Άσπρο χαρτί και βυσσινί μολύβι
ρίγμενα πάνω στο παλιό τραπέζι
και στα τασάκια ξεχασμένα αποτσίγαρα
στα γράμματά μου πια δεν απαντάς
Κείνο το καλοκαίρι
σεντόνια σαν άσπρο χαρτί
θυμάμαι μας σκεπάζανε τις νύχτες

………………………

Παρόλο που ο έρωτας μʼ αδειάζει
δε μου γεμίζει
τη μοναξιά μου

………………………

Ένα ποίημα πετιέται στα σκουπίδια
για μπάζωμα
στα θεμέλια
κάποιου καινούργιου
ποιήματος

………………………….

Βαριά κοιμούνται οι πεθαμένοι
και δεν καταλαβαίνουν
πώς σιγά σίγα
καταντούν σκελετοί

……………………………

Πολύ γλεντζέδες τούτοι οι χωριάτες
φίσκα τα πανηγύρια στα βουνά

ανθίζουν τα τραγούδια
μαζί με τα λουλούδια

……………………….

Τώρα καινούργιοι στίχοι
μου κάνουν συντροφιά
μέσα στο τραίνο

και δεν προσέχω πια
τα όμορφα κορίτσια
που κάθονται στο πλάι μου

………………………….

Ξοφλημένη ντομάτα
δεν κάνεις για σαλάτα
τώρα μόνο στη σάλτσα
δείχνεις τη νοστιμιά σου

…………………………..

Αδύνατη κοπέλα
σα σανίδα

άλλοτε βρεγμένη
απʼ τον ιδρώτα
του έρωτα

άλλοτε στέγνη
απʼ την ξερή μοναξιά

………………………

Συμφεροντολόγες
σερβιτόρες του έρωτα
πλουτίσατε
απʼ τα πολλά κορόιδα

……………………….

Δεν ψώνισαν τʼ αγγούρια
για να φτιάξουν το τζατζίκι

και πήγαν χαμένα
τόσα γιαούρτια
τόσα σκόρδα

……………………….

ΗΟΤΕL ΣΑΒΟΓΙΑ

Παλιό ξενοδοχείο
με κουρασμένη πρόσοψη

κουρασμένα κορίτσια
ξαπλώνουν στα κρεβάτια του

μαζί με τους χαρμάνηδες
που τους ψωνίζουν
στα πέριξ της Ομόνοιας

……………………………

Κοντά στο σπίτι μου
άνοιξε ένα μπαράκι
εκεί, θα μπορούσαμε
να κλείνουμε τα ραντεβού μας

να συναντιόμαστε
μες στην κίνηση και μες στο βουητό
περιμένοντας να μας σερβίρουν
να κουβεντιάζουμε

να με ρωτάς
για το τι έκανα
για το πώς πέρασα
με εμένα να ασχολείσαι

να κοιταζόμαστε
κι εγώ να σε ρωτώ
πού πήγες ;
ποιόν είδες ;

Όμως εκείνο το μπαράκι
που άνοιξε στη γειτονιά μου
δεν είχε διόλου πελατεία
και το κλείσαν

κανείς δεν το ενίσχυσε
ούτε κι εμείς πηγαίναμε
αφού ποτέ
δε μουʼ χεις κλείσει
ραντεβού

……………………..

Στην πόρτα του παπουτσάδικου
σαν κράχτης
περιμένει η όμορφη πωλήτρια

αμέσως τα πόδια μου
παίρνουν φωτιά
τρέχουν να την συναντήσουν
για να τους κάνει πρόβες

…………………………

δάσος
Ψήλωσαν τα δέντρα
κι έκρυψαν τα σπίτια

τώρα από το παράθυρό μου
Βλέπω μονάχα ουρανό

………………………..

χειμερινή κολυμβήτρια
Κυρά Γεωργία σε φυλάκισαν
και χάθηκες από την παραλία

τόσους χειμώνες κολυμπούσες
μέσα στην παγωμένη θάλασσα
και είχες φίλους σου τους γλάρους
που κούρνιαζαν πάνω στα βράχια

κανείς δε σε θυμάται πια
κλεισμένη στο τρελοκομ

εκεί σε κλείσαν τα αχάριστα
και άκαρδα παιδιά σου

…………………………

Σώθηκε το ούζο
τώρα τα καταφέρνω και μεθώ
μόνο με τα ρεμπέτικα

…………………………..

Τα φιλιά αρχίζουν επίθεση
ξεκινούν γεμάτα λαύρα
και κάνουν ταξίδι πάνω στο κορμί σου

Μετά βρίσκουν το στόμα σου
και πιάνουν κουβέντα
με τα χείλια
τη γλώσσα και τα δόντια σου

……………………………

Πόσοι έχουν ναυαγήσει
μέσα στα ζηλιάρικα
μάτια σου;

Άραγες πνίγηκαν όλοι
ή κάποιοι γλίτωσαν
κολυμπώντας στα άγρια κύματα
μέχρι το ξερονήσι;
Μόνο για λίγο χρόνο
ερχόσουν και με άναβες
γλυκειά ανάφτρα

κι όταν έφυγες
με άφησες να καίγομαι
μέχρι να σβήσω

Τώρα στο σκοτάδι του κορμιού μου
περιμένω το γυρισμό σου

…………………………….

Πάνω στο πεζοδρόμιο
προς το μέρος μου
έρχεσαι κουνιστή

περνάς και δε μʼαγγίζεις

Όμως εγώ γεμίζω
με τον παλμό
του δικού σου κορμιού

…………………………….

Πόσο εύκολα
λέω τα τραγούδια μου
το πρωί

λες και είμαι πουλί

…………………………….

Λίγα τα αγάλματα
μπρος στο Πανεπιστήμιο

φτερουγίζουν πολλά περιστέρια

δε βρίσκουν κεφάλι
για να καθίσουν

……………………………..
30 φορές χρειάστηκε να γράψω
αυτό το ποιηματάκι
για να το πάρω απόφαση

< 30 χρόνια το δουλεύω καμία μορφή του δεν αξίζει >

πώς να δέσει μια ιδέα
όταν στο τέλος διαλύεται
και μένουν μονάχα οι λέξεις

……………………………….

Πάνω στο τραπέζι του μπαρ
μόνο του ένα ποτήρι
Μέσα στο τασάκι
γόπες απʼ τα ίδια χείλια

Κάποιος κάθισε να πιεί κρασί
χωρίς παρέα

οι σκέψεις του
και η μοναξιά του
κάηκαν σε τρία τσιγάρα

……………………………….

Νταμάρι

Στον πάτο του βρέθηκε αλάτι
από τον ιδρώτα των νταμαρτζήδων
που εξατμίστηκαν μέσα στη ζέστη

………………………………..

Έκλεισε το μουσείο
έσβησαν τα φώτα

οι πίνακες σκοτεινιάζουν
χωρίς χρώματα

μόνο σκιές κυκλοφορούν
οι ψυχές των πεθαμένων
ζωγράφων
Για τα στηθάκια
δυο κοριτσιών που με προσπέρασαν
κατάφερα να γράψω ένα ποίημα
με τέσσερα καμαρωτά στιχάκια

………………………………

Είπε η μοναξιά
< είναι δικό μου φταίξιμο που γέμισαν με σκύλους τα μικρά διαμερίσματα >

και με κουράδες
τα πεζοδρόμια
και τα παρτέρια των κήπων

……………………….

Λυγίζεται το πράσινο σκουλήκι
πάνω στα βότσαλα της παραλίας
Εκεί το φύσηξε ο αέρας

θέλει να γυρίσει γρήγορα
στα αρμυρίκια
πριν φτάσουν οι ψαράδες
και το βάλουν για δόλωμα

……………………………..

Χρειάστηκε να πιώ πολύ κρασί
για να τελειώσει αυτό το ποίημα

Παραπονιέται το τετράδιο
γιατί οι στίχοι μου τραυλίζουν

και πάνω στο χαρτί
τρεκλίζουν

Χορεύουν μεθυσμένοι
έξω από τις γραμμές

1