είναι στο κάτω πάτωμα και τραγουδά παίζοντας
την κιθάρα της, νομίζω ότι είναι πιο χαρούμενη
απ’ ό,τι συνήθως και χαίρομαι. κάποιες φορές
το μυαλό μου γίνεται νοσηρό και είμαι σκληρός
μαζί της.
ζυγίζει 50 κιλά
κι έχει λεπτούς
καρπούς
και τα μάτια της
είναι συχνά απλά θλιμμένα
κάποιες φορές
οι ανάγκες μου
με κάνουν εγωιστή
μια δίνη πλημμυρίζει
το μυαλό μου
και ποτέ δεν ήμουν καλός
στο να ζητώ συγνώμη
την ακούω να τραγουδά
τώρα είναι πολύ αργά
μες τη νύχτα κι από εδώ
που βρίσκομαι βλέπω τα
φώτα της πόλης
και είναι γλυκά σαν
ώριμα φρούτα του κήπου
και το δωμάτιο αυτό
είναι γαλήνιο
τόσο παράξενο
σαν η μαγεία
να έγινε φυσιολογική
2 πράσινο
έχω μεθύσει μπροστά σε σπασμένους καθρέπτες μπάνιου
στις Νότιες πολιτείες του πουθενά
κρατώντας ένα κοφτερό μαχαίρι δίπλα στην φλέβα του λαιμού
και μ’ένα χαμόγελο στο στόμα.
ήταν τότε που έμαθα ότι η θεατρική σκηνή
είναι ένα σπουδαίο υποκατάστατο της
πραγματικότητας
η μόνη διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις και
στο να υποκρίνεσαι ότι κάνεις
είναι αυτή η λεπτή γραμμή
της επιλογής μια επιλογή
ανάμεσα στο τίποτα και
το τίποτα.
να ξυπνάς το πρωί, για να
βρεις μια
δουλειά
όπου οι εργάτες έχουν αποδεχθεί τα πάντα
εκτός από το όνειρο της
απόδρασης.
υπήρξαν τόσο πολλά μέρη
σαν αυτό.
ήταν μια δουλεία στη Louisiana
όπου έφευγα κάθε βράδυ
κουρασμένος και άκεφος
για μια ακόμη νύχτα
να γεμίζω ποτήρια και
να κοιτάζω έξω απ’
το παράθυρο και
να σκέπτομαι μια κοπέλα
στη δουλειά
ντυμένη με μια πράσινη φόρμα που δεν της ταίριαζε
που έβριζε συνέχεια για
σχεδόν τα πάντα.
ήθελα μόνο να την πηδήξω
μια φορά και να
φύγω από την
πόλη.
το μόνο που τελικά έκανα ήταν να φύγω από την πόλη,
που σημαίνει ότι διάλεξα ανάμεσα στο
να μείνω στο πουθενά και να
πάω στο πουθενά,
και φαντάζομαι εάν είναι ακόμα ζωντανή
θα βρίζει ακόμη
για κάτι
αλλά δεν κρατάω πια το κοφτερό μαχαίρι
κοντά στη φλέβα του λαιμού-
το τέλος πλησιάζει
από μόνο του.
3 σημείωση
πνίξτε τους κύκνους στα βρωμόνερα,
κατεδαφίστε τις πινακίδες,
δοκιμάστε τα δηλητήρια,
χωρίστε τις αγελάδες
απ’ τους ταύρους,
τα φυτά απ’τον ήλιο,
πάρτε τα φιλιά λεβάντας απ’τη νύχτα μου,
βγάλτε τις ορχήστρες συμφωνικής μουσικής στους δρόμους
σα ζητιάνους,
ακονίστε τα νύχια,
μαστιγώστε τις πλάτες των αγίων,
ετοιμάστε τα βατράχια και τα ποντίκια για τις γάτες,
κάψτε τους μαγευτικούς πίνακες,
κατουρίστε το χάραμα,
η αγάπη μου
είναι νεκρή.
4 τύχη
κάποτε
ήμασταν νέοι
σε αυτή
τη μηχανή…
πίνοντας
καπνίζοντας
χτυπώντας τη γραφομηχανή
ήταν η πιο
θαυμάσια
μαγευτική
εποχή
ακόμα
είναι
μόνο που τώρα
αντί
να προχωράμε εμείς
προς τον
χρόνο
εκείνος
προχωρά
προς εμάς
κάνει την κάθε λέξη
να τρυπά
βαθιά
το χαρτί
ξεκάθαρα
γρήγορα
σκληρά
να κλείνει
ένα κενό
που όλο στενεύει.
5 ηλιοβασίλεμα
κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.
ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως•
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται•
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ’ τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.
θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος
θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;
όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν
και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα’χουν απομακρύνει απ’ το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,
ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται.











Κατά έναν περίεργο τρόπο για ένα διάστημα διάβαζα πάντοτε Μπουκόβσκι στην τουαλέτα μου. Είχα πάντα τα βιβλία δίπλα στο πλυντήριο και την χέστρα και όποτε πέρναγα άνοιγα και μια σελίδα να κλέψω δυο λέξεις.
Η επιλογή είναι λίγο περίεργη των ποιημάτων.
Δεν θυμάμαι σε πια συλλογή είναι αυτά μα μου μοιάζουν πολύ απελπισμένα, ή απλά έντονα φορτισμένα από αυτή την “γεροντίστικη” σοφία της επίγνωσης. Αν δεν τον γνώριζα καθόλου θα έλεγα ότι είναι ποιήματα λίγο πριν το τέλος της ζωής του. Όπως και να έχει, τα συγκεκριμένα ποιήματα του μαζεμένα δείχνουν την τόσο επιδέξια, αφοπλιστική, επιλογή των λέξεων του. μαγικά κείμενα. ξεχειλίζουν ειλικρίνεια.
και για τέλος επέλεξα ένα κομματάκι αναγνωρίσιμης Μπουκοφσκικής γλώσσας.
“Άρχισα να κρυώνω. Όντας γερομαλάκας, σκέφτηκα πως το καλύτερο ήταν να φορέσω το σακάκι μου. Κατέβηκα με τις κυλιόμενες σκάλες από τον τέταρτο όροφο. Ποιος εφηύρε τις κυλιόμενες σκάλες; Σκαλοπάτια που κινούνται. Τώρα, μιλάμε για τρέλα. Οι άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν κυλιόμενες σκάλες, ασανσέρ, οδηγούν αυτοκίνητα, έχουν πόρτες στο γκαράζ που ανοίγουν με το πάτημα ενός κουμπιού. Ύστερα πηγαίνουν στα γυμναστήρια γα να διώξουν το λίπος. Σε 4000 χρόνια δεν θα έχουμε πια πόδια, θα κινούμαστε πάνω στις κωλοτρυπίδες μας ή ίσως θα κυλάμε σαν τα αγριόχορτα που παίρνει ο άνεμος. Κάθε είδος καταστρέφει τον εαυτό του. Αυτό που σκότωσε τους δεινόσαυρους ήταν πως έφαγαν τα πάντα κι ύστερα χρειάστηκε να φάει ο ένας τον άλλον κι αυτό οδήγησε στο να απομείνει ένας και πέθανε ο γαμημένος απʼ την πείνα.”
Γεια σου Νίκο. Βλέπω ότι προχωράς. Μπράβο. Αν θες πάρε το e-mail μου από το Ποιείν για να συζητήσουμε δυο τρία πράγματα.
Για τον Μπουκόβσκι τι να πούμε…. Όσοι τον αγαπούν και όσοι τον μισούν…. ξέρουν…
Συνέχισε.
ώρες ώρες αναρωτιέμαι τι καλά που θα τανε ο άνθρωπος να πέθαινε πάνω από μία φορά.
αριστουργήματα.
me agizei toso vathia h poihtikh omotita tou, pou afou exo diavasei merikes ekatodades grammes tou,niotho etoimos , na dexto-polemodas , ta pada…
ΠΩΣ ΝΑ ΔΗΛΩΣΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ:ΤΟ ΑΓΩΝΙΩΔΕΣ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑΣ ΦΕΥΓΑΛΕΑΣ ΜΑΤΙΑΣ ΠΟΥ ΣΕ ΛΥΤΡΩΝΕΙ:ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΥΛΙΓΟΥΝ ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ,ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ.
ΕΛΑ ΜΕΓΑΛΕ ΜΟΥ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ ΝΑ ΣΕ ΚΕΡΑΣΩ ΜΙΑ ΜΠΥΡΑ
ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΝΙΑΤΑ ΜΟΥ ΦΘΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΣΟΥ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΕΙ
ΕΛΑ ΜΑΖΙ ΝΑ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΟΥΜΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ
ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΜΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΔΟΝΤΙΑ ΠΟΥ ΑΠ”ΤΟΥΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΥΣ ΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΕΧΟΥΝ ΣΠΑΣΕΙ
ΜΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕΣ ΤΗ ΘΛΙΨΗ ΕΣΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΑΦΕΝΤΑΔΕΣ ΜΑ ΕΛΑ ΚΟΝΤΑ ΕΝΑ ΓΕΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΣΑΝ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΙ.
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΩ ΠΑΝΩ ΣΕ ΡΑΓΕΣ ΑΘΗΝΑ ΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΕΙΜΑΙ ΜΙΑ ΦΤΕΡΗ ΞΕΜΠΑΡΚΗ ΠΟΥ ΑΝΕΜΟΔΕΡΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΟΥΣΩΝΕΣ
ΣΑΝ ΝΑ ΜΕ ΠΟΤΙΣΕΣ ΠΟΛΥ ΤΗΣ ΖΗΣΗΣ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΙ
ΕΣΥ ΜΕΓΑΛΕ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΕΖΑ ΗΣΟΥΝ ΦΙΝΟΣ
ΑΧ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΣΕ”ΧΟΥΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΗ ΣΑΘΡΗ ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΠΛΗΞΗ
ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΡΕΧΟΥΝ ΞΕΜΠΑΡΚΑ ΤΗΝ ΕΡΗΜΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
ΥΓ.ΘΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΣΑ ΤΗΝ ΑΝΩΝΥΜΙΑ ΑΛΛΑ ΔΕ ΓΑΜΙΕΤΑΙ.ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΩ ΣΤΟΝ ΚΑΛΟ ΜΟΥ ΣΥΝΠΟΤΗ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΟΥΛΗ
ΘΑ ΓΕΥΤΟΥΜΕ ΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΝΗΣΙΑ
ΕΡΜΙΣ
… να κλωτσάει λάσπη και πεπρωμένα…
Αυτό.
“η αγωνία μπορεί να σκοτώσει
ή
η αγωνία μπορεί να κρατήσει το βάρος της ζωής
αλλά η ηρεμία είναι πάντα τρομακτική
η ηρεμία είναι ό,τι χειρότερο
να περπατάς
να μιλάς
να χαμογελάς,
να φαίνεται ότι είσαι.”
αυτη η γα… ηρεμια.