ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Dolls move
Ο καπνός
ζωγράφισʼ ένα πλοίο˙
το πλοίο
ζωγράφισε τη θάλασσα˙
η θάλασσα
με μια γραμμή
έφτιαξε τον ορίζοντα.
Ο ουρανός ήδη υπήρχε.
Έμενε να φυσήξει λίγο
για να πάρει ζωή το τοπίο.
ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΕΡΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Ποιος κόκκος ηγείται της άμμου;
ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Έχοντας πάθη
έκανα λάθη…
τώρα λανθάνω απαθής
ξένε
στο χώμα που πατείς.
ΟΥΚ ΕΦʼ ΗΜΙΝ
Ένα προς ένα μου ʼδειξε τα ωραία δωμάτια
ο «καλός μου φίλος»
και με συγκρατημένο κομπασμό μου «εξηγούσε»…
Τι πλούσιος διάκοσμος, τι εξαίρετο σπίτι!…
Κʼ εγώ φτωχός, σχεδόν τρωγλοδύτης,
σκέφτηκα εσένα, καλέ μου Επίκτητε˙
και,
λησμονώντας όσα μαρξιστικά έχω διαβάσει,
είπα: Δε βαρυέσαι!
Αυτό το ζώο έχει καλύτερη φωλιά!..
ΕΙΔΥΛΛΙΟ
Στη λιμνοθάλασσα
της λογιότητός μας
κάθε ποιητής και καλάμι!
Ως κʼ οι καλοί,
οι αναντίλεκτα καλοί,
κουνάνε τις φουντίτσες τους
μόλις αρχίσει να φυσά η φήμη…
Στις όχθες
-εκεί πʼ ανοίγει η αγορά-
βάτραχοι κοάζουν…
ΕΝΑ ΠΡΩΙ ΒΡΗΚΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΛΛΑΓΜΕΝΗ
Κάτι βαθύ
σκέφτετʼ η θάλασσα,
κι ακινητεί.
– Της πέταξα μια πέτρα
κι άλλη μία
δεν ταράχτηκε˙
μόνο τις τράβηξε αργά πέρʼ απʼ την όραση
κʼ έκλεισε πάλι. –
Παράξενη ησυχία-απειλητική.
Τίποτα δεν κινείται.
Μόνο τα βότσαλα
αδιόρατα ριγούν
και μυρμηγκιάζουν,
λες κι ακουμπάει
τα λεία πρόσωπά τους
κάτι κακό και σιχαμένο κι όλο χνούδι,
και τα φύκια,
πατημένα ανασαίνουν,
μισά χλωρά, μισά γιομάτʼ αλάτι,
σαν τα μαλλιά του πεθαμένου
που μεγαλώνουν λίγο ακόμη.
Ανεξήγητο τοπίο.
Αβάστακτος κόσμος, ορυκτός,
πάμε να φύγουμε, ψυχή μου.
ΗΡΩΔΕΙΟ
Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
ελαύνεται εις πάθος˙
φταίνε οι τόνοι της ηρωικής
(για ό,τι γράφω- γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής…)
Φθηνές αισθήτες, λιλιά, λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη
στολές-γαλόνι.
Πρώτες σειρές-
συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
Αν είχα θάρρος κʼ ένα μπετόνι…
«Μα τι σας φταίει η κοινωνία;!»
Τα σπίρτα κρύβω-
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για αναρχία.
ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ
Όχι μόνο δεν επέτρεψε
στο Νέρωνα
ν’ απλώσει χέρι απάνω του
μα
ούτε στο Θάνατο δεν καταδέχτηκε να πάει.
Άλυπος, αόργητος, αρρενικός
κάλεσε γύρω του συμπότες
διέταξε: φώτα
εδέσματα
αυλούς
κ’ ενώ οι παίδες γέμιζαν τους κύλικες
πήρε το μαχαίρι˙
το σίδερο δίστασε- εκείνος όχι
το νερό ταράχτηκε- εκείνος καθόλου
οι φίλοι είπαν μη- εκείνος δεν είπε τίποτα
με μια κίνηση έκοψε τις φλέβες
-δίχως να κόψει την κουβέντα-
και γύρεψε κρασί.
Το κύπελλο έκανε κύκλο,
κάποιος πέταξε ένα πείραγμα,
εκείνος το γύρισε πίσω,
μάλωσε για κάτι ασήμαντο τον υπηρέτη
και
συνέχισε ν’ ανοίγει και να κλείνει την πληγή
αφήνοντας το Θάνατο να περιμένει
σαν αχθοφόρος- έξω.
Κανείς δεν τόλμησε να προσέξει
τη χλωμάδα π’ απλωνόταν σιγά- σιγά
στ’ αγαπημένο πρόσωπο.
Φρούτα και γέλια ζωντάνευαν τα στόματα
κι όταν το αίμα σώθηκε
κι ο Πετρώνιος ανεχώρησε
και μπήκε ο Θάνατος
-να διεκδικήσει το κουφάρι-
μόνον οι φλόγες των πυρσών
δεν μπόρεσαν να κρατηθούν
κι άρχισαν να τρέμουν.
Η ΡΥΘΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ ΣΤΑ ΡΟΔΙΝΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ
Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα˙
πηγαινοέρχεται στην παραλία και παίζει με τα βότσαλα:
– φέρνει χαρτιά, φέρνει ξύλα,
βρέχει την άμμο, βρέχει τον αέρα,
θέλει να βρέξει τα καλά μου πέδιλα,
θέλει να φύγω, θέλει να με διώξει
δε θέλει να τη βλέπω που παίζει με τα βότσαλα.
Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα˙
κανείς δεν έχει την ηλικία της
κι όμως
παίζει με τα βότσαλα που έφτιαξε, ως φαίνεται,
για να παίζει.
Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα
και σκέφτομαι,
ακέραια μόνος και ολοένα λιγότερος,
την άλλη,
την ευρύτατη θάλασσα,
που σα βότσαλο,
με άλλα βότσαλα
με συμφύρει και με φθείρει
έτσι- για να παίζει…
ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ
Δόξα
και μνήμη
της σκονισμένης πέτρας,
βροχή Ιουλίου
πʼ ανασύρεις τα χρώματα
και δείχνεις
πόσο πιέζονται τα ορυκτά ώσπου να γίνουν!
…Απρόβλεπτο νερό
ξέπλυνε κʼ εμένα
από τη σκόνη των ματαιώσεων˙
κάνε
να λάμψουν μέσα μου
όσα προδίδω.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Στο «Φάντασμα του Υποβολέα» ο Κώστας Σοφιανός συγκεντρώνει ποιήματά του, της περιόδου 1970-1994. Από τους πολυάριθμους τρόπους ανάγνωσης των ποιημάτων, διαλέγουμε προς υπογράμμιση την αφήγηση της πτώσης του οράματος. Στα ποιήματα του Σοφιανού, το όραμα πίπτει ακέραιο: δεν πάσχει η βαθύτερη αντίληψή του ούτε το καθήκον της εφαρμογής του, αλλά η εφαρμογή του. Από την άποψη αυτή, ο ποιητής παραμένει αδιαπραγμάτευτα ρομαντικός στη μοναξιά του-στην οποία και συχνά αναφέρεται-πλην ρεαλιστής-έως κυνικός-στη μεταφορά της πραγματικότητας, που δεν είναι άλλη από την επίπονη διάψευση των ιδανικών του οράματος μέσα στη σκληρή συλλογικότητα των συγχρωτισμών. Η απώλεια αυτή (καθώς διανύεται η απόσταση από το εγώ στο εμείς, το οποίο επιστρέφει στο εγώ για να το αλλοιώσει) κατευθύνει και τη στοχαστική διάθεση, όπου αυτή ανακύπτει: τα ερωτήματα εστιάζονται στην παθολογία της μαζικής έκπτωσης (εμείς), η δε κάθαρση αναδύεται ως εσωτερική, θεραπευτική οργή κατά της τάσης του κυρίαρχου ρεύματος (εγώ). Η βίωση αυτή του κόσμου πραγματοποιείται σε ύφος αυστηρό και λιτό, γοητευτικό στη γνησιότητα της αύρας του αλλά και στη σκηνοθετική αμεσότητά του. Η πυρηνική καθαρότητα του ποιητή μεταδίδει δεσπόζουσα και συγκλονιστική την πικρία της συναίνεσης.











Θα συμφωνήσω -λέξη προς λέξη- με την Ειρήνη
Μα θα προσθέσω και το “η Ρυθμικότητα της Φθοράς στα Ρόδινα Ακρογιάλια”
Αυτό ισάξια θα το βάλω στον Πετρώνιο δίπλα (το κορυφαίο ποίημα, εξοχα δομημένο με θεατρικά υποβλητικό τρόπο, μάθημα δύναμης, περηφάνιας, όπου με κύρος ηγεμόνα αναδύεται ένας αριστοκράτης της συμπεριφοράς), αν και μπορώ να πω ότι με γοητεύει πιο πολύ…
Σ’αυτό:
ακέραια μόνος και ολοένα λιγότερος
και εκείνη την τραγική -μες την αποδοχή της- κατάληξή του.
Κι ενώ αρχικά με ξενίζει το “ρόδινα” του τίτλου μια που μου θυμίζει το “αυγινά” και τι αυγή μπορεί να έχει ένα παιχνίδι που διαρκεί και διαρκεί και διαρκεί άπειρους χρόνους λες και δεν έχει ξεκίνημα παρά μόνον συνέχεια, αυτή ακριβώς η ειρωνεία του, η αντίθεση της παιδικότητας της κίνησης με την ίδια την αέναη διάρκειά της, την παρήχηση και ως εκ τούτου έμφαση του ρο της ρυθμικότητας στο ρο του ρόδινα, όλο, μια επαναλαμβανόμενη κίνηση, τόσο αδιάφορη προς τον άλλον που γίνεται ανάλγητη (τα παιδιά τα ίδια δεν μοιάζουν συχνά τόσο άπονα με το παιχνίδι τους;), ένα παιχνίδι τόσο ρυθμικό λες και είναι μηχανικό…. και παίγνιο της ζωής ο άνθρωπος, παίγνιο οι μέρες του, άθυρμα η ύπαρξή του, κι εκείνη εκεί, να τον μικραίνει να τον μικραίνει, καμία αιχμηρότητα πλέον, τίποτε, καμία οξύτητα, να λειαίνεται ως να χαθεί…
(ω η στωικότητα της αποδοχής…)
Κι αν το καλοσκεφτεί κανείς, μια θωπεία της θάλασσας είναι…κι όμως…να η φθορά μαζί με τον πανδαμάτορα…
Σε αυτήν την άμμο πού να ηγηθεί κόκκος (άλλη ωραία στιγμή αυτό…το “Ερώτημα Περί Εξουσίας”) όλοι την ίδια μοίρα έχουν
Λειαίνονται οι αντιδράσεις, αμβλύνονται όλα και το μόνον που χωρούν, είναι την αποδοχή μιας μοίρας άπονης
Και τα βότσαλα χτυπιόνται το ένα με το άλλο, βοηθώντας αυτή την εξομάλυνση. Και το τέλος.
(συγχωρήστε μου την φλυαρία, μου άρεσε πολύ το ποίημα..)
ΥΓ. να προσθέσω, ότι ένας άνθρωπος που έχει γράψει ένα τέτοιο Ποίημα σαν αυτό, αναμφίβολα δικαιούται να κρίνει ποιήματα άλλων. Αν μπορεί πράγματι να γνωρίσει και να δει όλα – όλων, σαφώς θα είχε και τις ικανότητες και την κρίση να ξεχωρίζει.
Στην ωραία παρέα (τιμητής-τιμώμενος και κριτές-κρινόμενοι).
ΕΙΣ ΜΙΑΝ ΠΑΡΛΑΔΟΡΑΝ
Λιμάρεις νύχτα μέρα στα γιερά
Κι ο στόμας σου δεν κλει… δεν ησυχάζεις,
Κʼ εκειόν που κουκαλείς τη μια φορά,
Άλλη φορά τον ίδιονε θαυμάζεις!
Ό,τι κι αν πεις, ανάποδα ή σωστά,
Κανείς δεν σʼ αντιλέγει και καγχάζεις.
Μα ποιός κουτάει να σώμπει από μπροστά
Που στην μπαρλάτα διάολο κουράζεις.
Εκάηκα μια μέρα να σε ιδώ
Να σιωπάς· μου λεν πως και στον ύπνο σου
Στιγμή δεν παύεις το μιληταριό!
Γιʼ αυτό κι αν τρως στο γιόμα και στο δείπνο σου
Σάρκα δεν πιάνεις! Θύματα μπροστά σου
Δεν βρίσκεις και λιμάρεις τʼ άντερά σου.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ
Φυσικά, ο Σοφιανός κομίζει την επαναβεβαίωση του καρυωτακικού αφορισμού “η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε”. Ο αντικομφορμιστικός κομφορμισμός και η εν γένει ψευδόμενη διαφήμιση εκτιμάται, αποτιμάται και ανταμείβεται.
(Εσωτερικός μονόλογος:
Ποιος κομίζει την επαναβεβαίωση του καρυωτακικού αφορισμού; Ποιος είναι ο Κώστας Σοφιανός; Ποιος είναι ο Λασκαράτος; Ποιος ο δ; Κανέναν δε γνωρίζω, πρόσωπα δε βλέπω – μόνο γράμματα, που σχηματίζουν λέξεις, που σχηματίζουν εικόνες, που κινούν συναισθήματα.
Αλίμονο, δεν είμαι βαθύς γνώστης της ποίησης – κι ούτε πρόκειται να γίνω. Τα ονόματα δε μου λένε τίποτε. Ο βίος και η πολιτεία των ανδρών με αφήνουν αδιάφορο. Απολαμβάνω κάθε φορά αυτό που έχω μπροστά μου, όποτε έχω κάτι μπροστά μου να απολαύσω. Έτσι και τώρα. Απλώς απολαμβάνω. Δεν με ενδιαφέρει ποιος είναι ποιος, ούτε εγώ είμαι αυτός που είμαι. Να, τώρα δα, έγινα άλλος.
Μήπως αυνανίζομαι; Ας είναι, μόνος μου είμαι, κανείς δε με βλέπει. Ας το χαρώ, λοιπόν, ας απολαύσω τις εικόνες αυτών των στίχων, τις σκέψεις που μου γεννούν.
Προσπερνώ το επίμετρο. Είναι σαν να μου υπαγορεύει πώς να αυνανιστώ. Προσπερνώ τα σχόλια – δεν έχω ανάγκη πορνοπεριοδικά για να ερεθιστώ.
– Μα ο ποιητής είναι ένα κάθαρμα στην πραγματικότητα.
– Ας είναι ό,τι θέλει. Δεν θα κάνω κολεγιά μαζί του.
– Μα το ποίημα είναι κλεμμένο.
– Και τι δεν είναι; Ακόμα κι έτσι, μπράβο στον κλέφτη για το γούστο του, χαρά στον πραγματικό ποιητή που έγινε ποίημα ο ίδιος και κυκλοφορεί ως ψευδεπίγραφο.
Τώρα που η ίδια η ηδονή κάθεται στα γόνατά μου και μου ανάβει τον καβάλο, σιγά μην ασχοληθώ με τον ποιητή και την προσωπικότητά του, σιγά μην ασχοληθώ με κάθε τι κακό και σιχαμένο κι όλο χνούδι, ό,τι κι αν είναι αυτό, απ’ όπου κι αν προέρχεται.
Δε με νοιάζει η ποίηση, το παρόν της και το μέλλον της. Αν υπάρχει, υπάρχει και χωρίς εμένα. Αν είμαι κακός αναγνώστης, ας μου βγάλει τα μάτια κι ας μου βουλώσει τ’ αυτιά. Δεν με νοιάζει ο ποιητής, τα κρίματα κι οι αρετές του. Μια μέρα θα πεθάνει – ας χαίρονται από τώρα οι εχθροί του κι όσοι αδικήθηκαν από αυτόν. Εγώ, με τούτα τα ποιήματα, κέρδισα μια μέρα απ’ τη ζωή μου.)
Όσο και αν θαύμασα τον “Πετρώνιο” όσο και αν τρόμαξα που “Ένα πρωι βρήκα τη θάλασσα αλλαγμένη” εκείνο το “Ειδύλλιο” θα μένει κορωνίδα στη σκέψη μου.
Σε γνωρίζω όχ το μπαστούνι
που με ορμή χτυπάει τη γη
Σε γνωρίζω όχ το ρουθούνι
που ανοιχτό φυσομανεί.
Απ’ομπρέλα σου βγαλμένο
και φκιαγμένο από εσέ
φαίνεται όξουθε φερμένο,
χαίρε μάστορα καλέ.
στον κ.δ
με κατανόηση
ακόμα λίγος Λασκαράτος
Νομίζω πως κάθε σχόλιο είναι και μια μαχαιριά στην καρδιά του ποιητή, γι’ αυτό δεν θα πω τίποτα. Μόνο ευχαριστώ
Κε Παστακα
ευτυχώς που σας πρόσεξα στην φωτογραφία διότι προς στιγμήν νόμισα πως σας απήγαγαν εξωγήινα όντα.Τουλάχιστον μπορεί να μην με τιμήσατε με τις απαντήσεις σας αλλά ενεπνεύσθην και έγραψα ένα ποίημα. ( Φυσικά δεν θα σας στο στείλω διότι θα έχει την ίδια τύχη με τα υπόλοιπα )
Για τον κο Σοφιανό ουδέν σχόλιο
η ποίησή του τον αντιπροσωπεύει επάξια
Ανάκλησις
Ηδονόπληκτος περιπλανώμαι αμφιρρέποντας μεταξύ ζωής και θανάτου
Στιγμιαία αμφιλαφής, στιγμιαία πληβείος, διηνεκής και δύσβατη η ανάβασις’
Στην κορυφή σαν φτάσω, πελιδνός σε αποκάρωμα βυθίζομαι.
Στου ενύπνιου την πλάνη,μεταξένια κλωστή,σ’ ονειρική ηλακάτη υφασμένη
Αριάδνειος μίτος, του Δαιδάλου αγχόνη,στην αιωρούσα νεφέλη σου οδηγεί
Αναβιώ τις θύμησες, αναβλαστάνω το παρθενο ρόδο ’ μετά στενώ,
Δάκνω εθελούσια τα αργασμένα, ερωτόπληκτα χείλη μου
Άλικο, ρόδινο αίμα σταλάζει’ Κακεί κείτεσαι εσύ γυμνή, δίχως αλεξιβρόχιον
Χαριτόβρυτο έργο τούτο να ανακαλείς τον Έρωτα.
Ι.Συντελικός
Παρατηρώ, με λύπη, ότι η ποίηση του Κώστα Σοφιανού, προεκάλεσε απείρως λιγότερα (“μακράν”, θα έλεγαν ορισμένες πολλά υποσχόμενες ποιητικές φωνές) σχόλια από τα 64 εκείνα, τα οποία είχαν προκαλέσει, στις 6 παρελθόντος Φεβρουαρίου, οι κρίσεις του για τα ποιητικά βιβλία, που υπέβαλε στην Επιτροπή των Κρατικών Βραβείων. Κι ενώ ήδη από τότε, αν θυμάμαι καλώς, είχε ανακοινωθεί από τον Δημήτρη Μουζάκη η παρούσα ανάρτηση/ανθολόγηση, βλέπω ότι δεν προεκλήθη η αναμενομένη αναμονή για το έργο ενός ex officio κριτή. Είναι, μήπως, επειδή όλοι το εγνώριζαν ή το γνωρίζουν τόσον επαρκώς, ώστε να περιττεύει η όποια, εν προκειμένω, συμβολή; Ή, μήπως, επειδή η κατ’ ανάθεσιν εκτέλεση, κατά τον καλύτερο δυνατόν τρόπο, του συγκεκριμένου έργου ή αγγαρείας ή όπως θέλετε πέστε το, και η απ΄αυτήν προελθούσα διαφωνία ή απογοήτευση, θέτει αυτομάτως στη σκια -αν δεν πετάει μάλιστα και στον Καιάδα- το πρωτότυπο έργο του αυστηρού κριτή; Ή, μήπως, ακόμη, επειδή παραμένουμε Ελλάδα, συνεχίζουμε στο διηνεκές τα πηγαδάκια και τις εύκολες ευθιξίες, αγνοώντας επιδεικτικά την αληθινή ουσία των πραγμάτων, η οποία είναι, μεταξύ άλλων, και το ποιητικό σώμα;
Αντεύχομαι, ομοίως, Καλή Ανάσταση.
Είμαι βέβαιος, άλλωστε, ότι δεν λησμονάτε πως τα Πάθη προηγούνται…
Κε Παστακα
δεν ζήτησα να δημοσιεύσετε το ποίημά το οποίο έκτοτε έχει υποστεί και διορθώσεις,απλώς έμμεσα σας ταύτισα με το φάντασμα του υποβολέα του κου Σοφιανου.Τουτέστιν μία κυριολεκτική διαδικτυακή νύξη.Εξάλλου δεν είναι αυτό το ποίημα που ενεπνεύσθην εάν ήταν αυτός ο στόχος του σχολιου σας.
Με σεβασμο
κ. Συντελή,
μου δίνετε την ευκαιρία να μιλήσω γενικότερα για τις συνεργασίες που αποστέλλονται στο “ποιείν” και σας ευχαριστώ.
Συνήθως απαντάω αμέσως στους ποιητές που μας τιμάν με την αποστολή των έργων τους. Αν στα πέντε χρόνια υπάρχει και κάποιος τον οποίον άθελά μας δυσαρεστήσαμε, δεν έχει παρά να μας το πει δημόσια.
Τα δικά σας ποιήματα μου δημιουργήσαν αρχικά αρνητική εντύπωση αλλά κάτι μου έλεγς να τα ξαναδώ μια δεύτερη φορά, και τα προώθησα μάλιστα στον κ. Αραβανή να πάρω μια δεύτερη γνώμη…κάπου εκεί ίσως να χάθηκε η απάντηση που δικαίως περιμένατε.
Θα είχε ενδιαφέρον κάποτε η δημοσίευση της “κουζίνας” του “Ποιείν”;
Ένα περιοδικό δεν κρίνεται μόνον από όσα δημοσιεύει, αλλά κι από όσα απορρίπτει, σκέφτομαι…κι έχουμε απορρίψει πολλά…
Σας ευχαριστώ για την ευκαιρεία που μου δώσατε να αναφερθώ στην αλληλογραφία του περιοδικού…τα υπόλοιπα νομίζω πως μπορούμε να τα κουβεντιάσουμε βιζαβί…
Φανταστείτε μια γενιά σε στυλ Τέλλος Άγρας χωρίς Καρυωτάκη…
Κε Παστακα
Δεν θα σχολιάσω καθόλου την έντεχνη μεταβίβαση της ευθύνης στον κο Αραβανη από μέρους σας(πράξη του υποσυνείδητου κτλπ).
Όσον αφορά τα ποιήματα, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου στο e-mail με το οποίο συμπληρώνω για τα σχόλια έτσι ώστε να έχω και εγώ την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.Τέλος αναφορικά με την αρνητική εντύπωση θα ήταν προτιμότερο να βλέπατε το σύνολο του έργου και όχι τις συγκεκριμένες περιπτώσεις ( οι οποίες έχουν δεχτεί ουκ ολίγες διορθώσεις έκτοτε). Δεν προσπαθώ να δικαιολογήσω τον εαυτό μου, αντιθέτως αγαπώ τα δημιουργήματά μου, ωστόσο πιστεύω ότι δικαιούμαι μία ακόμη ευκαιρία.
Φανταστείτε μία γενιά που κάθε Aragon αναγνωρίζει μόνο λυρικά στοιχεία της κάθε σονάτας.
Το λέγω και θα το ξαναπώ – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Σοφιανός.
H εισφορά μου, με τον τρόπο του Εμπειρίκου. Υπολείπονται ακόμη 64-15 σχόλια. Oψόμεθα.