1. Να, ένα ΜΙΛΩ
Τεράστια εξοικείωση η αφή
αφού κι εγώ όπως όλοι στα τυφλά έχω ζήσει˙
δεν γίνεται όμως από μόνη να μυρίσει
θέλει φιλιά λεμονανθούς φωτιές στην παραλία
και σώματα αχάραγα στου ξενυχτιού την κόψη.
Αν κάνεις στάση στη γυμνή αφή
η άνοιξη περνάει απαρατήρητη
τα θαύματα δεν εκδικούνται
μόνο απουσιάζουν
κι ύστερα κλαίμε ονόματα συνήθως
ως ποταμών περίληψη
– είμαστε πάντα βιαστικοί
με απόδειξη: η ζωή χωράει άπλετη λήθη.
Α!, είδες; παραλίγο θα το ξέχναγα:
έχεις φιλιά από τη νοσταλγία σου
και να σου πω ότι αυτή
θα έρθει να σε βρει στα σίγουρα
εκεί που αφύλαχτος θα σκέφτεσαι
πως έβαλες στο χέρι και το μέλλον.
Αυτός ο δρόμος από δω
βγάζει προς το παρόν σε πληστηριασμό
δακρύων˙
πας μόνο με τα πόδια – είναι αδιέξοδο.
Αν πάλι έχεις απαντήσεις-βόμβες
να προσέχεις: υπάρχει καθυστέρηση
αλλά συχνά
βίοι αγίων εκρήγνυνται
ίσως σε πάρουνε τα σκάγια.
2. Η ορμή των άστρων Barbie as the Princess and the Pauper divx
Μισό μισό τον ουρανό
μοιράζομαι με τους αγαπημένους
– αυτούς που ακόμα μου κρατούν το χέρι
κι άλλους που έναν αιώνα έχουν να φανούν.
Τους κοντινούς μας, δεν τους βλέπουμε συνήθως
– η μυωπία της απόστασης μάς έλκει.
Στους μακρινούς, ζωγραφιές τάζω
αρώματα – για να ʼρθουν –
και μια ζεστή αγκαλιά
με λόγια που ποτέ δεν είπα.
Γιʼ αυτό με βλέπεις πια συχνά
στα άνθη να μιλάω
ή από κορφή σʼ άλλη κορφή
τα δέντρα να χαϊδεύω.
Τη νύχτα βλέπω καθαρά
ανάμεσα στʼ αστέρια:
βγαίνουν αυτοί που λείπουνε
σε σύννεφα πεζούλια
καπνίζουν και τσουγκρίζουνε
λένε αστεία, γελάνε
κρατούν ανάλαφρα τους κυκεώνες
με το νέκταρ της ψυχής εν αφθονία
ή πίνουν κοκτέιλ Γκουαντάναμο με Γάζα
για να ξορκίσουν
πίκρες μελαμψές στην άβυσσο –
ψυχές τους είναι οι στιγμές
που όλο μας ξεφεύγουν.
Εμείς, περιχαρείς μέσα στο βάλτο μας
καταβροχθίζουμε εσαεί τον δευτερόλεπτο φόβο
που με τη σειρά του, καταπίνει αενάως
όλα τα αισθήματα φαινόμενα
και τις απατηλές αλήθειες.
Άλλος έχει τη δύναμη και άλλος την ανάγκη
3. Το τεκμήριο του πνιγμού
Σείεται δάσος μνήμης το αρχέγονο
και στα μετόπισθεν βουίζει ηδονικός αέρας
τρέχουνε σύννεφα πυρφόρα να προλάβουν
μήπως κι εξαντληθούν πριν απʼ των κυνηγών
τις ανάσες – αυτοί έχουν να χάσουν πάλι
απʼ την ανθρώπινη οπτική των θηραμάτων
τα νέφη στο υγρό τους χάος θα επιστρέψουν
νʼ ανακατέψουν τις ψυχές με τους ανέμους.
Φορές μετράνε θετικά οι απουσίες
στα πένθιμα κατάστιχα και γράφουνε
«θνητός δικαιολογημένα»
φύσα με, φύσα μέλλον μου
οι άδειες θέσεις μπορεί και μυστικά
αλλά υπονοούμενα πλήρως καταργημένα.
Ας μείνουν μόνο οι χειρονομίες των δέντρων
τα επάλληλα ζαλιστικά τού έρωτα
να ʼχω να παραδίνομαι στα κύματα
σκέψεις κι αισθήματα
να κατεβαίνουν σωρηδόν
στις εύφορες κοιλάδες με το αθάνατο νερό
της αυτονόητης Λάμψης
ας μείνει ο ασπασμός των άστρων
στις ευάλωτες ψυχές – είναι αρκετό.
Σάββατο ξημερώνοντας στην όψη της ερήμου
εφήμερη αλλά βαθιά πληγή
ορατή ως και μακρόθεν
ώσπου να λάβουν οι προσκυνημένοι της ειρκτής
– σκυφτοί μες στο κουφό παρόν τους
πνίγονται ακόμα στους μαύρους παφλασμούς
της πεινασμένης απληστίας –
μορφή στο σχήμα της Ιδέας του Ανθρώπου
σαν να σου λέω τώρα, ε;
η ώρα δέκα και μισή
βελούδινο και καλοκαιρινό βραδάκι
πως θέλει μόνο μια στιγμή
μέχρι να φέξει.
4. Βατερλώ εν συγχύσει
Με διώχνουνε τα ποιήματα
προς άγνωστη κατεύθυνση συνήθως
να τανυθώ ως τα πέρατα
– ακροβάτης απρόθυμος
σε τεντωμένο σχοινί η-ψυχούλα-του-το-ξέρει
τα μυστικά, βεγγαλικά προς τέρψιν των αγρίων –
για νέες ολοένα πολεμικές ανταποκρίσεις
άσκοπες εκστρατείες
με τραυματίες αγγέλους κάθε μέρα
– ακόμα και την πτώση τους συνήθισε ο κόσμος –
όλο και πιο γυμνή για να μη φαίνομαι
προστρέχω και πορίζομαι τροχιές μετεωρίτη.
Θέλω να βάλω κόμα κομματιάζομαι
τελεία; ξίφος και φουρφουρίζει η ανυπόμονη καρδιά
πληρώνω συνεχώς υπεραστικά
μέσω κατολισθήσεων κι άλλων νεφελωμάτων
“Το αίμα”, τους λέω, “στέρεψε! Βρυκόλακες να ψάξετε
και τις απομιμήσεις!”
Φυτρώνει το κυκλάμινο
στην άσφαλτο της λήθης;
Έχω καλή προαίρεση και υπήκοος προβάρω
τα βαφτιστικά παραλλαγή ν’ ανάψω
να ξεφυλλίσω Κυριακές στην πλάτη των ονείρων
κι εκείνων που με παίρνανε με ατέλεια στον Άδη˙
μα απ’ την αρχαία άνοιξη γεννώ πάλι χειμώνα.
Ακολουθεί συνήθως ο καταιγισμός
από e-mail, fax και sms μέχρι πρωίας
Ουέλινγκτον και Ναπολέων μαζί δεν με τρομάζουνε
όσο η επιμονή της διδαχής στην εξορία μου
“Εκεί θα μείνεις!” στέλνουν μήνυμα
“πρέπει να συνηθίσεις: καρφίτσωσε
πάλι τ’ αστέρια στο ταβάνι σου και, κοίταξε
η σταυροβελονιά ακάθεκτη αλλά μονάχα
στα κενά της μνήμης!”
5. Πιο ελαφρύ απʼ το τραύμα
Πέφτουνε δέντρα μες στους κήπους αερόπλοια
απʼ των ανθρώπων τα μεσάνυχτα πιο ξαφνιασμένα
και μονομιάς πληθαίνουν φώτα ανάμεσα στα φύλλα
μάτια της Άνοιξης και του Αυγερινού σαν τριανταφιλιά
αγγίζουνε στα βλέφαρα τους περιπατητές του απογεύματος
κι εκείνοι ανεβαίνουν ποδηλάτες αστερόπληκτοι
σιωπηλά δουλεύοντας στους τυχερούς για μας στροβίλους
και ανιχνεύουνε πυρετωδώς το αντίδοτο για τον Μυθριδάτη.
Τότε μπορεί να δεις την ξαστεριά να γονατίζει
να φυλά το χώμα
κι εκεί τα ταπεινά χορτάρια σε άπειρες πυγολαμπίδες
να μεταμορφώνονται
μωρά αμίλητα ακόμα με ομφάλιο λώρο ουρανό
το πρωινό ανάμεσα σε παραμορφωτικούς καθρέφτες
αναδύονται τα όνειρα με χαμογελαστή εκδίκηση
και στέκονται όρθια στο ύψος των βλεμμάτων
μικρές πηγές μάς δείχνουνε πόσα θυμούνται οι πέτρες
όσα κι οι σπόροι μες στον μέλλοντα καρπό τους.
Παίρνει φόρα η Άνοιξη
πρώτη μαθήτρια στην Κοσμογονία
τα τρομερά και δύσβατα αγιάζει η μνήμη
αχ, λουλουδάκι, πού με πας;
σε ανήφορο του αίματος
και πάλι συμπληγάδες
χρυσή σκάλα η μάνα μου – κρατιέμαι
από το εμπριμέ της φουστανάκι.
6.
Βραδιάζει και ο έρωτας λοιπόν˙
με την πιο σίγουρη μέθοδο:
από φιλί σε φιλί.
Μικρό βιογραφικό…
Η Νανά Τσόγκα σπούδασε στην Aθήνα Aγγλική και στο Tübingen της Γερμανίας Γερμανική Λογοτεχνία, Κοινωνιολογία και Ψυχολογία.
Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Eθνικού Θεάτρου, δίδαξε σε σεμινάρια και έκαμε εκπομπές στο ραδιόφωνο
Οι εκδόσεις της :
– Μεταφράσεις (από και προς αγγλικά, γερμανικά):
24 βιβλία αγγλόφωνων και γερμανόφωνων δημιουργών (ποίηση, πεζογραφία, φιλοσοφία, κριτικά δοκίμια, κοινωνικοπολιτικές μελέτες)
Ποίηση:
– Ακροβολισμοί, ιδία έκδοση 1977 (εξαντλημένο)
– ΜεταΠοίηση μετΑμφιέσεων, εκδόσεις Γαβριηλίδης 1997
(το πρωτολειο εδώ ολόκληρο: http://books-of-poems.blogspot.com/)
– Το ανοίκειον κέλυφος, εκδόσεις Απόπειρα 2003
– Η είλη της ύλης, 2007 εκδόσεις Απόπειρα
Πεζογραφία:
– Χαριστική αναΒολή, μυθιστόρημα, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2007











Με συγκίνηση είδα την ανάρτηση αυτήν σήμερα.
Με συγκίνηση και χαρά παράλληλα.
Η κυρία Νανά Τσόγκα διδάσκει με την γραφή της πώς είναι η ποίηση που έχει ειρμό και ουσία, και με την συμπεριφορά της πώς εκδηλώνεται το ήθος του ανθρώπου όταν αυτός “εκτίθεται” στο διαδίκτυο. Δεν “κραυγάζει”, δεν προσεταιρίζεται, δεν συναγελάζεται με διάφορους για να αναρριχηθεί και να πετύχει, η κυρία Νανά Τσόγκα είναι Ποιήτρια.
Και ούτε είναι των ημερών δημιούργημα, είναι από τους ακριβούς ανθρώπους που υπήρχαν πριν να τους ανακαλύψει και αναδείξει (!) το διαδίκτυο.
Ένας σεμνός άνθρωπος χαμηλών τόνων μα υψηλών προδιαγραφών (ο συνδυασμός είναι αυτός είναι που νικά τον χρόνο, τα σημεία των καιρών, αυτός που αφήνει “χνάρι” ), ένας άνθρωπος με βαθύ, ουσιαστικό πέρασμα από όσα κάνουν την ζωή ποιοτικότερη.
Θα επανέλθω σε καλύτερη -για μένα- ώρα στους μαγικούς μίσχους ομορφιάς των ποιημάτων της, των οποίων τα άνθη των στίχων μοσχοβολούν από την ευαισθησία της, από τον τρόπο της να βλέπει διεισδύοντας στα πράγματα.
Για το διακηρυγμένο ήθος της Ποιήτριας Τσόγκα πρέπει να μιλήσουν σε ανάλογο ποιητικό ύφος κι άλλοι/ες. Δυστυχώς εκκρεμεί η εξαντλητική κριτική υποδοχή του Έργου της -ενός ακόμη Έργου που αντιστέκεται παραδειγματικά στη στιχοδιάρροια των ημερών.
Κάποιοι παραφρασμένοι στίχοι του Τυφλεντερίνου Βλάβη (από το 1893) δείχνουν το δρόμο:
‘Ιδέ προσέρχεται δειλή
εις εξετάσεις μαθητρίας,
προς την Διδάσκαλον λαλεί,
και ό,τι λέγει προκαλεί
πολλάς επιδοκιμασίας.’
“Αν κάνεις στάση στη γυμνή αφή
η άνοιξη περνάει απαρατήρητη
τα θαύματα δεν εκδικούνται
μόνο απουσιάζουν
κι ύστερα κλαίμε ονόματα συνήθως
ως ποταμών περίληψη
– είμαστε πάντα βιαστικοί
με απόδειξη: η ζωή χωράει άπλετη λήθη”
αυτό που εδώ και καιρό θαυμάζω στην κυρία Νανά Τσόγκα είναι ο σχεδόν κυνικός λυρισμός των στίχων της, μια κρυπτική -εν μέσω εικόνων και “γεύσεων”- γραφή που δεν αφήνει την παραμικρή υποψία “μελοδράματος”.
Νανά, μια καλημέρα από τη φιλική σελίδα του ‘ποιείν”.
“Τσιμπάω” την πρό(σ)κληση του δ, περί “ομιλίας σε ανάλογο ποιητικό ύφος”, όχι για (επί του Όρους) ομιλία ούτε, βεβαίως, σε ανάλογο ποιητικό ύφος, το οποίον η εμπειρία μου δεν στέκεται ικανή να επιτύχει, αλλά για να μοιραστώ μαζί σας (σου) τη μεταγραφή από τον Κώστα Κουτσουρέλη του ποιήματος “Ο Θάνατος”, του Ερνστ Χύσμερτ, που μου θύμισε το ακροτελεύτιο τρίστιχο της ποιητρίας Τσόγκα, το οποίο και στεφανώνει τα 5 προηγούμενα και, πλέον, δημοσιευθέντα.
Τελειώνει έτσι αυτό το υπέροχο σονέτο του Χύσμερτ:
Θά ‘ρθει μ’ έναν καρκίνο, ένα φιλί, μια σφαίρα,
ασμένως θύματα συλλέγει σωρηδόν,
κι όχι, εννοείται, για μιας κρίσεως ημέρα.
Αύριο θα παίζουμε σε θίασο σκιών
ρόλους αχνότερους κι από τον φρέσκο αέρα-
κι ας προσδοκούμε τώρα ανάσταση νεκρών.
-σε πρώτη ανάγνωση διαγώνια, οι λέξεις, οι συμμετρία, η στίξη ..
-σε δεύτερη ανάγνωση, η ακολουθία των λέξεων, η έννοια, ο ρυθμός ..
-σε τρίτη ανάγνωση ‘between-the-lines’, το χρώμα, το άρωμα, οι εικόνες, η διαδρομή από τη δημιουργό μέχρι την απορία και την αποδοχή μου ..
μα πάνω απ΄όλα .. η ‘αλήθεια’ της σκέψης της η ‘γυμνή’ η καθόλου ‘σεμνότυφη’ που αγγίζει τη δική μου …
κι εκεί είναι το .. ‘κατά Μπόρχες’ σημείο επικοινωνίας μεταξύ Δημιουργού και αναγνώστη του ..
——
(.. και νιώθω, θα γυρίσω στους στίχους για ύστερη ανάγνωση και πάλι ..)
‘για ύστερη ανάγνωση’ -δηλ. για τέταρτη.
Μα αρκούν για ένα τέτοιας περιωπής έργο τέσσερις μόνο αναγνώσεις;
Παραλλάγη πάνω σε σχόλιο του Ποιητή Παπαντωνόπουλου:
‘Aν η συγγραφέας της είχε την τύχη να την έλεγαν Anastasia de Tsogal, πόσο διαφορετική θα ήταν η άποψή μας για τη σύνθεση ”Να, ένα ΜΙΛΩ”;Αν το έργο του Ernst Hüsmert είναι αντικείμενο ευρωπαϊκής λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας, τότε το ”Να, ένα ΜΙΛΩ”, τι είναι;’
Ex poesia salus.
”…παίρνει φόρα η Άνοιξη
η πιο καλή μαθήτρια στην κοσμογονία…”
Ωραίοι στίχοι. Ωραία ποιήματα.
1.
Να, ένα ΜΙΛΩ.
Να μιλάς λοιπόν σαν σε μικρό παιδί, να κατανοήσει την αλφαβήτα της αφής. Να μάθει να “γράφει” με τα μικρά συμβολάκια των δακτύλων, όχι 24 αυτά σαν τα άλλα, μα 10, οι απολήξεις των δυο χεριών. Για να αγγίζει τους άλλους με την αφή της ψυχής, να εγγίζει τους άλλους να μην τους προσπερνά.
(στις 2 πρώτες στροφές η αντίθεση… σε ό,τι βρίσκεται στον αφρό, στο επιπόλαιο, τρομάζει και το θαύμα και δεν έρχεται. Αποστρέφεται το εύκολο, το ζωώδες..)
“τα θαύματα δεν εκδικούνται
μόνο απουσιάζουν”
Ποια άνοιξη, ποια άνθιση μπορεί να σταθεί σε άγονο και χέρσο τόπο ψυχής;
__________
2.
“και μια ζεστή αγκαλιά
με λόγια που ποτέ δεν είπα”
Σε μια τόσο απλή φράση βρίσκεται μια πικρή αλήθεια κι αν αναλογιστεί ο καθένας μας πόσα ήθελε να πει (καλά) μα ο ίδιος ματαίωσε κάθε ευκαιρία να το πράξει…
Αυτό το μισό κομμάτι του ουρανού, έχει μια τραγικότητα.
Κι αν είμαστε στον βάλτο και βυθιζόμαστε (“ω οι ευτυχισμένες μέρες”, μα όχι πια στην άμμο σαν σε μια κλεψύδρα χρόνου) είναι που καταπίνουμε τον φόβο αντί να μας αφυπνίσει. Σε δευτερόλεπτα “συμπάσχουμε” και σε δευτερόλεπτα αφήνουμε πίσω μας κάθε συναισθηματική εμπλοκή. Ο υπέρμετρος ατομισμός και η κακία, οι αναθυμιάσεις αυτού του έλους.
Ανηλεείς και αμετανόητοι: πάντα θα υπάρχουν όμορφα λόγια, βάλσαμα λόγια που όφειλες να πεις μα τα αναβάλλεις από μέρα σε μέρα. Είτε λόγω δειλίας, είτε λόγω έπαρσης.
Μερικοί μπορεί να κοιτάνε τα αστέρια (που λέει και ο Ουάιλντ) αλλά ένα βλέμμα είναι μόνον. Όλος ο υπόλοιπος είσαι μέσα. Χρειάζεται και πράξεις για να ξεφύγεις από τον βούρκο.
__________
3.
ας μείνει ο ασπασμός των άστρων
στις ευάλωτες ψυχές – είναι αρκετό
(μακάρι να ήταν…εκτός αν έχει και ικανότητες ίασης…)
βελούδινο και καλοκαιρινό βραδάκι
πως θέλει μόνο μια στιγμή
μέχρι να φέξει.
(και δεν λές τίποτε! εδώ όλη η ζωή μας είναι μια ανάσα…)
__________
4.
με τραυματίες αγγέλους κάθε μέρα
-ακόμα και την πτώση τους συνήθισε ο κόσμος –
(μόνο αυτό; εγώ τους βλέπω και σε αρένα ακόμα. Με τα θηρία γύρω γύρω να καραδοκούν. Και να χαιρετούν τον Καίσαρα, με καμία εναπομείνασα ελπίδα για το αποτέλεσμα. Η ηδονή του θεάματος. Απολαυστικά στις κερκίδες της ανωνυμίας και της ασφαλούς απόστασης από τα τεκταινόμενα. Ο άλλος, η βορά. Κι όσο πιο ανύποπτος, όσο πιο αφελής, τόσο πιο καλά)
Οι μάχες είναι πάντα μέσα στο πρόγραμμα, αν βγεις παραέξω από το ταβάνι σου.
__________
5.
Τραύμα; Εκείνο στα γόνατα των μικρών…κείνο το κόκκινο μπάλωμα, πάντα κόκκινο όταν βιάζεσαι πιο πολύ από αυτό που αντέχεις…
Κι ας είναι αυτή η “σκάλα” που μαθαίνει την αγάπη με τον μόνο τρόπο που διδάσκεται: έμπρακτα
__________
Για τα 5 ποιήματα και το 6ο κόσμημα (και όχι μόνον για τα εδώ καταγραμμένα ποιήματα, μα και όλα τα άλλα που κατά καιρούς διαβάζουμε στα ιστολόγιά της και στα βιβλία της) ευχαριστώ την Νανά Τσόγκα που γράφει έτσι, που συναισθάνεται τα πράγματα έτσι.
Δε σε βλέπω
Ακούω όμως το θρόισμα της εσθήτας σου
πάνω στις πλάκες των αρχαίων βωμών
Κρούεις τα σήμαντρα των επιθυμιών
Από όρθρου βαθέος ψέλνεις
το αλληλούια των στεναγμών.
Η Ποίηση της Νανάς Τσόγκα είναι αποδημητική
ταξιδεύει μέσα στις εποχές από το γήινο στο ονειρικό
αποτυπώνοντας με εγκάρδιους ψιθυρισμούς το έναυσμα
Η μνήμη της πτήσης αυτής είναι η μελωδία του ποιήματος
Της Νανάς Τσόγκα πρώτα πρέπει να της αναγνωριστεί η θαυμαστή συνέχεια Λογοτεχνικού Σαλονιού στο ηλεκτρονικό άδυτο όπου σύχνασα “λιγοστά φεγγάρια”(αυτό είναι του Σ.Ξ.το δανείζομαι εδώ),όπως θαυμαστή συνέχεια έχει η ποιητική της ,η λογοτεχνική αύρα μέσα στην οποία ζεί.
Η ποίησή της είναι από καθαρό λευκό μετάξι και άνεμο.
Για αρχή, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Σωτήρη Παστάκα για την παρούσα ανάρτηση, καθώς και τον Σωκράτη Ξένο, που επέμενε να του δώσω ʽποιήματάʼ μου για το ʽποιείνʼ, για την αγάπη και την συγκινητική του έγνοια.
Οι περισσότεροι, λοιπόν, επιλέγετε τον πληθυντικό. Θʼ ακολουθήσω (για να νιώθω πιο …άβολα).
Να σημειώσω ότι, δια ζώσης, δεν έχω την τιμή να γνωρίζω κανέναν από σας.
@ Ignis
Κρατώ: «…δεν προσεταιρίζεται, δεν συναγελάζεται …» – απλούστατα, γιατί είναι η μοναδική ʽσυνέπειαʼ της εξωτερικής συμπεριφοράς μου και της εσωτερικής ζωής μου.
Με αφορμή εσένα (και την Αριάδνη), θα ʽμιλήσωʼ περισσότερο στον κ. Μίχο.
@ Αριάδνη
Κρατώ: «κυνικός λυρισμός»
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ʽυποχρέωσηʼ KAI προς εσένα 🙂
@ δ
Κρατώ: «…προσέρχεται δειλή εις εξετάσεις μαθητρίας… »
Τι είναι το ”Να, ένα ΜΙΛΩ” – αναρωτιέστε…;
– Απλώς, ένα παίγνιον αμετάφραστο – και, ίσως, ευτυχώς…
@ Γιώργο Λυκοτραφίτη
Κρατώ: την τελευταία, όπως λέτε, στροφή τού σονέτου – με την παράκληση να μας το χαρίσετε ολόκληρο, αν δεν σας κάνει κόπο…
Μου θυμίσατε «salus populi suprema lex esto» – καμία σχέση…
@ Angel
Εσάς, θερμά ευχαριστώ για την ʽεπαναληπτικήʼ ανάγνωση
Κρατώ: την ʽαπορίαʼ (η καλύτερη αφετηρία, κατά την ταπεινή μου γνώμη), τη ʽγυμνή αλήθειαʼ μαζί με την υπενθύμιση του αγαπημένου Μπόρχες – και, προπαντός, το ʽbetween-the-linesʼ
@ Μιχάλη Στειακάκη
Ευχαριστώ που διαβάσατε
@ Γιώργο Μίχο
Μου κακοφαίνονται:
«η γλοιώδης θετικότητα» και «τα δημοσιογραφικά φληναφήματα» (εν παρόδω: ΔΕΝ είμαι δημοσιογράφος).
– Υπάρχουν – θα σας έχει τύχει να τους συναντήσετε, δεν μπορεί – ευγενείς χαρακτήρες με ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗ γενναιοδωρία ψυχής και διαισθητική οξύνοια. Μʼ αρέσει να τους τιμώ, γιατί αγαπώ τον πλούτο τους – ιδιαίτερα επειδή ουδέποτε επαίρονται γιʼ αυτόν ή περιμένουν ʽανταλλάγματαʼ.
Και, ομολογώ, είμαι κατά πολύ κατώτερή τους˙ πρώτʼ απʼ όλα, επειδή ʽκρατάω κακίαʼ – όχι ʽεδώʼ, βέβαια, ούτε σε σας, που μου έχετε κάνει, μάλιστα, την τιμή να με ʽκρεμάσετεʼ 2-3(;) φορές στο μπλογκ σας*.
Θαυμάζω:
την εκεί* συναρπαστική γραφή σας και την δηλητηριώδη (επι)θετικότητά σας – για θέματα, δε, στα οποία (ιδιωτικώς) διαφωνώ ως προς την κατεύθυνση και την στόχευση – τέλος, δεν είναι το ζητούμενο τώρα…
Βάρος επιφανές δίνω στο «πνεύμα της ανάγνωσης» – δευτερευόντως στον ʽδιάλογοʼ. Η ηδονή τής γραφής, για μένα, ολοκληρώνεται από το (άγνωστό μου) σύμπαν τού (ανα)γνώστη – έστω και ερήμην μου.
Επαναλαμβάνομαι, ίσως: όχι, η ευτυχία μου (ως προς την ποίηση) δεν είναι τα ʽυπερθετικά φληναφήματαʼ – φορές, μάλιστα, τα αντιπαρέρχομαι με ʽαγενήʼ αμηχανία.
Στην πραγματικότητα, εκείνο που με σαγηνεύει είναι η διαπίστωση ότι υπάρχουν ʽδέκτεςʼ που γίνονται μαγικά ʽπομποίʼ στο πολλαπλάσιο!
Πολλώ μάλλον, που δεν υπεισέρχεται ως υποψία καν, η περίπτωση να …’δωρο-δοκούμαι’ καθ’ οιονδήποτε τρόπο…
Παρʼ όλο που είμαι αφιλοκερδώς τεμπέλα, λάτρης εκ πεποιθήσεως της ʽαφάνειαςʼ (παρά και εξαιτίας των …μικροφώνου και σκηνής που αναφέρετε) και γενικώς περιηγήτρια του χάους, ευχαρίστως – αν νομίζετε ότι έχει κάτι να προσθέσει ο ʽκριτικός (διά)λογοςʼ, νʼ αφήσω τους κήπους μου, να μάθω κι εγώ «για το βάρος της Δημουλά … στην Αγωνία της επίδρασης του HaroLd Bloom» – ε, αξίζει τον κόπο!
Να, βλέπετε τα ʽκαλάʼ του …διαλόγου; Με κάνατε να φλυαρήσω! Ενώ – αφού ούτως ή άλλως «το ζήτημα είναι … να σε διαστρέφουν(!)» – αν είχα «κρατήσει την απόλαυση» της ανάγνωσης των δικών σας λόγων,…; …
@ Γιάννη Τόλια
Κρατώ: όλο το 6άστιχο – μα πιο πολύ, την αισθαντική ψυχή σου
και την εσθήτα αν φορώ, είναι για την υπόκλιση – εσύ, πάλι, μου έμαθες πώς είναι «το αλληλούια των στεναγμών» : ελαφρύ όχι σαν το φτερό τού αποδημητικού, μα σαν το πέταγμά του.
@ Έκτορα
Κρατώ: «…αύρα μέσα στην οποία ζεί» – μα και το λευκό μετάξι, μη μου το πάρει ο άνεμος…
Να μην εκληφθεί ως …μομφή το ʽάδυτοʼ, ε;
– θα μπορούσες να το ονομάσεις… ανυπόδητο και – προπαντός – ΑΝΥΠΟΚΡΙΤΟ
Ναι… ʽλιγοστά φεγγάριαʼ – σημειώνω, έκτοτε, την έκλειψη (διαρκείας)
καθόλου “αναγκαία η διευκρίνηση” – το βρίσκετε ‘περίεργο’ που μου κακοφαίνεται κάτι που αφορά τον/την προς εμένα γράφοντα/γράφουσα;
αν και λατρεύω τον Χατζιδάκι, δεν συμμερίζομαι την αλλεργία σας – αφήστε όλα τα λουλούδια ν’ ανθίΖουν! (Mao)
σας χαμογελώ εξ αποστάσεως (περισσότερο για “τις απολαυστικές τεμπελιές”) – περιμένοντας εκθύμως την ‘στροφή’ (προς Μπλουμ) :)))
“…Θέλουν υπεράσπιση”
μ’ αυτά δεν γελάω καθόλου. Θα με συγχωρήσετε;
είναι σαν να απαξιώνω τα …’δηλητηριώδη’ σας…
θα με καταλαβαίνετε, τουλάχιστον – παρά τις αντιφάσεις του Μάο – γιατί θα χρειάζονταν (καινούργια) ‘κατεβατά’ (εκ μέρους μου) …
Τελικά είναι τόσο παράξενα τα αυτονόητα: η Αγάπη, η Καλοσύνη, η Κατανόηση – η Ανιδιοτέλεια, η Αξιοπρέπεια.
“Άλλα τα λόγια να αγαπιόμαστε” που λένε….
(σχέση σχολίου νο 20 με σχόλιο νο 24)
Επειδή θεωρώ τον εαυτό μου προσβεβλημένο -δικαίως ή αδίκως, δεν ξέρω- , θα παρεμβληθώ
(αλλά δεν θα το ξανακάνω)
Η θετικότητα πρέπει οπωσδήποτε να είναι γλοιώδης;
Δεν σας πέρασε ποτέ από το μυαλό κ. Μίχο ότι μπορεί να είναι μια αποδοχή, μια θερμή απλώς αποδοχή και υποδοχή σε ό,τι και σεις ο ίδιος είπατε στο πρώτο σας σχόλιο ότι απολαμβάνετε;;;
(την ποίηση της κ. Τσόγκα όπως κατάλαβα ότι εννοούσατε)
κ. Τσόγκα συγχωρήστε με που καταστρέφω την ανάρτηση που είναι για σας. (αυτά τα βρίσκει το google και δεν θέλω ποτέ τέτοιοι διάλογοι να συνδέονται με τα ονόματα ανθρώπων που εκτιμώ), δεν μου αρέσει όμως να μένουν υπονοούμενα και σκιές, λατρεύω τις καθαρές κουβέντες και όχι τα αιωρούμενα…
Συγχωρείστε τον παρορμητισμό μου.
Απλά αδυνατώ να καταλάβω πώς γίνεται να μην έχει κανείς το δικαίωμα τού να εκθέτει την γνώμη του ως έχει, και θερμά, εάν έτσι το αισθάνεται.
Το θετικό σχόλιο να κατακρίνεται είτε ανωνύμως είτε επωνύμως είτε ετερωνύμως, διότι ντε και καλά θέλουμε να βρίσκουμε αρνητικά για να εφησυχάζουμε όλοι.
Στην μίζερη και μισερή ματιά μας.
Αρνούμαι να καταλάβω πώς γίνεται έτσι με μια μονοκονδυλιά να διαγράφεις τον άλλον εντάσσοντάς τον σε κατηγορία ανοήτων και αφελών του αφρού.
Και αρνούμαι να θεωρήσω ότι ένας χώρος έκθεσης Ποίησης και διαλόγου πάνω σε αυτήν, μπορεί να μεταμορφωθεί σε αρένα όπου ελλοχεύουν τα αρπακτικά για να ορμήσουν σε πρώτη ευκαιρία ανάρτησης και σχολίων, και να διασκεδάσουν κατατρώγοντας.
Τα μύχια της ψυχής του καθενός, σε ό,τι φοβάται κι ο ίδιος να παραδεχθεί πως κρύβει, αναδυόμενα έτσι μήπως πετύχει την κατακρήμνιση των υπολοίπων.
(αυτό όχι για σχόλια στο παρόν ποστ, μα για άλλα άλλοτε)
Κάτι τέτοιο μου φαίνεται αδιανόητο, ανερμάτιστο, ασύνδετο με την Ποίηση που όλοι, είτε ως γραφείς, είτε ως αναγνώστες όπως εγώ, υπηρετούμε.
ΥΓ.
όχι κ. Μίχο, δεν χρειάζομαι υπεράσπιση, ούτε την επεδίωξα (προς τι άλλωστε, πολλά βλέπω εδώ που μου φέρνουν απλώς θυμηδία, δεν θεωρώ ότι βάλλομαι!!!), και επιπλέον δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς εδώ που θέλει να εκμαιεύσει κάτι τέτοιο.
Απλώς η κ.Τσόγκα είναι υπερβολικά γενναιόδωρη
Ignis, εδώ είναι ένα βήμα όπου καθένας δημοσιεύει τις σκέψεις του, όπως κάποιοι δημοσιεύουν τα ποιήματά τους. Λογοκρισία δεν υπάρχει (δεν είδα τουλάχιστον) και όσοι θίγονται από τα λόγια κάποιων έχουν κάθε δικαίωμα και δυνατότητα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Κι έτσι, πολύ απλά, ο χώρος έκθεσης ποίησης και διαλόγου πάνω σε αυτήν μεταμορφώνεται σε αρένα. Φταίει ότι ο κος Μίχος στοχοποιεί πρόσωπα και στάσεις; Φταίει το γεγονός ότι οι δηλώσεις του τύπου “Το λατρεύω/Το σιχαίνομαι” δεν συνιστούν διάλογο για την ποίηση; Φταίει το ότι δηλώσεις του τύπου “Αυτόν τον ποιητή τον ξέρω και έχω να πω ότι είναι αυθεντικός, σπουδαίος, γαμάτος” δεν συνιστούν έκθεση ποίησης αλλά άσκοπη (;) διαφήμιση προσώπων; Δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει, στο βαθμό που δεν με βλάπτει. Στην παιδική χαρά του Ποιείν όλοι χωράνε – κι όλοι μπορούν να κάνουν αυτό που τους αρέσει, ακόμη και να βρίζουν και να πετάνε πέτρες.
Αλίμονο, όμως, μια παιδική χαρά δεν μπορεί να λειτουργεί ως χώρος λατρείας (εν προκειμένω, λατρείας της Ποίησης). Μόνο σε χώρους λατρείας υπηρετείται η Ποίηση (και τέτοιο χώρο δεν γνωρίζω). Οπουδήποτε αλλού, η Ποίηση (εξ)υπηρετεί (ως αφορμή και πρόσχημα): γράφοντες, αναγνώστες και σχολιαστές. Για να διασκεδάσουμε, να περάσουμε την ώρα μας, να μετρήσουμε τη δημοτικότητά μας, ίσως και για να μάθουμε και κάτι.
Είπα ότι δεν επανέλθω
Θα είμαι σύντομη
Προσθέστε και κάτι ακόμα κ. Πάκο
(σε αυτά που πιθανά να φταίνε)
η παιδική χαρά
(δηλ. ηλικιακή ανωριμότητα)
Και τούτο διότι μηδέποτε εδώ αισθάνθηκα ότι πηγαίνω προς μια παιδική χαρά.
Μάλλον σε σαλόνι. (τουλάχιστον έως τα τώρα έτσι κινήθηκα, λέτε να σφάλλω, να είμαι εκτός τόπου και χρόνου;;;)
Και αν ξαναδείτε τα σχόλια που εδώ έκανα, δεν θα διαπιστώσετε στείρες αποθέσεις του τύπου Αυτόν τον ποιητή τον ξέρω και έχω να πω ότι είναι αυθεντικός, σπουδαίος, μπλα μπλα μπλα, αλλά κατάθεση άποψης.
Την οποίαν θεωρώ ότι έχω –και εγώ και όλοι- δικαίωμα να κάνω χωρίς να χρειάζεται να φάω καμιά πετριά-ειρωνεία από κανέναν.
Διότι μετά από πολλά τέτοια δείγματα-δήγματα πας κατευθείαν -και στην εντατική- του νοσοκομείου αμφιβολιών σε τι χρησιμεύει το διαδίκτυο και αναρωτιέσαι κοιτώντας το ταβάνι και τα σωληνάκια μήπως και τελικά ήταν απλός χώρος απόθεσης κι εκτόνωσης και τίποτε άλλο.
(ω ναι, αμφιβάλλεις πλέον για τα πάντα)
Μετά φυσικά δεν ξαναπάς σε τέτοια παιδική χαρά, σεβόμενος την ηλικία σου, τις προθέσεις σου και κυρίως την αγωγή σου.
Αγαπητή Ignis, το πώς αισθάνεστε εδώ και το αν θα αρνηθείτε ή όχι ότι αυτός ο χώρος μπορεί να μεταμορφωθεί σε αρένα είναι δικό σας θέμα και δικαίωμα. Απλώς σας επισημαίνω ότι το ίδιο δικαίωμα έχει καθένας να θεωρεί ότι βρίσκεται σε αρένα ή και σε παιδική χαρά. Όποιες κι αν είναι οι προσωπικές μας θεωρήσεις, κανείς μας δεν μπορεί να αποφύγει τις πέτρες, αν δεν κάνει κάτι γι’ αυτό. Το τι θα κάνει, βέβαια, είναι δικαίωμα και επιλογή του καθενός.
Εάν, φυσικά, αισθάνεστε ότι δεν έχετε θιγεί ποτέ από κάποιο σχόλιο, τότε αγνοήστε με.
Όχι κ. Μίχο, πέσατε έξω, δεν θα σας απαντήσω καν!
Κι αυτό για να σας αφήσω με την ικανοποίηση ότι και με αποστομώσατε και θριαμβεύσατε εξουδετερώνοντας κάθε τυχόν διαμαρτυρία μου για άνευ ουσίας και αξίας ριπές συμπεριφορών, όπως ακριβώς το επιθυμούσατε αρχικά.
Εγώ κι ο αξιοκατάκριτος λυρισμός μου, η ύποπτή μου θετικότητα καθώς και τα χλευαστικά μου σχόλια για την ανικανότητα των άλλων (;;;;;!!!) έχουμε καλύτερες δουλειές να κάνουμε.
Ως εκ τούτου, δεν σκοπεύω να προσθέσω τον εαυτό μου στον μακρύ κατάλογο αυτών με τους οποίους έχετε κατά καιρούς κοντραριστεί στην διαδικτυακή σας πορεία.
Βλέπετε, είμαι είδος προς εξαφάνιση στο διαδίκτυο, δεν ενδημώ, διότι δεν θέλω τίποτε να κερδίσω από αυτό, καμία αναγνώριση (δεν την έχω ανάγκη), κανένα μέσο προσπορισμού, καμία αυτοεπιβεβαίωση και αυτοϊκανοποίηση.
Να είστε καλά
Κυρία Τσόγκα
οι λέξεις
που αποτυπώνουν
γνήσια συναισθήματα
διώχνουν την μούχλα
απο τον ενίοτε “κλειστό” ΄χώρο
της ποίησης.
σας εύχομαι πάντα λέξεις
που αερίζουν τα θολά τοπία
Με Εκτίμηση
Μαρία Ρ.
Αγαπητή κυρία Τσόγκα,
από την προ ημερών αντιγραφή του “Θανάτου” του Hüsmert, σε μετάφραση Κουτσουρέλη, βλέπω με ικανο-ποίηση ότι, προχθές μόλις, ζητήσατε και τις δύο πρώτες στροφές. Σας τις αντιγράφω, λοιπόν, με την απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα είχαν καλύτερη θέση από έναν ιστότοπο και έναν διάλογο όπως αυτόν:
DER TOD
Όχι, το χάπι δεν θα στο χρυσώσει αυτός,
θα βγάλει σκάρτη τη μεγάλη σου εμπειρία.
Παίζουμε όλοι στη δική του κωμωδία,
κι ο σκηνοθέτης είναι για όλα ικανός.
Κι είτε κομπάρσος είτε πρωταγωνιστής,
ήρωας περίοπτος ή μέσα στους πολλούς,
σαν βγεις στο πάλκο δεν θα ξέρεις τι να πεις,
και ευφυείς βουβαίνει εκείνος και μωρούς.
Θά ‘ρθει μ’ έναν καρκίνο, ένα φιλί, μια σφαίρα,
……………………………………………………..
(Συγχωρήστε με, αλλά δεν μπόρεσα να αποφύγω τον πειρασμό της επαναλήψεως του ενάτου στίχου…)
…και, εάν μου επιτρέπετε, διαβάζω, επίσης, πως γράφετε, όχι χωρίς κάποιο παράπονο, “ότι, δια ζώσης, δεν γνωρίζετε κανέναν από εμάς”…
Εάν, πάντοτε, μου επιτρέπετε, σας ερωτώ:
ΚΑΙ ΔΕΝ ΧΑΙΡΕΣΤΕ;
Μπαίνω στον πειρασμό ν’ αρχίσω από το 37 ;)))
αλλά ανθίσταμαι :
Γιώργο Μίχο
Δεν έχω αντίρρηση: ένα κάθαρμα μπορεί να γράψει ένα καλό βιβλίο.
(στην εδώ συζήτησή μας δεν ʽκολλάειʼ – εδώ πρόκειται για ʽανα-γνώστεςʼ˙ έναντι των χαρακτηρισμών σας γιʼ αυτούς, σθεναρώς αμύνομαι)
Κατά τʼ άλλα, ʽκαθάρματα που χαλάνε τις σούπεςʼ, κατέχουν εξέχουσα θέση στη ʽλίσταʼ της εκτίμησής μου.
Τα Αυτονόητα, βέβαια, είναι υ π α ρ κ τ ά – ασχέτως εμπειριών. Το γεγονός ότι «σπανίζουν στο χώρο της δημοσιότητας» καθιστά ακόμη πιο εκκωφαντική την ύπαρξή τους.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η ʽμαγκιάʼ έγκειται στην υπερπήδηση των αρνητικών εμπειριών. Πολύ πιο συναρπαστικό δεν είναι, να ΜΗΝ πηγαίνουμε με τα νερά τους;
Μη σπεύσετε: συνήθως, δεν τα καταφέρνω.
Αν με το ʽπολιτεύεσθαιʼ εννοείτε τις ακλόνητες αξίες που διέπουν την ʽεσωτερικήʼ ζωή μας – εκεί, δηλ., όπου βλέποντας τον εαυτό μας στον καθρέφτη, δεν κινδυνεύουμε να …ψιχαλίσει – θα συμφωνήσω απόλυτα.
Γιατί, από την ʽπολιτείαʼ των δυσωδών που λίαν ευστόχως περιγράφετε, απλώς απέχω.
Μπορείτε άνετα να με κατατάξετε στην κλίμακα «γραφική – αιθεροβάμων – εκκεντρική».
Παντοιοτρόπως και εκατέρωθεν, Υγεία εύχομαι!
Ignis
Σας το έχω ξαναπεί στα σχόλια των μπλογκ μας, εκλεκτή* : τα λέτε τόσο πιο καίρια και καταλυτικά από μένα!
*εκλεκτή: όχι επειδή σας έχω ʽζυγίσειʼ κατά τα καλά και συμφέροντα. Αλλά επειδή απλώς ΕΙΣΤΕ.
Δεν είμαι εγώ γενναιόδωρη – όταν μου πατάνε τον κάλο, δεν έχω τέτοια περιθώρια.
Απλώς, εσείς, διαθέτετε αυτή τη σπάνια ιδιότητα του ΚΑΘΑΡΟΥ ανθρώπου, που δεν χρειάζεται ʽκαλλωπιστικάʼ-πιστοποιητικά γνησιότητας – γιʼ αυτό ίσως και τόσο πολύ ΞΑΦΝΙΑΖΕΙ.
Τιμή μου που σας ʽγνώρισαʼ.
Μακάρι να MHN σας άρεσαν τα βιβλία μου. Ίσως έτσι, θα είχαμε περισσότερες πιθανότητες να γίνουμε ΠΕΙΣΤΙΚΕΣ, εμείς και οι …ʼανεδαφικέςʼ ιδέες μας.
Χαιρετώ με τον προσήκον στον καθένα ύφος (και ήθος, αν δεν είναι …περιττό)
την Κυρία και τους Κυρίους :
Μαρία Ρ.
Δημήτρη Μουζάκη
Παναγιώτη Πάκο
καλημέρα σας 🙂
Γιώργο Λυκοτραφίτη
Ευχαριστώ πολύ για την συμπλήρωση του «Θανάτου» *
Ίσως πολύ περισσότερο (σας ευχαριστώ) για το πηγαίο χαμόγελο που μου χαρίσατε με το σχόλιό σας στον αριθμό 37 :)))
Δεν βαριέστε αγαπητέ…. Οι μόδες περνούν. Το στυλ παραμένει.
* ναι… με εντυπωσιάζει – σχεδόν ως …προειδοποιητικός κώδων – η εμμονή σας στην επανάληψη του 9ου στίχου… (όλο αναβάλλεται το κόψιμο του τσιγάρου, γιʼ αυτό…;)
Προς όλους
εδώ που τα λέμε: το καλοκαιράκι επανήλθε απτόητο (επειδή θνησιγενές)
σηκώστε το βλέμμα απʼ τα γραπτά (που ΔΕΝ μένουν),
βυθιστείτε στον απέραντα ανεκτικό θόλο που ωστόσο υπογραμμίζει την ασημαντότητά μας…
«…μʼ έναν καρκίνο, ένα φιλί, μια σφαίρα…»
(απο)χαιρετώ σας ! 🙂
‘Κατά τʼ άλλα, ʽκαθάρματα που χαλάνε τις σούπεςʼ, κατέχουν εξέχουσα θέση στη ʽλίσταʼ της εκτίμησής μου.’
Η προκύπτουσα ιεράρχηση: Kαθάρματα (original καθάρματα) και ‘καθάρματα που χαλάνε τις σούπες’ καταγγέλοντας άλλα καθάρματα – εννοείται με ποιητική (αλλά οχι ανθρώπινη: διαφορετικά δεν θα ήταν καθάρματα) ανιδιοτέλεια και ρητορικό οίστρο. Ήγουν light καθάρματα που τους χωρίζει ποιητικό χάσμα από τα original καθάρματα.
‘Γιατί, από την ʽπολιτείαʼ των δυσωδών […] ΑΠΛΩΣ ΑΠΕΧΩ.’ και ‘Υπάρχουν ευγενείς χαρακτήρες με ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗ γενναιοδωρία ψυχής και διαισθητική οξύνοια, [που] μʼ αρέσει να τους τιμώ γιατί αγαπώ τον πλούτο τους – ιδιαίτερα επειδή ουδέποτε ΕΠΑΙΡΟΝΤΑΙ γι’αυτόν (δική μου ερμηνεία: φροντίζουν απλώς να γνωστοποιούν οτι απέχουν απο τη δυσωδία) ή περιμένουν ʽανταλλάγματαʼ.
Αμήν!
Με έκπληξη διαπιστώνω πως στις μέρες μας , τα αξιώματα δεν στέκουν καλά
στα πόδια τους. Τι θέλω να πω? Στην ποιητική σέχτα δεν ευσταθεί δεν στέκει
το ” Κόρακας , κόρακα μάτι δεν βγάζει “