20. Η καταδρομή της θάλασσας
Η θάλασσα χρόνια μετά σε κυνηγάει.
Μʼ ατέλειωτες βουβές παλίρροιες,
όσο βαθιά κι αν μετοικήσεις στα μεσόγεια,
εισχωρεί στις ημέρες,
στις ώρες σου,
ανοίγοντας στον ύπνο σου ρωγμές τις νύχτες
όσο στη λησμονιά βαθιά κι αν έχεις ταξιδέψει
όσα κι αν έχτισες ψηλά και στέρεα φράγματα,
με κύματα μεγάλου θυμού
η θάλασσα τα υπερπηδά και τα σαρώνει.
Όσες προσχώσεις κι αν παρεμβληθούνε –Θε μου!–
στο κουρασμένο σώμα σου
και στʼ ακοίμητο δικό της, ανάμεσα.
Η θάλασσα χρόνια μετά, σε φτάνει μια νύχτα.
Ανοίγει τα παράθυρα και σπάζει τις πόρτες,
σε κατακλύζει με τυφώνες απρόβλεπτους
ή ανεπαίσθητα σε κατατρώει σα βράχο.
21. Μη με ξυπνήσετε
Μη με ξυπνήσετε αν με βρείτε
να κοιμάμαι ακόμα.
Ίσως ονειρεύομαι και πάλι
ακριβώς όπως και τότε που με ξύπνησαν
λέγοντάς μου
πως δεν είχα να κερδίσω τίποτʼ απʼ τα όνειρα.
Κι εν τούτοις ό, τι έζησα,
κι εν τούτοις ό, τι κέρδισα
ήταν μέσα στα όνειρά μου μοναχά.
22. Η γυναίκα που πουλούσε λαχεία
Εκείνη η ταπεινή πικρή γυναίκα
που περνούσε κάθε βράδυ κρατώντας
ένα κοντάρι με λαχεία απούλητα
ή μισοπουλημένα
ή έστω κι όλα πουλημένα σχεδόν
το βλέπω τώρα
πως ήτανε περισσότερο ένα μάθημα
μια επίπληξη αυστηρή,
μια προειδοποίηση απʼ τη Μοίρα
και διόλου μα διόλου
ένα πέρασμα τυχαίο
κάτω απʼ τʼ ανοιχτό
μʼ απόγνωση στους Έρωτες
παράθυρό μου.
23. Σε χρόνο υπερσυντέλικο
Αισθήματα και πρόσωπα σε χρόνο υπερσυντέλικο
παρωχημένα ανέκαθεν
και τότε ακόμη που τα ενόμιζα ενεστώτα.
«Είχα ζητήσει» λόγου χάριν – να σε βρω
δεν σʼ είχα βρει
αν κι ισχυρίζεσαι πως πιο πολύ
μʼ είχες εσύ αναζητήσει,
γράφοντας γράμματα αναρίθμητα
θαμμένα τώρα
κάτω απʼ την κάθετη ψυχρή βροχή της Δοτικής:
Εν Λαμία –θυμάμαι–
Εν Αθήναις –θυμόσαστε–
τη δωδεκάτη πρώτου, έτους
έτους… ποίου;
Δεν είναι δυνατό να ξέρω πια,
πάντως, εκείνων των εντάφιων ημερών
παρωχημένα αισθήματα και πρόσωπα
σε χρόνο πάντα υπερσυντέλικο
και όταν ακόμη τα επίστευα ενεστώτα.
24. Υποθετικοί λόγοι
Αγγελικό και μαύρο φως
Γ. Σεφέρης
Προς το παρόν
για ο, τιδήποτε άλλο, ούτε λόγος.
Εφʼ όσον –έστω– λίγα βήματα πιο πέρα
αν τολμήσεις
ο Αρριανός παραμονεύει ανύποπτος
κι αμέσως το συντακτικό μετά
με τους τεσσάρων –βασικά– ειδών υποθετικούς λόγους
που μάθαμε, αν δεν ξέραμε
ποιες και πόσες πιθανότητες «απόδοσης»
έχουν οι «υποθέσεις» τους.
Του «Πραγματικού» λόγου χάρη
που σʼ έσχατη ανάλυση είνʼ άσκοπο να το προϋποθέτεις
γιατί σημειωτέον,
πως όσες υποθέσεις κι αν επισωρεύσεις
η απόδοση είναι το πραγματικό.
«Αν υπάρχουνε βωμοί, υπάρχουν και θεοί»
(Τότε, δηλαδή, γιατί να το υποθέσεις;
Μόνο που ʼμπαινες συχνά στον πειρασμό να ρωτηθείς:
Υπάρχουν; Πού ʼναι τους λοιπόν;
Το αντίθετό του: το «Απραγματοποίητο»
έμενε και μένει απραγματοποίητο
παίζαμε με τις λέξεις και το λέγαμε
κι «αντίθετο προς την πραγματικότητα.»
Αλλά όπως και να το ʼλεγες
ποιο θα ʼταν τʼ όφελος να επαναλαμβάνεις;
«Ει μη φως είχομεν…»
Φως είχομεν
και φως όμως δεν είδομεν ποτέ·
(εκτός από το «μαύρο»
ξέρετε· το μαύρο και μονάχα αυτό).
Η απόδοσή του οριστική δυνητική.
Πιθανόν δυνητική,
μα οριστική; Καθόλου.
Αόριστη απολύτως, τουναντίον:
«όμοιοι τοις τυφλοίς αν ήμεν»
(Στα πιο πολλά οι πιο πολλοί από μας
δεν είμαστε όμοιοι τοις τυφλοίς;
γιατί λοιπόν «αν ήμεν»).
Μετά το «Προσδοκώμενο».
Ε, από προσδοκίες, τίποτʼ άλλο.
Εξ άλλου αυτές
είτε με οριστική ενεστώτα στην απόδοση
είτε με μέλλοντα
έχουνε καταντήσει –αν δεν ήταν από πάντα–
μια διαπίστωση
που «επαναλαμβάνεται εις το διηνεκές»:
«Ην εγγύς έλθη θάνατος, ουδείς βούλεται θνήσκειν».
(Δηλαδή πεθαίνεις.
Θέλεις ή δε θέλεις – ποιος το θέλει; –
Πεθαίνεις τελικά).
Πρόκειται στην ουσία για το είδος
«της απλής σκέψης του λέγοντος»
που είναι απλή σκέψη του λέγοντος
είτε σπουδαία είτε ασήμαντη
σχήμα λόγου
προϋπόθεση του βρόντου
μʼ ευκτική δυνητική στην απόδοση.
Άντε τώρα, να ʼβρεις προκοπή
πήγαινε πιο πέρα
κέρδισε λίγο χώρο –αν είναι δυνατό–
μʼ επιχειρήματα ευκτικής δυνητικής.
Προς το παρόν λοιπόν
για οτιδήποτε άλλο
ούτε λόγος πια.
Μαγκώσαμε στο κόμμα της υπόθεσης
του Απραγματοποίητου.
Ούτε στην απόδοσή του καν δεν προχωρήσαμε
που όσο και να ʼναι
ανοίγει κάποιες προοπτικές.
Εκεί και μείναμε.
Στο μαύρο –ξέρετε– στο μαύρο,
μονάχα σʼ αυτό.
Τα 20, 21, 22, 23 από την ποιητική ενότητα «Ορφέας κατερχόμενος» (1971), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998, ενώ το 24 από την αντίστοιχη ποιητική ενότητα του επιλεκτικού τόμου «Ποιήματα», Ερμής – 1977.
25. Αν βρέξει δεν θα ʼρθεις
Αν βρέξει δεν θα ʼρθεις – θα βρέχει.
Αν δεν βρέξει πάλι δεν θα ʼρθεις
– θα βγεις να πας περίπατο.
Ας βρέξει, λοιπόν, σήμερα
κι αύριο ας μην βρέξει.
Όπως ωφελεί τους γεωργούς,
όπως συμφέρει τους εμπόρους
ειδών χειμερινών ή θερινών.
Εγώ πια δεν θα περιμένω
κι εσείς μην ψάχνετε προφάσεις.
Μήπως δεν μου στείλατε ευχές επί τω νέω έτει
κι επί τη ονομαστική μου εορτή;
Αντευχόμενος κι εγώ λοιπόν σας χαιρετώ
και τα λοιπά και τα λοιπά
με κάθε εκτίμηση…
26. Περίεργο, βρέχει στους χωρισμούς
Περίεργο, βρέχει στους χωρισμούς,
πάντοτε βρέχει.
Όλα τα βλέπεις να τρεμίζουν δυσδιάκριτα
πίσω από ʼνα τζάμι
που το χτυπάει ανήλεη η βροχή.
Κάνεις να το σκουπίσεις
μα το νερό,
αμέσως πάνω απʼ τʼ άλλο το νερό
όλο και το θαμπώνει πιο πολύ
καθώς απομακρύνεται στο δρόμο
ένʼ απολύτως ακαθόριστο περίγραμμα
και να! θολό, που κοντοστέκει λίγο
πριν διαλυθεί μες στη βροχή.
Βρέχει στους χωρισμούς.
Ακόμα και νʼ αστράφτει κάτω απʼ το φως,
ο κόσμος όλος
περίεργο! Βρέχει,
πάντοτε βρέχει.
27. Έβρεχε όλο κείνο το διάστημα
Έβρεχε όλο κείνο το διάστημα·
βροχερά δελτία καιρού
έμοιαζαν σα μυκτηρισμοί
κι όταν δίχως ειρωνεία βεβαιώναν
πως θα ʼχαμε έπειτʼ από λίγο αιθρία
ή πως θα λιγόστευε η βροχή τουλάχιστον.
Οι φίλοι μας βροχεροί
βουλιάζαν νωπισμένοι στη σιωπή
ή σαν αποφασίζαν να μιλήσουν
ψιχάλιζε στα λόγια τους ατέλειωτα.
Ψιχάλιζε
πίσω απʼ τα πικρά χαμόγελά τους
όταν χαμογελούσαν
μόνο για να ξεχάσουνε κατά το δυνατόν
μόνο για να ξεχάσουμε για λίγο
πως έβρεχε
πως έβρεχε χωρίς να σταματά
όλο κείνο το διάστημα.
28. Υστερόγραφα
Μες στην καρδιά μου ακούγεται ένα ποίημα.
Αντηχεί, σʼ όλο μου το σώμα η μουσική του
κι όταν είμαι απαυδισμένος μου δίνει φτερά,
μου ψιθυρίζει «όπου να ʼναι ξημερώνει. Να!»
όταν γίνεται η νύχτα αιωνιότης.
Ποτέ δεν το ʼγραψα.
Δεν μπόρεσα να κάνω συλλαβές, τους στίχους του και λέξεις.
Να γράφω μουσική δεν ξέρω,
και σκέφτομαι συχνά
πως αν το γράψω κάποτε
θα ʼναι για να πεθάνω.
Γιατί, μετά δεν θʼ απομένει
τίποτα πια να πω.
Τα 25, 26, 28 από την ποιητική συλλογή «Λόγω της βροχής – Υστερόγραφα» (1977), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998, ενώ το 27 από την αντίστοιχη ποιητική ενότητα του επιλεκτικού τόμου «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής – 1977.
29. Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»
Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη
στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού
των εγκλίσεων και των χρόνων
του ρήματος: έρχομαι.
«Έρχομαι» μου ʼλεγαν δηλαδή
(έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό)
«μα μʼ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλʼ είχες φύγει πια»
«θα ʼρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).
Και μʼ όλα τʼ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς νʼ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.
Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μʼ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μʼ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μʼ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τʼ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».
Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ʼρχόσουνα, να ʼρχόσουν και τι να ʼταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στʼ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ʼρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.
Μʼ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ʼρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ʼσαι εδώ».
Ενώ η Προστακτική δεν είνʼ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ʼναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;
Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ʼρχεσαι, να ʼρθεις,
ίσως και να ʼρχόσουνα, να ʼρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μʼ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:
ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ʼρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο
που ήρθανε,
που θα ʼρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ʼχουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μʼ είχανε κλείσει έξω απʼ την τροχιά τους.
Από την ποιητική ενότητα «Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος “Έρχομαι”» (1972-1980), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.
30. Δεν ξέρω, δε θυμάμαι (2)
Δεν ξέρω, δε θυμάμαι πια αν έζησα
πραγματικά
στη μακρινή εκείνη ακρογιαλιά
όλη τη νύχτα πλάι στη θάλασσα
ως το πρωί μες στʼ όνειρό μου νʼ αντηχεί
ο φλοίσβος των κυμάτων της.
Δεν ξέρω, δε θυμάμαι πια αν άκουσα
πραγματικά
το φλοίσβο, το φεγγάρι, τη σιωπή
να μου μιλούν όλη τη νύχτα
να μου υπόσχονται
ό, τι ποτέ δεν έζησα
πραγματικά, ποτέ.
31. Από το δάσος
Πίσω από τα δέντρα μια φωνή.
Κάλεσμα, επίκληση;
Δεν άκουσα καλά.
Μα εγώ
το πέρασα το Δάσος πια.
Όποιος μου φώναξε, να μου ξαναφωνάξει.
Αν του γράφει και μου γράφει,
αν πολύ το θέλει,
μπορεί να με προφτάσει
βιάζοντας το βήμα του,
κι έξω απʼ τα δέντρα να μου πει:
Περίμενε. Για σένα τρέχω. Στάσου.
Να περιμένω; Ναι.
Να γυρίσω δεν μπορώ
στο Δάσος που το πέρασα, όχι,
όχι, να γυρίσω δεν μπορώ.
32. Το φεγγάρι της Κέρκυρας
Μʼ άλειβε απόψε το φεγγάρι όλη τη νύχτα
γαλάζια πίσσα και χρυσή,
όπως αλείβουμε ένα σώμα αγαπημένο
με λάδι στην ακρογιαλιά.
Συλλογιζόμουν: αύριο
θα μʼ έχει κάνει είδωλο
για νʼ αλωνίζω πια στην παραλία
κάτω από τον ήλιο, το πρωί.
Ώσπου με κάλυψε έτσι ολόγυμνο
από το πρόσωπό μου απάνω
ίσαμε τα νύχια των ποδιών.
Σε μια στιγμή μεσουρανώντας
έστρεψε το κρανίο του τάχα μου τυχαία
χαμήλωσε, με κάρφωσε
έτσι όπως έκλεινα τα μάτια, ανύποπτος
και μʼ ένα σπίρτο αστραπιαία
μου ʼβαλε πυρκαγιά.
Λαμπάδιασα και κόρωσα ίσαμε την αυγή.
33. Επίλογος
Κι όλο να λέω να τελειώνω μʼ όλʼ αυτά
τα σχετικά και τʼ άσχετα
κάθετα παράλληλα οριζόντια
τα μαύρα τʼ άραχνα και τʼ άσπρα
ποια τʼ άσπρα; – τέλος πάντων
τʼ άστρα τʼ απρόσιτα της Άρκτου, κει ψηλά
κι όσα χωματένια προσιτά δω κάτω.
Τα βραχέα, τα μακρά, τʼ ακαριαία.
φίλε μου, να τελειώνω, να τελειώνω μʼ όλʼ αυτά
κι όλο να ξαναρχίζω
φτου κι απʼ την αρχή
να πίνω το φαρμάκι τους.
34. Giudici, ad Anna, giudici
Σπρώξε τους τότε τους ανίδεους
τους χαμερπείς και ξέφυγε
για μια στιγμή, για λίγα δευτερόλεπτα
απʼ άρχοντες αστάθμητους κι αόρατους
αλλά και σταθμητούς
πʼ άρον άρον θα σε σέρνουν
σαν την Άννα Μπόλεϊν στο δήμιο.
Ξέφυγέ τους κι ούρλιαξε:
«Δικαστές, για μένα δικαιοκρίτες, δικαστές».
Όχι για να σε βγάλουν λάδι δηλαδή·
όπως εσύ,
όλοι τις έχουν κάνει τις λαδιές τους
όπως και η Άννα φυσικά.
Αλλά
τα χρόνια που ʼρχονται τουλάχιστον Μετά
να σε δικάσουν έντιμα
κι έστω, να σε καταδικάσουνε Σωστά.
Τα 31, 32, 34 από την ποιητική ενότητα «Τα ακαριαία: εμείς» (1984), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998. ενώ τα 30, 33 από την αντίστοιχη ποιητική συλλογή, εκδόσεις Κέδρος – 1984.
35. Όσον αφορά σʼ εκείνη τη Γριά, I
Αυτή η γριά, κάτω απʼ το δέντρο,
έδινε κάτι στον καθένα που περνούσε
ας έμοιαζε φτωχή ζητιάνα.
Ένα ρόδι στον ένα
μια χούφτα σταφίδες στον άλλον
μαύρες ή ξανθές
και στον άλλον και στον άλλον
σʼ όλους κάτι, τέλος πάντων
και μʼ ένα κύπελλο νερό από μια στάμνα
που διατηρούσε δροσερή στη σκιά.
Εγώ άργησα,
κι όλα θα της είχανε τελειώσει φαίνεται.
Της είπα ωστόσο: καλησπέρα.
Αυτή, ας μη μου ʼδινε
ας μη μου ʼλεγε επί τέλους τίποτα,
ούτε και καλησπέρα.
Γιατί ωστόσο, άραγε, γιατί
μʼ εκοίταξε έτσι, σα φαρμακωμένη
κι έπειτα ανοίγοντας χωρίς μιλιά τα χέρια
μου ʼδωσε δυο μούντζες
μούντζες και μαύρα φάσκελα;
Γιατί;
36. Τα χαμόγελα της Γριάς, I
Σα να μου χαμογέλασε,
εκείνο το πρωί, μπροστά στο σπίτι μου
όπως πίσω μου έκλεινα την πόρτα.
Φυσικά, δεν είχε τίποτα στο χέρι που άπλωνε.
Εν πάση περιπτώσει, αφού μου χαμογέλασε,
κάτι της έδωσα: «Να ζήσετε,
καλέ μου κύριε, να ζήσετε»
ψέλλισε παραδόξως·
κι εγώ χαμογελώντας της στʼ αλήθεια
στʼ όμορφο κείνο πρωινό
τρέχοντας λίγο απέναντι
σε μια αζαλέα
που ʼχε γεμίσει από λουλούδια
έκοψα ένα και ξεκίνησα
καρφώνοντάς το πρόχειρα, στο πέτο.
37. Τα υστερόγραφα της Γριάς, I
Λοιπόν
εγώ την αναγνώρισα στον αερολιμένα
κει πάνω στην ταράτσα των adieux
μʼ όλο που στεκότανε
δήθεν ταπεινή κι αξιολύπητη
μʼ έναν μποξά μεταξωτό τριμμένο
– τάχα μου αρχόντισσα που ατύχησε.
Τη διέκρινα
από τη σκάλα ακόμη, κατεβαίνοντας
τη γριά της μούντζας και του φάσκελου
του πρώτου ποιήματος ετούτης της σειράς.
Την είδα και με τύφλωσε ο θυμός:
Κατάλαβα·
πάλι κάτι θα μαγειρεύει εις βάρος μου
και ποιων –τις οίδε– άλλωνε.
Κι έτσι,
καθώς περνούσαν οι επιβάτες
και κάτι απίθωναν στο χέρι που τους άπλωνε
προσπέρασα φρενιάζοντας,
έσπρωξα ανάλγητα τη χούφτα
που τεινόταν και σε μένα
μα τρία βήματα πιο πέρα, δεν κρατήθηκα:
«Να, μωρή γριά πουτάνα»,
ούρλιαξα λυσσασμένα
«κόμπρα ξεδοντιασμένη,
πάρε πέντε κι από μένα, να!»
καρφώνοντας τʼ αριστερό μου χέρι στο κενό
με τα δάχτυλα ανοιγμένα σε μια μούντζα
σαν όλες τις δικές της μέχρι τότε
στα δέντρα, στους σταθμούς, στις αποβάθρες
σʼ όλες τις παγίδες που ʼχε κατευθύνει
τα βήματά μου ανύποπτα
το φοβερό της μάτι στρέφοντας να με δει
γεμάτο δυσφορία και κατάρα.
Εκείνη έμεινε άναυδη
μπρος στον παροξυσμό μου
όπως κι όλοι που μʼ ακούγανε τριγύρω.
«Λάθος θα ʼχει»
δήθεν μεγαλόψυχα, ψιθύρισε
τάχα μου λυπημένα,
«εγώ ποτέ μου δε φασκέλωσα τον κύριο·
κάτι, κάποιος άλλος του ʼχει κάνει
που το πληρώνω τώρα εγώ»
κλαψούρισε καθώς μʼ απομακρύναν
έκπληκτοι για να με κατευνάσουν
δυο τρεις από τους μάρτυρες εκείνης της σκηνής.
38. Όσον αφορά στη βρώμικη βροχή, I
Δεν παʼ να βρέξει.
Στάχτη και μπούρμπερη όλοι σας.
Κατακλυσμός δεν παʼ να ʼρθει.
Εγώ μʼ αυτές τις ιστορίες
τέλειωσα τουλάχιστον.
Να, κι αν βρέξει, να, κι αν έρθεις
μα κι αν δεν έρθεις, να!
Ποτέ μη σώσεις κι έρθεις.
Άλλοι ας φοβώνται τώρα το νερό
άλλοι ας το ελπίζουν.
Κλείστε μόνο στο παράθυρο τα σκούρα·
δεν έχω πια
καμιά διάθεση απολύτως
να μου μουσκέψουν όλα
και να ʼχω και τον ήλιο
έπειτα να προσμένω:
Πότε θα βγει να του καυλώσει
για να στεγνώσω
ό,τι θα ʼχει περονιάσει αυτή η βροχή
η βρώμικη βροχή που χαμηλώνει
να τη, χαμηλώνει
και μάλλον πρέπει να ξεσπάσει
από στιγμή σε στιγμή.
39. VI
Λοιπόν, αυτή η επίμονη βροχή
που επιμένει πάντοτε να πέφτει
επίμονη, σαν την ανυπομονησία μου,
ας πάψει πια δεν την μπορώ
μʼ έχει διαβρώσει σα στρυχνίνη ως το μεδούλι
να πάψει πια
περόνιασε όλη τη ζωή μου, με στρυχνίνη
και την ανυπομονησία μου
που ʼχει κάνει την καρδιά μου
ολοένα να χτυπάει και αργότερα.
Μα ποιος κατάλαβε ποτέ
την οσηδήποτε ανυπομονησία μου;
Κι αυτή δεν πάει στο διάολο τελικά,
δεν πάει να γαμηθεί;
Όσο για την επίμονη τούτη κωλοβροχή
ας πέφτει αν επιμένει –που επιμένει–
ας ξεπατωθεί να πέφτει στους αιώνες.
Τι με νοιάζει, εμένα πια, τι να με νοιάζει;
40. VIII
Σε σκέφθηκα πολύ, βροχή·
κι όπως ακριβώς ό,τι σκεφθήκαμε πολύ
δεν έχανες ποτέ την ευκαιρία,
βρώμικη βρώμικη βροχή,
λόγω της άλφα ή της βήτα εποχής
αλλά πολύ συχνά, συχνότερα,
έτσι, στα καλά του καθουμένου
νʼ ανοίγεις τους κρουνούς σου απρόοπτα.
Το βλέπω τώρα·
ήσουν σχεδόν η μοίρα μου, βροχή
πικρή κι ανήλεη βροχή φαρμάκι σκέτο,
ίσως γιατί σε σκέφθηκα·
ίσως γιατί – γιατί
σε τρόμαξα πολύ, βροχή.
41. Όσον αφορά στην άρνηση της θάλασσας, I
Όπως κουρασμένη θα νυχτώνει η θάλασσα
κι από μακριά θʼ ακούγεται
να φτάνει ο αέρας τραγουδώντας
μες στις φυλλωσιές
κουρασμένος κι εσύ να βγεις στο μπαλκόνι
για να της πεις, αντίο, ταπεινά
χωρίς την έπαρσή σου για όλα τʼ άλλα.
Της θάλασσας, τονίζω κι επιμένω·
ας μη σʼ αγάπησε ποτέ της
(ένʼ άψυχο στοιχείο φυσικό,
πώς νʼ αγαπήσει;)
Της θάλασσας κι ας μείνει
πάντοτε θαλάσσης, θάλασσα, θαλάσση
θάλασσα
α, θάλασσα.
42. Συμπέρασμα
Συμπέρασμα λοιπόν
για να τελειώνω μʼ όλʼ αυτά·
όλα:
τον αφανισμό της Κλυταιμνήστρας
της Μεσσαλίνας έπειτα
κι αυτόν
την Ηλέκτρα με το τσιμεντένιο πρόσωπο
κι αυτή
τη δυσφορία της θάλασσας,
τη δυσφορία της βροχής, τις πικροδάφνες
που σε χρόνο ανύποπτο
φυτρώσαν μέσα στην καρδιά μου
και θα με κατοικήσουν
ως ότου να με πνίξουνε φουντώνοντας
κι αυτές
την ολιγωρία όλων σας
κάθε σταθμητού κι αστάθμητου παράγοντα,
τη γυναίκα με τʼ απούλητα λαχεία που μʼ επέπληττε
κι αυτή, κι αυτή.
Τέλος, με τη γριά κάτʼ απʼ τα δέντρα
στα πλοία, στους σταθμούς, στις αποβάθρες
σε κάθε βήμα μου, η γριά, παντού.
Τον Ορέστη
– ωστόσο τι έφταιγε ο άβουλος Ορέστης
-όχι λοιπόν αυτός-
Την κάθε λάθος κίνησή μου στο παιγνίδι
– όχι· δεν ήταν όλες μου οι κινήσεις λάθος.
Η γυναίκα με τʼ απούλητα λαχεία
γιατί να μʼ επιπλήξει αυτή;
Τι την ενδιέφερε άλλο,
εκτός από τʼ απούλητα λαχεία της;
Η ολιγωρία των φίλων;
Δεν ολιγώρησαν όλοι· όχι.
Η θάλασσα σταχτιά, η βρώμικη βροχή.
Η Ηλέκτρα; Όχι.
Δεν ήταν ούτʼ η Ηλέκτρα
δεν ήταν η βροχή
κι η θάλασσα, η θάλασσα δεν ήταν
ούτʼ η Γριά,
δεν ήτανε δεν ήταν η γριά
πού ήξερε η γριά;
Πού ξέρουμε όλοι μας, τι ξέρουμε
γιʼ αυτή
Αυτή τη δύναμη κει Πάνω,
που δεν τη μαλακώνει ο πόνος μας
που διαφεύγει μες απʼ τις κινήσεις μας
που τις προετοιμάζει
που πάντοτε την έκανε θηρίο η ευτυχία μου
κι έχει επιβάλει σα μονάχο
προορισμό μου
μια ατέρμονη θητεία μου
στο χρέος και στο δάκρυ.
Από την ποιητική ενότητα «Carmina profana» (1979-1982), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.
43. Δύσκαμπτο ποίημα, δύστροπο
Δύσκαμπτο ποίημα, δύστροπο
Τσινάει: «Δε γράφομαι.
Δε γράφονται τα ποιήματα».
Εσύ επιμένεις φυσικά,
και κάπου βρίσκεις, τέλος, την αρχή του.
Πας να το ξετυλίξεις
μα μουλαρώνει ξάφνου, στρίβεται
τυλίγεται, τυλίγεται
κουβάρι σκούρο μες στο στήθος σου
σου φράζει για καλά τον οισοφάγο.
Πάλι δηλαδή τα ίδια απʼ την αρχή
κι έτσι εξαγριωμένος
το ξετυλίγεις άτσαλα·
(πρέπει να τελειώνεις πια μαζί του, τι να κάνεις;)
Τότʼ ακατάσχετο
γεμίζει νήματα το σπίτι
νήματα, ποιήματα – κλωστές
τυλίγονται στα πόδια σου
στο στήθος στους λαγόνες
φτάνουν ανεπαίσθητες θηλιές
γύρω από το λαιμό σου
και τότε τι να κάνεις;
Πάλι το τυλίγεις, το τυλίγεις
–Σκασμένο, ποίημα αγκυλωμένο τι γυρεύεις;
Νερό; νεράκι του θεού;
Ντερλίκωσε, ρουπώσου–
Τʼ αποποιείται δύστροπο – δε θέλει, δεν το θέλει
Αίμα θα θέλει υποψιάζομαι
κι έτσι χορτάτο κι εύκαμπτο
να βγεί, να ξεχυθεί σα λογοδιάρροια στο χαρτί.
Δύσκαμπτο ποίημα
σαδιστικά στριμμένο τυλιγμένο με παιδεύει
δεν το μπορώ, δεν το μπορώ
αυτό το τελευταίο μου, ποίημα.
44. Γραφόταν, δε γραφόταν, ξεγραφόταν
Γραφόταν, δε γραφόταν, ξεγραφόταν
πήγαινε να εξηγηθεί·
άλλοτε γινότανε δεκτό
άλλοτʼ ήταν απαράδεκτο απολύτως.
Ηλιοτρόπιο ανοιγόταν εύχαρι στο φως
πενθώντας έκλεινε σαν έδυε ο ήλιος.
Όπως κι αν ερχόντουσαν τα πράγματα
πράματα και θάματα
εντός, εκτός και επί τʼ αυτά
ρωτούσαν όποτε τους καύλωνε:
– Τι θέλει αυτό το ποίημα;
Πού πάει, πού σε πάει;
Μάλλον μαζί κατά διαβόλου.
Θα δούμε κατά τύχην στα «ψιλά»
του ημερήσιου τύπου
την τελευταία στάση σας.
45. Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα
Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα,
μάλλον δε με πάει· μʼ επιστρέφει.
Αγκυλωμένο τώρʼ ανηφορίζει
προς τις πηγές απʼ όπου κατηφόρισε έξαλλο.
Πάντως ανηφορίζει, πάντʼ ανηφορίζει.
Κάποτε κάπου ωστόσο ξάφνου απογειώνεται
και πια μαζί με τον αέρα κλαίει
στα κυπαρίσσια ανάμεσα
που σα μοιρολογίστρες
λυγίζουνε δεξιά ζερβά τις κορυφές τους
πάνω απʼ τους τάφους των νεκρών μου:
– Δε συνηγόρησες γιʼ αυτούς – μου λέει
– Δεν τους έχεις εξηγήσει όπως έπρεπε.
Φόρεσες το δέρμα τους,
πήρες τα ονόματά τους.
αλλά τους πλαστογράφησες.
Δεν τους έχεις ζήσει,
μόνο τους υποδύθηκες.
Αίμα δεν τους μετάγγισες.
Να ενσαρκωθούν, και να ʼρθουνε στις δίκες τους
να φωνάξουν, να επιμείνουν
να βρουν παραδοχή. Δικαιοσύνη.
Δεν πάει, δε με πάει αυτό το ποίημα
μάλλον μʼ επιστρέφει.
Βαραίνει πάνω μου βαρύ κι ασήκωτο
μολύβι οκάδες με βουλιάζει μες στο χώμα
εκεί που τρέμουνε και τρίζουν
«θολές κι αξήγητες για πάντα
οι σκοτεινές μου ρίζες της κραυγής».
Από την ποιητική ενότητα «Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα» (1985), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.
46. Ήμουνα μια τρίλια μοναχά;
Ήμουνα μια τρίλια μοναχά;
Ίσως, μα τώρα
στο άπειρο μέσα και στο χρόνο κάτι άλλο με καλεί.
Δε μου άξιζες; Δε σου άξιζα;
Ίσως με τραγουδήσει τώρα άλλο πουλί.
47. Άσε τους –σου ʼλεγα– να παίζουνε χαρτιά
Άσε τους –σου ʼλεγα– να παίζουνε χαρτιά
να στοιχηματίζουν στον ιπποδρόμιο
τις ώρες τους τις μάταιες να περνούν
σε τυχερά, λογής λογής παιχνίδια.
Εσύ,
νʼ ακολουθείς πάντοτε τʼ άστρο σου,
όσο κι αν σου φαίνεται μακριά
κι όταν ακόμα ούτε καν το διακρίνεις
είναι σκυμμένο πάνω απʼ το κεφάλι σου.
Εκεί, ψηλά θαν το ʼβρεις.
Όσο κι αν φαίνεται άπιαστο
γεννήθηκε για σένα.
Κάποτε θα τʼ αγγίσεις.
Και μια στιγμή πριν ξεψυχήσεις
θα διασχίσει τʼ άπειρο διάπυρος διάττων
και θα εκραγεί βεγγαλικό
μες στην αιωνιότητα.
48. Στη δίκη του
Μου λέτε – απολογήσου, απολογήσου, κύριοι συνήγοροι.
Αλλʼ αν μιλήσω για να δικαιολογηθώ
τα ίδια μου τα λόγια θα με καταδικάσουν
κι οι δικαστές
θα πούνε πάλι όπως συνήθως
ότι ήμουν ένα ποίημα επηρμένο.
Έτσι αγορεύετε Σεις λοιπόν.
Εγώ σωπαίνοντας θʼ ακούω από μακριά
υπόκωφα να φτάνουν οι καινούργιες συμφορές
που ήδη ξεκινήσανε για μένα.
Γιατί είναι εκ των προτέρων βέβαιο.
Ακόμα και γιʼ αυτές
σα να ʼτανε κυρώσεις γιʼ ανομίες δικές μου
όλοι θα ʼρθουν να καταθέσουν εναντίον μου
στις ενδεχόμενες καινούργιες δίκες μου.
Από την ποιητική ενότητα «Τι άλλο μού είπε αυτό το ποίημα», του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.
49. Κυκλόθυμες, I
Κυκλόθυμες ημέρες·
Τις ονομάζουν: Κυριακή
Δευτέρα, Τρίτη, κι ούτω καθʼ εξής.
Μʼ ʽωρες ανατρεπόμενες όμως και διαθέσεις.
Θέλω να πω:
Ευδιάθετες στις δέκα το πρωί,
έξαλλες χτυπάνε τις καμπάνες
«Χριστός ανέστη» σου πετάνε ξαναμμένες
(δίχως να ʼναι Πάσχα).
Στις έξι, ωστόσο δύσθυμες
– στις έξι; τι στις έξι, από τις τέσσερις
λίγο μετά το μεσημέρι
τρώγονται με τα ρούχα τους βαρύθυμες.
Αν και το ʼχεις ʼπει πρωί πρωί,
«καλημέρα» ξαναλές δειλά δειλά
«…μέρα», σου απαντούν
ή «άει σιχτίρ μαλάκα·
Εδώ τη βγάζεις δεν τη βγάζεις
κι έχεις και δαύτον από πάνω
να λέει, σαν πλάκα γραμμοφώνου σκαλωμένη,
καλημέρα… καλημέρα… καλημέρα».
50. Του έξω, 1984, ημέρες, III
Κι ημέρες εύθραυστες του μέσα·
πόσο εύκολα, πόσο εύκολα
λυγίζει η νύχτα με τα μαύρα της τα χέρια
κλαδιά αποξηραμένα στο λιοπύρι
και «κρακ», τις σπάζει «κρακ»
ποτήρια στραγγισμένα τις τσακίζουν
μεθυσμένοι χαροκόποι τα χαράματα.
Σαθρές του μέσα ημέρες
φύλλα ξερά κιτρινισμένα
πόσο εύκολα, πόσο εύκολα
τρίβονται μες στα χέρια τους
τρίβονται –τόσο εύκολα–
τρίζοντας στην καρδιά τους.
Ημέρες, τοίχοι ραϊσμένοι απʼ το σεισμό
που μπάζουν μπάζουν
μπάζουνε βροχή, σιωπή κι αδιαφορία
μπάζουνε μνήμη – αγιάζι
από αισθήματα σαθρά
σάπια χαρτονομίσματα που βρίσκεις
μέσα σε συρτάρια πεθαμένων
(ένας θεός ξέρει μονάχα κι η ψυχή τους
γιατί και πώς τα φύλαξαν·
τα κρύψανε, γιατί;)
Και πέθαναν μια μέρα
έχοντας ξεχάσει το για τι
κι όσα στερηθήκανε
σε θήκες και ντουλάπες, κρύβοντάς τα.
51. Ώρες
Ώρες, όπως οι αραμπάδες του παλιού καιρού,
αφήνονται να σέρνονται στων ρολογιών τους δείχτες.
Άδειες ως το βράδυ
σʼ άδειους δρόμους βραδιασμένους λαϊκών συνοικιών
που υποβαθμίστηκαν κι αδιαφορούν
οι δήμοι να φωτίσουν.
Όσοι τις κατοικούσανε μετώκησαν μετά,
σʼ άλλες κεντρικότερες πολυκατοικημένες·
στις λεγόμενες απάνω γειτονιές.
Ώρες κάρα γερασμένα
άλλοτε mondaines· μάλλον demi–mondaines
του «ό, τι προλάβουν και προφτάσουν» ώρες.
Τίποτα δεν πρόλαβαν.
Ψίχουλα προφτάσανε
κι άδειες αδειάζουν τʼ άδειο τους
Υδρίες Δαναϊδες
σʼ άλλες κατʼ εικόνα τους κι ομοίωση
επόμενες
απʼ άλογα ψωριάρικα συρόμενες
δείχτες, λεπτοδείχτες, ψωροδείχτες
απʼ το πρωί ως το βράδυ
Ώρες ημερών που ξημερώνουν
χωρίς να ξέρουν γιατί, για ποιο –
για ποιο σκοπό –
και πώς ξαναξημέρωσαν…
Αν βεβαίως ξημερώνουνε… αν…
Το 49 από την ποιητική ενότητα «Ημέρες, νύχτες, πού ʼναι τες;» (1987), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998, ενώ τα 50, 51 από την ομότιτλη ποιητική συλλογή, εκδόσεις Ερμής – 1987.
52. Το ραϊσμένο ποίημα
Κι εξ άλλου, κρακ, από μια μέρα και μετά
–σε χρόνο αόριστο κι ανύποπτο–
όλα –κρακ– αρχίζουν να ραΐζουν.
Ράισμα πρώτο κρακ
και κρακ και κρακ…
έπειτα παύεις να μετράς.
τι να πρωτομετρήσεις;
Τα πρόσωπά τους, οι κινήσεις
λέξεις, φράσεις, φθόγγοι, συλλαβές
κρακ–κρακ ραΐζουνε.
γεμίζουνε ραϊσματιές – τʼ ακούς καλά το βλέπεις.
Γυάλινα σα να ʼναι κι εύθραυστα φυσικά.
Ραΐζει ο χρόνος – κρακ
γυάλινος σα να ʼταν. Παύει να κυλάει
των ημερών του οι ώρες, τοίχοι ρημαδιών
κρακ–κρακ ως το ταβάνι
ανοίγουνε ρωγμές
και μπάζουνε, μπάζουνε βροχή
χιόνι, αγιάζι απουσίας.
Στρυχνίνη μπάζουν: Άρνηση.
Σιωπή. Αδιαφορία.
Κι η ποίηση – γιατί όχι κι αυτή –
μια ώρα αόριστη κι ανύποπτη
σʼ ένα σημείο – κρακ
ραΐζει, σπάζει, παύει νʼ ανασαίνει μουσικά
στο φθόγγο σίγμα ταφ – του στ–ίχου αυτού
και τελειώνει, κόβεται
σωριάζεται σε θρύψαλα
όπως σʼ αυτό το ραϊσμένο ποίημά της.
53. Για να συνεχίσουμε
Τώρα σουρουπώνει
εξ άλλου απʼ το πρωί.
Τι μεγάλωσε, τι μίκρυνε η μέρα;
Χειμώνα καλοκαίρι
άνοιξη – τέλος οιαδήποτε εποχή –
αν όχι απʼ το πρωί
απʼ τις τέσσερεις τʼ απόγευμα νυχτώνει.
αν αργήσεις λίγο να ξυπνήσεις
ώσπου να μπεις στο μπάνιο
να πιεις έναν καφέ
λούφα το τηλέφωνο
λούφα το κουδούνι
ο ταχυδρόμος άφαντος
–πάνε και βδομάδες ώσπου να φανεί–
μια μπουκιά να φας το μεσημέρι,
βλέπεις την όποια μέρα σου
να πνέει τα λοίσθια ήδη.
Τι μίκρυναν οι μέρες και μεγάλωσαν;
Τώρα κι ως το τέλος
όλες θα νυχτώνουνε νωρίς.
Για να ʼμαστε,
αν θες να συνεχίσουμε
κάπως ηρεμότερα
χωρίς ανώφελες και περιττές
εντάσεις κι αντεγκλήσεις
εξηγημένοι καθαρά και ξάστερα.
54. Πλοίο, εσύ…
Εσύ εξ άλλου άραξες
σε παρατατικούς, δυνητικής, οριστικής:
– θα ʼρχόμουνα, θα σου ʼγραφα,
πολύ πολύ θα το ʼθελα … αλλά …
φάντασμα πλοίο από το ένα στʼ άλλο «αλλά»,
σε μέλλοντες θα ʼρθώ
που μείναν άπιαστα πουλιά
σε διάσπαρτους αόριστους, απρόσιτους.
Στον άνεμο: καπνός
σκαρι; σʼ αφάνισε τυφώνας.
Σʼ ευδίες παρακείμενες
κάθε άλλο παρα–κεί–μενες ανοίξεις.
Δεν ετέλειωσε ποτέ ο χειμώνας σου.
Χειμώνας χρόνιος … το πάει.
Μάλλον αιώνας το τραβάει δίχως χρόνους.
Χιλιετηρίδων παγετώνας
δίχως καν διαλείμματα ηλιοφάνειας
και δίχως άλλες εποχές.
Αχλή, καπνός κι εσύ…
Φάντασμα πλοίο, πες…
Από την ποιητική συλλογή «Εξ άλλου, μη ρωτάς», εκδόσεις Ρόπτρον – 1988
55. Εκπνέοντος του αιώνος σου
Και να, που αύριο μεθαύριο
είναι πιθανό αν όχι βέβαιο
έρχονται επί τέλους
(ή του τέλους προσιόντος;) να σε φωτογραφήσουν
τουτέστιν, εννοείται, να σʼ αποθανατίσουν.
Στο πρώτο πλάνο εσύ
και πρασινάδα πίσω σου για φόντο
δάσους πυκνού, δρυμού;
Τίποτα από τα δύο· προσοχή!
Στο πράσινο του βάθους μην υπολογίζεις.
Αν παρορμητικά χιμήξεις προς τα κει
θα σκίσεις μόνο ένα χαρτί χρωματισμένο
και θα περιζωθείς από τον πανικό
μιας ατελείωτης σειράς από «απολύτους γενικές»,
που έχει επικαλύψει η λήθη με τσιμέντο
και μόνη η μνήμη τους επίμονη
σταλάζει μέσα στην καρδιά σου
καυτού κεριού σταλαγματιές.
Παραπλανητικές… Παραπλανητικές;
Πώς σε παραπλανήσαν δηλαδή;
Δεν έπρεπε να ξέρεις τι σημαίνει
μια γενική απόλυτος;
Χρόνου επιτρέποντος ή θέλοντος θεού
και προ παντός η διαβόητη: δοθείσης ευκαιρίας;
Σημαίναν ακριβώς ό,τι σημαίναν.
Δεν σε παραπλανήσαν.
Τώρα που βραδιάζεις μαζί με τον αιώνα σου
το ʼχεις καταλάβει: πολύ πολύ καλά.
Εφόσον ήθελε ο θεός
αν ο καιρός επέτρεπε
κι αν… όταν τους δινόταν η ευκαιρία.
Ήτανε σαφείς· δεν σε παραπλάνησε κανείς·
μόνο τα όνειρά σου κι ό,τι πολύ φαντάστηκες·
Όλων εν απολύτω αγνοία διατελούντων,
που εξάλλου να τους, έρχονται
να σʼ απαθανατίσουν
για τον καινούργιο αιώνα που χαράζει.
τον άλλο, το δικό τους
που δεν θα δεις να σε φωτογραφίζει
να σε γεωμετρεί
να σε καθίζει στο σκαμνί
να σε δικάζει αμείλικτος να σε καταδικάζει.
Όχι δε θαν το δεις.
Ό,τι είδες είδες· σκοτεινό
ή μόλις μʼ ένα λύχνο φωτισμένο·
Ό, τι πήρες πήρες·
πιο λίγο ή περισσότερο απʼ όσο σου οφειλόταν.
Άλλο δεν έχει. Εξ άλλου τι περίμενες
απʼ τον τραυλό συφοριασμένο αιώνα σου;
Οι αιώνες όλοι πάνω κάτω
ποιος λίγο ποιος πολύ
χωλοί, τυφλοί, μονόφθαλμοι
μονόχειρες, κοντόφθαλμοι, χεσμένοι
–τι τʼ ανακατεύεις, τι τα θες–
Έτσι συμπεριφέρονται σʼ όλους τους ποιητές.
Όταν λοιπόν φωνάξει ο φωτογράφος
«Τώρα χαμογελάστε»,
εύχαρις χαμογέλασε.
Δοθείσης –επί τέλους ευκαιρίας– να τηνε
εκπνέοντος του αιώνος σου.
Άλλης δοθεισομένης;
Τόσης δεδομένης πικρής φαρμάκι πείρας
δέξου το, επί τέλους παραδέξου το
ότι ήτανε στο χέρι
κι είναι μοναχά της μοίρας.
Από την ποιητική ενότητα «Ανέκδοτα ποιήματα», του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.
56. Περί αυτού
Πάνω απʼ τον ώμο του ένʼ άστρο
τον έδειχνε, τον δαχτυλοδεικτούσε.
Εωσφορικά φωτίζοντας
όλα τα βήματά του
όλες του τις κινήσεις
όλα του τα σκιρτήματα
κι εκείνα ακόμα που αδηρίτως
πάση θυσία αγωνιζόταν
κι έπρεπε να κρατήσει μυστικά
μέχρι θανάτου απαρατήρητα.
57. Υπό διωγμόν
Άκουγα την καρδιά μου να λυγίζει
να λυγίζει, και να κάνει «κρακ»
σα μίσχος λουλουδιού που το ʼκοβαν.
Πρόβαλλα τʼ αγκάθια μου,
δεν πρόφθαινα όμως.
Έτσι μʼ εξεχώριζαν πάντοτε απʼ τις ρίζες μου
Έτσι πάλι πάντοτε, άρχιζε η εξορία μου
στα νησιά των άγονων γραμμών
Έτσι ξερό πλατανόφυλλο
μʼ έπαιρνε και μʼ έσερνε ο αέρας
πίσω από βήματα που φεύγαν
που δεν εσταματούσαν
δεν με περίμεναν ποτέ.
58. Στο σταθμό
Θα ταξιδεύαμε μαζί, λοιπόν.
Απʼ τα σφυρά,
ίσαμε το κεφάλι μʼ αναμέτρησες,
στρέφοντας τυχαία προς εμένα.
Σε κοίταξα κι εγώ· διόλου τυχαία
–αντίθετα– μʼ επιμονή σημαίνουσα.
Αλλʼ από κει και πέρα πια
μονάχα η μοίρα: βοηθός.
Θα μου ʼλεγες, θα μου ʼλεγες στο τρένο
ό, τι συνήθως λεν οι ταξιδιώτες:
– Πού πάτε, πού θα μείνετε;
ή το πιο συνηθισμένο και πιο καίριο
– Καπνίζετε; Έχετε φωτιά;
59. Τα πουλιά
Τι είναι μέσα στις προθέσεις των πουλιών αυτών;
Διαγράφουν κύκλους γύρω μου·
συνδαυλίζουνε τις σπίθες με τα ράμφη τους,
τη στάχτη που σβήνει,
κρατούν το καλοκαίρι που τελειώνει με τα δόντια.
Μα σβήνει κάποτε η φωτιά.
Τα καλοκαίρια φεύγουνε στο τέλος.
Ίσως πρέπει κάποτε, άλλωστε, να φεύγουν
για να πέφτει ο πυρετός του Αυγούστου.
Γιατί λοιπόν φθινόπωρο πολύ προχωρημένο
ακόμα νʼ αναβάλλουν το ταξίδι τους
αυτά τʼ αλλόκοτα, μικρά, τρελά πουλιά;
60. Σα να ξαναγύριζα στην εποχή των πουλιών
Σα να ξαναγύριζα στην εποχή των πουλιών
Στις γρίλιες μου χτυπήματα από ράμφη
μαύροι σπαθισμοί χελιδονιών
στο αβέβαιο φως του πρωινού
που ʼμοιαζε πως δίσταζε
να πει στη νύχτα καθαρά: Ξημέρωσε!
Δίσταζε το φως
κόμπιαζε κάτι στη βαθύτατή μου κόπωση
κι όμως ξημέρωνε στον κόσμο.
Έξω απʼ το παράθυρο
απʼ τις κλειστές μου γρίλιες
γυρίζαν
παλινόστιζαν στον κόσμο τα πουλιά.
Από την ποιητική συλλογή «Κι αυτά; ίσως…», εκδόσεις Ερμής – 1999.
Σχόλια
Προχώρησα σε μιαν εκτεταμένη ανθολόγηση των ποιημάτων του Σταύρου Βαβούρη. Εδώ κι ένα χρόνο φτιάχνω το αφιέρωμα στη μνήμη του, σιγά σιγά· αναλογίζομαι τον ποιητή που δεν πρέπει να είναι και τόσο γνωστός στις νεότερες γενιές. Και γιατί, άραγε, θα έπρεπε να είναι γνωστός, ντε και καλά, ένας (όχι και τόσο παλιός – πέρυσι πέθανε) ποιητής, που δημοσίευε τις συλλογές του μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα; Δύσκολοι καιροί για ποιητές, ιδίως τους παλιούς… Ελάχιστα σχόλια έγιναν πέρυσι με αφορμή τον θάνατό του· σποραδικές εντελώς, εδώ τουλάχιστον, οι αναφορές σʼ αυτόν. Πόσο γρήγορα ξεχνάμε…
Το ποιητικό έργο του Σταύρου Βαβούρη είναι μακρύ· όχι, ακριβώς, πνοής (αν και μπορεί να γίνει και τούτο, όταν και άμα χρειαστεί) – μα διάρκειας: μισός αιώνας και βάλε (1940–1993), όπως προσδιορίζεται χρονικά. «Ένας από τους έξι καλύτερους ζώντες ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς…», σημειώνει εμφατικά ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (1991), που «…μας έδωσε μια ποίηση εξαιρετικής στάθμης». Σύμφωνα με μιαν άλλη, προηγούμενη κι αντικρουόμενη άποψη, τού Αλέξανδρου Κοτζιά (1965), ο Βαβούρης είναι: «ο εισηγητής του δαιμονισμού στην ποίησή μας…», κινείται σʼ ένα χώρο « όπου ανακοχλάζουν πάθη αβυσσαλέα και όπου καίριες πτυχές της σύγχρονης προβληματικής φωτίζονται από το βαρύ άστρο του Εωσφόρου…»
Το ανθολόγιο καλύπτει το 1/3 περίπου της 3ης επιλογής ποιημάτων που έγινε από τον ίδιο (1998). Ανθολογούνται 41 από τα 109 του τόμου. Ο αριθμός αυτός είναι εντελώς ενδεικτικός, εφόσον λάβουμε υπόψη τη 2η επιλογή που έκανε ο Βαβούρης (1977), εκεί συνυπάρχουν 115. 14 από αυτά συμπληρώνουν την ανθολόγηση μιας και, παραδόξως, δεν συμπεριλαμβάνονται στην οριστική και τελεσίδικη επιλογή.
Τέλος, από τα 26 ποιήματα της τελευταίας συλλογής του (η οποία, ουσιαστικά, συμπληρώνει την αμέσως προηγούμενη επιλογή – δεν περιέχει νέα), εκτός από 3 που ανεπίγνωστα συμπεριλήφθηκαν προηγουμένως, ανθολογούνται άλλα 5 – από τη νεανική δημιουργική περίοδο τού ποιητή. Το μακρύ έργο χρειάζεται και μακρά ανθολόγηση, προκειμένου να φανεί ξεκάθαρα ότι συνιστά ένα ζωντανό οργανισμό που βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, προοδεύει συνεχώς.
* * *
Πάνε 13 χρόνια που γνωρίστηκα με τον Σταύρο Βαβούρη, καλοκαίρι του 1996 στην Αθήνα, τέλος Ιουλίου ή αρχές Αυγούστου. Η γνωριμία έγινε μέσω του Γιώργου Χρονά. Ο γηραιός ποιητής είχε ανάγκη από έναν συνοδό για τις δυο συναυλίες της Μίλβας στο Ηρώδειο, ήταν μεγάλος θαυμαστής της. Η συνάντηση έγινε στο σπίτι του, λίγο πιο κάτω απʼ την Ομόνοια, οδός Ακομινάτου αρ. 27 ή 29, πολυκατοικία, ένα διαμέρισμα δευτέρου ή τρίτου ορόφου, δυάρι.
Πήρα ένα μπουκάλι κρασί και πήγα. Ψηλή και λιγνή η φιγούρα του, με γυαλιά μυωπίας κι αυτός. Χρησιμοποιούσε μπαστούνι εξαιτίας μιας κληρονομικής αναπηρίας. Έμενε μόνος του· άφησε να καταλάβω ότι δεν διατηρούσε, τότε, τις καλύτερες σχέσεις με τους συγγενείς του, αδελφές και ανίψια. Δεν ήπιαμε κρασί αλλά βότκα πορτοκάλι. Το δεύτερο ποτήρι δεν το τέλειωσε.
Εκφραστικότατος και λαλίστατος άνθρωπος, καταπληκτικός μίμος στις εκφράσεις και το ύφος – και τι δεν άκουσα γιʼ αυτόν αλλά και για άλλους, συνομήλικούς του ή νεότερους λογοτέχνες, ζώντες και νεκρούς – μυθικές ιστορίες και περιστατικά, άλλες εποχές. Παρά την αναπηρία του, ήταν λίαν ευκίνητος και πολύ παραστατικός. Εξαιτίας της, στο παρελθόν, υπήρξε δεινός χορευτής και κολυμβητής, όπως ανέφερε, στα νιάτα του. Μου χάρισε κάποιες συλλογές του με αφιερώσεις και κατόπιν, αφού κανονίσαμε πρώτα τις απαραίτητες λεπτομέρειες για το Ηρώδειο, έφυγα δυο τρεις ώρες μετά.
Οι εντυπώσεις μου ήταν ανάμεικτες. Μοναχικός και περήφανος… Εγωκεντρικός και αλαζονικός… Παρορμητικός και οξύθυμος… Από τη μια… Κι από την άλλη, μια φλογερή ψυχή: παθιασμένη, βασανισμένη, πληγωμένη, φυλακισμένη, αγανακτισμένη, εγκλωβισμένη στην, από ένα σημείο και μετά, αργόσυρτη μοναχική ρουτίνα της καθημερινότητας, άνθρωπος πλανταγμένος, «που είχε ουκ ολίγες κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του…»
Ένας θαυμάσιος performer της γεμάτης αντιξοότητες ζωής του, ακαταμάχητος και ακατάβλητος· ένας πείσμων γέροντας με τις εμμονές και τις εκρήξεις του που άναβαν ξαφνικά, έπαιρναν διαστάσεις, έσκαγαν κι έσβηναν βαθμηδόν σαν πολύχρωμα σαγηνευτικά και πλάνα πυροτεχνήματα στον περιώνυμο έναστρο ποιητικό ουρανό – πανάκριβα νυχτερινά πλουμίδια φαντασίας κι αισθήματα.
Το πρώτο βράδυ στο Ηρώδειο, παρά λίγο να τσακωθεί με την μπροστινή παρέα. Ο Βαβούρης μου μιλούσε συχνά για τη Μίλβα και τα τραγούδια της στη διάρκεια της συναυλίας. Ήθελε να μου εξηγήσει όσα γίνεται περισσότερα, εξαντλητικά για το ίνδαλμά του, να με μυήσει στη χάρη της. Όταν ένας γύρισε κάμποσες φορές και μας κοίταξε ενοχλημένος, αντί να σωπάσει, ο ποιητής του ζήτησε τον λόγο τσαμπουκαλίδικα! Ήταν εριστικός χαρακτήρας, δεν ήθελε και πολύ για νʼ αρπάξει. Έφταιγε βέβαια και το γεγονός ότι η μπροστινή παρέα ειρωνευόταν λιγάκι τη μεσόκοπη ντίβα…
Το δεύτερο βράδυ ήταν πιο ήπιος, συγκαταβατικός, είχε παραδοθεί στη μαγεία και τραγουδούσε λικνιζόμενος ρυθμικά. Μου έκανε εντύπωση ότι γνώριζε, από στήθους, όχι μόνο όλα τα τραγούδια αλλά και τους στίχους. Η Ιταλίδα ντίβα μιλούσε συχνά ενδιάμεσα. Ο Βαβούρης, παρότι κατάλαβε πως ήταν κουρασμένη, άρχισε να της φωνάζει: «Μίλβα, cantare, non parlare…» Όλα όμως κύλησαν ομαλά, ευτυχώς, δίχως απρόοπτα. Ακόμα και η αναμονή και η σχετική ανησυχία για το αυτόγραφο που ήθελε και τελικά πήρε.
Ο νεαρός ταξιτζής, στην επιστροφή, έτυχε να είναι όχι απλώς Κρητικός αλλά και συντοπίτης μου, στην απώτερη καταγωγή του, πρώτη φορά τον έβλεπα. Τη Μίλβα δεν την είχε ακουστά. Ο Βαβούρης μίλησε γιʼ αυτήν παθιασμένα. Σιγόνταρα λίγο κι εγώ. Όταν φτάσαμε, χάρισα το πρόγραμμα της εκδήλωσης στον νεαρό συντοπίτη. Μέγα λάθος μου. Ο Βαβούρης ενοχλήθηκε πολύ – μου έκανε μάλιστα σχετική παρατήρηση, μουρμούρισε και γκρίνιαξε… Τον συνόδεψα στο διαμέρισμά του, κάθισα λίγο κι έφυγα αποχαιρετώντας τον για διακοπές.
* * *
Είπαμε τότε με τον Χρονά, να του κάνουμε ένα αφιέρωμα στο περιοδικό του. Στα χαρτιά μου βρίσκω το προσχέδιο μιας συνέντευξης και μερικές σημειώσεις. Συναντηθήκαμε άλλη μια φορά με τον Βαβούρη, αρχή φθινοπώρου, όταν επέστρεψα από την Κρήτη· στη γιορτή του, 14 Σεπτεμβρίου 1996. Πέρασα να του πω τα χρόνια πολλά. Νωρίτερα, στο τηλέφωνο, μού είπε πως είχε πεθυμήσει εκείνο το παλιομοδίτικο μα τόσο ωραίο και ανάλαφρο γλύκισμα, γκρίζο – ροδαλό συννεφάκι στον ουρανίσκο, τους μπεζέδες. Πήρα ένα κουτί κι ένα μπουκάλι κρασί. Μου πρόσφερε παλιό λικέρ. Δεν κάθισα πολύ, καμιά ώρα. Του ευχήθηκα πάλι και είπαμε ότι θα τα πούμε ξανά. Προφασίστηκα μια συνάντηση με την αδελφή μου κι έφυγα νωρίς, πήγα να συναντήσω κάποιους φίλους στο Νέο Ηράκλειο.
Μπορεί να το είπαμε, αλλʼ αυτό δεν σημαίνει ότι το κάναμε κιόλας. Μεσολάβησε κι ο αθόρυβος θάνατος του Ασλάνογλου… Δεν επιδίωξα να συναντηθούμε ξανά κι έτσι το αφιέρωμα ναυάγησε. Θυμάμαι ότι έγραψα, το 1999 ή 2000, από την Κρήτη πια, στον Σταύρο Βαβούρη, αν ήθελε να μου στείλει τα δυο τελευταία βιβλία του, αλλά δεν απάντησε. Ένιωσα λίγο άσχημα, η σιωπή του μʼ αναστάτωσε, σαν να τον είχα εγκαταλείψει στην άφατη μοναξιά του, ξεχασμένο. Να λοιπόν που το σχεδιαζόμενο τότε αφιέρωμα στον ποιητή, παίρνει τώρα σάρκα και οστά από εδώ.
Νιώθω ανακούφιση, επιτέλους, σαν να μου έφυγε ένα βάρος με τούτο το –έστω και μεταθανάτιο– αφιέρωμα σʼ έναν συνεπέστατο ποιητή που, όσα έσπειρε στα νιάτα του, επιμελώς καλλιέργησε στην πορεία και θέρισε, αφειδώς, τη σοδειά τους στα γεράματα. Από τον Βαβούρη δεν αναμένονται μεγάλες εκπλήξεις αλλά μικρές, σταθερά κυμαινόμενες, πάντως εντυπωσιακές, θεαματικές εξομολογητικές σκηνές – αίγλη και πάθος· πολύ καλές, απρόσμενες κάποιες φορές, παιγνιώδεις και συναρπαστικές στιγμές γνήσιας ποιητικής έμπνευσης, δημιουργίας και απόλαυσης, αυθεντικές και, παρά τη μίμηση που υπέστη από τους επιγόνους του, απαράμιλλες και ανεπανάληπτες.
Επιμέλεια: Βαγγέλης Ψαραδάκης
Από το αντίτυπο τής προτελευταίας ποιητικής συλλογής του: «Εξ άλλου, μη ρωτάς» (1988), που μου χάρισε – χωρίς να θυμάται ότι το είχε ξαναγράψει, μεταφέρω το εναρκτήριο ποίημα, διά χειρός του ποιητή Σταύρου Βαβούρη:





















Το υλικό που μας περάσατε στο «Ποιείν», για να αποτιμηθεί (αν ποτέ…) εντός μου θέλει καιρό. Με μια πρώτη ματιά, αυτό που ξεχώρισα, είναι το «Γράμμα» (νο3). Σπάνια ευρηματική ποιητική σύλληψη για τον άνθρωπο (άγαλμα) που αντί να ζει τη ζωή αναζητά, μέσα από ένα ψεύτικο «ναι, είμαι καλά» και το καλά ως αυτοσκοπός είναι μόνο το ακίνητο το χωρίς ζωή, τη χίμαιρα του διηνεκούς της ύπαρξής του αγνοώντας ότι έτσι ήδη δεν αισθάνεται (ή για να είμαστε πιο ακριβείς αισθάνεται, αλλά οι αισθήσεις του λειτουργούν αποκλειστικά όπως σε ένα κατώτερο είδος, ως αποτρεπτικές του άμεσου κινδύνου) και δε βιώνει
Σπουδαία προσπάθεια ποιητικής έκφρασης το έργο του Σταύρου Βαβούρη. Ίσως στο διαδικτυακό αφιέρωμα λειτουργεί κάπως πιο αποτελεσματικά η συνοπτικότερη προσέγγιση ενός έργου. Ευχαριστούμε κ. Β. Ψ., πολύ καλή η παρέμβασή σου.
Επίτρεψέ μου, ως θρήνος για το θάνατο του ποιητή:
“Ανάθθεμάν σας, λυγερές, κι εσάς και το φιλίν σας,
κάμνετε τους νιούλλικους και χάνουν την ζωήν τους”.
κ. Ψαραδάκη συνεχίζω να διαβάζω το αφιέρωμά σας στον ανεξιχνίαστο (σε εμένα) κύριο Σταύρο Βαβούρη και να σας ευγνωμονώ.
Κύριε Μίχο,
δεν επιχείρησα να χειραγωγήσω το αναγνωστικό κοινό. Απλώς ανέφερα τις αναμνήσεις μου από τον ποιητή, καθώς κι ένα δυο στοιχεία για το έργο του.
Μονάχα ένας τυφλός δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι το ποιητικό έργο του Βαβούρη, ουσιαστικά, είναι ένα έργο εν προόδω. Τούτο μαρτυρούν πλήθος στοιχεία, με αποκορύφωμα τον τίτλο της τρίτης και τελευταίας επιλογής ποιημάτων του.
Επίσης, λόγω της μεγάλης έκτασης του αφιερώματος, αλλά και για να μην προκαταλάβω τον αναγνώστη, δεν τόνισα στοιχεία της ποιητικής του, όπως η έντονη πεζολογία, η εξίσου έντονη μουσικότητα του λόγου του, το θεατρικό στοιχείο που υπάρχει στα ποιήματά του κλπ.
Βιαστήκατε να με στήσετε στον τοίχο 🙂
Να προσθέσω επίσης ότι, εδώ και πολλά χρόνια, έχω δραπετεύσει από το δίπολο μείζων – ελάσσων ποιητής.
Ο ίδιος ο Βαβούρης, στην τελευταία επιλογή ποιημάτων του (1998), προτάσσει έναν πρόλογο. Μεταφέρω ένα απόσπασμά του, προκειμένου να γίνω πιο σαφής:
“Δεν ήμουν μέγας, μείζων ποιητής. Δεν ξέρω αν υπήρξα ποιητής κατά την έννοια που δίνουν σήμερα στη λέξη ή στην ιδιότητα. Όταν κάποιος ρώτησε τον Rimbaud, που είχε πια εγκαταλείψει την ποίηση: “Είσθε ποιητής;” απάντησε “J’ etais monsieur”. Για το ότι “ήμουν” ποιητής, εγώ; Δεν αμφιβάλλω. Καθόλου. Μα καθόλου. Ποιητής. Ούτε “καλός”, ούτε “μείζων”, ούτε “ελάσσων” Σκέτο Ποιητής.”
Η τελευταία λέξη υπογραμμίζεται από τον Βαβούρη. Πιστεύω κι εγώ ότι, αν ξεφύγουμε από τα διάφορα δίπολα και τις φιλολογικές φιοριτούρες, θα βρεθούμε πιο κοντά στην Ποίηση.
Να συμπληρώσω, τέλος, ότι την ποίηση του Γαλάτη δεν τη γνωρίζω, επομένως ουδέν σχόλιο.
Σας ευχαριστώ, κύριε Μίχο, για τις υποδείξεις. Από μιαν άποψη, αισθάνομαι ευτυχής που δεν βρίσκομαι στην Αθήνα και στους λογοτεχνικούς ή παραλογοτεχνικούς κύκλους…
Γνωρίζω ότι το κριτικό poetical style των τελευταίων χρόνων υπαγορεύει την εξέταση του έργου ερήνην του προσώπου του δημιουργού του… Λες και τα ποιήματα γράφονται αυτομάτως πατώντας ένα κουμπί… Λες και κάποιες πτυχές της προσωπικότητας του ποιητή δεν φωτίζουν καλύτερα το έργο του…
Η περίπτωση του Βαβούρη είναι από τις πιο χαρακτηριστικές.
Σας καλησπερίζω!
Ανακάλυψα την ποίηση του Βαβούρη τυχαία πριν ένα χρόνο κι έκτοτε τον συγκαταλέγω στους αγαπημένους μου ποιητές.
Σκοπεύω να ασχοληθώ εμπεριστατωμένα στο μέλλον (ίσως στη διπλωματική μου μεταπτυχιακή εργασία) για ορισμένες σημαίνουσες πτυχές της ποιητικής του.
Καθώς η βιβλιογραφία είναι, θαρρώ, εξαιρετικά περιορισμένη, οποιαδήποτε πληροφορία από ανθρώπους που τον έζησαν, ώστε να σχηματισθεί μια πιο σφαιρική εικόνα στο νου μου για τον άνθρωπο Βαβούρη, θα ήταν καλοδεχούμενη.
Θα με χαροποιούσε ιδιαίτερα αν με ενημερώνατε στο προσωπικό μου email.
Μαρία Μ.
Αγαπητή Μαρία,
αν και δεν έχω να προσθέσω κάτι, να βοηθήσω όπου μπορώ.
Ο Βαβούρης από όσο γνωρίζω έμενε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Ακομινάτου 27. Πέρασα από τη γειτονιά, βρήκα ένα ευγενέστατο κοριτσάκι στην πολυκατοικία, το οποίο με ενημέρωσε ότι το διαμέρισμά του πρόκειται να πωληθεί. Συγκινήθηκα πολύ όταν είδα ότι το επίθετό του είναι ακόμα στον πίνακα με τα κουδούνια, στον πλαινό τοίχο της εξώπορτας. Έμαθα επίσης ότι είναι άδειο.
Θα ήθελα να μάθω πού βρίσκοντα τα υπάρχοντά του, αν υπάρχει συγκεντρωμένη κάπου η βιβλιοθήκη του. Ξέρω ότι ο Βαβούρης διάβαζε τα πάντα.
Ξέρω επίσης ότι είχε μία αδελφή. Από τα γραφτά σας κατάλαβα ότι δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις.
Δυστυχώς δεν γνωρίζω. Ωστόσο, ίσως θα μπορούσε να σας βοηθήσει σε αυτά που ψάχνετε μια πολύ καλή του φίλη, από τα φοιτητικά του χρόνια, αλλά και μαικήνας του, μιας και οι περισσότερες ποιητικές συλλογές του εκδόθηκαν από τον “Ερμή”, η κυρία Λένα Σαββίδη, αδελφή του πρόσφατα εκλιπόντος Χρίστου Λαμπράκη.
Yπήρξα μαθήτριά του από το 1973 έως 1976 στο Θ΄ Γυμνάσιο στη Βάθη. Είναι από τους καθηγητές που έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένοι στη μνήμη του. Τμήματα ποιημάτων του, που μας διάβαζε συχνά στην τάξη, έχω πρόχειρα σημειώσει σε βιβλίο της εποχής και τα είχα μάθει απέξω. Δεν γνώριζω ότι έχει ποιητική συλλογή,διάβάζοντάς τα σήμερα γιάα μια ακόμη φορά, μπήκα στο διαδίκτυο και εξεπλάγην. Κρίμα που δεν πήγα να το βρώ ενωρίτερα. Τον αγαπούσα, για το ιδιόρυθμο του χαρακτήρα του, για τον σνομπισμό του ,την καλά κρυμμένη μελαγχολία του , τον πεσιμισμό του, τα ειρωνικά του σχόλια σε όλες μας , που ποτέ δεν μας αποκάλεσε με το επίθετό μας, αλλά είχε βγάλει για όλες παρατσούκλια. Θυμάμαι Οκτώβρη του 1973, πρώτη μέρα στο νέο σχολείο ( μετάθεση του μπαμπά από Κόρινθο σε Αθήνα ), με σήκωσε όρθια, μου ζήτησε να κάνω μια στροφή και σχολίασε : ” άλλο φρούτο κι εσύ”. Στην αρχή τον απεχθανόμουν, στην συνέχεια τον λάτρεψα, γιατί μπόρεσα να διακρίνω μια εξαιρετικά ευαίσθητη καρδιά μικρού παιδιού , μέσα σ΄ έναν άνδρα που έμοιαζε με αρχαίο θεό και ας ήταν παραπληγικός.. ΄Εναν άνδρα, με τόση υπερηφάνεια και μια εξωτερική , απαξίωση για
όλους και όλα , φιλοσοφημένο και με απέχθεια , για ό,τι το δήθεν. Αιωνία του η μνήμη, θα μείνει πάντα στη θέση που του έχω από τότε δώσει στην καρδιά μου.. Σοφία Μπακλώρη
Aπάντηση στον κ. Γιώργο Μίχο. ..Τι μου θυμήσατε τώρα …Τον αυστηρό Γυμνασιάρχη κ. Καβουρίνο, του Θ΄ Θηλέων της Ακομινάτου, που ενώ ήμουν η καλύτερη μαθήτριά του στο μάθημα των Θρησκευτικών, με κάλεσε στο γραφείο του για επίπληξη, επειδή διαπίστωσε ” εις το άνω και κάτω βλέφαρόν μου, σκιάν χρώματος πρασίνου “, όπως μου είπε χαρακτηριστικά… Και φυσικά μου κατέβασε τη βαθμολογία κατά 2 μονάδες… Με κάνατε να γελάσω κ. Μίχο, είχα ξεχάσει τη φράση του κ.Βαβούρη…΄Ομορφα χρόνια, αγνώ, που θυμάμαι με πολύ νοσταλγία.. Πώς όμως ξέρετε τόσα πολλά.; Δεν ξέρω αν ήσασταν ,κατά κάποιον τρόπο στο σχολείο μας, αλλά δεν μου θυμίζει κάτι το όνομά σας. .
Εντελώς τυχαία, μια και δεν γνωρίζω καλά την χρήση του Η/Υ, ανακάλυψα το Ανθολόγιο για τον κυρό ποιητή Σταύρο Βαβούρη από σας κύριε Βαγγέλη Ψαραδάκη, είναι μια καλή δουλειά. Μου είχε ζητηθεί να γράψω μια μελέτη για τον φίλο ποιητή, όταν κοιμήθηκε, αλλά λόγοι προσωπικοί με εμπόδισαν σε αυτό. Δεν θα συμφωνήσω με ορισμένους σχολιαστές του κειμένου, γιατί θεωρώ ότι δεν είναι παραλογοτεχνία αν αναφέρεις επιλεκτικές μνήμες από την σχέση σου τις προσωπικές με έναν πνευματικό δημιουργό. αρκεί, να μην προκαλείς σκάνδαλα, σκανδαλολογία, ή εσκεμμένη πρόκληση. Και αυτό το αναφέρω, για δύο λόγους, ο πρώτος είναι η εμπιστοσύνη που μου είχε ο ποιητής Σταύρος Βαβούρης και μου χάρισε κάποτε την προσωπική του αλληλογραφία με τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, και ο δεύτερος είναι, όταν έγραψα μια μικρή μελέτη για το έργο του και του την διάβασα-και το τι άκουσα δεν περιγράφεται-αυτό με έκανε όσο ζούσε, να μην θελήσω να γράψω για τον δάσκαλο-φίλο ποιητή, αλλά και αργότερα όταν απεβίωσε. Ήταν δύσκολος άνθρωπος και ακόμα δυσκολότερη ήταν η φιλική σχέση μαζί του. Τα δικαιώματα των έργων του τα είχε “πουλήσει”-παραχωρήσει στην Λένα Σαββίδη, σύζυγο του καθηγητή κυρού Γιώργου Σαββίδη, η οποία ήταν συμφοιτήτριά του στα φοιτητικά του χρόνια. Είχε δύο αδερφές που έμεναν σε κοντινή απόσταση από το σπίτι της Ακομινάτου, και έναν ανιψιό στην Θεσσαλονίκη. Το αρχείο του για το έργο του, ήταν πολύ μικρό, έχω συγκεντρώσει άρθρα για το έργο του. Το ότι ήταν δύσκολο άτομο, έκανε φιλικά προς εκείνον άτομα που τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν να απομακρυνθούν από δίπλα του, ή το σύνηθες να τους διώχνει εκείνος. Θυμάμαι την περίπτωση με την Μίλβα στο Ηρώδειο, γιατί ήθελε να πάμε μαζί, αλλά επειδή γνώριζα τις δυσκολίες που θα είχε αυτή η κοινωνική εκδήλωση, προφασίστηκα προβλήματα και δεν πήγαμε. Σημαντικός ποιητής, σημαντικός γνώστης των ποιητικών γεγονότων της εποχής του, με γερές βάσεις γλωσσικός δάσκαλος, άτυχος στην προσωπική του μοίρα, και όσο και αν φαίνεται παράξενο, πεισματικά δημοκράτης. Ο Σταύρος Βαβούρης, ανήκε σε μια γενιά πνευματικών δημιουργών που σέβονταν τον ποιητικό λόγο, αυτό πλέον έχει χαθεί, όπως και πολλά άλλα ουσιαστικά πράγματα της σύντομης ζωής μας άλλωστε.
Σας ευχαριστώ κύριε Βαγγέλη Ψαραδάκη, που μου προσφέρατε την ευκαιρία να θυμηθώ ξανά, ένα άτομο που συνδέθηκα φιλικά μαζί του για αρκετό διάστημα. Για μένα αυτό είναι το κυριότερο, το ποιητικό του έργο ανήκει στο χρόνο και τους μελλοντικούς αναγνώστες της ελληνικής ποίησης. Εξάλλου, ας μην κρυβόμαστε μεταξύ μας, πόσοι και πόσοι ποιητές δεν λησμονήθηκαν. Η ποιητική μνήμη, είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση, ή κάνω λάθος;
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΩΡΑΙΟΠΟΙΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ΝΕΑΝΙΚΩΝ ΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ Ο κ. ΒΑΒΟΥΡΗΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΛΕΟΝ ΑΝΤΙΠΑΘΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ Θ’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΘΗΛΕΩΝ ΑΘΗΝΩΝ. ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΟΠΟΙΟΙ ΚΑΙ ΑΝ ΗΤΑΝ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕΝ ΤΟΥ ΕΔΙΝΑΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΠΡΟΣΒΑΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΡΑΥΜΑΤΙΖΕΙ ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΨΥΧΕΣ. ΟΣΟ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΙΔΙΚΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΚΟΥΜΑΙ ΣΤΟ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΩ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΝ ΟΙ ΕΙΔΗΜΟΝΕΣ.