Eίσαι νέος και θέλεις να γράψεις- ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος. Ένας εύκολος τρόπος να υλοποιήσεις την επιθυμία σου είναι επί μιας νεόδμητης, ολοπρωτότυπης εικόνας. Κοιτάς γύρω σου. Τι βλέπεις; Πολυκατοικίες, αυτοκίνητα, σύρματα, πουλιά, πεζοδρόμια, ταχύτητα. Αίφνης, μια όμορφη γυναίκα σκύβει να πιάσει το πορτοκάλι που γλίστρησε από τη χαρτοσακούλα της αγκαλιάς της. Η εικόνα σε κεραυνοβολεί. Δεν είσαι τυχαίος, έχεις ταλέντο. Μπορεί να είσαι κι ο Ρεμπώ και να το διαισθάνεσαι μόνο εσύ (να μην το μάθουν κι άλλοι;). Σηκώνεις το μολύβι σου βαρύ μες στο βαρύ ενθουσιασμό σου:
Καθώς έσκυβες το πορτοκάλι σου να πιάσεις
Έκρυψα τη δίψα μου
Στον αποχυμωτή σου
Tρεις στίχοι δεν κάνουν ποίημα, σκέφτεσαι. Όχι ότι χρειάζονται πολλοί περισσότεροι, οι μεγάλες, άλλωστε, εκτάσεις των λέξεων κουράζουν και απωθούν. Με την αγραμματοσύνη, τον αναλφαβητισμό και τη νευρωνική νωθρότητα δε σκοπεύεις να τα βάλεις (όχι ότι δεν μπορείς)… θέλεις, απλώς, να κάνεις εντύπωση, όπως, ακριβώς, κάνεις σκονάκια ή κάνεις φάση. Αποφασίζεις να κάνεις κάτι το πορτοκάλι. Το πορτοκάλι, συλλογίζεσαι, μπορεί να σε βοηθήσει να χτίσεις μια μικροεπέκταση από πάνω, να μεταφέρεις απʼ τα κάτω ένα ή δύο υπνοδωμάτια, μήπως και, αλλάζοντας τη διαρρύθμιση, φανεί η σαλονάρα. Πιάνεις το μυστρί, βαρύ κι αυτό σαν το μολύβι:
Με γυαλιά ηλίου
Έτρωγα το φρούτο μου
Κοιτάζοντας στα μάτια το χυμό.
Εσύ περαστική
Κρατώντας στα χέρια σου
Τη γεύση του στόματος μου
Σα να ταράχθηκες απʼ τη συνάντηση.
Σε μάτιασα.
Καθώς έσκυβες το πορτοκάλι σου να πιάσεις
Έκρυψα τη δίψα μου
Στον αποχυμωτή σου.
Όταν αποφασίσεις να με πιεις
Θέλω να είναι Αύγουστος
Και να ʼναι μεσημέρι.
Αν δεν ιδρώσεις
Δε θα με καταλάβεις.
Μικρό, ολιγόστιχο, ολίγο ρυθμικό, ούτʼ ένα τέταρτο, το κόστος του, της ώρας, για μια έξαψη της εφηβικής ταλαντούχου στιγμής. Αλλά είπαμε: δεν είσαι τυχαίος. Το ʼχεις εύκολο το χαριτωμένο, το ολιγόστιχο, το ολίγο ρυθμικό, που μια κάποια εντύπωση την κάνει. Κι αν δεν την κάνει, δεν πειράζει: δε σʼ ενδιαφέρει ο αναγνώστης, εσύ έχεις την ποίηση μέσα σου, το διαισθάνεσαι, το νιώθεις, σου το ʼχουν πει για τις εκθέσεις σου (οι δάσκαλοι) και για τα SMS που στέλνεις (οι γκομενίτσες˙ όχι όλες, οι κουλτουριάρες που ερωτεύονται τους δασκάλους).
Άντε, τώρα, εαυτέ μου, και πώς να σου το πω: πως για διαφημιστής έκανες και κάνεις, αλλά για ποιητής, κι αν έκανες, δεν έμαθες ακόμα σου αν κάνεις. Δεν αντέχεις, πια, να γράφεις επειδή μπορείς. Θες κάποτε να γράψεις κάτι που ʼχει σημασία. Μπορείς;











Κι ωστόσο ο Ρεμπώ συν-κινεί!
Ιδού, μια “άγνωστη” προσέγγιση, διαφορετική κ. Δ.Μ.:
Πίτσα Γαλάζη, Ο ωραίος Αρτούρος ή Ο Αρτούρ Ρεμπώ στη Νήσο Κύπρο, Λευκωσία 1991
IV
[…]
Άναβε το κορμί του για να διώχνει τα ερπετά
άναβε με οινόπνευμα τη γλώσσα του
και πέταγε τις λέξεις του μολότοφ.
Κι όπως κανείς δεν ένοιωθε
τα έφηβα ή τα νήπια
έμεναν οι υπνολαλιές ανερμήνευτες
κι οι ονειρισμοί υπνοβάτες.
[…]
V
[…]
Πνιγμένος στη λάμψη και στη μέθη του
ανέβαζε καράβια στα βουνά
των φαντασμαγοριών ηνίοχος
κι έφτυνε όσους χαμηλά
χορτάτοι δεν νογούσαν.
Κάθε αυγή ξεμέθυστος
θρηνούσε μαχαιρώματα
άναβε θρυαλλίδες και φανούς
μα δεν σωζότανε η μέρα.
ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ
Αρθούρε Ρεμπώ
απόψε θα μπω
στο μαύρο μεθυσμένο σου καράβι
μακριά νʼ ανοιχτώ
σε κύκλο φριχτό
που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει
Αγγέλου γιασεμιά
σκόρπισες μέσα στη βρομιά
κληρονομιά
για μας
κι εσύ παντοτινά
σε σταυροδρόμια σκοτεινά
το σατανά πολεμάς
Αρθούρε Ρεμπώ
το βράδυ θαμπό
και η πόρτα του παράδεισου κλεισμένη
κατάρα κι οργή
μοιράζουν τη γη
και χέρι χέρι παν οι κολασμένοι
Αρθούρε Ρεμπώ
Αρθούρε Ρεμπώ
θα μπω στο μεθυσμένο σου καράβι
Αρθούρε Ρεμπώ
Αρθούρε Ρεμπώ
να δω ποια σπίθα σώθηκε κι ανάβει
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς
Από τον δίσκο: Αθανασία, 1976
Να θυμίσω μερικές επιφανείς μεταφράσεις –όχι μεμονωμένων ποιημάτων, αλλά συλλογών– του Ρεμπώ στη δική μας γλώσσα, “εν λ ό γ ω
ε λ λ η ν ι κ ώ, που είνʼ ο φορεύς της φήμης.” Λέμε τώρα – από το 1926, που γράφτηκε ο στίχος, είναι μακριά… 🙂
– Εκλάμψεις: Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
– Μια εποχή στην κόλαση: Νίκος Σπάνιας,
Χριστόφορος Λιοντάκης
ΥΓ. Εδώ που τα λέμε, προτιμότερο έμπορος όπλων παρά διαφημιστής! Είναι πιο συναρπαστικό και ριψοκίνδυνο, ζήτημα αισθητικής και ιδιοσυγκρασίας… 🙂
Μια τουλάχιστον μετάφραση που προτείνατε βασίζεται στην αγγλική μετάφραση κι όχι στο πρωτότυπο κείμενο.
Σας ευχαριστώ, Μάτα Χάρι,
αλλά τις πρότεινα ως πληροφορία, όχι αξιολογημένες, μιας και δεν γνωρίζω γαλλικά.
Ίσως να υπάρχει άλλη μια στις Εκλάμψεις…
γιατί κάποιος σπαταλά το χρόνο του γράφοντας κάτι ειρωνικό, απευθυνόμενος σε κάποιους που γράφουν ή δε γράφουν καλά;και πως διασφαλίζει το γεγονός, ότι και ο ίδιος δεν συγκαταλέγεται στο ειρωνευόμενο πλήθος;είναι επικίνδυνα αυτά τα κείμενα, μόνο νεκροί πρέπει να τα γράφουν.οι κριθέντες απ’ το χρόνο δηλαδή.διαφορετικά μπορεί να σε πλακώσουν, κι αν δεν είσαι έτοιμος να αυτοπλακωθείς, ο κίνδυνος είναι μεγάλος.
Μια μεγάλη πλάνη αρκετών ανθρώπων, κύριε Βασίλη, είναι το να θεωρούν ότι οι νεκροί έχουν κριθεί από το χρόνο. Ξέρετε, οι νεκροί έχουν ηλικία και αυτοί, και η μεταθανάτια δικαίωσή τους δεν έρχεται αυτόματα. Και δεν ισχύει ούτε κι εκεί επετηρίδα.
δεν εννοούσα τους θαμμένους τη Δευτέρα που μας πέρασε.ούτε για καμιά επετηρίδα δικαίωσης μίλησα.ούτε βέβαια για δικαίωση.στην πραγματικότητα μίλησα για άλλα πράγματα από αυτά που μιλήσατε εσείς.είχα στο μυαλό μου και μια φράση του Ρεμπώ.τέλος πάντων
αν έσκυψε δε φταίω εγώ
το κωλαράκι της μόνο θα υμνήσω
κράτα το πορτοκάλι φίλε μου΄
όλα τα όπλα μου εγώ θα χρησιμοποιήσω
μέχρι που να μην αντέχει,
να ζει χωρίς ντροπή
και το βαθύ της εαυτό θε να σοδομίσω
όπως εσύ τα ελληνικά και τα σοφιστικά…
το τέλος του δρόμου
θα σ εύρει αόρατο
σαν να μην υπήρξες ποτέ
έτσι αξίζει
ωσαν η σκηνή αυτή να έλαβε χώρα
μόνο ιδιωτικά
ή και όχι αν τα παραλές.
Νίνα
Μια νυχτιά φθινοπώρου, στους κορμιού της την αύρα
ως αφέθηκες, είπε: «πώς σʼ αγάπησα, τόσο…
Του κορμιού της το θαύμα που λικνίζονταν, όσο
το κοιτούσες στο τζάμι του κλειστού παραθύρου
σε συνέπαιρνε! Και είδες, τη φυκιάδα της κόμη
σαν πολύσπερμο δάσος, στου γκρεμνού της την πλάτη.
Και στο μπλε των ματιών της, στων ακτών τους την άκρη,
είδες μέσα καράβια νʼ αρμενίζουν, τους πόντους.
Πόσες άγκυρες, ξέσυρες για να φτάσεις και πάλι
στερημένος, να πέσεις στη γλυκιάν αγκαλιά της.
Μα σε πείσμα, της μοίρας σου το κύμα, ζητούσε
το γαλάζιο μονόρουχο κάποιας θάλασσας άλλης…
dada, είσαι μεγάλος ποιητής και στα ελληνικά και στα σοφιστικά και στα πρόσθια και στα οπίσθια-αυτά έψαχνες; Κυρίως αυτά. Δες ποίημα Χιόνη σχετικά.
Ευχαριστώ άπαντες αναγνώστες.