Γυναίκα, γράφουμε για σένα
(Στην Μ.)

Γυναίκα
Λησμονημένη,
Δεν υπάρχεις μέσα στους αριθμούς
Και τα στατιστικά μας,
Μα και να σε συμπεριλαμβάναμε
Δεν θα χωρούσες.

Γυναίκα
Παρατημένη
Στα λυγισμένα γόνατα ενός άκληρου τόπου,
Αυτού που με θέρμη εμείς αναλύουμε κοινωνιολογικά
Μέσα από τα κλιματιζόμενα γραφεία μας.
Αυτού που τα περισσευούμενα,
Έτσι τυχαία και δίχως λόγο κι αφορμή,
Πήρες για προίκα σου.
Για εσένα οι καιροί που σε περιστοιχίζουν
Δεν είναι φαινόμενα
Προς παρατήρηση
Και ανάλυση
Μα μαστίγια χειροπιαστά
Που αφήνουν πληγές βαθιές στο σώμα σου,
Στο σπίτι σου
Και στην ζωή σου.
Εσύ τις πιάνεις τις πληγές
Κι εμείς τις φωτογραφίζουμε.
Οι χούφτες σου γεμίζουν με αίμα
Οι δικές μας με αργύρια.
Και ο πόνος σου
Δεν είναι θέμα διατριβής
Και ψυχοκοινωνικών θεωριών
Μα πόνος
Αυτούσιος
Δίχως φτιασίδια.
Τα παυσίπονα που η σοφία μας σου προσφέρει
Αρκούν ίσα για να ξεράνουν το αίμα σου
Στα μάτια μας μέσα.
Και τα αντικαταθλιπτικά που οι αλχημιστές
Δίπλα από το άδειο ποτήρι σου άφησαν,
Σε έκαναν να ξεσπάσεις σε γέλια.
Και τα χέρια που τα μαστίγια βαστάν δεν σε εξοργίζουν,
Δεν τους αντιτίθεσαι
Ούτε και τα παλεύεις.
Δεν οργανώνεις πορείες ούτε και επαναστάσεις,
Δεν αναλύεις τα κίνητρά τους
Ούτε και τα οφέλη τους,
Όχι μόνο γιατί δεν μπορείς να διακρίνεις το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν
(Έτσι όπως εκτείνονται τα δάχτυλα στον Ινδικό Ωκεανό
Οι καρποί στην Αραβική Θάλασσα
Οι αγκώνες στην Μεσόγειο
Τα μπράτσα στον Ατλαντικό
Και οι ώμοι στον Ειρηνικό)
Μα γιατί το ακατάπαυστο κυνήγι της επιβίωσης
Δεν σου αφήνει αποθέματα
Χρόνου
Ούτε και χώρου,
Μήτε πυγμής.

Γυναίκα
Έτσι είναι η ζωή,
Όπως στην έδωσαν,
Όπως την δέχτηκες,
Όπως σπαράζει στην στενάχωρη την κάμαρά σου
(αν έχεις την τύχη να έχεις μια)
Και στα μάτια και τα στομάχια των παιδιών σου.
Τα μεταξωτά σάρις του Μπόλυγουντ
Είναι απόσταγμα της πιο τολμηρής φαντασίας
Κάποιας μεθυσμένης γριάς πόρνης
Και μόνο.
(Ποτέ δεν τόλμησες καν να αμφιβάλεις για αυτό. )
Και τα χρυσά αγάλματα του Χόλυγουντ
Δεν είναι παρά ένα παράλογο όνειρο
Κάποιου σχιζοφρενή με κοχλάζουσες σκέψεις.

Γυναίκα,
Δεν είναι που σε αφήσαμε απʼ έξω τα κατάστιχα των παροντικών πολιτισμών
Απλά εσύ ποτέ δεν υπέγραψες για να δηλώσεις παρούσα
Γιατί δεν έμαθες να γράφεις ούτε και να διαβάζεις.
– Τι να το κάνεις άλλωστε,
Πόσο καλύτερη θα έκαναν την ζωή σου τα γράμματα;-
Μα στους λασπωμένους ρόζους των χεριών σου,
Στις ρυτίδες στων ματιών σου τις άκρες
Και στις βαθιές χαραματιές που έσκαψαν τα γέλια στων χειλιών σου τα άκρα
Κυοφορείς όλη την ανθρώπινη σοφία
Γεννοβολημένη από τα αβάσταχτο βάρος της Ύπαρξης,
Μιας ύπαρξης ανθρώπινης βαθιά ίσαμε το μεδούλι
Κι ακόμα πιο πέρα.

Γυναίκα,
Κόρη, αδερφή, σύζυγος, μητέρα, φίλη
-Όπως κι εγώ –
Μέσα από τα στεγανά της τυχαίας ύπαρξής μου ανακαλώ
Την λατρεία στα μάτια σου
Σαν κοιτούσες το μωρό που στα μπράτσα σου μέσα γελούσε
(Σου γέλασα τότε γιατί γνωρίζω κι εγώ αυτή την λατρεία).
Ανακαλώ,
Το αδιέξοδο στα μάτια σου μέσα
Σαν ικέτευες για ελεημοσύνη
Να θρέψεις το γυμνό, σκελετωμένο παιδί
Που στα μπράτσα σου μέσα σπάραζε.
Εσύ, και τα μιλιούνια μανάδων
Που σαν άυλες σκιές περιπλανιόσασταν
Στους ομιχλώδες από την σκόνη και το καυσαέριο δρόμους,
Ανάμεσα από την ατέλειωτη στρατιά των αυτοκινήτων
Που περίμεναν το φανάρι να ανάψει.
Πέρα από το βλέμμα όλων εμάς
Που μας ανακούφιζε το ξεθώριασμα της μορφής σου
Στο σύννεφο μέσα της σκόνης.
Πέρα από τα αυτιά όλων εμάς
Που μας ανακούφιζε το ξεθώριασμα της επίκλησής σου
Μέσα στα παράσιτα του ράδιου και το βουητό του ερκοντίσιον.
Όλων εμάς που καταβάθως
Μας ανακουφίζει που σαι έτσι δυσόρατη και βουβή
Γιατί για να επαληθεύσουμε την ύπαρξή σου
Έπρεπε να ανοίξουμε τα παράθυρα
Και να αφήσουμε τον λίβα που σε καίει να χιμήξει και στο δικό μας κόσμο,
Την σκόνη που σε σβήνει σαν σκώρος να εισβάλλει στους πόρους μας.
Έπρεπε να κλείσουμε την μουσική
(την ώρα που έπαιζε εκείνο το αγαπημένο τραγούδι),
Έπρεπε να φορέσουμε τις ακατανόητες κραυγές που σε ντύνουν,
Να ξαπλώσουμε στο σκληρό σου το στρώμα
Αγκαλιά με τα ιδρωμένα παραμιλητά της αγρύπνιας
Και να μετρήσουμε ένα ένα τα κόκκαλα των παιδιών μας
Που σαν τις γροθιές της φτώχιας σου
Υψώνονται κάτω από το δέρμα τους.
Ένα ένα να μετρήσουμε στις χούφτες μας τους κόκκους το ρύζι
Σαν τους στερνούς αμμόκοκους
Σε μια κλεψύδρα που αδειάζει.

Μα σε στηρίζουμε γυναίκα, έστω και μέσα από εδώ
Την δροσιά, την μουσική και τα μαλακά καθίσματα,
Και κατανοούμε τον Γολγοθά σου,
Απόλυτα, στο εγγυούμαι.
Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να γράφουμε για εσένα;
Ναι, γράφουμε για εσένα γυναίκα!
Να μας είσαι υπόχρεη,
Αφού εσύ δεν μπορείς να τα γράψεις μόνη σου.
Γράφουμε για εσένα,
Έστω και αν τα γράμματά μας δεν μπορείς να υπογράψεις
(Αχ! Τι κρίμα να μην μπορείς να υπογράψεις!)
Μας ανάγκασες να αρκεστούμε στην γραφή υπονοούμενων περιαυτολογιών
-Που αποδεικνύουν την ανθρωπιά μας
Και αγιάζουν τον σκοπό
Της δικής μας ύπαρξης-
Χρησιμοποιώντας της ανώνυμη ύπαρξή σου
Ως μέσο
Και επιχείρημα.

Κι εσύ όπως πάντα
Θα συνεχίζεις
Να παραδίνεσαι,
Να επαιτείς
Και να ρίχνεις άγραφα γράμματα στο τρύπιο κουτί παραπόνων του κόσμου.

Τα αντίο μας είναι φαντάσματα που σιγοψέλνουν

Τα αντίο μας είναι σημάδια ανεξίτηλα στους χάρτες του προσώπου μας.
Είναι το σκοτάδι που βαθαίνει μες του μετώπου τα αυλάκια,
Είναι η θολερή μεμβράνη που σαν σάβανο σκεπάζει το βλέμμα,
Είναι το δηλητήριο που αργοσταλάζει από των χειλιών τις ρωγμές,
Είναι και το αλέτρι που οργώνει τις ρυτίδες στο δέρμα.

Τα αντίο μας είναι τα αλαβάστρινα αγάλματα των μυροφόρων με τα τρύπια μάτια
Που κοσμούν τον δρόμο που πίσω από την πλάτη μας υφαίνεται
(Με τις ίνες του χρόνου που διανύουμε
Και από τις βελόνες των δεικτών του μεγάλου ρολογιού)
Ανένδοτα στην φθορά της μνήμης άκαμπτα στέκουν
Μέσα στην πυκνή, παγωμένη ομίχλη του δρόμου.
Μνημεία του κάθε μικρού θανάτου μας,
Μνήματα της αγάπης, της χαράς και του έρωτα,
Σύμβολα της μια μόνης αλήθειας και σημασίας μας:
Πως κάποτε όλα τούτα θα πάψουν.

Τα αντίο μας είναι τα θρυψαλιάσματα της ύπαρξής μας πεταμένα στον κόσμο.
Τα χαράξαμε με τρεμάμενα χείλη σε φιλιά ιδρωμένα και κρύα
Αφημένα σε μάγουλα, χέρια, μάτια και μέτωπα αγαπημένων ανθρώπων
Που με την φυγή τους τα σκόρπισαν σε όλο την γη.
Τα αντίο μας κεντήθηκαν σε λευκά δακρυσμένα μαντήλια
Και σεντόνια όπου ο ιδρώτας έχει ιχνογραφήσει
Το περίγραμμα δυο περιπλεγμένων κορμιών.
Τα αντίο μας μαρμάρωσαν στις πλατφόρμες των σταθμών
Με τις παλάμες να ανεμίζουν προς το άγνωστο παραπέρα.
Άλλα έμπηξαν τα νύχια τους στα παραθύρια των τρένων που φεύγαν
Και κρεμάστηκαν σαν σημαίες δίχως κοντάρια,
Σημαίες σύμβολα μιας πατρίδας που σβήστηκε από κάθε χάρτη.
Άλλα στριμώχθηκαν μες στα βαγόνια
Και σαν κουνούπια βουίζουν χορωδιακά μες τα αυτιά των επιβατών.
Άλλα κουλουριάστηκαν παραδομένα κάτω από τις ράγες
Κι άλλων οι απελπισμένοι λυγμοί ξεχύθηκαν μέσα από τα φουγάρα
Σε όλη την πλάση.
Τα αντίο μας αναρριχήθηκαν ψηλά ως τα καμπαναριά
Να σκορπιστούν με το πένθιμο χτύπημα της καμπάνας
Στα καφενεία, τις πλατείες, τα περιβόλια, τους κάμπους.
Με το μελάνι ντύθηκαν που στάξαμε σε κιτρινισμένα αποχαιρετιστήρια γράμματα
Και μουμιοποιήθηκαν μέσα στο βουλοκέρι που σφραγίζει τους φακέλους.
Τα αντίο μας είναι οι κραυγές που λαξεύτηκαν επάνω στο μάρμαρο
Και ανέγειραν τους στρατούς από σταυρούς
Που σαν τις παλάμες των τάφων
Στα τρεχούμενα σύννεφα γνέφουν Αντίο.
Αντίο. Αντίο. Αντίο.

Κάτω από κάθε κατώφλι
Τα αντίο μας είναι φαντάσματα που σιγοψέλνουν
Μες στην αιωνιότητα
Τα απελπισμένα λόγια της τελευταίας φοράς.