Ντάκα
(Ι)
Τις ημέρες που στην πόλη ετούτη τα παζάρια
Αναβλύζουν τις ανυπόφερτες μυρωδιές αρχαίων εποχών
Και που οι δρόμοι σφύζουν
Από ανέκφραστος ανθρώπους
Που υπνωτικά ακολουθούν την διαδρομή των μερμηγκιών
Ο σαματάς ηχεί σαν μια κωφάλαλη βουή
Δίχως χροιά και χρώμα
Και δίχως πρόσωπο.
Τις ημέρες που αυτή η πόλη μοιάζει
Σαν μια τεράστια οικοδομή
Υπό κατασκευή
Ή σαν ένα ερείπιο
Υπό κατεδάφιση
Μέσα στον σαματά
Δεν ακούς τίποτα.
Τίποτα.
Παρά μόνο μια σάρκινη καρδιά
Που σείεται μέσα σου δίχως να ξέρει τον λόγο
Σαν το χρονόμετρο μιας βόμβας που από λεπτό σε λεπτό θα εκραγεί.
Σε αυτή την πόλη είμαστε όλοι
Εγκλωβισμένοι στα στεγανά σαγόνια μιας πέτρινης σιωπής
ΚΙ αν ουρλιάξεις δεν θα σε ακούσει κανείς.
(ΙΙ)
Ετούτη η πόλη ποτέ μα ποτέ
Δεν κοιμάται
Μα ούτε και ποτέ της ξυπνάει
Παρά με τα σακατεμένα της πόδια
Χορεύοντας υπνωτικά
Πορεύεται προς το αύριο.
(ΙΙΙ)
Σε ετούτη την πόλη μόνο οι νύχτες έχουν φωνή.
Είναι οι βαθιοί αναστεναγμοί
Που δραπετεύουν από τις χαραμάδες των χαμόσπιτων.
Είναι το τραύλισμα των σκύλων
Που κουλουριάζονται σε μια γωνία σκοτεινή
Και με την αρρώστια τους παραμιλάνε.
Είναι το γοερό ροχαλητό των ανδρών
Που πλαγιάζουν επάνω σε ένα πλουμιστό κουρέλι
Δίπλα από τις σκουριασμένες ράγες των τρένων.
Ένα ροχαλητό εκκωφαντικό σαν ουρλιαχτό
Ξερασμένο από τα σπλάχνα αυτών των ανδρών
Που την ύπαρξή τους αγνοεί η πλάση όλη.
Είναι το σύρσιμο της ψάθινης σκούπας επάνω στην άσφαλτο
Των ξεδοντιασμένων καθαριστριών
Που σαν σμήνος βρικολάκων
Με βήματα καταπονημένα κι αργά
Ξετρυπώνουν από τους τάφους τους
Μετά τα μεσάνυχτα.
Είναι το γρύλισμα των τροχών των ρίκσος
Που οι ημιδιάφανες σιλουέτες τους μέσα στην πυκνή ομίχλη και το δυνατό φεγγαρόφωτος
Μοιάζουν με του θανάτου με τις άμαξες.
Θαρρείς πως κάτω από την κουκούλα του ρίκσο
Ένας μελαμψός άντρας με σταλακτίτες στων ματιών τις άκρες
Και χαραγμένα μάγουλα
Κρυφοκοιτά την λατρεμένη πόλη του
Να σιγοξεθωριάζει μέσα στη νύχτα
Καθώς η στερνή του κούρσα
Ανεπιστρεπτί τον παίρνει μακριά της.
Είναι το πάφλασμα του πράσινου νερού των λιμνών
Καθώς πασχίζει να καταπιεί το φεγγάρι που έχει ξαποστάσει επάνω του
-αυτή τη πρασινωπή, θολερή πανσέληνο –
Να πάρει κάτι από την μαγεία, την καθαρότητα, την δόξα, την αίγλη, τη λαμπρότητά του,
Κάτι από την γαλήνη του, κάτι από την αιωνιότητά του.
Είναι το ελαφρό χτύπημα των φτερών των κορακιών
Που λαγοκοιμούνται ανάμεσα από τις φυλλωσιές των αιωνόβιων δέντρων
Φτερά που κάτω από το φεγγαρόφωτο
Αστράφτουν σαν μαύρο ατόφιο χρυσάφι.
Είναι τα αγκομαχητά των σακάτηδων και των γέρων
Που ξαπλώνουν δίπλα δίπλα στα πεζοδρόμια
Λησμονημένοι από την ζωή και τον θάνατο.
Δίπλα δίπλα μα πιο μόνοι κι από τους μόνους.
Αγκαλιά με τον σταυρό της ανάγκης
Με τη ματαιότητα για μαξιλάρι
Και όνειρα του Γολγοθά της επιβίωσης.
Δίπλα δίπλα σαν ετοιμόρροπα χαμόσπιτα
Μαραζωμένα από τον χρόνο και την έλλειψη στα σπλάχνα τους
Της ανθρώπινης φροντίδας
Του ακούσματος ενός μουρμουρητού τραγουδιού
Μιας γυναίκας που αφηρημένη ανάβει τα ξύλα στο τζάκι.
Αχ! αυτή η φωτιά,
Αν άναβε ξανά μέσα τους
Πως όλα τα άλλα
Τα λειψά μέλη και τα αγύριστα τα χρόνια
Θα έπαυαν να είναι το πιστόλι που κοσμεί τον κρόταφό τους
Παρά θα γινόταν ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Που η παυσίπονη ευωδία του
Θα καταπράυνε τους πόνους.
Δίπλα δίπλα σαν σωριασμένα τραπουλόχαρτα.
Σβάστικα στο μέτωπο της προδοσίας το κρύο φιλί
Που στοργικά τους άφησε η Ελπίδα με τα κρύα της χείλη
Τότε, μια μέρα, πριν χρόνια ίσως πολλά.
Δίπλα δίπλα, μα εξορισμένος ο καθένας στη δική του ματαιότητα.
Είναι το γουργουρητό στα στομάχια των ζητιάνων
σαν χορωδία τζιτζικιών σε ένα καυτό, απάνεμο μεσημέρι.
Είναι το ακατάπαυστο δρασκέλισμα των νυχτοφυλάκων
Γύρω γύρω από τα ένα επί ένα φυλάκια τους
Που έγιναν οι άξονες της ύπαρξής τους
Η πηγή του ρυζιού και της στέγης τους
Της ζωής τους και των παιδιών τους
Των ζωοδόχων τριών χιλιάδων τάκας τον μήνα.
Παίρνουν και το τουφέκι τους μαζί
Στους ομόκεντρους νυχτερινούς περιπάτους τους
Σαν την παράνομη ερωμένη συνένοχη στο έγκλημα
Το έγκλημα μια ύπαρξης που στροβιλίζεται ασταμάτητα
Γύρω από μια αλουμινένια ιδέα
Που δεν τολμούν να αντικρύσουν κατάματα.
Είναι οι αργόσυρτοι ψαλμοί των ιερέων
Που και στον ύπνο τους ακόμα νανουρίζουν τον Αλλάχ.
Τα άγια του χείλη εκλιπαρούν να φυσήξουν το φεγγάρι
Και σαν ολέθρια φωτιά να ανάψει επάνω από την πόλη τους.
Να την φωτίσει
Και να την βάψει φωσφορίζουσα ασημιά
Να λάμψουν οι μουχλιασμένοι τοίχοι
Να γίνουν καθρέφτες οι λίμνες
Και τα δέντρα να κάνει να μοιάσουν
Στολισμένα με κρυστάλλινες δροσοσταγόνες
Που άνεμος παίζει για λύρες.
Να συνεπάρει κι αυτούς μαζί
Να τους ντύσει με αυτή την μαγεία των αθανάτων
Μήπως έτσι ένα πρωί
Μπορέσουν και ξυπνήσουν στον παράδεισο.
Είναι και το ψιθυριστό τραγούδισμα των παιδιών
Που γυμνά ξαπλώνουν στις παλάμες της ξεφτισμένης πόλης.
Σε ένα πεζοδρόμιο, σε μια αυτοσχέδια σκηνή, σε μια συνωστισμένη κάμαρα
Ή σε ένα αδειανό βαγόνι, μια οικοδομή
Δεν έχει σημασία
Σημασία έχει που η Ντάκα
Σαν τσιμπούρια τα σέρνει στα πόδια της
Και υπνωτικά χορεύοντας τα μεταφέρει στο αύριο.
Είναι τα πατήματα των κατσαριδών
Που ξεπροβάλλουν δειλά από τα απάνεμα λαγούμια τους
Να πάρουν μια γεύση από τον κόσμο
Τώρα που δεν απειλούνται
Από τις πατούσες του πλήθους.
Είναι οι μαϊμούδες που χασμούριουνται επάνω στην μάντρα
Και στο πάρκο απέναντι οι γάτες
Που με τεμπέλικα νιαουρίσματα τις καλησπερίζουν.
Είναι το νευρικό ζουζούνισμα των κουνουπιών
Που φρενιτικά πετάνε πάνω από τα χαντάκια.
Τα σκόρπια κακαρίσματα των κοτών
Δώδεκα δώδεκα στριμωγμένες μέσα σε μια στενάχωρη κλούβα
Ξεχασμένη σε ένα παζάρι κλειστό.
Το μουγκρητό των αγελάδων και τα μπε των κατσικιών
Που σαν τυχοδιώκτες περιφέρονται στους έρημους δρόμους.
Όλα αυτά τα ζώα που κυνηγάνε το ίδιο όνειρο με τους ανθρώπους:
Την επιβίωση.
Οι σκιές τους θεριεύουν κάτω από το φως του φεγγαριού
Κι έτσι όπως βαδίζουν παρέα με την σκιά τους
Νιώθουν πως για λίγο δεν είναι μόνα.
Ένας μεγάλος μαύρος άγγελος στέκει στο πλάι τους
Και τους υπόσχεται πως όλα θα πάνε καλά.
Δεν είναι μόνα και όλα θα πάνε καλά
Μέχρι να έρθει το πρωινό
Που ο διάφανος εφιάλτης με την ανάσα του λίβα
Θα τα καταβροχθίσει.
Μαζί και την φωνή τους.
Μα δεν έχει σημασία το αύριο.
Δεν έχει σημασία η βρώμικη, ξεχαρβαλωμένη πόλη που θα φανερωθεί
Όταν ο ήλιος στρέψει ξεδιάντροπα τις ακτίνες του εδώ κάτω.
Γιατί η ανυπόφορη θέα της Ντάκα τις ημέρες
Κάνει να φαίνεται το φεγγάρι της τις νύχτες
Πιο λαμπρό από οπουδήποτε αλλού
Πιο χαμηλό από οπουδήποτε αλλού.
Και μέσα σε αυτό το φεγγαρόφωτο ξάφνου όλοι αποκτούν φωνή
Και σημαντικότητα.
Γίνονται ορατοί.
Γίνονται υπαρκτοί.
Και οι μαύροι άγγελοι ορκίζονται
Πως όλα θα πάνε καλά.
Ντάκα, Μάρτιος 2009 Lucky Number Slevin ipod











Ένα άλλο βλέμμα σε μια δύσκολη καθημερινότητα,
μετεωρίζεται πανω από τα βάθη του εξωτισμού και του νατουραλισμού, αλλά και τους ακροβατισμούς του “κοινωνικού” στίχου. Ίσως αναγκαία η επεξεργασία μιας πιο πυκνής φόρμας. Ως βιωμένη εμπειρία αποπνέει πολλά συναισθήματα που οι μαζάνθρωποι της Δύσης τα “απωθούν”,όχι γιατί φοβούνται τη συνενοχή, αλλά γιατί τους “κουράζουν” οι “φτωχοί” των προβληματικών [!] περιοχών του πλανήτη.
Καλημέρα, λοιπόν, κυρία Ε.Μ.!
Χρόνια Πολλά, κυρία Μίαρη (με ή και χωρίς το Ποιείν)!
αληθινό..
πέρα και πάνω απ’ όλα
πηγαίο και αληθινό..
μου άρεσε πάρα πολύ