.!.
.!.

download The Fisher King

Saw IV ipod

download A Nightmare on Elm Street

Κριτική παρουσίαση του βιβλίου Το Κλειδί της Benita Kane Jaro για τη ζωή και το θάνατο του μεγάλου Ρωμαίου λυρικού Γάιου Βαλέριου Κάτουλλου.

Και μερικές παρατηρήσεις του Σπύρου Γεωργαντά

Adam Had Four Sons movie download

στο τέλος.

Το βιβλίο της Benita Kane Jaro Το Κλειδί, που ένα εκτεταμένο τμήμα του παρουσιάζουμε στη “Βιβλιοθήκη των Μετα-θέσεων”, ανήκει στο είδος της μυθιστορηματικής βιογραφίας και είναι στο είδος του βιβλίο καλό: Ιστοριογραφικά τεκμηριωμένο, πιάνει το κλίμα ζωής των καλλιτεχνικών και κοσμικών κύκλων που δρούσαν στη Ρώμη της ύστερης δημοκρατίας (133-31 π.Χ.), βασίζεται πράγματι στα σωζόμενα ποιήματα του Κάτουλλου, είναι καλογραμμένο και με δυο λόγια συνιστά μια συναρπαστική μυθιστορία δοσμένη με μάλλον μοντέρνους όρους γραφής.

Βέβαια, η μυθιστορηματική βιογραφία, όπως και η “επιστημονική”, ας την πούμε, βιογραφία, προς την οποία και αντιπαραβάλλεται, είναι πάντα εκτεθειμένη στον κίνδυνο της ερμηνευτικής αυθαιρεσίας. Οι βιογράφοι είτε “μυθιστορούν” είτε παραμένουν υπηρετικοί της “επιστήμης”, υπόκεινται στις δεσμεύσεις των ιδεολογικών στερεοτύπων της εποχής τους και στην έλξη της δημιουργικής λεγόμενης φαντασίας. Τείνουν ως εκ τούτου κατά κανόνα προς την υπερβολή: Αλλοτε δηλαδή εξωραΐζουν, άλλοτε ασχημίζουν και οπωσδήποτε αλλοιώνουν στο πεδίο κυρίως των ψυχολογικών διεργασιών τα πρόσωπα που βιογραφούν. Εκτός τούτου, η εμπειρία — και τι άλλο είναι η ζωή γι’ αυτόν που τη ζει αν όχι ένα λειτουργικό σύνολο εμπειριών — δεν μεταγράφεται από μια ζωή σε μιαν άλλη. Παραμένει απολύτως προσωπική και αμετάβατη. Τούτο είναι αναπόφευκτο όσο αναπόφευκτο είναι και το “σουλούπωμα” κάθε αυτοβιογραφίας και του ειλικρινέστερου και πιο αυτoκατήγορου ακόμη των ανθρώπων μια και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δεν είναι δυνατόν να νεκρωθεί τη στιγμή ακριβώς που καλείται να συνεισφέρει δια της υστεροφημίας στη μετα θάνατον συντήρηση της “εικόνας” του αυτοβιογραφούμενου υποκειμένου.

Θα ήταν λάθος λοιπόν να πάρει κανείς τοις μετρητοίς όσα επί πιστώσει μόνο γράφονται, για να αναιρεθούν κάποτε απο κάποιον άλλο περισσότερο ευφάνταστο ή περισσότερο τεκμηριωμένο. Επομένως, πρέπει κανείς να απολαμβάνει το κείμενο ως φιξιόν μάλλον παρά ως ιστορία, όταν μάλιστα διαβάζει στο Κλειδί, λ.χ., ότι η Κλωδία Μετέλλου, εξηγώντας στον Κάτουλλο το λόγο των συναισθηματικών παλινδρομήσεών της, του είπε, λέει, ότι ήθελε να ζήσει “ελεύθερη”, λες και ήταν φεμινίστρια της σχολής του Σικάγου των “σίξτις” και όχι Ρωμαία πατρικία του 54 π.Χ . Παρ’ όλα αυτά και το έργο αυτό και τα ανάλογά του έργα παρέχουν, όταν αξίζουν το χρόνο της ανάγνωσής τους, πέρα απο το πλασματικό μέρος της πλοκής, τεκμήρια θεάσεως μιας εποχής από μια άλλη και κατά τούτο συνιστούν, συσσωρευόμενα, είδη ιστορικών διαστρωματώσεων της κοινής τύχης, στα θεμελιώδη οπωσδήποτε της ανθρώπινης εμπειρίας (ζωή, θάνατος, αγάπη, μίσος, έρωτας, αποστροφή, φιλοδοξία, αδοξία κ.ο.κ.) που τα ζούμε εντούτοις χωριστά καθώς μαζί τραβάμε προς το αόρατο μέλλον.

Ενα πάθος που κατακαίει

Πάθος ζωής και αυτοκαταστροφική μανία θανάτου, αγάπη για τους φίλους και μίσος για τους εχθρούς, ανυποχώρητος σπαρακτικός έρωτας και έντονη αποστροφή για την άπιστη ερωμένη, έπαινος και λοιδωρία ομοτέχνων, καλλιτεχνική φιλοδοξία και απροκάλυπτη ταυτόχρονα αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων που ευτελίζουν στις συζητήσεις τους ό,τι τον κατακαίει, όλα, τέλος, όσα τον “σταυρώνουν”, κατά πώς λέει ο ίδιος, δίνονται — εντόνως δραματοποιημένα και φαντασμαγορικώς σκηνογραφημένα — από τη Benita Kane Jaro με όλους τους κανόνες της δημιουργικής λεγόμενης γραφής, εξασφαλίζοντας για τον φιλοθεάμονα αναγνώστη ένα θεωρίο “εποχής”, απ’ όπου μπορεί να παρακολουθήσει αιματηρές τελετουργίες αυτοευνουχισμού στο ιερό άλσος της Μεγάλης Μητέρας Κυβέλης, οργιώδη συμπόσια και πνευματώδεις συζητήσεις, δημόσια λουτρά και ιδιωτικά πορνεία, auditioria και καταγώγια, ηθοποιούς του θεάτρου και ηθοποιούς των κοινωνικών συμβάσεων, ερωτικές αντιζηλίες και πολιτικές ίντριγκες, ξυλοδαρμούς και μαχαιρώματα, δικαστικούς αγώνες και τυχοδιωκτικά ταξίδια στις υπερπόντιες ανθυπατίες.

Τα περιστατικά που συνθέτουν τη μυθιστορία εκτυλίσσονται στη Ρώμη των τελευταίων δεκαετίων της δημοκρατίας (64-54 π.Χ. περίπου) και τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, μέλη όλα της άρχουσας τάξης, είναι υπαρκτά, εκτός από τον Ελληνα ηθοποιό Ξάνθιο. Πυρήνας του έργου είναι το αυτοκαταστροφικό πάθος του ποιητή Γάιου Βαλέριου Κάτουλλου για την πολλαπλώς άπιστη σύζυγο του τέως πραίτωρα Κουίντιου Καικίλιου Μετέλλου, την Κλωδία, που με τις παλινωδίες της διατηρούσε για χρόνια τον ποιητή σε κατάσταση εξοντωτικής αμφιθυμίας. Κοινωνοί του πάθους αυτού, μα προπαντός των παροξυσμών του, εκτός βέβαια από τους οικείους και στενούς φίλους των εραστών, γίνονται άμεσα ή έμμεσα επώνυμοι και ισχυροί άνδρες της εποχής, όπως ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ, ο Μάρκος Τούλιος Κικέρων και ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων. Το βιβλίο αρχίζει με την υποθετική επίσκεψη του πατέρα Κάτουλλου στο σπίτι του Καίλιου Ρούφου, μακρινού εξάδελφου, παιδικού φίλου, αντεραστή και επιμελητή της κηδείας του ποιητή, και τελειώνει με την ανάγνωση του ποιήματος υπ’ αριθμόν 58. Είναι το ποίημα που πάνω του χτίστηκε η υπόθεση, όπως δηλώνει η συγγραφέας, και που παρέχει το “κλειδί” για την κατανόηση της επίσκεψης: Ο γέρο Κάτουλλος, ρημαγμένος από την καταφορά της τύχης — του ‘χουν πεθάνει οι πιο αγαπημένοι του, η γυναίκα, τον καιρό που τα παιδιά ήταν μικρά, και οι δυό του γιοί — ψύχραιμος, όμως, αξιοπρεπής, υπερήφανος και επιβλητικός, έφερε στον Καίλιο τα τελευταία ποιήματα του παιδιού του και ζήτησε να μάθει από το στόμα του στενού αυτού φίλου ποιος ήταν κατά βάθος και πώς έζησε τα τελευταία χρόνια ο γιός του, που ήταν, λέει, άπιαστος σαν τον αέρα και σαν τη φωτιά, όπως η Κέλτα μάνα του. Ακούει αινιγματικός όσα διηγείται ο Καίλιος, κρύβοντάς του ώς το τέλος το “κλειδί”, ότι δηλαδή γνώριζε πως υπήρξε άπιστος φίλος, ένας κι αυτός από τους ερωμένους της Κλωδίας. Τον αφηνει λοιπόν να λέει με ένοχη εν μέρει συνείδηση όσα πρόκειται να συναποτελέσουν αυτή την ιστορία.

Μεγάλες ιστορικές στιγμές, μεγάλοι λυρικοί στίχοι

Εποχή έντονων πολιτικών ζυμώσεων η εποχή του Κάτουλλου, σκιαγραφείται υπαινικτικά στο βάθος του κυρίως θέματος από τη συγγραφέα. Βρισκόμαστε στον αιώνα των ρωμαϊκών επαναστάσεων. Το παλιό καθεστώς, υπό την πίεση που ασκούν στους πατροπαράδοτους θεσμούς οι συνέπειες των νέων κατακτήσεων, υποχωρεί. Το αρχαίο άστυ, έχοντας συντρίψει ήδη την Καρχηδόνα, έχει αποβεί ρυθμιστής των πολιτικών ισορροπιών του μεσογειακού κόσμου. Είναι σε όλους πια φανερό ότι η διοικητική οργάνωση της πόλεως-κράτους, παρά τις σταδιακές απόπειρες προσαρμογής της στις απαιτήσεις των καιρών, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα τεράστια οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά και πολιτιστικά ζητήματα της ιμπεριαλιστικής Ρώμης. Χρειάζονται επομένως νέοι θεσμοί. Και οι νέοι αυτοί θεσμοί, όπως κατά κανόνα συμβαίνει στην ιστορία, θα παραχθούν ύστερα από φρικώδεις εσωτερικούς αγώνες. Μια νέα τάξη πραγμάτων διαμορφώνεται και στεριώνει σιγά-σιγά μέσα από τα αίματα και τις ωδίνες της εμφύλιας διαμάχης — κεντρική φυσιογνωμία της οποίας αναδεικνύεται ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ. Τον Καίσαρα λοιπόν αυτόν, γιό συγκλητικού, τιμωρό των πειρατών, νικητή του Μιθριδάτη, διάδοχο του θείου του, Αυρηλίου Κόττα, στο Κολλέγιο των Ποντιφίκων, διοικητή της εκείθεν των Αλπεων Γαλατίας, νικητή των Ελβετών, ήρωα του γαλατικού πολέμου, κατακτητή της Βρετανίας, ηγέτη των δημοκρατικών και αντίπαλο της Συγκλήτου, ύπατο, γαμπρό, σύμμαχο και εξολοθρευτή του Πομπηίου, εξαίρετο ρήτορα, εύστροφο διπλωμάτη, απαράμιλλο χειριστή ανθρώπων, ελληνότροπο ποιητή και ιστορικό συγγραφέα, σκληροτράχηλο στρατιώτη και ντιλετάντη κοσμικό, περιθρύλητο σύνευνο του βασιλιά της Βιθυνίας Νικομίδη, “εραστή όλων των γυναικών και ερωμένου όλων των ανδρών” — τον Καίσαρα που πλησίασε τη δόξα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τόλμησε να ελέγξει, να καταγγείλει, να σατιρίσει, να χλευάσει και να περιφρονήσει δημόσια και ατιμωρητί με πασίγνωστα ποιήματά του ο Κάτουλλος.

Βέβαια ήσαν φίλοι. Ο Καίσαρας, δεκάξη περίπου χρόνια μεγαλύτερος του Κάτουλλου, σύχναζε στο πατρικό σπίτι του ποιητή στη Βερόνα και βρίσκονταν αργότερα στους ίδιους κοσμικούς κύκλους. Το τόλμημα εντούτοις ενείχε κινδύνους. Ο Κάτουλλος αναγκάστηκε, όταν το παράκανε, να ζητήσει συγγνώμη και ο Καίσαρ την έδωσε. Η σημασία όμως της αντίθεσής του με τον πανίσχυρο απόγονο του Αινεία δεν έγκειται τόσο στο ότι προβάλλει τον ανυποχώρητο αντικομφορμισμό του ποιητή, όσο στο ότι αποδίδει αδρά τον πλήρη πάθους χαρακτήρα του και προπαντός το βιωματικό υπόβαθρο της ποίησής του. Την εμπάθεια ακριβώς αυτή και το βιωματικό στοιχείο σώζει το βιβλίο της Benita Kane Jaro και γι’ αυτό οι “Μετα-θέσεις” το σχολιάζουν.

Ο Κάτουλλος έγραφε όπως ζούσε: Αμεσα και με όλες του τις αισθήσεις σε κατάσταση παροξυσμού. Ακούει, βλέπει, μυρίζεται, γεύεται, πιάνει τα πάντα γύρω του και τα κάνει στίχους. Στίχους στοχαστικούς, στίχους χλευαστικούς, στίχους πολιτικούς, στίχους κριτικούς, στίχους ερωτικούς, στίχους γεμάτους εικόνες αποδοτικές και των πέντε αισθήσεων. Οι ήρωές του, επώνυμοι οι περισσότεροι και δακτυλοδεικτούμενοι πάντα από τον ποιητή, άλλοι φίλοι και άλλοι εχθροί του, “ζούνε” και στο χαρτί όσα έχουν ζήσει στην πραγματικότητα. Διαπρέπουν, ασχημονούν, λοιδωρούν, λοιδωρούνται, τρώνε, πίνουν, μεθούν, κυλιούνται σε κρεβάτια, ξερνούν σε ανάκλιντρα, διαπράττουν αιμομιξίες, επαίρονται για μοιχείες, συμμετέχουν σε σοδομίες, έρχονται στα χέρια, χρηματίζονται, συνωμοτούν. Τα εκατόν δεκάξη σωζόμενα ποιήματά του μαρτυρούν ότι τίποτα και κανένα δεν κράτησε μακριά από την τέχνη του. Εγραψε ασφαλώς και λόγια ποιήματα. ποιήματα του σπουδαστηρίου, όπως το περί Κυβέλης, το περι Γάμων Πηλέως και Θέτιδος και το υπ’ αριθμόν 66 που πράγματι δεν είναι παρά κατά λέξη σχεδόν μετάφραση του ποιήματος “Βερενίκης Πλόκαμος” του Καλλίμαχου. Ο,τι όμως τον διακρίνει είναι κατ’ εξοχήν “το θάρρος των εμπειριών” του και κατ’ αυτό υπήρξε ειλικρινής, γνήσιος και προσδιοριστικός.

Το κυνήγι ενός άπιαστου ονείρου

Lonesome Ghosts ipod

Υπήρξε, μέ άλλα λόγια, για να θυμηθούμε τον τόσο άδικα αποσιωποιημένο Φαίδρο Μπαρλά, “από τους ποιητές που το έργο τους δε στάθηκε παρά η αντανάκλαση της ζωής τους”. Και η ζωή στα χρόνια της ύστερης ρωμαϊκής δημοκρατίας όχι μόνο δεν απέφευγε, αλλά και επεδίωκε λυσσωδώς, ακόμα και τις πιο ακραίες απολαύσεις. Ολα τα βίτσια υπηρετούνταν. Ολα ήταν χρήσιμα: Και σε αυτούς που ήθελαν απλώς να τρυγήσουν μέχρι σταγόνας τους κύλικες των ηδονών και σε εκείνους που κατέφευγαν σ’ αυτά για να ανέβουν, από παντού σπρωχνόμενοι, την κλίμακα της κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας, αρκεί βέβαια να ήταν σε θέση να καταβάλουν το τίμημα, που δεν ήταν — και πώς άλλωστε μέσα σε τέτοια κραιπάλη — χρηματικό μόνο, αλλά και υπαρξιακό-φθοροποιό της υγείας και όχι σπάνια ισόβαρο του θανάτου.

Αυτή η ζωή ανέμενε στις εισόδους της Ρώμης τον εύπορο νεαρό επαρχιώτη Γάιο Βαλέριο Κάτουλλο, όταν όλος νεύρο και ορμή άφησε πίσω τη Βερόνα για να τη συναντήσει και αυτή η ζωή τον ανέδειξε σε μεγάλο λυρικό — τον μεγαλύτερο της λατινικής γραμματείας — ζητώντας του ως αντίτιμο την ίδια τη ζωή του πριν κλείσει καλά – καλά τα τριάντα του χρόνια. Τη ζωή όμως αυτή ο Κάτουλλος, αν και δεν της αρνήθηκε τίποτα απ’ όσα του ζητούσε, δεν τη σπατάλησε στο σχετικό και το εφήμερο των περιστασιακών σχέσεων και των ανούσιων περιπετειών, που πάντως δεν του έλειψαν, αλλά τη χάρισε όλη στο απόλυτο του Ερωτα, που αδυσώπητος τον οδήγησε ώς τον κοιτώνα μιας παντρεμένης αριστοκράτισσας, της Κλωδίας Μετέλλου ή Λεσβίας και εκεί τον άφησε να τυραννιέται ώς το τέλος.

Μια τέτοια σχέση καθημερινή, από αυτές που δεν έπαψαν όσο υπάρχουν θεσμοθετημένες κοινωνίες να τροφοδοτούν κουτσομπολιά, βεντέτες και μυθιστορήματα της πεντάρας, ανήγαγε σε αγώνα υπέρβασης των ορίων αντοχής του, σε αντιδικία με τη μοίρα και εν τέλει σε ύβρη κατά των θεών o Κάτουλλος. Για τον αγώνα αυτό και για την ύβρη που διέπραξε κυνηγώντας την με την προοπτική της αθανασίας, όπως ο Δίας και οι λοιποί θεοί, τον αναθεματίζει προς το τέλος του βιβλίου η κατα δέκα χρόνια μεγαλύτερή του Λεσβία και είναι τέτοια η ένταση της αποστροφής της ώστε θα’ λεγε κανείς ότι αναθεματίζει τον ίδιο τον Ερωτα, που όταν εμβάλλει στον πειρασμό του απολύτου τα θύματά του και τα εξαπολύει οιστρηλατημένα στο κυνήγι του ανικανοποίητου, μόνο με θάνατο ολοκληρώνεται και λυτρώνει.

Και την καθημερινή αυτή σχέση, τη σχέση μιας παντρεμένης με ένα μικρότερό της επαρχιώτη εραστή, ο Κάτουλλος, “ο άκρως απρεπής” Κάτουλλος, που έκανε τη Λεσβία “πιό γνωστή από την Ελένη” αναγάγει σε αρχέτυπο εξιδανίκευσης της ομόλογης εμπειρίας και αποτυπώνει σε ποιήματα τέτοιας τέχνης και τέτοιας τεχνικής που μένουν ακόμη υποδειγματικά της ισορροπίας υφέσεων και εντάσεων, λυρισμού και σάτιρας, ελεγείας και λίβελλου, Ζωής και Τέχνης.

Μια κραυγή σπαραγμού κάτω από αψεγάδιαστες μορφές ποίησης

Και το πιο θαυμαστό είναι ότι κατάφερε να προσδιορίσει δεκαεννέα αιώνες ευρωπαϊκής ποίησης δίχως διόλου να πρωτοτυπήσει — ακολουθώντας απλώς, καθώς το έπραξαν στο είδος τους ο Οράτιος και ο Οβίδιος και όλοι σχεδόν οι Λατίνοι ποιητές και καθώς έπραξαν αργότερα με Ελληνες και Λατίνους οι δυτικοί μέχρι τους συμβολιστές του 19ου αιώνα, ελληνικά και ελληνιστικά πρότυπα — μεταφράζοντας σχεδόν τους Αλεξανδρινούς. Το δε ακόμη θαυμαστότερο, κατάφερε να παγιώσει σε στίχους άψογης τεχνικής, σε στίχους μιας τόσο συντηρητικής ποίησης, που καθίσταται επαναστατική σχεδον και χωρίς την παραμικρότερη απόκλιση από τα παραδεδεγμένα μέτρα, όλες τις φλόγες του κολασμένου έρωτά του και όλους του ανέμους των ασυγκράτητων παθών του δίχως να ξεφύγει από τον κανόνα. Επιτυγχάνει δηλαδή τούτο το μέγιστο: Να σεβαστεί τις μορφές που το πάθος του συντρίβει. Πονά και κραυγάζει και ακούεται και πείθει πέρα από τη μορφή που παραμένει αρυτίδωτη. Είναι ίσως δύσκολο να το καταλάβουμε τώρα που η αφελής μανία της πρωτοτυπίας και η ελευθεριότητα των εκφραστικών μέσων επιτρέπει στον τεχνίτη — όποιας καλής τέχνης — δοκιμές και πειραματισμούς απεριόριστους, πόσο πειθαρχημένο ήταν το μετρικό σύστημα των αρχαίων που κυριάρχησε, εδώ που τα λέμε, έως το 1880 περίπου και πόσο γνήσιος πρέπει να ήταν ο πόνος του Κάτουλλου για να αποδειχτεί μόνη εν τέλει πρωτοτυπία του στην περιοχή της λυρικής ποίησης η γνησιότητα αυτή, αφού ελευθερόστομοι και αντικορφομιστές υπήρξαν ακόμα και μεταξύ των Ελλήνων δασκάλων του.

Το Κλειδί, λοιπόν, αξίζει το χρόνο της ανάγνωσής του όχι μόνο γιατί συνιστά μια γλαφυρή μυθιστόρηση της ζωής ενός τέτοιου ποιητή, όχι μόνο γιατί στις ευτυχέστερες στιγμές του καταφέρνει, πέρα από τα περιστατικά του θέματός του, να φέρει τον αναγνώστη εκεί που ο βίος τέμνει το έργο — θέμα μέγιστο αν μη το μόνο σήμερα, που τα πάντα τείνουν προς την εξουδετέρωση του προσωπικού βιώματος και στην τηλεοπτική τυποποίηση της έκφρασης — αλλά και γιατί σε μια έποχή θριάμβου της τεχνικής και καπηλείας της τέχνης, σε μια εποχή άκρας εξειδίκευσης, κατακλυσμιαίου εκχρηματισμού, θεσμοθετημένης απανθρωπίας και χρησιμοθηρικού ντελίριου, επαναθέτει το ζήτημα της αξίας των κλασικών γραμμάτων ως πηγής υδρεύσεως του αποξηραμένου ανθρωπισμού μας, το ζήτημα του δυνατού της ποίησης σε έναν αλληλοσπαρασσόμενο, ηδονοθηρικό και αποχαυνωμένο κόσμο, όπως ήταν ο κόσμος των συμποσιαστών του Κάτουλλου, και το ζήτημα, τέλος, της διαχρονικής αναγνωσιμότητας της ποίησης.

ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑ

Διάβασα με προσοχή το άρθρο του Κώστα Σοφιανού σχετικά με το βιβλίο της Jaro και τα ζητήματα που θέτει και φυσικά σε πρώτη φάση συμφωνώ. Θα ήθελα όμως να κάνω μερικές παρατηρήσεις που ίσως διαφωτίσουν το συγκεκριμένο τρόπο γραφής του βιβλίο Το Κλειδί δίνοντας, ελπίζω, ένα κλειδί για την ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο το πραγματεύεται η συγγραφέας.

Ολα, πιστεύω ξεκινούν από τη σχέση συγγραφέα – αναγνώστη. Είναι μια σχέση χαρακτηριστική της θεωρίας της επικοινωνίας, όπου ανάμεσα στον πομπό (συγγραφέα) και το δέκτη (αναγνώστη) μεσολαβούν φίλτρα, τα οποία ο πομπός είναι υποχρεωμένος να λάβει υπ’ όψη του διαφορετικά αντί για επικοινωνία έχουμε θόρυβο. Ο υπολογισμός της παρουσίας των φίλτρων σε οποιαδήποτε επικοινωνία όμως δεν είναι ουδέτερος, αλλά επηρεάζει με τη σειρά του τη μορφή και το χαρακτήρα του μηνύματος — ενίοτε μάλιστα το διαμορφώνει. Για να κατανοήσουμε, λοιπόν, καλύτερα Το Κλειδί πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη σε ποιο κοινό απευθύνεται. Και το κοινό για το οποίο έχει γράψει η Jaro αυτό το βιβλίο δεν είναι άλλο από το σύγχρονο μορφωμένο Αμερικανό. Ας δούμε ποιος είναι αυτός ο αναγνώστης και ποια τα φίλτρα του.

Η ειδική σχέση του κλασικού κόσμου με το σύγχρονο μορφωμένο Αμερικανό δεν υπάρχει παρά μόνο σαν μια μεσότητα, σαν αναγκαίο δηλαδή στοιχείο ερμηνείας των δικών του κλασικών, που είναι βέβαια οι μεγάλοι της αγγλικής κυρίως λογοτεχνίας, αρχής γενομένης από τον Τσώσερ, αλλά με κυριαρχικό το έργο του Σαίξπηρ και του Μίλτωνα. Ρόλο σπουδαίο παίζουν επίσης και οι μεγάλοι Αγγλοι ρομαντικοί (Κόλεριτζ, Γουερτγουώρθ, Σέλλεϋ, Κητς κ.ά.) κυρίως στα λυρικά τους φανερώματα. Τον κεντρικό όμως άξονα τον κατέχουν οι Ευρωπαίοι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού (Ντίκενς, Χάρντυ, Τζόυς κ.ά.)

Ο δεύτερος μεγάλος άξονας της σύγχρονης αμερικανικής παιδείας αναπτύσσεται κυρίως στον πολιτικό τομέα, με τα γραπτά των πατέρων του αμερικανικού έθνους, π.χ. του Τζέφερσον, του Ανταμς, του Πέιν κ.ά., που χαρακτηρίζονται από το διαυγή και κάπως απλουστευτικό λόγο του Διαφωτισμού και διέπονται από τις αξίες του — την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την πίστη στη σχέση αιτίου και αιτιατού σαν καθολικής αξίας ερμηνευτικό εργαλείο και, επέκεινα, εργαλείο επέμβασης στα πράγματα και συνετισμού ή και απελευθέρωσης των συνειδήσεων.

Η τρίτη μεγάλη επίδραση, και ίσως άλλοι θα έλεγαν η επικρατέστερη, είναι της Βίβλου, η έκταση και η σημασία της οποίας στην αμερικανική συνείδηση δύσκολα μπορεί να εννοηθεί στη χώρα μας σήμερα. Τη Βίβλο τη γνώρισαν οι αγγλοσαξωνικής καταγωγής Αμερικανοί από την εποχή των θεμελιωτών πατέρων του αμερικανικού έθνους μέχρι τουλάχιστον τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέσω της αξιοθαύμαστης μετάφρασης του βασιλιά Ιακώβου (King James Version), που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αγγλία το 1614, προϊόν της εργασίας μιας ομάδας σοφών της εποχής κατ’ εκτέλεση οδηγιών του βασιλιά Ιακώβου, και έκτοτε κατέστη το καθημερινό ενδιαίτημα ολόκληρου του αμερικανικού έθνους. Εχω προσωπική εμπειρία του γεγονότος από επισκέψεις μου σε αμερικανικά σπίτια, πλούσια ή φτωχά, ακόμη και δογμάτων διαφορετικών από τα προτεσταντικά, όπου η παρουσία μιας Βίβλου και ενός τόμου των απάντων του Σαίξπηρ συνήθως συνιστούν κατά κυριολεξία μέρος της οικοσκευής. Ακόμα και σήμερα βρίσκει κανείς να πωλείται σε πολύ χαμηλή τιμή η Βίβλος ή και επιμέρους βιβλία της, σε μεταφράσεις άλλες, νεώτερες από αυτή του βασιλιά Ιακώβου, στα σουπερμάρκετ, στα βενζινάδικα, στα ντράγκστορ και βεβαίως να προσφέρεται σε όλα ανεξαιρέτως τα δωμάτια των ξενοδοχείων, ενίοτε δίπλα σε σωρούς διαφημιστικών εντύπων και πορνό!

Είναι φανερό ότι ο συνεχής συγχρωτισμός με το συγκεκριμένο αυτό βιβλίο — με τους μύθους του, με τους εκφραστικούς του τρόπους, με τις αξίες που μεταφέρει, με τα πρόσωπα που επιβάλλει και, ακόμα πιεστικότερα, με τη σχέση που προτείνει μεταξύ πιστού – πιστών και θεού, σε μια ατμόσφαιρα ομιχλώδη και αντίθετη με την κλασική και όπου σε αντίθεση με τους άλλους άξονες της αμερικανικής παιδείας η σχέση αιτίου και αιτιατού, ακόμα και όταν λαμβάνεται υπ’ όψη, δεν είναι υποχρεωτική — ασκεί μια διαπλαστική επίδραση στην αμερικανική ψυχή. Μια επίδραση κυρίαρχη και δυναστική, που τα παραπάνω στοιχεία της στη συμβολική τους διάσταση συνθέτουν τον κύριο κώδικα επικοινωνίας, το βασικό σύστημα κριτηρίων απέναντι στα οποία στοιχίζεται και η αμερικανική λογοτεχνική παραγωγή.

Αυτή συνεπώς την πνευματική αποσκευή διαθέτει ο αναγνώστης της Jaro και μέσα σ’ αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια όφειλε να κινηθεί η συγγραφέας στην προσπάθειά της να αναπλάσει ένα τελείως διαφορετικό κόσμο, το ρωμαϊκό, και να αποδείξει τη λειτουργία της ποίησης μέσα στις συνθήκες του “πραγματικού”, χωρίς παράλληλα να υποχωρήσει πολύ σε ένα χολυγουντιανού ή τηλεοπτικού τύπου κιτς, το οποίο όμως ενίοτε εγγίζει. Και ίσως τούτο, δηλαδή η ένδοση σ’ αυτή την κινηματογραφικού τύπου ρητορεία, να είναι το τίμημα που πληρώνει κάθε συγγραφέας, ο οποίος νόμιμα φιλοδοξεί να προσεγγίσει ένα πλατύτερο κοινό. Διότι, περισσότερο και από το σύνολο των παραπάνω επιδράσεων, περισσότερο και από τις όλο και κυριαρχικότερες εθνοτικές και κουλτουραλιστικές ρηγματώσεις της Αμερικής (γερμανικές, ισπανόφωνες, ιαπωνικές και άλλες μειονότητες), η τελευταία συνιστώσα του κοινού στο οποίο απευθύνεται το βιβλίο της Jaro είναι η τεράστια επίδραση της εικόνας, η παραγωγή της οποίας στις τερατώδεις σημερινές διαστάσεις της επιβάλλει συνήθως τη δική της μετριότατη άποψη — χωρίς βέβαια να αποκλείει υψηλότατες ενίοτε ποιότητες — ενοποιώντας το σύνολο σχεδόν των γνωρισμάτων, ιστοριών και αξιών στο κιτς του σημερινού κόσμου.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, η διάσωση μιας ατομικής και μάλλον ποιοτικής επικοινωνίας, με θέμα τον αρχαίο κόσμο και παρά κάποια στοιχεία εκλαϊκευσης, ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη σε ένα επίπεδο βαθύτερης ανιδιοτέλειας όχι μόνο παρουσιάζεται σαν θαύμα, αλλά στις ακραίες της στιγμές μπορεί να κατακυρωθεί με την ύψιστη ιδιότητα της ποίησης.