Η ΛΗΘΗ
Ήρθαν όλοι επειδή τους
κάλεσα
ο συνετός με τη σωφροσύνη του
ο επιπόλαιος με τη βιασύνη του
ο προφήτης με το βουνό και
την εκκλησία του
ο ξυλουργός με τα πανύψηλα
δάση του
ο γλωσσολόγος με τα φωνήματα
τα μορφήματα και τους δεκάδες
φθόγγους του
ο τσοπάνος με το κοπάδι του
αργότερα θα διαχώριζε τους
αμνούς από τα ερίφια
με τους σκύλους του πριν να
διασταυρωθούν με τους λύκους
μπροστά απʼ αυτόν προηγούνταν
ο αποδιοπομπαίος τράγος του
τα μάλλινα ζεστά υφάσματα
ήρθαν κι η σπορά ήρθε
και τα χιλιάδες σπέρματα
και τα πουλιά με τα πετάγματά
τους και κάποια απʼ τα πουλιά
με την ανίατη γρίπη τους
ήρθαν κι οι νεκροί
με το κίτρινο χρώμα και τα
μυρμήγκια επάνω στο σώμα
τους κι αυτοί επειδή είχαν
καιρό να μιλήσουν ήταν οι πιο
κοινωνικοί
ήθελα να τους αγκαλιάσω
αλλά ήταν τόσοι πολλοί άλλοι
συνοδεύονταν απʼ τις αρρώστιες τους
άλλοι από τους δολοφόνους τους
κι η κυρία πληρότητα ήρθε
και η φίλη της η κενότητα
κι αφού μαζεύτηκαν όλοι
η ομοιότητα κι η διαφορετικότητα
φάγαμε ουρανό και γη
ήπιαμε απόσταγμα γνώσης
καπνίσαμε πίπες και καμινάδες
τζάκια και σόμπες
Ύστερα τους κέρασα
μελίσσια
χωρίς τις ιπτάμενες μέλισσες
ύστερα αφού πέρασε η
πρώτη αμηχανία
χορέψαμε με τις θύελλες και
τις καταιγίδες απʼ όλους η
θάλασσα ήταν η πιο κινητική
ύστερα τα νέφη κι οι γρήγοροι
ποταμοί τα στάσιμα νερά
ήταν συνέχεια καθισμένα
χόρεψα μʼ αυτήν που δεν
τη χόρευε κανείς με την
ασκήμια όλοι μα όλοι
φλέρταραν την ομορφιά
πρώτοι και καλύτεροι οι
πυλώνες που πηγαινοφέρνουν το
ρεύμα ενώ το χώρο
φωτορύθμιζαν οι κεραυνοί κι οι
αστραπές κι οι δυνατές
βροντές καθόριζαν την ένταση
του ήχου
Μόνο αυτή που αγαπούσα
δεν ήρθε αυτής που το
πρόσωπο ξεχνούσα σιγά σιγά
θυμόμουν τις συμπεριφορές της
τους τρόπους της όλα που ζήσαμε
μαζί τα θυμόμουν τα μούρα
με τα οποία έβαφε το στόμα της
τα μεγάλα αφρούγια αμύγδαλα
ίδια με τα μάτια της
τα σκουλαρίκια της που κρέμονταν
όπως τα τσαμπιά απʼ τα κλήματα
Μόνο αυτή που αγαπούσα
έλειπε αρκεί να τη θυμόμουν
καλύτερα και θα ʼρχόταν
όμως οι πίνακές μου
είχαν εξασθενήσει οι πίνακες μου
οι μνημοτεχνικοί
η λήθη είχε ζώσει με στέμμα
λησμονιάς το ψηλό βουνό της
αγάπης που δύσκολα αποφασίζεις
να το ανέβεις άμα το έχεις
για κάποιον λόγο κατεβεί
ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΖΕΜΑ ΕΛ-ΦΝΑ
Τούτη η πλατεία
σε λίγο θα γεμίσει
παραμυθάδες που αφηγούνται
με το στόμα και με το σώμα
ιστορίες για το πώς
πλάστηκε ο άνθρωπος
πώς ήταν και πώς ζούσε
πριν του δοθεί η χάρη της ομιλίας
τότε που το σώμα του δεν
είχε αποκτήσει συνοχή κι
ενωνόταν με τα πράγματα γύρω
του κι ακόμα
σε λίγο θα φτάσουν οι
μάγοι που σαγηνεύουν πριν
απʼ όλους τον εαυτό τους
που δένουν τους αγέρηδες
όπως τα τουρμπάνια και τους
ελέγχουν
ύστερα είναι οι άλλοι που
λένε την τύχη διαβάζοντας τα χέρια
τις οροσειρές και τα ποτάμια
που κυλούν χωρίς νερό μες στις
παλάμες
μην αμελήσεις να τους πληρώσεις
καλά
για να πουν μονάχα τα ευχάριστα
και τα καλά
για να σου πουν πως η ζωή σου
θα περάσει πίνοντας τσάι με μέντα
καπνίζοντας καπνό με γεύση μήλου
μέσα σε ναργιλέ
τίποτα άλλο γιατί τα βάσανά σου
τα γνωρίζεις
και προπαντός
μη μιλάς άλλο για το
γιαπί του εαυτού σου
σκέψου πως είσαι ένα
ανακαινισμένο ριάντ
με κήπο στην αυλή την εσωτερική
κι ένα μικρό σιντριβάνι
μες στο οποίο επιπλέουν
πέταλα ρόδων και τίποτα
παραπάνω
κι ότι έρχεσαι εδώ εκούσια
από μια άλλη χώρα
χαμένος μέσα στους λαβύρινθους
της πιο παλιάς μεντίνας
είχες προσλάβει οδηγό
αλλά ο οδηγός έτρεχε
είχες προσλάβει και δεύτερο οδηγό
αλλά ο οδηγός σου κουράστηκε
έβγαζες φωτογραφίες για να θυμάσαι
όχι πού πήγες
αλλά κυρίως ποιος είσαι
αλλά καμιά φωτογραφία αργότερα
δεν εμφανίστηκε
ούτε τα μπλε κεραμικά έφτασαν στην
πατρίδα σου σώα
ούτε το χαλί που ζήταγες
γυρίζοντας όλο τον κόσμο δε βρήκες
παρότι πήγες σʼ όλες τις διευθύνσεις
να βρεις το μαγικό χαλί το ιπτάμενο
γιατί δεν ήσουν αρκετά αγνός
και στη μεντρέσα δεν ήσουν καλός
μαθητής
πλενόσουν αδιάκοπα πλενόσουν
αλλά η ακαθαρσία δεν έφευγε
η αλαζονεία η κακία των άλλων
ήταν πάνω σου συνεχώς
κι όταν ξέβαφε η
χένα ζωγράφιζες άλλη με τα
ίδια νοσηρά μοτίβα
και υλικά
Μαρακές – Φεζ . 2007
Εργοβιογραφικό Σημείωμα
Ο Γιώργος Καλοζώης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1963. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στην Αθήνα. Εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου.
Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές:
• « Μεταμορφώσεις » Λευκωσία 1992
• « Πρώτη δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου » Λευκωσία 1998
• « Ο ανάποδος κόσμος » Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000, Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2000 Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου
• « Η μετατόπιση της γης » Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005











Ικανοποιητική γραφή.
Μόνο που κάποια σημεία στην κατανομή των στίχων του χρειάζονται λίγη προσοχή.
Προσωπικά προτιμώ την αυτονομία του στίχου που προκαλεί και την πολυσημία του.
Καλημέρα σας,
Μελετώ από το 2000 την ποίηση του Γιώργου Καλοζώη (εποχή που ανακάλυψα την ποιητική του συλλογή “Ο ανάποδος κόσμος”, εργαζόμενος ως βιβλιοπώλης στο βιβλιοπωλείο “Πολιτεία” στο υπόγειο της Ασκληπιού). Έχω χαρακτηρίσει τα ποιηματά του “σωληνωτά” και επιμένω στον όρο. Όπως ο σωλήνας διατηρεί στο σχήμα του μία συγκεκριμένη ρευστότητα υλικών (άσχετα από τη σύστασή τους) έτσι και ο λόγος του ποιητή περνάει από τις λέξεις στα νοήματα κι απ’ εκεί στην προσωπική και συλλογική μνήμη χωρίς τελείες σ΄ένα απροσδιόριστο πέρασμα στο επέκεινα. Ακούγωντάς τον παράλληλα σε δημόσιες απαγγελίες του, επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά, αυτό που χρόνια υποστηρίζω… μόνο αυτός που έχει γράψει μπορεί να “αγγείλλει” το λόγο του. Τα υπόλοιπα αφορούν φιλόλογους τους οποίους και απεχθάνομαι. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία του μικρού αυτού σχολιασμού.
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης & Υ.Φ.Λ.
Επιτρέψτε μου δύο διορθώσεις στο σχόλιο δύο.
Παροράματα
1. τέταρτη αράδα… “ποιήματά του”.
2. δωδέκατη αράδα… “αγγέλλει”.
Ευχαριστώ εκ νέου
Κ.Ρ.
Παροραμάτων συνέχεια
3. ένατη αράδα… “ακούγοντάς τον”.
Ευχαριστώ σας και καλό σας απόγευμα
Κ.Ρ.
Εντυπωσιακή η ‘Λήθη’ του Κ. Καλοζώη – από τα πιο ‘έντονα’ ποιήματα που έχω διαβάσει τελευταία. Συγκλονιστική η αλλαγή ανάμεσα στον οργασμό της ζωής του ‘πρώτου μέρους’ (μόνο νοηματικά βέβαια θα μπορούσε να θεωρηθεί ‘πρώτο’) και στην απουσία της αγαπημένης, απουσία που σιγά-σιγά σβήνει την εικόνα της ακόμα κι από τη μνήμη. Ο τίτλος απόλυτα πετυχημένος – κι ακόμα πιο πετυχημένο το ‘ξάφνιασμα’ στο οποίο ‘υποβάλλεται’ ο αναγνώστης από την αντίθεση του τίτλου με το ‘πρώτο κομμάτι’ του ποιήματος.
Όσο για το «Πλατεία Τζέμα Ελ-Φνα» μου δίνει την εντύπωση ότι αναφέρεται περισσότερο στο συλλογικό ασυνείδητο παρά σε κάτι προσωπικό. Λόγος φιδωτός που λες και ξεγλιστράει σε φαινομενικά άσχετες λεπτομέρειες που όμως τελικά αυτές νοηματοδοτούν το ποίημα.
Πολύ ευχάριστη έκπληξη η δημοσίευση αυτών των ποιημάτων.
Αυτό το σωληνοειδές που είπε ο κ. Ρεούσης (“σωληνωτά”) είναι έντονο και ερμηνεύει ωραία αυτόν τον τρόπο γραφής. ( “φιδωτό” που προσθέτει η κ. Μπούκη)
Όμως ενώ ρέει ωραία στους πρώτους στίχους τού πρώτου ποιήματος και δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στην ανάγνωση, χωλαίνει περίεργα στο τέλος. Σαφές ότι έχει το ρόλο του αυτό το ύφος έτσι περιπλεγμένο, αλλά εδώ δεν είναι ότι θα μας τα διαβάσει ο ποιητής του για να τα αναδείξει έτσι ακριβώς όπως τα θέλει, τα ποιήματα δεν γράφονται για να απαγγέλλονται αλλά για να διαβάζονται τυπωμένα. Αυτό ενδιαφέρει.
Έτσι θα συμφωνήσω με τον κ. Βούλτο, που το έθεσε λιτά και σωστά στο δικό του σχόλιο
Παράδειγμα αυτό στο τέλος του ποιήματος:
Μόνο αυτή που αγαπούσα
έλειπε αρκεί να τη θυμόμουν
καλύτερα και θα ‘ρχόταν
όμως οι πίνακές μου
είχαν εξασθενήσει οι πίνακες μου
οι μνημοτεχνικοί
η λήθη είχε ζώσει με στέμμα
λησμονιάς το ψηλό βουνό της
αγάπης που δύσκολα αποφασίζεις
να το ανέβεις άμα το έχεις
για κάποιον λόγο κατεβεί
Αν γινόταν έτσι (ή κάπως έτσι) τι θα έχανε;
Μόνο αυτή που αγαπούσα έλειπε
αρκεί να τη θυμόμουν καλύτερα
και θα ‘ρχόταν,
όμως οι πίνακές μου είχαν εξασθενήσει
οι πίνακες μου οι μνημοτεχνικοί
η λήθη είχε ζώσει
με στέμμα λησμονιάς
το ψηλό βουνό της αγάπης
που δύσκολα αποφασίζεις
να το ανέβεις
άμα το έχεις
για κάποιον λόγο
κατεβεί
εντάξει, το έκανα πολύ πολύ πρόχειρα, δεν γίνονται έτσι επιπόλαια αυτά, θέλει ψάξιμο καλό (αλλαγές σε χρόνους ρημάτων, αλλαγές λέξεων ώστε ο σωλήνας ως όγκος να παραμένει)
Χωρίς να χαλάσει και αυτό το ασθματικό που νομίζω ότι θα ήθελε να έχει μια απαγγελία του, σαν κορδέλα που ξετυλίγεται ως την κορύφωση της τελικής φράσης του.
Και η δική μου γνώμη λοιπόν, ότι θα κέρδιζε κατά πολύ με μια άλλη κατανομή των λέξεων μέσα στους στίχους του.
Και διότι αυτό το πρώτο ποίημα είναι πάρα πολύ ωραίο, παρότι δείχνει σαν δήθεν να φλυαρεί, καταλήγει σε ένα εντυπωσιακό τέλος, μια αλήθεια ισχυρή
(ποιος θέλει ξανά να ζήσει κάτι που ήδη έχει βιωθεί και φθαρεί; Ποιος πασχίζει ανασύσταση όταν κάτι έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του;)
Και μια αλήθεια, απόλυτα να δικαιολογείται ο τίτλος, η λήθη έρχεται όταν πολλά υπεισέρχονται κι εκεί που κατελάμβανε έναν άλφα χώρο ένα πρόσωπο μες το μυαλό μας, ο χώρος μειώνεται και μειώνεται και μειώνεται μια και έχουμε φέρει -επίτηδες ή άθελά μας- τόσα πολλά πρόσωπα εκεί μέσα, τόσο συνωστισμό, ώστε το πάλαι ποτέ πολυθρύλητο πρόσωπο, έχει αποδυναμωθεί. Ασφυκτιά ως μνήμη…. και πεθαίνει
Πολυ καλό ποίημα…
“…κι η κυρία πληρότητα ήρθε
και η φίλη της η κενότητα
κι αφού μαζεύτηκαν όλοι
η ομοιότητα κι η διαφορετικότητα
φάγαμε ουρανό και γη…”
Δεν είναι ευφάνταστοι στίχοι, είναι η ζωή η ίδια!!!!
Άγεται η εικονοπλαστική δεινότητα και η αφήγηση σε δρόμους δύσβατους, αλλά αποδοτικούς. Η ηλεκτρική ποιητική εκκένωση ανταμώνει με μοτίβα “υπερρεαλισμού” κι ωστόσο γέρνει προς το ευεργετικό συναπάντημα μιας ιδιοφυούς προσέγγισης μοτίβων νεωτερικών και μεταπολεμικών ποιητών. Ιδιόλεκτος της μαγικής καλοζωικής ποιητικής συμβολής!
ήρθαν άπαντες.
όσοι κάλεσα.
όχι! δε σε ξέχασα!
(έτσι ένα χαικού της στιγμής, εμπνευσμένο από τον πρώτο στίχο “της λήθης”)
Eξαιρετική εικονοποιία, κίνηση σύμπαντος κόσμου και όχι πια μόνο του “ανάποδου”. Xωράει άνετα στην ανάσα, δεν σκαλώνει. Mικρή ένσταση για το ξεδίπλωμα του τέλους της “Λήθης”. Θα προτιμούσα η αγαπημένη να επικυρώνει αυτή τη συμπαντική κίνηση, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία και θέμα προσωπικού γούστου…
Καλησπέρα σας,
Το αναπνέεις το ποίημα και μετά το χαράζεις. Και κάθε απαγγελία έχει την Ώρα της.
Ευχαριστώ
Κώστας Ρεούσης & Υ.Φ.Λ.
!*!
Καλησπέρα σας κύριε Γιώργο Μίχο,
Από το “Η Μετατόπιση της Γης”… “Οι διαπραγματευτές”. Και αναζητείστε ποιήματα του Παντελή Μηχανικού. Ο Χαραλαμπίδης δεν υπάρχει και ο Σεφέρης σφαγίστει από την Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας.
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης & Υ.Φ.Λ.
!*!
Eίστε ένας διανοούμενος που επιθυμεί να εκφραστεί ποιητικά. Να γράφεται χωρίς να χρησιμοποιείται τόσο πολύ τον εγκέφαλο σας.
Eίστε ένας διανοούμενος που επιθυμεί να εκφραστεί ποιητικά. Να γράφετε χωρίς να χρησιμοποιείτε τόσο πολύ τον εγκέφαλο σας.
Συγχωρέστε με για τις ανορθογραφίες κύριε Καλοζώη.
στις 3/15/2009 4:21 pm
Eχω την τύχη να γνωρίζω το Γιώργο και όσο είναι δυνατό την ποίηση του. Ξεχωρίζει, είναι πιστεύω μαζί με τον Λεοντζάκο, οι κορυφαίοι του είδους που θα μπορούσε χαρακτηριστεί μεταυπερρεαλιστικό. Στην ουσία είναι όμως η αποθέσωση ενός προσωπικού στυλ στην ποίηση που χρειάζεται θάρρος και τρέλλα να το ακολουθήσεις γιατί πρέπει να πέφτεις κάθε λίγο σ’ ένα γκρεμμό και να ξανασηκώνεσαι και να ξανανεβαίνεις…Κορυφαίος ποιητής αλλά κυρίως ποιητής και στη ζωή γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που είναι ποιητές μόνο στην ποίηση…
Σας συμβουλεύωδιαβάσετε προσεκτικότερα τον Λεοντζάκο και παραθέτω ένα ποίημα του.
Διαβάσαμε δύο εξαιρετικά ποιήματα.Ιδιαίτερα η “Λήθη” είναι ένα σημαντικό ποίημα, που τα ευδιάκριτα τρία μέρη του συνθέτουν ένα αρμονικό σύνολο που μοιάζει να το διατρέχει μια υπόγεια μουσική, με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της, το αναπόφευκτο κρεσέντο και το μελαγχολικό σβήσιμο. Η ευρηματική εικονοποιϊα του πρώτου μέρους που οδηγεί σε μια απίστευτη συγκέντρωση ( “όλοι” όνομα και πράμα), δίνει τη σκυτάλη στο θορυβώδη χορό με τα ηλεκτροφόρα φωτορυθμικά, σε ένα κοσμικό ( όχι με την κοινωνική, αλλά με τη συμπαντική έννοια πάρτυ), για να καταλαγιάσουν(;) όλα στη συνέχεια και να ακούσουμε τη μελαγχολική εξομολόγηση του ποιητή.
Το στοιχείο του αιφνιδιασμού (ένα παιχνίδι του ποιητή με τον αναγνώστη), είναι επίσης έντονο. Πράγματι, η μεγάλη συγκέντρωση που περιγράφεται στην αρχή, δημιουργεί απορίες σε σχέση με τον τίτλο του ποιήματος, που λύνονται στο τρίτο μέρος (“Μόνο αυτή που αγαπούσα/ δεν ήρθε αυτής που το/ πρόσωπο ξεχνούσα σιγά σιγά”), για να ξαναδημιουργηθούν αιφνιδιαστικά παρακάτω. Γιατί για ποια λήθη μιλάμε όταν “θυμόμουν τις συμπεριφορές της…..κλήματα” και όταν ο ποιητής φαίνεται να αντιλαμβάνεται τόσο έντονα την απουσία της παλιάς αγαπημένης μέσα απ’ αυτό το ετερόκλητο πλήθος; Τα πράγματα ξεκαθαρίζουν πάλι παρακάτω. Τελικά δεν πρόκειται για λήθη που έχει να κάνει με τον άνθρωπο, αλλά για τη λήθη του συναισθήματος. Όταν δε θυμόμαστε πια πώς φτάσαμε ν’αγαπούμε έναν άνθρωπο, γιατί για κάποιον λόγο κατεβήκαμε το βουνό της αγάπης.
Το στοιχείο του αιφνιδιασμού λειτουργεί επίσης και σε μικρότερη κλίμακα ( για παράδειγμα τσοπάνος και κοπάδι οδηγούνται από τον αποδιοπομπαίο τράγο! ). Σ’ αυτήν την κατεύθυνση κάποιες φορές βοηθάει και η κατανομή των λέξεων μέσα στο στίχο. Για παράδειγμα ” …. απ’ όλους η / θάλασσα ήταν η πιο κινητική / ύστερα τα νέφη κι οι γρήγοροι / ποταμοί τα στάσιμα νερά ( εδώ παρασυρόμαστε και θεωρούμε ότι αναφέρεται στο οξύμωρο της κινητικότητας των στάσιμων νερών, μέχρι να διαβάσουμε παρακάτω “ήταν συνέχεια καθισμένα). Γι’αυτόν και γι’ άλλους ακόμα λόγους θεωρώ ότι η κατανομή των λέξεων στο στίχο είναι αυτή που πρέπει( δηλαδή αυτή που επιλέγει ο ίδιος ο ποιητής) γιατί και μ’αυτόν τον τρόπο μεταφέρει νοήματα και διαθέσεις και υποβάλλει συναισθήματα.
Πολύ ενδιαφέρουσα η ανάλυσή σας κ. Παπαϊωάννου
Και ωραία η ερμηνεία τού ποια λήθη επικαλείται.
Διότι όταν τελειώνει κάτι, εκλείπουν και οι λόγοι που μπόρεσε κάποτε να θεωρηθεί σημαντικό. Σαν να μην δικαιολογείται πλέον η ύπαρξή του στο τότε. Ούτε στο τότε, ούτε στο ποτέ. Δεν μπορεί πια να υποστηρίξει την αξία του.
Έτσι είναι όπως το είδατε.
Μόνον, κι ως προς την κατανομή των λέξεων, εαν αναγνωσθεί-απαγγελθεί έτσι, κόβοντας τον κάθε στίχο απότομα, κάνοντας έστω και την ελάχιστη παύση (δοκιμάστε το φωναχτά να το διαπιστώσετε) το ποίημα μοιάζει “σπαστικό”, δεν ρέει. Και δεν διαφωνώ τόσο πολύ για τους στίχους που είδατε, η ένστασή μου αφορά τους πέντε τελευταίους. Αποδυναμώνονται εντελώς και κυρίως οι τρεις τελευταίοι στίχοι που είναι όλη του η δύναμη. Κι είναι κρίμα.
(αφήστε που σε τέτοια απαγγελία ασθματική και σπασμώδη εμφανίζονται πιο έντονα πράγματα που αλλιώς θα περνούσαν απαρατήρητα, ηχούν πολύ άσχημα έτσι τα 3 “ύστερα”, σαν έκθεση μαθητή δημοτικού που γράφει πλεονασμούς. Ενώ δεν είναι έτσι)
Τέλος πάντων, γνώμες είναι.
Δεν επιμένω για την δική μου, απλώς την διατηρώ.
Καλή η ανάλυση στα ποιήματα, αλλά πάντα προτιμώ την αίσθηση που μου αφήνει ένα ποίημα. Αν το πολυψάξω ξανά και ξανά και ξανά, αισθάνομαι ότι κέρδισα τις λέξεις, αλλά έχασα το ποίημα…
(σαν ανατομία που αποκαλύπτει μεν –κι ανακαλύπτει ίσως- αλλά χάνει τη συνοχή του σώματος-ποιήματος )
Γεια σας και πάλι. Μου φαίνεται ότι η συζήτηση σχετικά με το διασκελισμό του ποιήματος ξεκινά από εντελώς λάθος βάση. Ο διασκελισμός είναι μέρος του νοήματος ενός ποιήματος – εξίσου σημαντικός όπως η επιλογή των λέξεων. Είναι λοιπόν άνευ αντικειμένου η συζήτηση για το αν διαφορετικός διασκελισμός (απ)έδιδε ‘καλύτερα’ το νόημα.
Στο κάτω-κάτω για ποιο νόημα μιλάμε? Το νόημα που ήθελε να αποδώσει ο ποιητής είναι αυτό που δίνεται με τις συγκεκριμένες λέξεις, τονισμούς, στίξη και φυσικά και διασκελισμό. Είτε συμφωνούμε είτε όχι με ένα ποίημα, η τελική μορφή του δίνεται από τον δημιουργό του και το ποίημα κρίνεται με αυτή. Αν αυτό (όπως γράφει η Ignis) είναι ‘σπαστικό’ κι η ‘απαγγελία ασθματική και σπασμώδη’, καλώς ! Προφανώς έτσι το ήθελε αυτός που το έγραψε. Το νόημα που καταλαβαίνει ο καθένας μας είναι κάτι άλλο, υποκειμενικό. Φυσικά κάποιος μπορεί να πει ότι όπως σχολιάζουμε επιλογές λέξεων μπορούμε να σχολιάζουμε και τη μορφή ενός ποιήματος – σωστά και απόλυτα θεμιτό. Εκεί που έχω αντιρρήσεις είναι στην άποψη ότι ένα ποίημα αποδίδεται ‘καλύτερα’ ή ‘χειρότερα’ με ‘άλλη’ μορφή. Άλλη μορφή = άλλο ποίημα.
(Αν δεχτούμε την άποψη του Σεφέρη σχετικά με την (πολλαπλή) ερμηνεία ενός ποιήματος και την ‘επιτυχία’ του, σκέφτομαι πως το συγκεκριμένο ποίημα είναι άκρως επιτυχημένο αφού δημιουργεί ποικιλία ερμηνειών μόνο από τον διασκελισμό του πριν μπούμε καν στη γλωσσική ανάλυση!!!)
Προς Λούη Ονουφρίου: Υπονοείτε ότι η ‘χρήση’ του εγκεφάλου αντιμάχεται την ποιητική έκφραση? Χμ… πολύ παρωχημένη αυτή η συζήτηση και εντελώς ανούσια… Η πραγματική ποίηση ποτέ δεν ασχολήθηκε με τέτοιες ανόητες διακρίσεις. Εγκεφαλικά ή όχι, τα συγκεκριμένα ποιήματα πιστεύω ότι είναι καλή ποίηση.
Καλησπέρα σας!
Κι εγώ έχω την τύχη (και την τιμή) να γνωρίζω το Γιώργο. Είμαστε μαζί, εδὢ στη χώρα μου, στην Πορτογαλία, στο Ὶδρυμα CASA DE MATEUS, για ένα σεμινάριο μαζικής μετάφρασης με διάφορους φίλους μου, ποιητές, εδώ και κάποια χρόνια τώρα. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να εκφράσω, με τη σειρά μου, την ταπεινή μου γνώμη για το ποιητικό του έργο… Θα ήθελα να πω, έτσι, απλά, ότι ο Γιώργος Καλοζώης είναι… εξαιρετικός ποιητής. Διαβάζω συνέχεια την ποίησή του και πρὲπει να σας πω ότι είναι πραγματικά κρίμα που δεν βρίσκω την δυνατὸτητα να τη μεταφρὰσω στα Πορτογαλικά (δὺσκολο πράγμα να βρεις εκδοτικό οίκο στην Πορτογαλία για την καλή ποίηση…)
Σας ευχαριστώ θερμά
José António Costa Ideias
Καθηγητής Πανεπιστημίου FCSH-UNL/ILNOVA/Νέα Ελληνικά – Νεοελληνικές Σπουδές / Συγκριτική Γραμματολογία)
Λογοτεχνικός μεταφραστής
Κριτικός λογοτεχνίας.
εμένα, εκτός από τις εικόνες-μνήμες με δημοτικές ρίζες, με συνεπήρε η αποδεχτικότητα και η ενσυναίσθηση που μεταδόδνται ως σύγχρονα μηνύματα παναθρώπινων αξιών. Μια νοσταλγία κι’ ένα δάκρυ συμπληρώνουν το πεσσιμιστικό πεδίο που άπλωσε ο ποιητής μέσα από τις αντιθέσεις του δυϊσμού της φύσης.