ΤΡΕΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Τρεις αναμφισβήτητα σημαντικοί Αμερικανοί ποιητές, όλοι από την πολιτεία του ΄Ιλλινοϊς, είναι ο Έντγκαρ Λη Μάστερς (Edgar Lee Masters, 1868-1950), ο Καρλ Σάντμπεργ (Carl Sandburg, 1878-1967) και ο Βάτσελ Λίντσυ (Vachel Lindsay, 1879-1931). Και οι τρεις ήταν η πεμπτουσία του Αμερικανικού πνεύματος, διαφορετικοί από τους Αγγλικού ύφους και νοοτροπίας ποιητές.
Ο Μάστερς ήταν γιος δικηγόρου, και ο ίδιος άσκησε τη δικηγορία. Γεννημένος στο Κάνσας, σε ηλικία ενός έτους η οικογένειά του μετακόμησε στο ΄Ιλλινοϊς. Είχε γράψει πολλά ποιήματα πριν και μετά την περίφημη συλλογή του The Spoon River Anthology (1915), αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν μπόρεσαν στο ελάχιστο να προσεγγίσουν το ποιοτικό της επίπεδο. Το 1911, ένας εκδότης εφημερίδας του χάρισε το βιβλίο Επιλογή Επιγραμμάτων από την Ελληνική Ανθολογία (Select Epigrams from the Greek Anthology), το οποίο επέδρασε ως καταλύτης για την εξέλιξη της μεγαλοφυίας του, συνδυάζοντας επιμέρους στοιχεία: έμφυτη πικρία, πάθος για αλήθεια, και σπάνια συμπόνια για τους ανθρώπους. Spoon River ήταν μια συγχώνευση των πόλεων Petersburg and Lewistown. Με στρωτό, περιεκτικό, ελεύθερο ποιητικό λόγο, ο Μάστερς κάνει τους κατοίκους του κοιμητηρίου στο λόφο του Spoon River να εκθέσουν οι ίδιοι τις επιτάφιες επιγραφές τους. Επρόκειτο για ποίηση γραμμένη με τον παραδοσιακό πεζό τρόπο, αλλά η συμπύκνωση που έμαθε από την Ελληνική Ανθολογία του επέτρεψε να τον εκμεταλλευτεί στο ακέραιο. Πάντως The Spoon River Anthology το βλέπουν με καλύτερο μάτι ως πεζογράφημα παρά ποίημα.
*******
Ο Βάτσελ Λίντσυ, γεννημένος στο Σπρίνγκφιλντ, ΄Ιλλινοϊς, είχε μια καλή παιδεία, και για πέντε χρόνια σπούδασε ζωγραφική. Δυστυχώς δεν είχε τις απαραίτητες ικανότητες για την εικαστική τέχνη, κι έτσι το’ ριξε στην περιπλάνηση. Η επιθυμία του Λίντσυ ήταν να γίνει ιεραπόστολος, και το 1905 μοίραζε τον καιρό του μεταξύ χειμερινών διαλέξεων και θερινών περιπλανήσεων και απαγγελιών. Για τροφή και κατοικία αντάλλαζε φυλλάδια με ποιήματά του. Το 1913 είχε γίνει πλέον πασίγνωστος. Οι δυο ποιητικές του συλλογές, Ο στρατηγός Γουίλιαμ Μπούθ εισέρχεται στον Παράδεισο και άλλα ποιήματα (General William Booth Enters into Heaven and Other Poems, 1913) και Το Κονγκό και άλλα ποιήματα (The Congo and Other Poems, 1914) γνώρισαν επιτυχία. Για περίπου δεκαπέντε χρόνια απολάμβανε την φήμη που απέκτησε απαγγέλοντας ποιήματά του σ’ όλη την Αμερική, ακόμη και στη Μεγάλη Βρετανία. Το ενδιαφέρον του κοινού γι’ αυτόν μειώθηκε λίγο μετά το γάμο του το 1925. Το 1931, στην απελπισία του και με κλονισμένη υγεία, αυτοκτόνησε πίνοντας δηλητήριο.
Ο Λίντσυ ήταν τύπος αναγεννησιακός και υπερασπτιστής των δικαιωμάτων, της κρίσης και της χρηστότητας των κοινών θνητών. Είχε ακραίες αντιλήψεις που δεν άλλαζαν ή λύγιζαν ποτέ, παρά τις εμπειρίες του με τον ευρύτερο κόσμο. Ο πατέρας του ήταν ιερέας της Εκκλησίας των Μαθητών του Χριστού που είχε αποσπασθεί από την Πρεσβυτεριανή Εκκλησία σε μια απλότητα βασισμένη αποκλειστικά στην Βίβλο. Ο Λίντσυ συνένωνε αυτό το ευαγγελικό δόγμα με την λατρεία του για τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν (1809-65) και άλλους τοπικούς ήρωες, τις θρησκευτικές ιδέες του Σουέντενμποργκ (Emanuel Swedenborg, 1688-1772 αρχικά Swedberg Σουηδός φιλόσοφος και θρησκευτικός συγγραφέας), και τα οικονομικά του Χένρυ Τζόρτζ (Henry George, 1839-97, Αμερικανός οικονομολόγος, ο οποίος είχε επινοήσει ένα οικονομικό σχέδιο που αποσκοπούσε στη βελτίωση των συνθηκών ζωής σε μια κοινωνία).
Άξεστος και τοπικιστής, στις καλές του ο Λίντσυ είχε πλήρη επίγνωση αυτών των ελαττωμάτων και τα χρησιμοποιούσε προς όφελός του. Τα καλύτερά του ποιήματα επιτυγχάνουν διότι είναι γεμάτα πάθος και δίχως επιτηδευμένη συμπεριφορά ή πολύπλοκο τρόπο σκέψης. Απλά: εννοούσε την κάθε τους λέξη, και για μερικά χρόνια είχε βρεί ακριβώς τον κατάλληλο συνδιασμό των πηγών. Εισήγαγε ένα πραγματικά καινούργιο ρυθμό στην Αμερικανική ποίηση μάλιστα ήταν ο πρώτος γνήσιος Αμερικανός λαϊκός ποιητής. Αργότερα κατέρρευσε κι έγραψε ένα σωρό αδύνατα και αυτο-παρωδιακά ποιήματα.
*******
Ο Καρλ Σάντμπεργκ οφείλει τη φήμη του στο περιοδικό Ποίηση (Poetry) της Χάριετ Μονρόου (Harriet Monroe). Γεννημένος στο Γκέιλσμπεργκ (Galesburg) από Σουηδούς μετανάστες γονείς, από δεκατριών ετών ήταν πλανόδιος μεροκαματιάρης σ’ όλη την ΄Αγρια Δύση. Υπηρέτησε στον Ισπανο-Αμερικανικό πόλεμο, σπούδασε ενώ δούλευε στο κολλέγιο της γενέτειράς του, και έγινε δημοσιογράφος και σοσιαλιστής. Συγκριτικά πρόκειται για ελάσσων ποιητή, μιας και δεν ήταν παρά ένας ρεπόρτερ. Χρησιμοποιούσε άκρως ελεύθερες μορφές γραφής, και η ποίησή του μοιάζει με του Μάστερς με την έννοια ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί ως ποίηση, αλλά μάλλον ως ρυθμικός πεζός λόγος. Στην χειρότερη περίπτωση είναι εκκεντρικός, συναισθηματικός και ψευτο-σκληρός. Στην σπάνια καλή περίπτωση χρησιμοποιεί τη γλώσσα της καθημερινής ζωής, είναι τρυφερός και λεπτολόγος. Γνώριζε καλά τις συλλογικές επιθυμίες της τότε βιομηχανικής εργατιάς, ανταποκρινόταν σ’ αυτές, και πίστευε διακαώς σ’ ένα ευτυχισμένο μέλλον της. Η αδυναμία του είναι πως δεν έχει δημιουργικό μέσο για ν’ αντιμετωπίσει το κακό. Ο Σάντμπεργκ ήταν ανώριμος, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τις δυνάμεις του κακού. Πάντως τα καλύτερά του ποιήματα αντανακλούν την γλώσσα της περιοχής και μια αυστηρή επιλογή θα τα διασώσει.













Γεια σου Γιάννη.
Ωραία η ιδέα των μικρών αυτών πορτραίτων.
Σχόλια:
1)Τον πρώτο τον διαγράφω ως πεοκρούστη ολκής. Τους δύο άλλους τους σέβομαι περισσότερο.
2) Υπάρχουν ορισμένα λάθη στην εκφορά κάποιων ονομάτων. Και ο Σάντμουργκ ήταν οργανωμένος αναρχικός και έζησε για χρόνια σαν περιπλανώμενος αλήτης. Συμμετείχε μάλιστα, ανά καιρούς, σε συμπλοκές με αμερικανούς σοσιαλιστές.
Αυτά.
Το καπελάκι στραβά. Σε ασπάζομαι.
Όλα καλά κι όμορφα αλλά βάλτε και κανά ποίημα να διαβάσουμε!
Κάποτε -δέκα χρόνια πριν για την ακρίβεια- είχα διαβάσει μια εξαιρετική κατά τη γνώμη μου ανθολογία σύγχρονης αμερικανικής ποίησης από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Με είχε εκπλήξει ο αριθμός καλών ποιητών και ποιημάτων.
Ψάχνοντας πρόσφατα τη βρήκα στο ράφι του βιβλιοπωλείου, όπως και μια καλή ανθολογία του Γιάννη Λειβαδά με το ίδιο θέμα.
ΚΑΡΛ ΣΑΝΤΜΠΟΥΡΓΚ
ΟΛΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΝ ΤΟΝ ΑΜΛΕΤ
Όλοι θέλουν να παίξουν τον Άμλετ.
Δεν έχουν δει ακριβώς τον πατέρα τους να σκοτώνεται,
Ούτε και τη μητέρα τους να συνωμοτεί στο φόνο,
Ούτε μια Οφηλία να πεθαίνει με τη σκόνη να φιμώνει την καρδιά της,
Ούτε ακριβώς τους πλεχτούς κύκλους των χρυσών αραχνών που τραγουδούν,
Δεν έφτασαν ακριβώς ως εκεί μήτε στο νόημα των λουλουδιών – Ω
Λουλούδια, λουλούδια που ραίνει μια κοπέλα που χορεύει – στο πιο θλιμμένο
Έργο που έγραψε ποτέ με το μελάνι της σουπιάς ο Σαίξπηρ•
Κι όμως όλοι θέλουν να παίξουν τον Άμλετ γιατί είναι έργο θλιμμένο όπως
Θλιμμένοι είναι όλοι οι ηθοποιοί και θέλουν να σταθούν σʼ ενός ανοιχτού τάφου
Το πλάι κρατώντας το κρανίο ενός παλιάτσου στο χέρι και
Τότε ξανά και ξανά αργά, με στόμφο, να ξεστομίσουν, λόγια όμορφα
Που κρύβουν μια καρδιά που ραγίζει, ραγίζει.
Αυτό είναι κάτι που αδιάκοπα μες στο αίμα τους καλεί.
Όταν μιλούν γιʼ αυτό παίζουν θέατρο και το γνωρίζουν πως είναι θέατρο
Να έχεις γιʼ αυτό εμμονή κι όμως: όλοι θέλουν να παίξουν τον Άμλετ.
Με την αμερικανική ποίηση ομολογώ ότι δεν τα πάω καλά με την έννοια ότι, όποτε την προσέγγιζα, κάτι δε μου έλεγε. Λες και μεταξύ μας υπάρχει μια αγεφύρωτη άβυσσος. Μοναδική εξαίρεση η Sylvia Plath. Δε νοιώθω όπως με τους δικούς μας ή τους ευρωπαίους και τους λατινοαμερικάνους.
Τους παρόντες τρεις ποιητές δεν τους γνωρίζω και ομολογώ ότι με αυτόν τον Edgar Lee Masters μπερδεύτηκα.
– από τη μια παρουσιάζεται ως δημιουργός μιας εξαιρετικής ποιητικής συλλογής (The Spoon River Anthology) και αναφέρεται ως μεγαλοφυής ποιητής. Για την εξέλιξη, μάλιστα, της μεγαλοφυΐας του οποίου αναφέρεται ότι συνέδραμε αποφασιστικά η επαφή του με την «Επιγραμματική Ελληνική ποίηση» και
– από την άλλη, στο σχόλιο του Γιάννη, ως «πεοκρούστης ολκής».
Στην προσπάθεια μου να βρω μια τομή των δυο θέσεων, θυμήθηκα το 302o ΕΡΩΤΙΚΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ από τον 5ο τόμο της Παλατινής Ανθολογίας [Αγαθίας ο Σχολαστικός] το οποίο και σας παρουσιάζω…
Ποιο μονοπάτι του έρωτα κανείς ν’ ακολουθήσει;
Μαζεύει η αχόρταγη πόρνη το χρήμα σου στους δρόμους.
Αν πάλι πλησιάσεις την κλίνη παρθένας, τότε ή θα την παντρευτείς
ή ο νόμος θα σε τιμωρήσει.
Ο έρωτας με τη γυναίκα σου είναι κρύος, δεν σε ευχαριστεί,
γίνεται από χρέος. Η κλίνη της μοιχείας είναι η πιο κακή,
το ίδιο κι ο έρωτας και το πάθος για κάποιον νεαρό.
Απ’ τις χήρες, άλλες είναι χυδαίες κι αλλάζουν συνεχώς εραστές,
πανούργες σαν τις πόρνες, κι άλλες σεμνές.
Αυτές το μετανιώνουν μόλις σου πουν το ναι.
Τις βασανίζουν πικρές τύψεις. Μισούν ότι έκαμαν.
Αν έχουν λίγη αιδώ, στο λένε ανοιχτά, και σταματά ο δεσμός σας.
Αν συνάψεις σχέσεις με τη θεραπαινίδα σου, δούλος της δούλας σου θα γίνεις.
Αν πάλι ανήκει σ’ άλλον, τότε ο νόμος θα σε δικάσει,
γιατί προσέβαλες αλλότριο σώμα.
Ο Διογένης όλ’ αυτά τα απέφευγε. Αγνοούσε τη Λαίδα
και τραγουδούσε τον Υμέναιο κουνώντας την παλάμη του πάνω κάτω.
[Ποιήν τις προς έρωτος ίοι τρίβον; Εν μεν αγυιαίς
μαχλάδος οιμώξεις χρυσομανή σπατάλην.
Ει δ’ επί παρθενικής πελάσοις λέχος, ες γάμον ήξεις
έννομον ή ποινάς τας περί των φθορέων.
Κουριδίαις δε γυναιξίν ατερπέα Κύπριν εγείρειν
τις κεν υποτλαίη, προς χρέος ελκόμενος;
Μοίχια λέκτρα κάκιστα και εκτόθεν είσιν ερώτων,
ων μέτα παιδομανής κείσθω αλιτροσύνη.
Χήρη δ’ η μεν άκοσμος έχει πάνδημον εραστήν
και πάντα φρονέει δήνεα μαχλοσύνης.
Η δε σαοφρονέουσα μόλις φιλότητι μιγείσα
δέχνυται αστόργου κέντρα παλιμβολίης
και στυγέει το τελεσθέν, έχουσα δε λείψανον αιδούς
άψ επί λυσιγάμους χάζεται αγγελίας.
Ει δε μιγής ιδίη θεραπαινίδι, τλήθι και αυτός
δούλος εναλλάγδην δμωίδι γινόμενος.
Ει δε και οθνείη, τότε σοι νόμος αίσχος ανάψει,
ύβριν ανιχνεύων σώματος αλλτρίου.
Παντ’ άρα Διογένης έφυγεν τάδε, τον δ’ υμέναιον
ήειδεν παλάμη, Λαίδος ου χατέων.]
Ωραίος ο Αγαθίας Γιώργο, δεν λέω…
Αλλά ο Μάστερς κάθε άλλο παρά μάστορης ήταν – αυτή είναι βεβάιως μία άποψη.
Για την καταδίκη του ή όχι φροντίζει άλλος, ανώτερος, ο Grand Master Time, που δεν έχει σχέση ουδεμία με την σβουνιά, που ανακατεύουμε στην ημεδαπή, και ονομάζουμε Time After time…
Aπό το Γιάννη το Λειβαδά περιμένω πολύ περισσότερα από ένα μη αιτιολογημένο αφορισμό (ακόμα και αν είναι έτσι όπως το λέει).
Την καλημέρα μου και την εκτίμησή μου.
ΥΓ. το παρόν είναι άσχετο με το προηγούμενο μου σχόλιο, το οποίο γράφτηκε μεταξύ σοβαρού και αστείου αλλά προς το αστείο…
Γιώργο μου γεια σου.
Αν μιλούσαμε για τον Καραμανλή θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο από ένας μη(;) αιτιολογημένος αφορισμός;
Τώρα ελπίζω να με κατάλαβες.
Σε ασπάζομαι.
Άσε, επίσης, που ο αγαπητός μου κύριος Γκούμας δεν έθιξε τίποτε συγκεκριμένο ώστε να δημιουργηθεί κάποια ανάγκη δημιουργικού διαλόγου. Το, σεβαστό του, γούστο εξέφρασε.
Κατόπιν κι εγώ το δικό μου…
Δυστυχώς, Γιάννη μου, είμαστε στο “poiein.gr” και όχι στο “katastrefein.gr”…
(Η καταστροφή είναι πάντα πιο απλή υπόθεση)
🙂