρητοι κι ελλειπτικές ρομφαίες
φαλτσάρουν σχηματίζοντας τροχιές κι αληθινούς αγγέλους
ακαριαία όμορφους κι απελπιστικά στιγμιαίους.

γύρω απ’ τα στήθη μας
γύρω από την Αλήθεια  τριγύρω
φωτοβολούν ίαμβοι και δεκαπεντασύλλαβα πουλιά
απομεινάρια θεσπέσια μιας παλιάς γιορτής
που κυοφόρησε από τα πρώτα της κιόλας χειροκροτήματα
γένη παυσίλυπα και ράτσες απεγνωσμένες ως το Τέλειο

εδώ στο Καίριο
εδώ στο Ηθελημένο
με τα τεράστια λεξήμορφα ουρανοτρύπανα
ας θρυμματίσει απόψε η ανάσα μας
τούτο το άχαρο τσόφλι
που μας το μάθανε ουρανό.΄

 
η θέα

ζω της ευγνωμοσύνης σημαίνει:
 επενδύω στην υπεραιμία μου
ψυχή είδα και κατέχω
την τέχνη της ευγενούς παραπλάνησης
όπου καθίζουν οι αγαπημένοι μου τις τύχες τους
       
  κάθε λίγο ανάμεσά μας αστράφτει κι ένα κάλλος
  κάθε λίγο ο εκλεκτός του νοήματος λανθάνει και κλείνει
(σημείο σημαίνον:
όσο κι αν τον πετροβολείς,
θα ξανάρθει.)

υπενθύμιο γενεθλίων

εσύ να εκλεκτίζεις την ημέρα και να ευωδιάζεις
να είσαι πύρα˙  
να μοιάζεις στο αίτιο της λευκότητας
να μοιάζεις στον άγγελο˙     να μας τον δείχνεις με το δάχτυλο

να έρχεσαι πάντα από εκεί όπου συνέβη πάθος

επωάζοντας έναν καινούριο ενεστώτα να κατέχεις το φτερό σου
και τη μεγαλόσημη ιδιότητα του ερωτολήπτη
εκεί κι απ’την αγάπη ακόμα ν’ανάβεις
κι από το στόμα σου
να κρέμονται δρακόλιμνες οι μνήμες και τα γεγονότα
την ομορφιά σου διαγράφοντας από τις λίστες
των επιβαινόντων προς αναχώριση πόθων

τυλίξου με τώρα -αυτό το καταχείμωνο κρατάει ως να το φτύσεις
για σένα αυτός δημιουργήθηκε
κόσμος
κι όταν γλιτώσει απ’ την υπόθεση της νόησης
θα σου απαγγείλει σε μια λιακάδα την Ακαιρεότητα
 μα ώσπου να πάρει το σχήμα σου
εσύ θυμήσου: από τις χαραμάδες σου που βγαίνει ανάμεσα
πάντα σε θάλασσα αυτό
την ώρα που φιλιόμαστε
θα καταλήγει