Δέκατη τρίτη ουσία

Δέκατη τρίτη ουσία
Αθόρυβα διέρρευσε
Σε αυτά λίθινα δάχτυλα
Κι άσε τα να μιλήσουν για εσένα.
Άσε τα να διακυβεύσουν
Το παράλογό σου.
Σαν αυτά τίποτα
Δεν ωρύει τα ασφυκτικά παραμιλητά σου.

Δεν απέμεινε άλλος χώρος
Μέσα εδώ,
Ούτε και χρόνος.
Στέρεψαν όλα.
Ανταμώσαν οι τοίχοι,
Το ταβάνι το πάτωμα αγκάλιασε
Και η μαύρη σου πεταλούδα
Έγινε ο χωροχρόνος των πάντων.

Διαισθάνομαι πως κάπου σε ένα πέρας
Ένα παιδιάτικο σύννεφο με προσμένει…

Το τέλος των παραμυθιών

Είναι ο κόσμος μεγάλος
Και η ζωή μικρή.
Η μοίρα είναι τυφλή
Και οι εξουσιαστές διεφθαρμένοι,
Παιδί μου.
Έτσι μου είπαν αυτοί που περάσαν πριν από εμένα
Και για να το είπαν κάτι θα ξέρουν.
Άλλη γνώση απʼ αυτή δεν έχω να σου δώσω.

Η αγάπη περιστρέφεται ναρκισσιστικά γύρω απʼ το εγώ της.
Άλλη αλήθεια έξω απʼ το σώμα αυτό
Δεν υπάρχει.
Ο Θεός μας βαρέθηκε κι έστρεψε το βλέμμα αλλού
Και δρόμος ορθός
Δεν υπάρχει,
Παιδί μου.
Αυτά μόνο έμαθα στα εικοσιοχτώ αυτά χρόνια,
Μα δεν μπορώ όρκο να πάρω για την βεβαιότητά τους.

Τι άλλο να σε διδάξω;
Την ευγένεια; Την αγάπη; Την υπακοή;
Την ισότητα; Την υποταγή στα ιδανικά της γνώσης,
Της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης;
Πώς να σου εμφυσήσω όλες αυτές τις ιδέες
Δίχως να φοβάμαι πως θα με πιστέψεις
Και πως μια μέρα η υποκρισία του κόσμου
Θα γίνει βράχος
Που πάνω απʼ το κεφάλι σου θα ταλαντεύεται;

Μόνο αν αλλάξω το τέλος των παραμυθιών
Ίσως μπορέσω να σου δείξω μια αντανάκλαση της ζωής.
Η Χιονάτη κείτεται ακόμα μέσα στο γυάλινο φέρετρο
Με την μπουκιά του μήλου σκαλωμένη στο λαρύγγι.
Η νάνοι επέστρεψαν στην καθημερινότητά τους,
Κόβουν ξύλα στο δάσος, μαγειρεύουν μονάχοι τους.
Το σπίτι τους ανέκτησε την παλιά του ακαταστασία
Και τα μόνα που προστέθηκαν σε αυτό
Η κενή της διαθήκη στο τραπέζι
Και κάτω από τα μαξιλάρια τους
Σαν έμβρυο κουλουριάζεται η ελπίδα
Πως το βασιλόπουλο από το πέρας
Θα ʽρθει μια μέρα και θα την αναστήσει.
Η Σταχτοπούτα δίπλα στο τζάκι
Κλαίει για το γοβάκι που έχασε μέσα σε ένα παραμύθι.
Ο ψεύτης βοσκός ξεσηκώνει το χωριό με τις ψευδές επικλήσεις βοηθείας
Μες την αιωνιότητα.
Έμαθε πως αν αλλάζει την χροιά της φωνής του
Θα τον πιστεύουν πάντα.
Η Ωραία Κοιμωμένη σκεπάστηκε απʼ τα βάτα και τα αγριόχορτα.
Χιλιάδες ιππότες πέρασαν από επάνω της
Μα όλοι τους φοβήθηκαν να χώσουν το χέρι μέσα στα αγκάθια
Κι έτσι έκαναν πως δεν μύρισαν την σήψη που ανέδυε η ανάσα της.
Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ εντέλει δεν βρήκαν τον δρόμο τον ορθό
Και χάθηκαν για πάντα μέσα στην σκοτείνια του δάσους.

Μα δεν έχω το δικαίωμα
Να σου μεταδώσω ακατέργαστη την δική μου αλήθεια
Κι έτσι θα κάνω κι εγώ ότι μια μάνα οφείλει να κάνει.
Θα στολίσω την σκέψη σου με ψέματα και πλουμίδια φανταχτερά
Και στο τζάμι του δωματίου σου θα ζωγραφίσω
Ένα στριφογυριστό δρόμο με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου
Που θα τελειώνει σε ένα βουνό από δάφνες και ροδοπέταλα.
Στην κορυφή του θα στέκει αγκιστρωμένος
Ένας πελώριος πορτοκαλής ήλιος
Που χαμογελαστός θα σε καλεί.
Και θα σου πω,
Ιδού,
Να ο κόσμος!
Πήδα έξω
Να πας να τον κατακτήσεις…

Ο Κήπος

Από εδώ ο κήπος μου,
Δέκα επί έξι,
Φρουρημένος με ένα δίμετρο τοίχο
Και τα δέντρα των γειτόνων.
Από εδώ ο κόσμος μου,
Με σκόρπιες φούντες μαραμένου γκαζόν,
Άδεντρος, αλούλουδος,
Δυο μπουκαβίλιες έχει όλες κι όλες στην μια του άκρη,
Η μία η μαβιά
Και η άλλη η παράξενη
Με τʼ άλλα λευκά κι τʼ άλλα ροζ άνθη,
Έχει γίνει το κέντρο της απορίας μου:
Πως γίνεται το ίδιο σώμα
Να γεννοβολά δυο χρώματα;
Αυτή μου είναι προς το παρόν
Η πιο βασανιστική υπαρξιακή αναζήτηση.

Από εδώ ο κήπος μου
Και μέσα του όλη η ζωή μου.
Συχνά συνομιλούμε οι δυο μας
Για τα ίδια και τα ίδια,
Πράγματα που οι άνθρωποι ίσως θεωρούν ασήμαντα.
Την παχιά γάτα που παράνομα σκαρφαλώνει στον τοίχο τις νύχτες,
Τα μυρμήγκια που κατατρώνε τα σπλάχνα του.
Κοιτιόμαστε βαθιά στα μάτια,
Μα αυτό που τα κάνει να ιδρώνουν
Τρέμουμε να το μαρτυρήσουμε
Κι έτσι μιλάμε για φαινομενικές ασημαντότητες.
Παραπονιέμαι για το γρασίδι που δεν φύτρωσε ομοιόμορφα,
Ο κήπος με διαβεβαιώνει πως αυτό δεν είναι φυσιολογικό
Μια και η άμμος της ερήμου είναι η πιο γόνιμη.
Με καθησυχάζει πως αυτό δεν είναι το μόνο παράδοξο σε αυτό τον κόσμο.
Λέμε για το βουητό των αμαξιών
Που φτάνει ως εδώ από ένα δρόμο μακρινό
Και ταράζει την γαλήνη μας.
Καμιά φορά έχω επισκέπτες,
Μα με θυμώνουν όταν βγαίνουν στον κήπο.
Ποδοπατάν το χώμα του
Και φυγαδεύουν τους κόκκους του στον πάτο των παπουτσιών τους.
Με το βλέμμα τους σπιλώνουν την ομορφιά της δίχρωμης μπουκαβίλιας,
Μα θυμώνω περισσότερο
Όταν πετάνε τα αποτσίγαρά τους στο άρρωστο γρασίδι.
Καμιά φορά βγαίνω έξω για ποτό, για δείπνο,
Μα πάντα επιστρέφω με μια πικρία στο στόμα.
Καμιά φορά ακούω φωνές πέρα από τον φράχτη,
Γέλια και κλάματα παιδιών,
Γονείς που τα μαλώνουν,
Ανυπόφορες μουσικές από μπάρμπεκιου πάρτις.
Συχνά ακούω τους γείτονες να συζητούν.
Ένα ζευγάρι
Στην άλλη άκρη του φράχτη,
Λίγα εκατοστά πιο πέρα μα σε ένα σύμπαν ξέχωρο.
Συζητάν μονότονα σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα,
Μάλλον Βαλκανική,
Μα έχω αρχίσει κι αναρωτιέμαι
Αν είναι φωνές
Αδέσποτες
Που δεν ανήκουν σε σώμα κανένα,
Ή αερικοί γόνοι του νου μου.

Κάθε βράδυ κάτω από το φεγγαρόφωτο
Ένα ένα μετράω τα ξερά τα χορτάρια
Όπως όταν ήμουν παιδί τʼ άστρα μετρούσα.
Στο σκοινί της μπουγάδας τα ποιήματά μου,
Μουντζουρωμένες σελίδες κρεμασμένες τακτικά με κόκκινα μανταλάκια.
Μυρίζουν χλωρίνη σαν τα φρεσκοπλυμένα λευκά
Και οι όψεις τους είναι σαν των θανατοποινιτών στην κρεμάλα
Που αντί να φοβούνται τον θάνατο
Φοβούνται νʼ απαντήσουν του δήμιου τα μάτια.
Τʼ απαγγέλουν τα φύλλα των δέντρων όταν τα φυσάει ο άνεμος,
Τα σμήνη από τα πολεμικά αεροπλάνα που πετάνε από επάνω μας τα μεσημέρια
Και τα πουλιά μέσα στις φυλλωσιές με τα εκνευριστικά τιτιβίσματά τους.

Ο κήπος μου είναι η μόνη αλήθεια.
Πέρα απʼ τον φράχτη κατοικεί η αβάσταχτη πλάνη…

Δεν φοβάμαι τον έξω κόσμο
Τόσο
Όσο τους ανθρώπους
Που πιστεύουν ότι ο κήπος μου κάνει κακό.
Μα αυτοί δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν
Την γλώσσα της άμμου…

Ότι απέμεινε εδώ

Ότι από εσένα απέμεινε εδώ,
Τα δακτυλικά σου αποτυπώματα
Που στα κλεφτά τρύπωσαν
Μέσα στις σκοτεινές ρωγμές
Από τα άφτιαστα σεντόνια.
Η πρώτη γκρίζα τρίχα απʼ τα μαλλιά σου
Έχει σκαλώσει στον ασημί ιστό μιας αράχνης
Και του αρώματός σου ίχνη
Ξεχάστηκαν σε ένα αφόρετο παλτό στην ντουλάπα
Και να ανακατώθηκαν με την μυρωδιά της ναφθαλίνης.

Ότι απέμεινε εδώ
Είναι αστραπιαίες μνήμες
Να αποσυνθέτονται στα παράσιτα του χρόνου.
Αυθαίρετες λέξεις,
Προτάσεις λειψές,
Σκόρπιες συλλαβές σαν τα βότσαλα στην ακτή
Που κάποτε ήτανε άσειστα βράχια.
Είναι εικόνες μισοφωτισμένες, θαμπές
Σαν φωτογραφίες σκισμένες:
Το χέρι σου να εκτείνεται προς εμένα
Και το σώμα σου να σβήνει μέσα στο αδιαπέραστο σκοτάδι.

Μα τα κενά στην μνήμη τα συμπληρώνει το όνειρο.
Με τις τυχαίες συλλαβές υφαίνει τα λόγια που θα ήθελε να είχες πει,
Βράχια ακλόνητα στον μάνητα των καιρών.
Τις μισές προτάσεις τελειώνει με το τέλος που θα έπρεπε να είχαν
Και πέρα από το ακρωτηριασμένο χέρι που εκκρεμεί στο σκοτάδι
Ίσα που διακρίνεται το περίγραμμα των πυλών του Παραδείσου.

Ότι απέμεινε εδώ
Είναι μια αμφίβολη εντύπωση
Διαποτισμένη με αλήθεια και ψέμα.
Είναι μια άμορφη μάζα μνημών και ονείρων
Που έγιναν ένα,
Όπως το άρωμα σου που έσμιξε με αυτό της ναφθαλίνης
Κι άλλο πια δεν μυρίζεις εσύ
Μα ούτε και η ναφθαλίνη,
Μα κάτι άλλο ξένο
Που δεν έχει όνομα.

Κι είναι ίσως αυτό και μόνο αυτό
Που απέμεινε εδώ
Να μνημονεύει το πέρασμά σου,
Κάτι ξένο
Που όνομα δεν έχει.

Μαριορή

Δεν μου απέμεινε ουρανός για να ατενίζω
Άλλος από αυτό το τσιμεντένιο το ταβάνι
Κι απʼ τον φεγγίτη που ʽναι σαν τρύπα από βελόνι
Την ισχνή ηλιαχτίδα που παράνομα τρυπώνει
Και στους τοίχους κάνει τις σκιές να στήνουνε χορό.

Δεν μου απέμεινε άλλος κόσμος να θυμάμαι,
Καμία μνήμη παυσίπονη να με παρηγορήσει.
Ότι με αγάπη αναθυμούμαι μια βδέλλα
Που από τις φλέβες μου λαίμαργα ρουφάει
Όση λίγη ζωή στο κρεβάτι τούτο με κρατά.

Δεν μου απέμεινε άλλη σκέψη από εσένα,
Κι αν σε φοβούμαι άλλο τόσο σε ποθώ.
Δεν μου απέμεινε άλλη ελπίδα από εσένα,
Κι αν σε αποδιώχνω άλλο τόσο σε κλητεύω
Να ʽρθεις να μʼ απαλλάξεις απʼ τον πόνο.

Κι αν έρθεις απόψε, όπως είπαν οι γιατροί,
Έλα την ώρα εκείνη που βαθιά κοιμάμαι
Και ονειρεύομαι την αλλοτινή μου την ζωή.
Μην με ξυπνήσεις παρά μαζί με τʼ όνειρό μου
Νανούρισέ με μες στις σκοτεινές σου τις παλάμες.

Κι αν έρθεις απόψε, όπως είπαν οι γιατροί,
Μην με ξυπνήσεις παρά μέσα στʼ όνειρό μου
Ταξίδεψε με μες τ΄ όνειρο εκείνου που αγαπώ,
Για να του πω στερνή φορά τον έρωτά μου
Και πως εγώ που άνθρωπος γεννήθηκα έχω πια πεθάνει
Σαν μια ανήκουστη και φρούδα προσευχή.

Αν…

Αν μεταβαίναμε μαζί με τον χρόνο
Στην Αιωνιότητα…
Αν μεταλαβαίναμε μαζί με το κρασί
Την συγχώρεση…
Αν η μετάνοια εξάγνιζε…
Αν η γνώση μετουσίωνε…

Αν οι σκέψεις μας είχαν φωνή….
Αν οι φωνές μας ήταν καράβια
Με πανιά μεγάλα,
Λευκά σαν κρίνα…
Αν αδιάβλητες μπορούσαν να φτάσουν
Στην άλλη άκρη του κόσμου…

Αν η τέχνη εξάγνιζε…
Αν η τέχνη μετουσίωνε …
Αν ο έρωτας ήταν ο δαμαστής
Και η πραγματικότητα το αγρίμι…
Αν μας συλλογιόταν ο θεός
Μέσα απʼ τα αβάσταχτα κενά της ανυπαρξίας του…
Αν η αγάπη είχε ηχώ…
Αν είχε το χρήμα αξία…
Αν ήταν η απώλεια σύντροφος…
Αν ποτέ δεν νιώθαμε μόνοι…

Αν αυτό που δεν μπορέσαμε να γίνουμε
Είχε δικό του σώμα,
Ζωή και όψη δική του…
Αν σʼ ένα σταυροδρόμι ποτέ μας συναντούσε…

Αν είχαν τα όνειρα υφή…
Αν είχαν ξόρκι οι εφιάλτες…
Αν είχαν παλάμες οι μνήμες μας…
Αν τρυφερά τις απλώναν εμπρός μας…
Αν είχαν αυτογνωσία τα ονόματά μας
Και στον καθρέφτη αντανάκλαση δική τους…
Αν με το μεδούλι και το αίμα μας
Δεν τρέφαμε του θανάτου το βρέφος
Που στις μήτρες μας μέσα σπαράζει…

Αν ήταν ο δρόμος στρωμένος με δάφνες και ροδοπέταλα…
Αν σε κάθε τέλος παραμόνευε μια πόρτα…
Αν κάθε αντίο ήταν μόνο ένα ξημέρωμα…
Αν μεταβαίναμε μαζί με τον χρόνο
Στην Αιωνιότητα…

Αν ήταν παυσίπονη η ποίηση…
Αν ήταν οι νότες αναλγητικές…

Αν δεν είχαμε εφεύρει το «Αν»…
Αν είχαμε καταργήσει το «;»…