Στο διαστρεβλωμένο παρόν ενός παρακμάζοντος λογοτεχνικού μορφώματος η ποίηση είναι πρόφαση παρουσίας στην επιφάνεια της δημοσιότητας και η κριτική αναγκαστικά μεταβαίνει από το περιεχόμενο στη συμπεριφορά της «ρεκλκάμας».
Δεν υπάρχει τίποτε άξιο να κριθεί: αναχωνεύσεις κοινοτοπιών, θεωρίες χαμηλού επιπέδου, παραπομπές στα όρια της λογοκλοπής.
Η ανικανότητα να παραχθεί υπαρξιακό βάρος γραφής βρίσκει καταφύγιο στους υπαρξιακούς κόμβους που παρήγαγαν άλλοι. Μια θεωρία για αφελείς καταναλωτές της μικροαστικής έννοιας της επιτυχίας, αρέσκεται στην αφρώδη πολυμάθεια. Έτσι κι αλλιώς αυτό που καταναλώνεται υπό την πρόφαση της ποίησης είναι η ικανότητα να επιπλέεις στη δημοσιότητα. Το άρωμα της δύναμης που εκπέμπει γοητεύει το χαμηλό ένστικτο του επαρχιωτισμού και του ούτως ειπείν πνευματικού νεοπλουτισμού που ζητάει μια κοινωνία κλεπτοκρατίας.
Η λογοκλοπή δεν είναι άλλο από την κλεπτοκρατία μεταφερμένη σε επίπεδο γραφής.
Ο επιπλέων της δημοσιότητας με προφάσεις ποίησης είναι πανικόβλητος. Διότι γνωρίζει πολύ καλύτερα από τους αναγνώστες του την βαθιά του ανικανότητα στην ποίηση. Στον ίδιο βαθμό που μια ανοργασμική ψάχνει αποδείξεις οργασμού σε άλλους ελπίζοντας πως μεταφέροντας τις αποδείξεις των οργαζομένων θα μπορέσει τελικώς να πείσει τους άλλους, αλλά ποτέ τη λευκή του σελίδα του εαυτού του.
Και επιπλέον διακρινόμενος από την αυτοσυνείδηση της ανικανότητάς του και έχοντας προκαλέσει κάθε λόγο που τον αφορά, ζει πάντοτε τον κίνδυνο μιας αληθινής στιγμής της ποίησης που θα τον πετάξει και εξωτερικώς στα σκουπίδια του φενακισμένου κόσμου που ζει εσωτερικώς.
Από βιβλίο σε βιβλίο αυξάνει ο πανικός και η αβεβαιότητα, καθώς το κόστος για την παραμονή στη δημοσιότητα ρίχνει συνεχώς το επίπεδο του περιεχομένου, το κόστος παραμονής είναι όλο και πιο αγωνιώδες, καθώς συνεχώς αυξάνουν αυτοί που πρέπει να πειστούν να εκλάβουν την ικανότητα επίπλευσης στη δημοσιότητα ως ποιητική αξία. Τεράστιες προσπάθειες διατήρησης σχέσεων μέσα από μικροεξυπηρετήσεις κάθε είδους τρώνε σιγά σιγά την πρόθεση της ποίησης. Η λογοκλοπή είναι απλώς εξεύρεση χρόνου για να υπηρετηθεί η παρουσία στη δημοσιότητα.
Ο επιπλέων της δημοσιότητας παραγωγός και θύμα ενός φαύλου κύκλου συμπεριφορών που απαθλιώνει το κληρονομημένο ήθος της ποίησης, γίνεται συμπαθής καθώς είναι ο πάσχων για δημοσιότητα, με όρους που ένας αληθινός ποιητής θα έπασχε δια ποίησιν. Ελπίζει να εκβιάσει την ιστορία και εκβιάζει πανάκριβα ένα παρόν που του επιτρέπει να ζήσει από δεύτερο χέρι μεγάλες στιγμές που έζησε ως αναγνώστης του βίου των ποιητών που φθονεί και είναι ανίκανος για κειμενική συνομιλία, πόσο μάλλον για πρωτογενή παραγωγή.
Υπάρχουν και διάφοροι άθλιοι, εραστές αυτής της ικανότητάς του για δημοσιότητα, καθένας κι ένας μικρέμπορας του φιλολογικού του ανδριάντα, τόσο που αδυνατείς να ξεχωρίσεις ποιός είναι ο πλέον άθλιος. Αυτός που χρησιμοποιεί την ποίηση ως πορόφαση δημοσιότητας, ή εκείνοι που τον χρησιμοποιούν ως άλογο κούρσας για τη μικρή δική τους παρουσία.
Εκείνο που σταθερά και μόνιμα απουσιάζει είναι η ποίηση. Αυτό που περισσεύει είναι η προσποίηση τρόπων βίου ξεσηκωμένων από βιογραφίες της λογοτεχνίας. Για να γοητεύονται ο τυχάρπαστοι που καταναλώνουν ποίηση από ανικανότητα χρηματική να καταναλώσουν κάτι πιο ακριβό.
Μπορούμε να στεφανώσουμε τον άνθρωπο ως μέγα προσποιητή, άξιο της εποχής και της κλίμακας των αξιών της. Και να επιστρέψουμε στην ποίηση, συνιστώντας του να μην κουράζεται. Την επόμενη φορά δεν χρειάζεται να τυπώσει καν κείμενο στο βιβλίο του. Μπορεί να μας προσφέρει ως εσχάτη ειλικρίνεια ένα βιβλίο ποίησης με λευκές σελίδες, ως έσχατη πρωτοπορία και συνειδητοποίηση του γεγονότος πως η δημοσιότητα και η ποίηση είναι εδώ και καιρό ασύμβατες. Και πως η επιδίωξη του πρώτου, έχει φέρει το δεύτερο σε τέτοια ένδεια αποψίλωσης, που το μόνο που μπορούμε να περιμένουμε, προς θλίψιν διαφόρων κυριών, μιας και είναι και ωραίος άντρας, την βεβαία εισόδό του εκεί όπου τιμωρούνται όσοι επικαλέστηκαν την ποίηση επί ματαίω.
Η μακρόχρονη ανθεκτικότητα της παρουσίας του είναι απλώς το μέτρο της παρακμής μιας κοινωνίας που αδυνατεί να καταναλώσει αυθεντικά τον εαυτό της και καθρεφτίζεται σε τέτοιες γραφικές παρουσίες. Δεν είναι μέτρο ποίησης παρά μόνο για αφελείς. Με προϋποθέσεις τραγικής κατάληξης είναι μέτρο παρακμής. Και η τραγικότητα μεγεθύνεται από το γεγονός πως ο μέγας προσποιητής στην αδέξια παρουσία που ανέχεται η τρέχουσα δημοσιότητα αφήνει να διαφαίνεται η αυτοσυνείδηση της πλαστότητας και η συνακόλουθη αγωνία ενός αστείου που ήδη έχει παρατραβήξει αρκετά.
Στο διαστρεβλωμένο παρόν ενός παρακμάζοντος λογοτεχνικού μορφώματος, όποιος επιθυμεί την κριτική σαν στοιχειώδη ανταπόκριση στη νοημοσύνη του, έχει την δυσκολία και την πρόκληση, καθώς το λογοτεχνικό ακολουθώντας τις αλλότριες προθέσεις του τον μετατρέπει σε δημοσιολόγο, να βρει τη χάρη ενός παιδιού να αποκαλύψει τη γύμνια που γέμισαν με σοβαροφανή τυφλότητα οι επιδιώξεις ανθρώπων μικρής εμβέλειας που για χρόνια λυμαίνονται τις ψυχές μας.
Μην το φουσκώνεις πατριώτη, με το ζύγι θα το πάρουμε. Κι εμείς, κι ο χρόνος.
*Ο κος Μίχος λείπει με κανονική άδεια.











“Και ποιά παρηγοριά μπορεί να σώση
αλάφρωσιν τζου πόνους μου να δώση
[…]
Φίλους και συγγενείς θέλω μισήσει
δια νάχω πόνους, πίκρες και λακτάρες
[…]
Μα θε να ζω και θε να παραδέρνω
χίλιες φορές την ώρα να πεθαίνω
[…]
Mέρα νύχτα να κλαίω, να θρηνούμαι,
τα πένθη μου στα όρη να δηγούμαι ”
Από την Βοσκοπούλα.
Ο διάσημος Γάλλος φυσιοδίφης Μπυφφόν ήταν το χαϊδεμένο παιδί
της αυλής του Λουδοβίκου 14ου
Μια μέρα ο Λουδοβίκος που του άρεσαν τα έξυπνά του αστεία,
του λέει:
Μπυφφόν μπορείς να κάνεις μια πράξη τέτοια, που η δικαιολογία της
να είναι χειροτέρα της πράξεως;
Ο Μπυφόν περιορίστηκε να του απαντήσει:
Θα το δούμε, Μεγαλειότατε.
Μια μέρα καθώς ο Λουδοβίκος ήταν σκυμμένος στον εξώστη
των Βερσαλλιών και παρακολουθούσε μια στρατιωτική παρέλαση
πλησίασε ο Μπυφφόν και τον χάιδεψε.
Ο Βασιλιάς Ήλιος , καθώς τον έλεγαν, γίνεται έξω φρενών
για την ανευλάβεια αυτή του σοφού.
Κι εκείνος με μεγάλη απάθεια – Συγνώμη Μεγαλειότατε,
του λέει, σας εξέλαβα για τη Βασίλισσα!
ΑΝΤΩΝ ΤΣΕΧΩΦ
Κύριε Μίχο μετά τη λήξη της αδείας σας, εύχομαι καλός πολίτης
και καλή επανένταξη.
Με εκτίμηση
Δημήτρης Δρομοκαΐτης
Ιδιαίτερα εύστοχο το κείμενό σας κύριε Μίχο. Φωτογραφίζει εξαίρετα τις γνωστές περιπτώσεις.
Βασικό στοιχείο του καπιταλισμού κατά Ζίζεκ είναι ότι μπορούμε να αναλωνόμαστε σε θεωρίες συνωμοσίας για την αναρρίχηση των διπλανών μας. Δε φταίμε εμείς ποτέ, είμαστε άξιοι, αλλά πώς να παλέψουμε τη γοητεία των σκουπιδιών.
Και η απάντηση είναι απλή: Τα σκουπίδια είναι γοητευτικά τουλάχιστον ενώ η σοβαροφάνεια και το ποιοτικό άλλοθι βαρετότατα.
Όποιος κατηγορεί ας κάνει κριτική πρώτα στον εαυτό του. Αρκετά με το νηπιακό στάδιο. Πάμε παρακάτω.
Εξαιρετικό κείμενο
αξίζει πράγματι να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και ειλικρίνεια από τους σχολιαστές
Αν και επαναλαμβάνομαι
(πράγμα που δεν μου αρέσει),
ΔΕΝ ΕΧΩ ΛΟΓΙΑ…
Το σχόλιο, παρακαλώ, να εκληφθεί πολλαπλώς και πολυσήμαντα…
Στην προσπάθειά του να υπερβεί την ασημαντότητα και την ανωνυμία, ορίζοντας την πρώτη ως εγγενή, ανυπέρβλητη αδυναμία των ονομάτων (και των επωνύμων) και θεωρώντας τη δεύτερη ως συγκυριακό σύμπτωμα στην προσωπική του πορεία προς την αναγνώριση, ο Μ. Φάσσης καθιέρωσε από τις πρώτες κιόλας δημοσιεύσεις του το ψευδώνυμο με το οποίο σταδιακά κατοχύρωσε την ξεχωριστή του θέση στα ελληνικά γράμματα. Σκοπός του ήταν να μεταφέρει την ανωνυμία του, με όχημα το ψευδώνυμο, σε ένα ταξίδι από την ασημαντότητα στην καθιέρωση, εξασφαλίζοντας ωστόσο για τον εαυτό του την πολυτέλεια της ακινησίας, κατά το πρότυπο του Dorian Gray.
Επανερχόμενος στο ίδιο ζήτημα, πολλά χρόνια αργότερα, στο ποίημα “Γέροι επί σινδώνος”, ο Μ. Φάσσης κατέληγε στις εξής κατακλείδες φράσεις:
1. Γεράσαμε προώρως Γιώργο, μπαγιατέψαμε
2. Ας κόψουμε την πλάκα Μήτσο, μας κατάλαβαν
3. Μας ζάλισες τ’ αρχίδια Γιάννη, το κατάλαβες;
Για να αντιπαρέλθει το δίλημμα, ο Φάσσης αναγκάστηκε να επικαλεστεί τη σωτήρια επέμβαση της ψευδώνυμης περσόνας, κίνηση που του στοίχισε τη μοναδική ευκαιρία (να αποδείξει ότι μπορεί) να υπάρχει ανεξάρτητα από αυτήν.
Εδώ σας περιμένω, σε αυτό το αλώνι, παρά την ουσία και ανοησία…
κύριε Μίχο, πολύ δύσκολα θα μπορέσει κάποιος, επί της ουσίας, να διαφωνήσει μαζί σας. Δυστυχώς, όμως, στο «κληρονομημένο ήθος», περιλαμβάνονται και τα φτερά του παγωνιού…
Ευτυχώς είναι λιγότερα από τους κληρονόμους…
κύριε Ψαραδάκη, τι να σας πω; «Να κι αυτό, έτσι για μια μπύρα». Και ο μπογιατζής, για να μ’ ευχαριστήσει, έγραψε: «(Δι) έξοδος» και στις δυο πλευρές της πόρτας…
1)Γεια σου Μάτα. Είμαστε στο ίδιο πλοίο.
3) Μιχία: (δεν πειράζει που τρέμουν που και που τα πόδια…) http://www.poiein.gr/page/3?s=%CB%E5%E9%E2%E1%E4%DC%F2&submit=%C1%ED%E1%E6%DE%F4%E7%F3%E7
Κύριε Πρίμπα,
τι να πω…
“Οι ελαφροί, ας με λέγουν ελαφρόν.
Στα σοβαρά πράγματα υπήρξα πάντοτε επιμελέστατος…”
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Βυζαντινός Άρχοντας Εξόριστος στιχουργών…
Το σχόλιο απευθύνεται προς όλους!
“Η τέχνη γεννιέται και στεριώνει εκεί όπου υπάρχει διαχρονική και ακόρεστη δίψα για το πνευματικό, το ιδεώδες, μια δίψα που οδηγεί τους ανθρώπους στην τέχνη. Η σύγχρονη τέχνη έχει πάρει λανθασμένη τροπή, καθώς εγκαταλείπει την αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης και επικυρώνει την αυταξία του ατόμου. Ό,τι φιλοδοξεί να είναι τέχνη αρχίζει να μοιάζει εκκεντρική ενασχόληση διαβλητών προσώπων που υποστηρίζουν ότι κάθε ατομική δραστηριότητα έχει καθαυτήν αξία, απλώς και μόνο ως επίδειξη πεισματικής επιμονής. Στην καλλιτεχνική δημιουργία όμως η προσωπικότητα δεν επιβάλλεται, παρά υπηρετεί μιαν άλλη, υψηλότερη και συλλογική ιδέα. Ο καλλιτέχνης είναι πάντοτε υπηρέτης και προσπαθεί μονίμως να ξεπληρώσει το χάρισμα που του δόθηκε. Αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει να κάνει την παραμικρή θυσία, ακόμα κι αν μόνο με τη θυσία επιβεβαιώνεται. Αυτά τα βασικά πράγματα σιγά σιγά τα ξεχνούμε, και χάνουμε αναπόφευκτα κάθε αίσθηση του προορισμού μας…”
Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, Νεφέλη, 1987
Στον Ταρκόφσκι διαφεύγει όμως κάτι: η προσωπικότητα στη ποίηση μήτε επιβάλλεται, μήτε και υπηρετεί, εκφράζει την ποίηση. Στις δύο άλλες περιπτώσεις ο “δημιουργός” υπόκειται σε σαχλή διεκδίκηση της υψηλής αλήθειας – στην περίπτωση όμως που δεν κατάφερε να διανοηθεί ο Ταρκόφσκι, ο δημιουργός παράγει τέχνη με τον πλέον αυθεντικό τρόπο: εκείνου του Φυσικού Οργάνου το οποίο δεν διαθέτει άλλες ιδιότητες πέρα από εκείνες της ποίησης….
Ο αξιαγάπητος κήνσορας Μίχος, και ο κάθε Μίχος (μετράω κάπου 40-45 εντός Αθηνών), δεν ακούμπησε ακόμη το “Δεν Μπορώ”. Και ο δήθεν Καφάβης αλλάζει χορδές στη μαντόλα του Μητσιά….
Μάτα κερνάω ότι πίνεις!.
“Βασικά, με το “Σμιλεύοντας το χρόνο”, δεν υποστήριξα τίποτε καινούργιο – αμφιβάλλω αν υπήρξε έστω και μία λέξη δική μου. Η όποια αξία του εντοπίζεται στο γεγονός ότι, σμιλεύοντας το χρόνο, έπαψα να είμαι ο Ταρκόφσκι που αντιπαθούσα κι έγινα ο Ταρκόφσκι που θαυμάζεις εσύ κι όλοι οι άλλοι.
Τα ίδια, πάνω-κάτω, πίστευα και έγραφα από παλιά. Όμως ο λόγος που δεν δημοσίευσα το Μαρτυρολόγιο όσο ζούσα ήταν ακριβώς επειδή αισθανόμουν (φοβόμουν, είναι η αλήθεια) ότι οι ιδέες και οι απόψεις μου ακούγονταν σαν διαμαρτυρίες κάποιου που πασχίζει για την αναγνώριση. Μην κοιτάς που η επιτυχία μού χτύπησε την πόρτα νωρίς, στα 30 μου. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να της ανοίξω – μέχρι να πείσω τον εαυτό μου ότι η γνώμη που έχουν οι άλλοι για μένα έχει την ίδια αξία με τη γνώμη που έχω εγώ για τον εαυτό μου. Γι’ αυτό βλέπω με κατανόηση και συμπάθεια όλους εκείνους που, ενώ δημοσιεύουν τις ιδέες τους εν ζωή, αξιώνουν αποδοχή που ταιριάζει σε νεκρούς ήρωες. Προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο. Δεν βρίσκω τίποτε κακό σε αυτό. Αν είχα τη δύναμη και την πίστη τους, δεν θα έκανα ταινίες – θα έβγαζα βιβλία με τα οποία θα κατέκρινα πεποιθήσεις, θα κατακεραύνωνα πρόσωπα και φορείς, όλους αυτούς που με κρατούν στην αφάνεια. Αλλά δεν μου έχει μείνει πια δύναμη – αυτό είναι το πρόβλημα.
Πέτερ Γκάους, “Αντρέι Ταρκόφσκι: Συνέντευξη με ένα βρικόλακα” (εκδ. Εκδημίων, 1999)
Πώς θα μπορούσε η ποίηση να είναι αποκομμένη και συγχρόνως ζωντανή από την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα που βιώνει ο ποιητής;
Ακόμη κι αν τα κατάφερνε σαν σύλληψη ο λόγος θα την πρόδιδε.
Ένα ποίημα μπορεί και πρέπει να είναι έξω από τόπο και χρόνο…ο ποιητής όμως είναι εγκλωβισμένος στις σύγχρονες συνθήκες όπως και οι προσλαμβάνουσές του κι αν καταφέρει να τις υπερβεί και να δημιουργήσει…
Καμία μορφή τέχνης δεν είναι ξεκομμένη από το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής στην οποία γεννιέται, αναπόφευκτα αλληλεπιδρούν.
Μην πυροβολείτε τον ποιητή, αλλάξτε αν μπορείτε το σήμερα.. της επιφάνειας, της δημοσιότητας, της κριτικής για την κριτική.
Αγαπητή Venus:
Πρόκειται για την απόλυτη ιδιοτροπία της φύσης της γραφής. Είναι γεγονός. Βεβαίως το κείμενο που αναρτήθηκε προς πιθανό σχολιασμό δεν αντέχει τέτοια φουρτούνα. Αλλά πάλι αν συνεχίσουμε έτσι θα πιάσουμε κουβέντα για τον Ταρκόφσκι την οποία δεν έχω διάθεση να κάνω. Όχι για άλλον λόγο απ’ αυτόν: ο ίδιος παρήγαγε μία σειρά από συμπαθητικές ταινίες, αλλά πάνω στο πραγματικό ζόρι γύρισε το “Stalker” και απάντησε και στον εαυτό του και στους υπόλοιπους. Λοιπόν; πώς πιστεύεις τελικά ότι αλλάζει το σήμερα;
Σε ασπάζομαι.
Το σήμερα, το ”εκάστοτε σήμερα”, αλληλεπιδρούσε ανέκαθεν με τον καλλιτέχνη ως δράση-αντίδραση και καθρεφτίζεται στα έργα του.
Πιστεύω πως πολλά μπορούν ν’αλλάξουν με τη στάση ζωής του καθενός και τις αντιστάσεις που προβάλλει..
Δεν κρίνω κανέναν από ένα ”ατυχές” γεγονός ή ένα έργο του.Όταν όμως εξαπολύονται βρισιές και ειρωνείες προς πάσα κατεύθυνση από ”πολιτισμένους” ανθρώπους τότε είναι να γελάς και να φεύγεις.
Φιλικά
Ναι, σίγουρα. Με την προϋπόθεση η στάση ζωής να αναλογεί σε μία στάση έργου και οι αντιστάσεις να υφίστανται και στην γραφή.
Ως προς τα υπόλοιπα συμφωνώ επίσης: είναι να κάνεις χιούμορ, να γελάς και να φεύγεις.
Καλό βράδυ. Να είσαι καλά.
“…Εκείνο που σταθερά και μόνιμα απουσιάζει είναι η ποίηση.
Αυτό που περισσεύει είναι η προσποίηση τρόπων βίου ξεσηκωμένων από βιογραφίες της λογοτεχνίας.”
Μπορεί η πρώτη φράση να ενέχει απολυτότητα και υπερβολή, στηρίζει όμως πειστικά ρητορικά τη δεύτερη που είναι ισχύουσα
και πέρα για πέρα αληθινή και θαρρώ δε μιλάει για καλώς ενοούμενη “ποιητική εκμετάλλευση” των προτύπων
που ωθούν σε προσωπική δημιουργία, παρά για μιαν παγίδα, μιαν προσομοίωση ιδιωτικού βίου του ποιητή με το πρότυπό του, ένα ξεγέλασμα δηλαδή, ένα βαυκάλισμα – για όποιον φυσικά δεν έχει το χάρισμα – από έωλο έως αυτοκαταστροφικό
Αγαπητή venous παρακαλώ μόνο να επανεξετάσετε το αν η, έστω και ακραία δοσμένη, απαξίωση της πρόφασης ή η πρόφαση καθαυτή συνιστούν την ουσία της “υβρης”.
Κύριε Νικάκη, τι σχέση μπορεί να έχει με την ποίηση η προσομοίωση ενός ιδιωτικού, ή αν θέλετε και προσωπικού βίου, με κάποιο πρότυπο; Οπωσδήποτε είναι έωλο – ειδικά εκείνο των επαϊόντων διαμαρτυρομένων.
Ελπίζω να μην συγχέεται τους παραπάνω με τους οργισμένους, τους χιουμορίστες και τους χαλκέντερους.
καλημέρα σε όλους.Αν και παρακολουθώ πολύ καιρό το συγκεκριμένο ιστότοπο δεν γράφω κάτι παρόλο που έχω πράγματα να πώ. Με βάση το προσωπικό μου γούστο πολλά πράγματα ξεχωρίζουν, τα ζηλέυω, θα ήθελα να ήταν δικά μου(αν και τα οικιοποιούμαι γράφοντας εντελώς πολλες φορές τον δημιουργό εκεί που δεν πιάνει η μελάνη). Το κείμενο του κυρίου Μίχου είναι πολύ ενδιαφέρον για μένα που δεν τα ξέρω καλά τα ελληνικά κάθότι πνίγονται στα χαμηλά ένστικτα επαρχιοτισμού μου, που για μένα σημαίνει “προτιμώ τη βόλτα απ’ τη μελέτη”. Γνωρίζω ότι κάνει κακή χρήση της ένοιας της ανοργασμικής γκόμενας(η λάκ που χρησιμοποιούσαν οι εκδιδόμενες στην Τρούμπα!) αλλά κατά τα άλλα ευστόχως απλώνει μέ τον πλάστη της διανόησης ελευθέρας βοσκής το φύλλο της πίττας με γέμιση το γνωστό “υπάρχουν κάποιοι ανάξιοι ανάμεσα μας”. Συμφωνώ ακριβώς όπως όταν ξέρω ότι υπάρχουν κατσαρομάλληδες, χοντρούληδες κλπ κλπ. Η προσπάθεια να ψήσει την πίττα (πετυχημένη) και να μοιράζει τα μαχαίρια για να κόψει ο καθένας το κομμάτι του με βρίσκει απέναντι αν και το ύφος του κειμένου είναι τόσο εκλεπτυσμένο που ανεξαρτήτως θέματος θα εννοούσε πάλι αυτό. Πιστεύω ότι ο κύριος Μίχος ασχολήθηκε τόσο με τη μορφή γιατί το νόημα δεν βολέυει μιας και δεν είναι ο μοναδικός που το έπιασε. Η ενασχόληση του αυτή όμως είναι ενστικτώδης αντίδραση , βαπτισμένη μεν σε βαθιά γνώση της ελληνικής αλλά αχρείαστη δε χωρίς το φως του συγκεκριμένου παραδείγματος. Όποιος πετάει παραπετάσματα καπνού στο τοπίο δεν το ομορφαίνει όπως η ομίχλη απλά προετοιμάζει το έδαφος της μάχης. Εδώ κατά τη γνώμη μου σφάλει ο κύριος Μίχος. Δεν υπάρχει καμιά ασυνέχεια σε αυτή τη Μάχη.Κρατάει πολλά χρόνια και οι καπνοί απλά δεν ξεχωρίζουν τα στρατόπεδα.Πηγαίνει τζάμπα καποιος κόσμος καθώς λένε. Την ειλικρινή καλημέρα μου σε όλους.
“Ο επιπλέων της δημοσιότητας με προφάσεις ποίησης είναι πανικόβλητος. Διότι γνωρίζει πολύ καλύτερα από τους αναγνώστες του την βαθιά του ανικανότητα στην ποίηση”.
Πρόσφατα διάβασα το έργο του Μπουλκάκοφ “ο μαιτρ και η Μαργαρίτα”. Όλοι οι ποιητές που παρελαύνουν στις σελίδες του ανήκουν σ΄αυτήν την κατηγορία.
Γιάννη Λειβαδά μια βότκα πορτοκάλι θα την πιω μαζί σου 🙂
Cheers!
Απορίες παιδικές:
Πότε θα σταματήσουμε να κρίνουμε τι εκδίδεται, γιατί εκδίδεται και τι διαβάζει ο κόσμος και γιατί;
Περί ορέξεως κολοκυθόπιττα. Εμείς τι κάνουμε είναι το θέμα.
Και όπως σοφά αντέτεινε ο Πάνος Μιχαλόπουλος όταν κάποιος του πε ότι έχει το μαύρο του το χάλι από τα πιώματα [σκηνή από μια κλασσική ταινία του Δαλιανίδη γυρισμένη στα ένδοξα eighties ]:
Ρε δεν πα να γα… το σύμπαν!!!
”…Το πιοτί θέλει ρέγουλα! χλάπα της και χλούπα της και ιδού τα ολέθρια αποτελέσματα..”
Μίμης Φωτόπουλος στην ταινία ”Τα κίτρινα γάντια” 1960 Αλέκου Σακελλάριου
Στην υγειά σας ρε παιδιά! Αυτά είναι τα ωραία..