*
Σώπα ψυχή μου, κουράστηκες πια ν’ απολαμβάνεις
και να υποφέρεις (και στα δυό τραβάς υποταγμένη).
Όσο κι αν σ’ αφουγκράζομαι, δεν ακούω καμιά φωνή
θρήνου, για την αξιολύπητη νιότη, καμιά
φωνή οργής ή ελπίδας,
ούτε καν πλήξης.
Κείτεσαι
σαν το κορμί, αποσβολωμένη, γεμάτη
απελπισμένη συγκατάβαση.
Δεν θα σαστίσουμε,
έτσι ψυχή μου, κι ας σταματήσει
η καρδιά κι ας μας κοπεί
η ανάσα…
Κι όμως πηγαίνουμε
αντάμα εσύ κι εγώ σαν υπνοβάτες.
Τα δέντρα εξακολουθούν να είναι δέντρα,
τα σπίτια να είναι σπίτια, οι γυναίκες
που μας προσπερνάν είναι γυναίκες.
Όλα είναι εκείνο που είναι,
μονάχα αυτό που είναι.
Η περιπέτεια της χαράς και του πόνου
δεν μας αγγίζει. Έχασε τη φωνή της
η σειρήνα του κόσμου κι ο κόσμος έγινε
μια μεγάλη έρημος.
Στην έρημο
κοιτάζω με μάτια στεγνά τον εαυτό μου.
*
Εγώ που σαν υπνοβάτης τώρα βαδίζω
στους γνωστούς μου συνηθισμένους δρόμους,
όταν σε βλέπω μπροστά μου ανασκιρτώ.
Βαδίζεις μπροστά μου αργά, σαν μια
Βασίλισσα.
Κανονίζω αμέσως
το βήμα μου εγώ, το αφυπνισμένο
με το δικό σου που αντηχεί
σαν πλανεύτρα μουσική.
Πιθανότητες αγάπης και δόξας
συνωστίζονται στην καρδιά μου
και την φουσκώνουν. Η πλεξούδα
στο σβέρκο σου, το φτερό ενός καπέλου,
αποβάλουν αυτόματα τη θλίψη μου.
Ξαναγίνομαι νέος, άπειρος,
Με την καρδιά μου έτοιμη γι’ αλλοφροσύνη.
Ένα φως ανάβει μέσα στο λήθαργό μου.
Όλα είναι μετέωρα, σε στάση αναμονής.
Δεν σκέφτομαι πια. Είμαι βουβός κ’ ευτυχής.
Η καρδιά μου κτυπάει στο ρυθμό των βημάτων σου.
*
Τώρα που καταλάγιασε η ακολασία
κι απέμεινα με τις αισθήσεις μου άδειες,
δεν επιθυμώ ούτε τον θάνατο. Αγνοώ
αν υπάρχει στον κόσμο κανείς
που να με σκέπτεται,
αν ο πατέρας μου ζει.
Αποφεύγω απλώς να το σκέφτομαι.
Κάθε οδυνηρή σκέψη
θα μου φαινόταν τώρα ψεύτικη.
Έως ενός σημείου ο πόνος μας καθιστά
ανθρώπινους κι εγώ αισθάνομαι πως το έχω
ξεπεράσει. Δεν μου χρωστάνε πια
την καλοσύνη τους, γιατί όταν υποφέρεις
για τις ενοχές σου, τη δικαιούσαι
την καλοσύνη.
Αφήνω την αύρα να με χαϊδεύει,
να με φωτίζουν τα φανάρια των στύλων,
να με σπρώχνουν οι περαστικοί, κι εγώ
χωρίς καμιά περιέργεια είμαι βάρκα δίχως
άγκυρα και δίχως πανί, που το σκαρί της
εγκαταλείπει στα κύματα. Παραμένω έτσι,
δίχως σκέψεις κι επιθυμία καμιά, και περιμένω
εκ νέου, χάριν της αιώνιας περιστροφής
του κόσμου, η θέληση για ζωή να επιστρέψει.
*
Το κοριτσάκι που τρέχει κάτω από τα δέντρα
δεν έχει παρά το βάρος της κοτσίδας του,
ένα λιανοτράγουδο στο λαρύγγι.
Τραγουδάει μοναχό του
και χοροπηδάει στο δρόμο-γιατί δεν ξέρει
πως δεν θα βρει μεγαλύτερη χαρά
από εκείνο το ελάχιστο χρυσάφι στους ώμους
από εκείνη τη χαρά στη φωνή.
Κι εμείς που δεν έχουμε
άλλη ευτυχία παρά τις λέξεις,
κι όχι την αναμμένη φωτιά και την ελπίδα
που της φουσκώνουν την καρδιά,
ας μας επιτραπεί να ζητήσουμε,
να πεθάνουμε πρώτα εμείς,
πριν ξεψυχήσει αυτή η μοναδική ομορφιά..
ΣΧΟΛΙΟ
Ο Καμίλο Σμπάρμπαρο (Camillo Sbarbaro) γεννήθηκε στη Σάντα Μαργκερίτα Λίγκουρε το 1888 και πέρασε όλη του τη ζωή στη Λιγκούρια. Μετά από την άρνησή του να γίνει μέλος του φασιστικού κόμματος, απολύθηκε από την εργασία του (καθηγητής μέσης εκπαίδευσης) και βιοπορίστηκε παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα.(λατινικά και αρχαία ελληνικά). Ταυτοχρόνως αφιερώθηκε στη βοτανολογία κι απέκτησε διεθνή φήμη στη μελέτη των λειχήνων.
Οι συλλογές ποιημάτων του είναι Resine (1911), Pianissimo (1914), Rimanenze (1955) e Versi a Dina (1961); και διάφορες συλλογές σε ποιητική πρόζα με τον ίδιο τίτλο Trucioli (1910-1940, και 1948). Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση κι απετέλεσε παράδειγμα για τον Σάμπα και τον Μοντάλε ο οποίος του αφιέρωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή (Ossi di seppia, 1925). Πέθανε στο Σποτόρνο το 1967.











Πανέμορφο και το τελευταίο.
Δεν ξεψυχάει η ομορφιά του κόσμου, μόνον αλλάζει μορφές και πρόσωπα.
Εμείς ξεψυχούμε, ανήμποροι να συγχρωτιστούμε μαζί της.
Πρώτοι ξεψυχούμε.
Και από όλα, κρατώ την δοτικότητα του δευτέρου, που το ξεχωρίζω.
Κρατώ αυτή την καταπληκτική καταληκτική του φράση:
“Η καρδιά μου κτυπάει στο ρυθμό των βημάτων σου”
Παρότι με ενοχλεί η διάρθρωση των στίχων σε μερικά σημεία, τα κεφαλαία στις αρχές με εμποδίζουν να το διαβάσω σιωπηρά και να ρέει (εμένα ενοχλεί, άλλους μπορεί να τους ελκύει) εντούτοις δεν με εμποδίζει να βρίσκω ότι όλα έχουν κάτι να πουν. Κάτι σημαντικό να πουν.
Και αυτό είναι ποίηση:
Να ζώνεις τα δέντρα των γεγονότων της ζωής σου με τις υδαρείς λειχήνες των συναισθημάτων σου.
Βρύα, έμβρυα οι στίχοι δημιουργούνται…
Και τότε πώς να ξεψυχήσει η ομορφιά του κόσμου; Όσο οι ποιητές δημιουργούν, όσο συνεισφέρουν ομορφιά, αυτή θα παραμένει.
… πρέπει σιγά σιγά να αρχίσω να κατεβάζω από το “ποιείν” …
Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα…
Ι. Η πληγή της Ποίησης
Οι καρποί που έχουν προσβληθεί από Πενικίλλια [ή την Ομορφιά του Κόσμου], γρήγορα γίνονται μαλακοί, υδαρείς και μουχλιάζουν. Η μούχλα που αναπτύσσεται είναι τα σπόρια του μύκητα. Ο τελευταίος ανάλογα με το είδος του, έχει χρώμα πράσινο, λαδί ή γαλάζιο. Για να γίνει μόλυνση θα πρέπει πάνω στον καρπό να υπάρχει πληγή.’
ΙΙ. Η ασθένεια της Ποίησης
‘Η μόλυνση που γίνεται στην επιδερμίδα των καρπών, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πληγής, χρειάζεται Σταγόνα Νερού. Περίοδοι με βροχοπτώσεις και αυξημένη υγρασία ευνοούν πολύ τις μολύνσεις. Μολυσμένοι καρποί που δεν εμφανίζουν συμπτώματα μπορεί να συγκομισθούν και η ασθένεια εμφανίζεται αργότερα στα κιβώτια συσκευασίας μεταδίδοντας τη σήψη και στους υγιείς καρπούς που ακουμπούν επάνω τους.’
Αμάν μωρέ δέλτα
(και ουχί Πηνελόπη!)
διυλίζετε τον κώνωπα…τς τς τς
Φυσικά το ξέρουμε πως είναι μύκητες τα λειχήνες- βρύα – μούσκλια
(αν υποψιαστώ ότι έχετε εντρυφήσει στην μελέτη του συγκεκριμένου ποιητή…ε, τότε πια…) (όχι των ποιημάτων, των λειχήνων εννοώ)
Ατυχή παρομοίωση έκανα λοιπόν; Ίσως…
Μα δεν μπορείτε να αμφισβητήσετε ότι αυτό που προσθέτουν είτε σε ένα δέντρο, είτε ακόμα και σε ένα μάρμαρο που άγγιξε ο χρόνος, η υγρασία και η εγκατάλειψη, είναι γοητευτικό.
Αυτή η μικροσκοπική βλάστηση, αυτός ο λεπτεπίλεπτος μικρόκοσμος…που αναρριχάται τόσο αργά μα τόσο αμείλικτα πάνω στο στιβαρό, το γιγάντιο. Και σαν πράσινο πέπλο να τον τυλίγει..
(όπως η φθορά του χρόνου πάνω στον άνθρωπο, έτσι, λες κι είναι σύννεφο και σιγά σιγά σκιάζει την ύπαρξή του)
Και ναι, η ομορφιά του κόσμου….
Ακόμα και αν είμαστε σταθεροί εκεί να βλέπουμε μόνον ό,τι μας ανατείνει την ψυχή, μας κάνει να νοιώθουμε πως άξιζε τελικά αυτό το πέρασμα από εδώ, και όλα τα άλλα… ερρέτω!
Όλα τα πράγματα τα κάνει καλύτερα (ή χειρότερα) το βλέμμα που τους αποτείνουμε
Αυτό το φίλτρο της διάθεσης μα και των προθέσεών μας πάνω σε αυτά.
Για μένα εκεί εγκαθίσταται η ομορφιά του κόσμου, στον τρόπο που κοιτάμε. Που διεισδύουμε σε ορισμένα πράγματα κι έτσι τελικά τα αναδεικνύουμε.
ΥΓ (1)
έκανα κάποια links παραπάνω. Μια εικόνα χίλιες λέξεις (να γλυτώσετε και τις λέξεις δηλαδή)
🙂
ΥΓ (2)
δηλαδή θέλετε να πείτε πως η ποίηση διαβρώνει; Κι ανίατη η νόσος της ως το τελικό στάδιο της ..σήψης;
ω τι ωραία!
Θα θυμηθώ τον …Μπωντλέρ και θα μεθύσω με δαύτην!
(σήπομαι τώρα…. σσσσς… )
Σωτήρη, σε ευχαριστούμε για την ;artia ελληνοποίηση και του εν λόγω Ρωμαίου…
‘Αυτή η μικροσκοπική βλάστηση, αυτός ο λεπτεπίλεπτος μικρόκοσμος…που Αναρριχάται τόσο Aργά μα τόσο Aμείλικτα πάνω στο Στιβαρό, το Γιγάντιο.’
Ναι, αυτή είναι η κατ’ εξοχήν (ασηπτική) γυναικεία Ποίηση.
Μεθύστε με Rimbaud:
‘Quand sera brise l’infini servage de la femme, quand elle vivra pour elle et par elle, l’ homme,–jusqu’ici abominable, –lui ayant donne son renvoi, elle sera poete, elle aussi! La
femme trouvera de l’inconnu!’
Αγαπητέ Σωτήρη, ωραίες οι μεταφράσεις σου (δεν είναι η πρώτη φορά). Πρόσφατα, μάλιστα, ανακάλυψα έναν σπουδαίο, κατά τη γνώμη μου, σικελό φουτουριστή, τον Pippo Rizzo, του οποίου τα έργα, νομίζω, θα εικονογραφούσαν περίφημα τα ποιήματα του Sbarbaro… Είναι παράξενο πώς εμείς, που κάποτε διαβάσαμε τα “Σουπιοκόκκαλα” (έστω στην γνωστή ελληνική μετάφραση), δεν ενδιαφερθήκαμε περαιτέρω για το ποιος ήταν αυτός στον οποίον εκείνα, τα θαλασσινά ξεβράσματα, ήταν χαρισμένα…
Κι έρχεσαι τώρα εσύ, να συμπληρώσεις, μερικώς, τις ελλειπείς εκείνες εικόνες του παρελθόντος μας.
“Τώρα που καταλάγιασε η ακολασία” ‘ηρθε ο Παστάκας με την αμνησία!(“αρχόμενο αλτσχάιμερ”)
Ο Quevedo σενιόρ ψυχιάτρα ήταν έχθρός των γιατρών και των δικηγόρων.Αν σε έβρισκε σε ένα σοκάκι και του έλεγες ότι είσαι γιατρός-ποιητής θα σε μαχαίρωνε σίγουρα.Με τους μακαρονάδες είσαι ήσυχος.Εξαίρετος ποιητής..