Να καταργηθούν οι επετειακές εκδηλώσεις για το Πολυτεχνείο, υποστήριξε ο Δημήτρης Παπαχρήστος, από τους πρωταγωνιστές της εξέγερσης του Νοέμβρη του 1973, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το βράδυ του Σαββάτου στο κτίριο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Ο Δημήτρης Παπαχρήστος, όπως και οι άλλοι ομιλητές της εκδήλωσης “Η δημοκρατία της μεταπολίτευσης”, η οποία πραγματοποιήθηκε με ευθύνη της παράταξης δημοσιογράφων “Ασύνταχτος Τύπος”, αναφέρθηκε στα διαχρονικά μηνύματα της εξέγερσης των φοιτητών κατά της χούντας, λέγοντας ότι αυτά μένουν ζωντανά όσο υπάρχουν πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες που επιδιώκουν να πραγματώσουν στόχους όπως η κοινωνική δικαιοσύνη και ελευθερία.
“Οι γιορτές για το Πολυτεχνείο σήμερα δεν λένε τίποτα. Αυτό που αξίζει σήμερα να θυμάται κανείς από το Πολυτεχνείο είναι οι στόχοι και η λειτουργία της αμεσοδημοκρατικής εξεγερτικής συλλογικότητάς του”, τόνισε και περιέγραψε πώς οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι από κοινού αυτοοργανώθηκαν και συντόνισαν ένα κίνημα αντίστασης ξεπερνώντας κομματικές ταυτότητες και αυταπάτες.
“Υπήρχαν διαφορές, αλλά αυτές μπροστά τα γεγονότα δεν καθόρισαν τις εξελίξεις. Υπήρχε και φόβος, αλλά όταν λειτουργείς συλλογικά τον απωθείς και προχωράς μπροστά, χωρίς να λογαριάζει το κόστος”, υπογράμμισε και κάλεσε τους νέους να δημιουργήσουν νέα Πολυτεχνεία.
Προσωπική Ευθύνη: Συνέντευξη του Δημήτρη Παπαχρήστου
Μαθητικό περιοδικό των Γυμνασίων Λίμνης (1993-1996) και Μαντουδίου (1996-1998) υπό το συντονισμό του φιλόλογου καθηγητή Δημήτρη Μπαρσάκη, στα πλαίσια προγράμματος περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Τεύχος 8. Απρίλιος 1996
Τη συνέντευξη πήραν οι μαθητές Γιώργος Τσιτσίγκος και Βαγγέλης Αλεξίου
Ο Δημήτρης Παπαχρήστος γεννήθηκε το 1950 στον Αγ. Γεώργιο Ιστιαίας και σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Παράλληλα ορθογραφεί σε Αθηναϊκή εφημερίδα και είναι παραγωγός εκπομπών στην κρατική ραδιοφωνία. Επίσης γράφει ποίηση και πεζογραφία (“Με το ποδήλατο”, “Διάτρητος”, “Ο άλλος Κεμάλ”, “Το μοναστήρι να’ ν’ καλά”, “Ανάκατα δια πυρός υπέρ”, “Το άγριον όρος της ψυχής”, “Εκ των υστέρων”, “Ο ήλιος του Μουσείου”).
Ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου -φοιτητής τότε της Ανωτάτης Εμπορικής- και η φωνή του έχει γίνει σύμβολο αντίστασης και αγώνα: Εδώ Πολυτεχνείο, Εδώ Πολυτεχνείο….! Όλοι τον έχουμε ακούσει κάποια στιγμή από την ιστορική πλέον κασέτα του ραδιοσταθμού του Πολυτεχνείου.
Β.Α. Πώς κρίνεις την στάση και το ρόλο των πολιτικών σήμερα;
-Από μόνη της η ερώτηση θέτει ένα πρόβλημα που υπάρχει και είναι…. κοινός τόπος: Το ότι οι πολιτικοί δεν ανταποκρίνονται στο ρόλο τους. Αντιμετωπίζουν την πολιτική σαν επάγγελμα. Αποτελούν μέρος της κρίσης του πολιτεύματος. Η Δημοκρατία έχει ελλείμματα σοβαρά. Η ολιγαρχική κοινοβουλευτική της μορφή αντιπροσωπεύει την ουσία του προβλήματος. Ο κοινωνικός ιστός έχει διαρραγεί. Στο όνομα της “ανάπτυξης, του εκσυγχρονισμού και της προόδου”, η καταστροφή συνεχίζεται. Αλλάζει η πολιτισμική συνύπαρξη, η αρμονική σχέση μας με το περιβάλλον, και κατ’ επέκταση η κοινωνική μας οργάνωση. Η δημιουργική, πολιτική, δημοκρατική μας συμμετοχή με αλληλεγγύη και συλλογικότητα έχει υποστεί σοβαρότατα πλήγματα. Αυτά είναι απόρροια του καταναλωτικού πολιτισμού που έχει αλλοιώσει και διαφθείρει τις βασικές ανθρώπινες ιδιότητές μας. Ο σημερινός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος του χρήματος. Υπέρτατο αγαθό θεωρείται το χρήμα και στις ημέρες μας έχει αποκτήσει αξία καθ’ εαυτό. Υπέρτατη επιδίωξη είναι η “επιτυχία” και η κυριαρχία. Ο ανταγωνισμός, η εκμετάλλευση, η βία, η φτώχεια, οι εθνικισμοί, οι πόλεμοι, έχουν μπει στη ζωή μας…
Γ.Τ.: Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, ποιος κατά τη γνώμη σου μπορεί να θεωρηθεί καλός και ποιος κακός πολιτικός;
– Δεν τίθεται θέμα καλού ή κακού πολιτικού. Η έννοια αυτή μου θυμίζει τον καλό και τον κακό αστυνομικό. Ο ένας προσπαθεί να σου αποσπάσει αυτό που θέλει με το μαλακό, με όλες τις λογικές, τυπικές, νομικές, αλλά και συναισθηματικές αναφορές στη ζωή, στη κοινωνία, στο σύστημα -που βέβαια παραμένει ακλόνητο με όλες τις κυβερνήσεις. Ενώ ο άλλος, ο κακός, προσπαθεί με τη βία, ψυχική και σωματική, μέσω της εξουθένωσης και της εκμηδένισης, να σε κάνει να αποδεχτείς την καταδίκη σου. Είναι ολέθριο αυτό στην πολιτική, όπου γίνεται από τους εξ επαγγέλματος ψευδεπίγραφους εκφραστές της λαϊκής εντολής, κάθε τέσσερα χρόνια, όταν εμείς γινόμαστε πελάτες ψηφοφόροι και όχι πολίτες ενεργοί.
Γ.Τ.: Έχεις σκεφτεί να πολιτευτείς; Με ποιες προϋποθέσεις θα το έκανες;
– Το να πολιτευτεί κάποιος σήμερα, κάτω από τις συντεταγμένες προδιαγραφές των κομμάτων, σημαίνει απλά ότι αποδέχεται να διαιωνίζει την υπάρχουσα κατάσταση, που δεν μπορεί να αλλάξει, καθότι όλοι αυτοί που διαχειρίζονται τη ζωή μας ζουν από την παρατεταμένη κρίση.
Β.Α.: Ποσό μεγάλη είναι η δύναμη της δημοσιογραφίας σήμερα και πώς χρησιμοποιείται;
– Γενικά, τα ΜΜΕ, από τέταρτη εξουσία, σήμερα παίζουν τον πρώτο και κυρίαρχο ρόλο, σε βαθμό που να επηρεάζουν τα κόμματα, για να μην πω ότι το καθένα (ΜΜΕ) έχει τους δικούς του πολιτικούς στη Βουλή, τους οποίους και υποστηρίζει. Οι άνθρωποι που ως επιχειρηματίες ασχολούνται με τούτον το χώρο, άνθρωποι τύπου Βαρδινογιάννη, Λαμπράκη, Κόκκαλη, Αλαφούζου κ.λ.π., δεν έχουν καμία σχέση με τη δημοσιογραφία και γενικότερα με την επικοινωνία ως λειτούργημα. Είναι έμποροι που χρησιμοποιούν αυτά τα μέσα ενημέρωσης για να κάνουν τις δουλειές τους, και παρόλο που τους είναι επιζήμια, τα διατηρούν, γιατί τις οικονομικές τους “τρύπες” καταφέρνουν να τις βουλώσουν με εργολαβίες, μίζες και ό,τι άλλο τους φέρνει κέρδη.
Β.Α.: Πώς μπορεί να αντιδράσει ένας δημοσιογράφος σε όλα αυτά;
– Σ’ αυτά τα πλαίσια ο δημοσιογράφος αδυνατεί να παίξει το ρόλο του και κινείται μέσα στα επιτρεπτά, στα δυνατά όρια. Οι εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν τρόποι αντίστασης, μόνο που πρέπει να πάρουν χαρακτήρα συλλογικό, πράγμα που σημαίνει πρώτα και κύρια ότι οι καλοί δημοσιογράφοι οφείλουν να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους και να αντιδράσουν οργανωμένα, για να μην “καούν” στη συνείδηση του κόσμου κι αυτοί, που δεν έχει πρόβλημα μαζί με τα ξερά να κάψει και τα χλωρά.
Β.Α.: Για την τηλεόραση τι έχεις να πεις;
– Η τηλεόραση πλέον έχει γίνει επικίνδυνη. Δημιουργεί μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας. Παθητικοποιεί τους ανθρώπους και τους καθιστά εξαρτημένους σε τέτοιο βαθμό που να δέχονται να τρώνε όλο και περισσότερα σκουπίδια. Τελευταία όμως υπάρχει μια σοβαρή αντίδραση. Όλο και περισσότεροι νέοι δεν βλέπουν τηλεόραση, δεν θέλουν να τους κλέβει το χρόνο. Αλλά δεν έχουμε φτάσει στο σημείο να καταργήσουμε τη δύναμή της πατώντας το… κουμπί!
Β.Α.: Αλλοι επικίνδυνοι υπάρχουν;
– Υπάρχουν και δεν μπορεί να ανέχονται άλλο οι άνθρωποι και προπαντός οι νέοι να γίνονται θύματα, πελάτες, αγοραστές, καταναλωτές όλων αυτών που τους πλασάρουν οι διάφοροι “μοδάτοι” και “κλικάτοι”, που σαν πέρασε η μπογιά τους το έριξαν στα “Νίτρα” και στα “Κάλια”, για να παίξουν στην αγορά, πουλώντας μούρη και χαϊλίκι με το δόγμα “ο θάνατος σου η ζωή μου” και “ότι γυαλίζει και πουλάει αυτό μόνο αξίζει”, εκπορνεύοντας τα πάντα. Μα τους έχουν πάρει χαμπάρι οι νέοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση γι’ αυτούς και η υστερόβουλη μεταστροφή τους δεν πείθει πια κανέναν.
Β.Α.: Με την παιδεία τι γίνεται;
– Το πρόβλημα της παιδείας είναι γενικότερο και δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκπαίδευση που παρέχει το σχολείο. Αυτό έχει να κάνει με ολόκληρη την κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο που παραμένει άλυτο εδώ και δεκαετίες. Η γνώση, πολύ σωστά λέτε, δεν είναι εμπόρευμα, ούτε μάλιστα δύναμη για κάποιους, για να εξουσιάζουν. Σίγουρα πάντως έχει σήμερα τα ταξικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας, γι’ αυτό όλο και περισσότερο οι πλούσιοι θα σπουδάζουν τα παιδιά τους.
Β.Α.: Ποια είναι η άποψη σου για τις καταλήψεις, γενικά;
– Στη βάση υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα που ευτυχώς πλέον θα αναγκασθούμε όλοι μας να το αντιμετωπίσουμε. Οι καταλήψεις, ως μέσο προβολής των μαθητικών και φοιτητικών αιτημάτων, δεν φτάνουν. Είναι όμως ένας δυναμικός τρόπος για να κοινοποιηθεί το πρόβλημα και, μαζί με τους εργαζόμενους, να αρχίσει ο αγώνας για μια ριζική αλλαγή της πολιτικής. Γιατί με μπαλώματα και διορθωτικές παρεμβάσεις από τα πάνω δεν γίνεται τίποτα.
Β.Α.: Στην εξυγίανση της κοινωνικής ζωής μπορεί η θρησκεία κάτι να προσφέρει;
– Η θρησκεία δεν μπορεί να προσφέρει εξυγίανση. Αφορά στην ψυχή του καθενός και είναι σεβαστός ο τρόπος που θέλει να τη σώσει. Αλλά ως Εκκλησία δεν μπορεί να επεμβαίνει και να λειτουργεί πολιτικά. Σήμερα εκμεταλλεύεται τη γενικότερη κρίση της κοινωνίας και της πολιτικής για να προσφέρει μεταφυσική, οξύνοντας τη διαφορά με τις άλλες θρησκείες κι όταν ακόμα μιλάει στο όνομα του ίδιου θεού. Εκμεταλλεύεται το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης για να σκορπάει μεταθανάτιες ελπίδες και υποσχέσεις. Από αυτή την άποψη λειτουργεί “ψυχοθεραπευτικά” σ’ όλους εκείνους που αδυνατούν ή δεν θέλουν να αισθανθούν και να καταλάβουν πως εδώ βρίσκεται η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος.
Β.Α.: Ας έρθουμε στο Πολυτεχνείο. Πέρα από το τι σημαίνει ή σήμαινε τότε, μπορεί και δικαιολογείται να υπάρξει ένα νέο “Πολυτεχνείο”;
– Το Πολυτεχνείο, αν έχει κάποια αξία, είναι γιατί δείχνει το δρόμο του αγώνα, αλλά και την δυνατότητα της απόφασης και της οργάνωσης των νέων, ώστε να παλέψουν για τα δικά τους όνειρα και τις δικές τους “ουτοπίες”. Συμβολίζει μια πραγματικότητα μέσα στην οποία μπορούμε να βιώσουμε την ομορφιά ως πολιτική πράξη. Εκφράζει το μεγαλείο της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, για την ομορφιά και την ευτυχία που θέλει παλικάρια, για να σηκώσουν την έκρηξη τους. Είναι φάρος το Πολυτεχνείο, φάρος λαμπρός και όχι φωτοβολίδα! Από τη στιγμή που οι σημερινοί νέοι το νοσταλγούν, σημαίνει ότι μπορούν να δημιουργήσουν τα δικά τους “Πολυτεχνεία”. Κι είναι εκπληκτικό ότι νοσταλγούν κάτι που δεν έζησαν!
Β.Α.: Πως ένιωθες εκείνες τις κρίσιμες ώρες μέσα στο Πολυτεχνείο;
– Δεν μπορώ να σας εκφράσω εδώ τα προσωπικά μου αισθήματα τότε. Πρόκειται για ό,τι πιο “σημαντικό έχω ζήσει, γι’ αυτό και για μένα έχει γίνει ζωντανή μνήμη, συνέχεια της ύπαρξης μου, αντίσταση στη φθορά του χρόνου και σε κάθε μορφή εξουσίας που απονεκρώνει τα πράγματα και εκμεταλλεύεται τα πάντα και τους πάντες.
Β.Α.: Και ποιο μπορεί να είναι το μήνυμα του Πολυτεχνείου για μας τους νεότερους;
– Στον ήλιο του Μουσείου εμείς τότε ζήσαμε το όνειρο! Πιστέψαμε πως ο άνθρωπος μπορεί να εξανθρωπισθεί και να απελευθερωθεί από όλες τις τυραννίες και τις δυστυχίες. Οι μειοψηφίες μπορεί να γίνουν τα αλάτι της ζωής, να αλλάξουν τις κοινωνίες, να τις μπολιάσουν με το καλύτερο. Η επιρροή των μειοψηφιών είναι πολύ μεγαλύτερη από την αριθμητική τους δύναμη. Γι’ αυτό, μη φοβάστε! Ξεκινήστε το δικό σας αγώνα και μέσα από κει θα μάθετε για το Πολυτεχνείο. Και πηγαίνοντας πιο πίσω ακόμα, θα φτάσετε στην Εθνική Αντίσταση και στο Εικοσιένα, και πάρα πίσω ακόμα ως τη μνήμη της γλώσσας μας, που είναι η αληθινή μας πατρίδα. Γι’ αυτό θέλει καλλιέργεια η μνήμη, ως να ήταν χέρσο χωράφι και με λίπασμα τη γνώση. Η λήθη είναι μεγάλος εχθρός. Η λήθη είναι θάνατος και συμφορά, όπως χαρακτηριστικά το λέει και ο Αλέξης Δαμιανός με την καινούρια του ταινία, τον “Ηνίοχο”.
Γ.Τ.: Θα ήθελες να επισημάνεις κάτι για τους σημερινούς νέους, κάτι να παρατηρήσεις;
– Υπάρχουν κι άλλοι νέοι σαν και σας και η ανάγκη να βρούμε ανθρώπους που μας μοιάζουν προβάλλει επιτακτική, θα ξαναπιάσουμε μαζί την κλωστή της μνήμης και θα προχωρήσουμε. Οι γενιές συνυπάρχουν, η μια κυκλοφορεί μέσα στην άλλη. Εσείς θα φτιάξετε το δικό σας κόσμο. Εσείς μπορείτε το εκ των υστέρων του σήμερα να το κάνετε το εκ των προτέρων του αύριο. Ο πολιτισμός είναι η μελλοντική πολιτική. Είναι σπουδαίο να ρωτάτε, γιατί μόνο έτσι θα βρείτε απαντήσεις, μέσα σας! Είναι η αρχή της συνάντησης μας. Είναι το ξάνοιγμα σας στον κόσμο, που με ευχαριστεί μέσα μου πολύ!
Γ.Τ.: Εχεις κάποιο σχόλιο για τον πόλεμο στην Βοσνία, για τους Νεοναζί, τον εμπορευματοποιημένο έρωτα κι άλλα προβλήματα της εποχής μας;
– Η γνώμη μου για όλα αυτά νομίζω πως είναι αυτή που έχετε και σεις. Το θέμα όμως είναι τι κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή. Γιατί δεν αρκούν οι διαπιστώσεις…. Η αυτοκαταστροφική εκτόνωση είναι βέβαιο πως δεν οδηγεί πουθενά, και θα ήθελα εδώ να συμπληρώσω με κάτι που είναι και σχετικά επίκαιρο. Αφορά τα γεγονότα της τελευταίας επετείου του Πολυτεχνείου. Είχα ρωτήσει τον Μανώλη Γλέζο να μου πει πώς αισθάνθηκε όταν είδε την ελληνική σημαία να καίγεται έξω από το Πολυτεχνείο. Και μου απάντησε ως εξής: “Δεν είναι αυτό το πρόβλημα, γιατί η σημαία για κάποιους μπορεί να είναι απλό πανί που εκφράζει τους κρατούντες και δεν σέβονται το συμβολισμό της που είναι διαχρονικός και εκφράζει το Έθνος μας….κι ας την έχουν προσβάλει πολλοί. Αυτό που με στεναχώρησε περισσότερο είναι που κατέστρεψαν τα έργα τέχνης, πράγμα που σημαίνει ότι διαπνέονται από καταστροφική τύφλα και ο πολιτισμός δεν τους εξημερώνει και δεν τους εξανθρωπίζει….και δεν έχουν δική τους σημαία να σηκώσουν”. Να είστε καλά και θα τα ξαναπούμε.











Πολύ ενδιαφέρουσα η συνέντευξη του κυρίου Παπαχρήστου. Απʼ όλα όσα είπε για τώρα κρατάω αυτό: « και πάρα πίσω ακόμα ως τη μνήμη της γλώσσας μας, που είναι η αληθινή μας πατρίδα.»
επιτρέψτε μου (αν και νιώθω να παρεισφρέω “ακάλεστη” μιας και παρακολουθώ μεν σταθερά τις παρουσιάσεις, δε συμμετέχω δε στις συζητήσεις του ΠΟΙΕΙΝ) μια μικρή ένσταστη στη σημερινή παρουσίαση:
πώς περνάει o συντάκτης της ανάρτησης από τη σύντομη, επιγραμματική και αθέλητα ίσως επιλεκτική αναφορά στη θέση περί κατάργησης των γιορτών του Πολυτεχνείου _την οποία πάντως δεν προκύπτει, από τον τρόπο παρουσίασης, ότι διατύπωσε έτσι ακριβώς ο Δημήτρης Παπαχρήστος προχθές_ σε μια συνέντευξη που είχε δώσει πριν από 13 χρόνια, χωρίς καν μια “τυπογραφική” αλλαγή μορφής (κάποια bold, κάποια ιitalics, κάποια αλλαγή γραμματοσειράς, κάποια εισαγωγικά) που θα επέτρεπε να γίνει διακριτή η χρονική απόσταση και το ότι δεν πρόκειται για την ίδια “εμφάνιση” του ομιλούντος.
το σχόλιό μου δεν αποτελεί θέση στη “θέση” του Δημ. Παπαχρήστου, δεν έχω καν πρόχειρη άποψη έτσι επιφανειακά που τίθεται, απλώς υπερασπίζομαι τη δεοντολογία και τη σοβαρότητα έναντι της ευκολίας και της προχειρότητας στην οποία μας παρασύρει πολλές φορές το Διαδίκτυο.
Αντί σχολίου
Μέρα Νοέμβρη
Στον Δημήτρη Παπαχρήστου
Μιά μέρα Νοέμβρη χαράκωνες
με το πνεύμα σου λόγχη τους άφρωνες
και ξεσκέπαζες πάλι, γιά μι’ακόμα φορά
των ραγιάδων την σκέψη, των αστών την φθορά.
Ήταν τότε ακριβέ μου, που ελυτρωνες
την τιμή πού ’χαν σκλάβα αμνήμωνες
και σημαίες λευκές, μπαϊράκια χλωμά
με το αίμα σου βρύση, ευλογούσες ξανά.
Και θυμάμαι καλά τι ξεφώνιζες.
Πως οι μάνες της γης, είναι φόνισσες
αφού σπέρνουν παιδιά, που σκοτώνουν ωμά
τα δικά τους αδέλφια, τα δικά τους κορμιά.
Δεν ξεχνώ, δυνατα πως τραγούδαγες
ακριβά τη ζωή σου, σαν πούλαγες
πως γνωρίζεις την κόψη, του σπαθιού που μετρά
μα λησμόνησες κάτι, μιά ραστώνη Ρωμιά.
Μιά μέρα Νοέμβρη σε σκέπτομαι
και πως είμαι ένας Έλληνας ντρέπομαι.
Όταν θά’ρθω να σ’εύρω, στης τιμής τα στενά
μιά συγχώρεση δώσμου, δεν αντέχω δεινά.
Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,
ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.
Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,
Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ’ τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» –
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ’ ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ
μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω,
“Μαρίνα”, “Κατάσταση Πολιορκίας”
και για να δούμε και τον αντίλογο:
“Εγώ είχα τα τανκς» λέει και φουσκώνει σαν παγώνι από την περηφάνια. Δεν έχει μετανιώσει ούτε για μια στιγμή στη ζωή του. «Θα έκανα και πάλι το ίδιο, εάν διαπίστωνα πως υπήρχε ανάγκη. Τώρα που είμαι γέρος συνεχίζω την επανάσταση, μέσα από τα βιβλία μου. Η Ελλάδα χρειάζεται ξανά έναν κουζουλό για να τη σώσει».
Ο 97χρονος -σήμερα- Στυλιανός Παττακός ζει ακόμη με στρατιωτικό πρόγραμμα. Ξυπνάει πριν από την ανατολή του ηλίου, κάνει σουηδική γυμναστική, παρακολουθεί την επικαιρότητα και πηγαίνει για ύπνο στις δώδεκα τα μεσάνυχτα (την ώρα που βγαίνουν οι βρικόλακες).
Το ραντεβού μας είχε κλειστεί στην Ανάβυσσο (στο ξενοδοχείο «Καλυψώ»), όπου κάθε καλοκαίρι εδώ και δεκαοκτώ χρόνια παραθερίζει μαζί με τη σύζυγό του. Η συνάντηση με ένα από τα πρόσωπα πού έγραψαν αρκετές σελίδες (έστω και μελανές) της Νεοελληνικής Ιστορίας διήρκησε κοντά στις δύο ώρες. Ο ταξίαρχος τεθωρακισμένων (ιππικού παλαιότερα) Παττακός, που φέρει πια το βαθμό του απλού στρατιώτη, κατέβηκε από το δωμάτιό του στις 7.30 !
«Καλωσορίσατε. Πάρτε ένα καφεδάκι και να τα πούμε». Η φωνή του είναι μπάσα και βραχνή. Ο άλλοτε πανίσχυρος άνδρας της επταετίας έχει λυγίσει από τα χρόνια. Φοράει πουκάμισο, παντελόνι καλό «διά την φωτογράφισιν» και πέδιλα. Χαιρετάει τον κόσμο που του χτυπάει φιλικά την πλάτη. Ασπάζεται τις κυρίες σταυρωτά. «Βλέπετε, με αγαπούν. Ολα αυτά περί χούντας είναι απλά ψεύδη. Παρεδώσαμεν χρέος μηδέν και ανεργία μηδέν. Πήγαμε φως και δρόμους στα χωριά. Δώσαμε δάνεια στα νοικοκυριά και στους φοιτητές. Κάναμε σχολεία και εκκλησίες. Τώρα όλα κάθε χρόνο χειροτερεύουν. Δεν τον αντιλαμβάνεστε και εσείς; Τότε “Ελλάς Ελλήνων χριστιανών”, τώρα… “Ελλάς αλλοδαπών ληστών”».
Το μόνο λάθος που παραδέχεται πως έκανε η… εθνοσωτήριος ήταν ότι «Κρατήσαμεν απομονωμένους τουςς κομμουνιστάς περισσότερο από όσο θα έπρεπε. Οταν είχαν γίνει ακίνδυνοι πλέον διά την πατρίδα, θα έπρεπε να τους είχαμε αφήσει ελεύθερους». Τα παχιά, λευκά του φρύδια καλύπτουν τα μικρά του μάτια, που με δυσκολία βλέπουν. Οι ρυτίδες γύρω απ’ αυτά μαρτυρούν τον καιρό που πέρασε κι άφησε τα σημάδια του. Η εικόνα του δεν θυμίζει σε τίποτα τον αυστηρό στρατιωτικό που ήταν παρών στον πόλεμο του ’40 και μετά από 27 χρόνια, εν μια νυκτί, με άλλους δύο αξιωματικούς (τον Παπαδόπουλο και τον Μακαρέζο) έβαλαν «στο γύψο» την Ελλάδα.
«Η χώρα βρισκόταν σε κίνδυνο. Αν δεν επενέβαινε ο στρατός την 21η Απριλίου, δεν θα ζούσατε. Οι κομμουνιστές θα είχαν σφάξει τους δικούς σας. Δεν θα είχατε γεννηθεί». Θυμάται με κάθε λεπτομέρεια ημερομηνίες και γεγονότα. Πριν τη μαύρη επταετία υπήρξε υπόδειγμα αφοσιωμένου αξιωματικού. Εχει τιμηθεί με τρία αριστεία ανδρείας, δεκαπέντε παράσημα και επτά πολεμικούς σταυρούς. «Εφυγα να πολεμήσω κατά των Γερμανών λίγο μετά το γάμο μου. Ενας από τους θείους της γυναίκας μου ήταν αξιωματικός στη βασιλική φρουρά και με ρώτησε αν ήθελα να με κρατήσει εδώ. Φυσικά, αρνήθηκα. Ημουν νέος, 28 ετών. Δεν μπορούσα να αφήσω τους ηλικιωμένους να πολεμούν, και εγώ να κάθομαι εδώ και να χαϊδεύω τη σύζυγό μου. Σε όλη μου τη ζωή υπήρξα ευπατρίδης και χριστιανός. Το αποτέλεσμα ήταν να με καταδικάσουν σε θάνατο, έπειτα σε ισόβια και σήμερα να θεωρούμαι νεκρός για το επίσημο κράτος. Αυτή τη στιγμή ομιλείτε με ένα φάντασμα» λέει και ξεσπάει σε γέλια.
Είναι ευδιάθετος, διαθέτει χιούμορ και φαίνεται πως αντιμετωπίζει τη ζωή παλικαρίσια. «Ζω από τα βιβλία μου. Η φυλακή μού έκανε και ένα καλό: αφοσιώθηκα στη συγγραφή. Διάβασα πολύ και μπόρεσα να καταγράψω τα γεγονότα. Δεν έχω ιατρική περίθαλψη ούτε σύνταξη. Η σύζυγός μου, η κυρία Παττακού, αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας. Περπατάει με “Πι”, αλλά πιστεύω πως θα ξεπεραστούν», εξηγεί και συνοφρυώνεται για λίγο. Η όψη του γλυκαίνει ξανά μόλις η συζήτηση μεταφέρεται στις δύο κόρες του, τα πέντε εγγόνια του και τα δύο δισέγγονά του. «Τα παιδιά είναι ευλογία. Στα εγγόνια μου μιλάω ως παππούς, οικογενειακά και χριστιανικά. Τους λέω ιστορίες και παραμύθια. Δεν μπορώ να τους μιλάω για πολιτική. Είναι ακόμη πολύ μικρά. Με τις κόρες μου και τους γαμπρούς μου μιλάμε για πολιτική, αλλά δεν με ακούνε».
Θεωρεί πως η Ελλάδα κυβερνάται από πολιτικούς που δεν την αγαπάνε. «Αυτοί τους οποίους ψηφίζετε είναι απάτριδες. Υμνεί ο πρωθυπουργός τον Φλωράκη ότι έδωκε πολλά στην πατρίδα και πήρε λίγα. Ποια λίγα, βρε; Εμάζεψε 28.000 ελληνόπουλα από την αγκαλιά της μάνας τους και τα πήγε στην Τασκένδη και έκανε το χωριό Μπελογιάννη. Πηγαίνει σήμερα ο Καραμανλής και κάνει μουσεία με λεφτά του ελληνικού λαού» λέει και βαριαναστενάζει. Κατά τη γνώμη του, άξιος πολιτικός είναι ο Στέλιος Παπαθεμελής. «Δεν ξέρω γιατί έφυγε από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά καλά έκανε. Είναι τίμιος άνθρωπος και χριστιανός. Ελπίζω να ξαναφανεί στην πολιτική σκηνή της χώρας. Προς το παρόν, προσωπικά, συνιστώ ψήφο στον Καρατζαφέρη».
Σταματάει για λίγο. Ρίχνει μια ματιά στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου. «Να, μας βλέπει και η κυρία Παττακού». Το ακουστικό βαρηκοΐας σφυρίζει ενοχλητικά μέσα στο αφτί του. «Αμάν και αυτό!» λέει βαρυγκωμώντας και το κρατάει με το ρυτιδιασμένο του χέρι προκειμένου να σταματήσει ο θόρυβος. «Είμαστε μαζί από παιδιά» σημειώνει, καθώς ρίχνει το θολό του βλέμμα προς τη θάλασσα και περιγράφει το πώς γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του. «Τότε υπηρετούσα κοντά στα σύνορα και κατέβαινα στην Αθήνα για εκπαίδευση. Ωραία χρόνια…» θυμάται αναπολώντας το παρελθόν. «Ημασταν νέοι και περνούσαμε καλά. Τότε έφερα ακόμη το βαθμό του υπίλαρχου και είχαμε κάνει μια ομάδα ορκισμένων εργένηδων. Ετυχε λοιπόν να κατέβω στην Αθήνα και να βρεθώ με έναν ξάδελφό μου, οδοντίατρο. Πιάσαμε κουβέντα και με ρωτούσε πότε θα νοικοκυρευτώ. Του έλεγα πως μια χαρά ήμουν εργένης και τότε γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: “Ρε κερατά, εγώ θα σε παντρέψω”. Πήγαμε βόλτα σε ένα ζαχαροπλαστείο στην Πανεπιστημίου και εκεί πρωτοείδα την κυρία Παττακού. Ηταν καλλονή. Επρόκειτο για έρωτα κεραυνοβόλο».
Η κατάκτηση της αγαπημένης του όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση, κατά τα λεγόμενα του ίδιου. «Κανονίσαμε να ξαναβρεθούμε. Πέρασα από το σπίτι της να την πάρω, αλλά δυστυχώς βγήκε η υπηρεσία στην πόρτα και μου είπε: “Το κορίτσι δεν σας θέλει, κύριε”. Στενοχωρήθηκα. Πήγα στην Ομόνοια, πήρα ένα μπουκέτο λουλούδια και της τα έστειλα με ένα μπιλιετάκι που έγραφε: “Με συγχωρείτε αν σας στεναχώρησα. Δεν το ήθελα. Να σας έχει ο Θεός καλά”. Την επόμενη με αναζήτησε. Μετά από έξι μήνες παντρευτήκαμε και από τότε είμαστε μαζί. Με στήριξε σε όλες μου τις στιγμές. Ακόμη και όταν ήμουν στη φυλακή, ήταν δίπλα μου». Συγκινείται και συνεχίζει: «Επιτρεπόταν να με βλέπει μόνο αυτή και τα παιδιά μου. Οταν με αντίκριζαν πίσω από τα κάγκελα έκλαιγαν και εγώ τους έλεγα ψέματα πως θα βγω, για να τους δίνω κουράγιο». Βγάζει από την τσέπη του το δερμάτινο πορτοφόλι του και μας δείχνει όλο καμάρι το ανάγλυφο άλογο και τον ιππέα που βρίσκεται επάνω του.
«Ο στρατός είναι όλη μου η ζωή. Εχω επιθυμήσει αρκετές στιγμές. Από όταν ήμουν μαθητής στο Δημοτικό ήξερα πως θα γινόμουν στρατιωτικός. Ο δάσκαλος έλεγε συνεχώς μέσα στην τάξη: “Ο Στυλιανός θα γίνει αξιωματικός”. Ημουν πολύ δραστήριος και καλός στη γυμναστική».
Τα παιδικά χρόνια του δικτάτορα Παττακού ήταν δύσκολα. «Πείνα και των γονέων, παιδί μου. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με άλλα έξι αδέλφια. Δύσκολοι καιροί. Οταν πήγα να περάσω από εξετάσεις στη σχολή Ευελπίδων, με έκοψαν από ιατρικό λάθος. Νόμιζαν πως ήμουν φυματικός. Τόσο αδύνατος ήμουν». Ο νεαρός Στυλιανός όμως δεν εγκατέλειψε το όνειρό του. «Τελικά, κατετάγην στο ιππικό και έδειξα περίσσια ανδρεία. Ετσι προχώρησα τάχιστα στην ιεραρχία». Τη συζήτησή μας διακόπτει ένας παλιός του φαντάρος.
– Στρατηγέ, με θυμάστε; Είμαι ο Σκουρολιάκος. Υπηρέτησα στο Γουδί.
Η απάντηση του Παττακού έχει αρκετή δόση χιούμορ. «Θύμισε μου. Σε τιμώρησα;» Παραδέχεται πως υπήρξε αυστηρός, αλλά δίκαιος. «Ηθελα να υπάρχει τάξις και πειθαρχία». Το ίδιο εφάρμοζε πάντα και στην προσωπική του ζωή. «Ο πεθερός μου μου έλεγε πολλές φορές: “Βρε Στυλιανέ, τις κόρες σου φαντάρους θα τις κάνεις;” Τελικά, οι κόρες μου σήμερα με ευγνωμονούν που ήμουν τόσο αυστηρός».
Ρίχνει μια ματιά προς την παραλία. «Είναι παράδεισος. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού θα μείνω εδώ. Ξέρετε, ξυπνάω πολύ νωρίς. Κατεβαίνω στην παραλία, κάνω δεκαπέντε περιπάτους κατά μήκος της ακτής, μερικές ασκήσεις σουηδικής γυμναστικής και έπειτα κολυμπάω. Μένω για λίγα λεπτά στον ήλιο. Εχω καρκίνωμα στο δέρμα και απαγορεύεται να είμαι εκτεθειμένος. Επειτα πίνω το καφεδάκι μου, συζητώ με φίλους και ασχολούμαι με τα βιβλία μου».
Η ώρα έχει περάσει. Ενα ελαφρύ αεράκι μάς χτυπάει στην πλάτη. «Μήπως να πηγαίναμε;» λέει. «Ηταν ωραία η παρέα σας. Να ευχηθούμε και καλή τύχη στην ομάδα μπάσκετ του Παναγιώτη Γιαννάκη. Πάντα μου άρεσε ο αθλητισμός. Επαιζα κι εγώ ποδόσφαιρο στα νιάτα μου. Αυτά τα παιδιά μάς κάνουν περήφανους». Πριν αποχωρήσει για το δωμάτιό του, μας χαιρετάει διά θερμής χειραψίας και σταυροφιλήματος. «Να φιληθούμε κιόλας. Και μην ξεχνάτε: οι κουζουλοί την έκαναν ελεύθερη την Κρήτη!»
Πηγη: http://www.espressonews.gr/default.asp?
@6
Καλησπέρα αγαπητέ οικοδεσπότη. Την έχω διαβάσει τη «συνέντευξη» αυτή, και εδώ μου δίνεται η ευκαιρία για μερικά σχόλια. Πρώτον δε θα έλεγα αυτή τη «συνέντευξη» αντίλογο, μιας και δεν υπάρχει πουθενά λόγος, παρά οι συνήθεις ανοησίες ενός δολοφόνου (ηθικός αυτουργός για τόσα αδιαμφισβήτητα εγκλήματα) που ζει τη ζωούλα του εκτός φυλακής. Δε θα έλεγα πως θα έπρεπε να βρίσκεται εντός, μια πράξη εκδίκησης εναντίον ενός «κακομοίρη» -αυτός ως τέτοιος την καθιστά τέτοια- δεν έχει κανένα νόημα, όπως θα ‘λεγε ο πατέρας μου που έκανε 4 χρόνια φυλακή-εξορία την περίοδο της χούντας. Σκέφτομαι όμως πχ. αν ο γιωτόπουλος θα βγει ποτέ από τη φυλακή. Αυτό το λέω γιατί έχει σημασία για μία κοινωνία-πολιτεία το πρίσμα από το οποίο βλέπει και το πως πράττει -γιατί. Ο γιωτόπουλος δεν ήταν δικτάτορας. Καταδικάστηκε ως ο ηθικός αυτουργός της τρομοκρατικής -επαναστατικής για τους ίδιους (και έχουν κάθε δικαίωμα – ο παττακός ακόμα μιλάει για την επανάσταση της 21ης απριλίου)- οργάνωσης 17 νοέμβρη σε 17 φορές ισόβια για 17 δολοφονίες στις οποίες υπήρξε, σύμφωνα με την πολιτεία, εγκέφαλος. Ο κόσμος που σκοτώθηκε, βασανίστηκε, εξευτελίστηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν πολύ μεγάλος. Ωστόσο μάθαμε -κι εγώ μαζί- να βλέπουμε τον παττακό ως κακομοίρη κι όχι ως τρομοκράτη. Ποιος μας έμαθε αυτή τη ματιά; Αυτά σαν παρένθεση. Σε ό,τι αφορά το κείμενο: αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι η αίσθηση που αποπνέει τούτη η συνέντευξη -που δεν είναι καν συνέντευξη- να προβάλλει τον παττακό όσο πιο συμπαθή γίνεται. Με «αρκετή δόση χιούμορ» (αυτό δεν συνιστά στοιχείο έλξης;), με αρκετό love story και μια αξιολάτρευτη οικογένεια, και πάνω απ’ όλα με φρονήματα, ο άντρας παττακός -αυτά δεν αποτελούν μέχρι και σήμερα πρότυπα της κοινωνίας στην οποία ζούμε;
…Δεν είναι ο παττακός τελικά το θέμα αλλά όσοι του δίνουν βήμα. Υπάρχει κόσμος, ποιητές, μουσικοί, στοχαστές, κινηματογραφιστές κτλ στους οποίους ποτέ κανείς δεν απευθύνει τον λόγο, περιθωριοποιώντας τους, τηρώντας σιγή, αφαιρώντας το συν- από μια ύπαρξη που ποτέ δε θα καταλάβει τι σημαίνει κοινωνία. Αλλά ο παττακός είναι συγγραφέας. Το «στην ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» δεν φτάνει. Γιατί το θέμα είναι πού, σε ποιον, το δηλώνεις. Και ποιος ενδιαφέρεται να σ’ ακούσει. Και γιατί πάντα η ανοησία «περνάει» δίχως ίχνος κριτικής σκέψης από εκείνους που δηλώνουν το ενδιαφέρον.
Άντε να του δώσουμε και κανα βραβείο λογοτεχνίας, πέρα από τα τόσα παράσημα ανδρείας… έτσι που καταντήσαμε τζάμπα είναι και δίχως αξία. (Καλά, στ’ αλήθεια ο παττακός ζει από τα βιβλία του;)