Σάββατο όλη τη μέρα με ψιλή βροχή, νυχτερινή περιπλάνηση στους έρημους δρόμους. Καταβύθιση σε θολά συναισθήματα, μνημονικές αναδρομές ανεξέλεγκτες, στο απροσδιόριστο άπειρο – μηδέν, ή στο για μένα δεν υπάρχει τίποτα. Σκέψη μιας γρήγορης αυτοκαταστροφής, που ξύνει το μυαλό και φεύγει. Αργότερα επιστροφή στο σπίτι, στην αδιατάραχτη ησυχία. Μονάχα ένα λάθος τηλεφώνημα και τίποτʼ άλλο. Ύστερα το βιβλίο, Borges, Blanchot, καμιά παρηγοριά. Η σόμπα, η παγωνιά του Μάρτη μήνα. Η Κυριακή την άλλη μέρα γιομάτη πνιγμένες κραυγές, ωστόσο άγριες απʼ το πρωί ως το βράδυ. Ακατάπαυστα.
Η νύχτα ήτανε χτες προχτές ένας απέναντι κατάμαυρος τοίχος. Αδύνατο να προσπεράσεις. Και κάτι καρέκλες πίσω απʼ τον τοίχο, γινόταν μια ανόητη φασαρία, οι πυροβολισμοί κι οι κραυγές κυριαρχούσαν. Ύστερα ξύπνησες με κάτι φωτεινά καρφιά στα χέρια. Η κάμαρα ήταν απέραντη μες το σκοτάδι και την ακινησία.
Στεγνό κορμί πυρακτωμένο πέταλο. Κι ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απʼ το καλοκαίρι. Ένα κορμί στο φως κινείται ζωντανό κι ευκίνητο σου σκίζει, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις. Προτείνει ένα πουκάμισο ανοιχτό και μαύρο. Προτείνει κι άλλα. Παράλογα όνειρα και πυρετούς και δίψα. Αισθάνεσαι ως τα σπλάχνα σου τη σκοτεινή φωτιά και διχοτομημένος. Με το μαχαίρι ευνουχισμένος. Το καλοκαίρι ο δαίμονας δίχως ανάσα δεν φυσάει πουθενά τα δέντρα απέξω απʼ το παράθυρο σηκώνονται άγρια ταξιδεύουνε στον ουρανό. Πολύ μακριά η ακαταμάχητη θάλασσα ο απέραντος άμμος χαρά τσουχτερή, το φως, το έτσι σκοτεινιασμένο φως σκοτεινιάζει τη θάλασσα. Μέλαινα ειμί και μαύρο πέταλο.
2
Πρέπει να πάψεις να φοβάσαι. Είναι απαράδεκτο να φοβάσαι. Υπάρχει τρόπος να ψάξεις, να καθορίσεις από πού κι από τι έρχεται αυτός ο φόβος. Ο φόβος είναι αθλιότητα, μην ξεπέφτεις εκεί. Πιάσε από την αρχή την γλώσσα σου. Κοίταξε τον τρόπο που εσύ την κάνεις να δουλέψει, να λειτουργήσει. Πως συνταιριάζεις τις λέξεις στη γλώσσα; Σε τι κανόνες, σε τι νόμους υπακούεις; Γιατί δεν γκρεμίζεις αυτό το καλοστημένο (ή δήθεν) γλωσσικό σου οικοδόμημα, γιατί δεν το ξαναφτιάχνεις από την αρχή, με άλλη γραμματική, με άλλη σύνταξη, με άλλες λέξεις, (ακόμα κι αυτό) άλλες σχέσεις, συναρτήσεις, δομές; Γιατί δέχεσαι υποταγμένος το κοινώς αποδεχτό νόημα, τη σημασία που σου έχει επιβληθεί αυτών ή εκείνων των λέξεων; Γιατί δεν τις τορπιλίζεις; Γιατί φοβάσαι; Δεν είναι αργά. Έτσι κι αλλιώς επικοινωνία δεν υπάρχει. Είναι απαράδεκτο να φοβάσαι.
Άσκημος, αξύριστος, ξευτελισμένος απʼ το χρόνο, κάθομαι σε μια γυμνή καρέκλα, στη μέση του δωματίου, το φως πάνω από το κεφάλι μου με απογυμνώνει, είμαι ηλίθιος, κοιτάζω ανέκφραστα τον ξεφτισμένο σοβά του τοίχου, μένω καθισμένος εκεί, ώρες ολάκερες, μέρες ολάκερες, είναι όνειρο φωνάζω και ξυπνάω κι όμως υπάρχει φως, και κάθομαι έτσι μισόγυμνος στην άκρη του κρεβατιού.
3
Ένα δωμάτιο δυνατή, μαύρη αρρώστια. Εσύ βογγάς με πόνους πυρετό και παραισθήσεις. Νύχτα και λίγο φως – μόλις που φαίνεται στο διπλανό γραφείο. Διψάς στάλα νερό στο διψαλέο ποτήρι κι η βρύση ακούγεται στον κάτου κόσμο. Έρχεται ο ύπνος και βυθίζεσαι, ξυπνάς απότομα χαράματα, μούσκεμα στον ιδρώτα. Ξαναβρίσκεις το κορμί σου, σακατεμένο όπου τʼ αγγίξεις. Η αρρώστια βγαίνει τώρα απʼ το κορμί σαν το ρετσίνι άμα χαράξεις βαθειά τη φλούδα στο πεύκο. Το ίδιο κι η πίκρα της αρρώστιας βγαίνει παντού απʼ το κορμί, πικραίνει γύρω ο τόπος, ονομάζεται Περισσός.
Η φρικιαστική αίσθηση της μοναξιάς, η επικοινωνία με τους άλλους, η αγωνία σου μπροστά στη βεβαιωμένη τώρα πια αδυνατότητα αυτής της επικοινωνίας. Ακολουθεί μια σύντομη αλύπητη διερεύνηση του εγώ, έρχεται η νύχτα σε πολλαπλασιάζει πότε με πραγματικότητες, πραγματικές αισθήσεις, πότε με παραισθήσεις κι όνειρα. Έχει ανοίξει το κορμί σου όλες τις πόρτες του και μπαίνουν μέσα του τα πάντα, τρέφεσαι και λεηλατείσαι. Παρʼ όλα αυτά αργότερα πέφτεις και κοιμάσαι σαν κτήνος. Την άλλη μέρα ακμαίος, δε συνέβη τίποτα. Le sentiment de ne pas comprendre autrui nʼest pas de ceux qui troublent les nuits de beaucoup de personnes.
Και υπήρχαν μέσα μου κραυγές. Πολλά χρόνια, όσο θυμάμαι. Τις έπνιγα και ξαναρχίζανε, τις άκουγα που ανέβαιναν με ορμή, ακατάπαυστα κύματα, σε ώρες απροσδιόριστες. Έλεγα μέσα μου: κλείσε καλά το καπάκι. Τίποτα δεν πρέπει νʼ ακουστεί, τίποτα να φτάσει στην επιφάνεια. Κραυγές του ονείρου και του φόβου, του ματωμένου κορμιού, της επιθυμίας, του θανάτου. Κι άλλες πολλές, κάθε φορά που σε περίμενα και δεν ερχόσουν. Όπως είπα, απέξω ήμουν κυριαρχημένος. Και τίποτα – έτσι νόμιζα – δεν ακουγόταν. Όμως αυτές ακουγόταν. Κυρίως το βράδυ μετά τη δύση του ήλιου ή το πρωί χαράματα που ξύπναγα κι έκλεινα το παράθυρο – με πείραζε το φως. Και κάθε νύχτα στο κρεβάτι μου προτού να κοιμηθώ. Σάββατο βράδυ 10-12, περπάτημα και καταβύθιση στο χώρο φανταστικών συναντήσεων, φανταστικών σκηνών και βασανιστηρίων. Η Κυριακή την άλλη μέρα πυρακτωμένες πέτρες πέφτανε από τον ουρανό.
Βιβλία, βιβλία, βιβλία. Και περιοδικά κι εφημερίδες. Όγκοι τυπωμένο χαρτί, το σπίτι ασφυχτικά γεμάτο, ολάκερα βουνά γύρω γύρω, βιβλία ασάλευτα κι αμετακίνητα, βυθισμένα στη σκόνη, φθαρμένα από το χρόνο, (που κατάφαγε και σένα), ακατανόητα τώρα και μάταια κι άχρηστα. Τι πάθος κάποτε για όλα αυτά, για το παραμικρότερο απʼ αυτά! Βέβαια εσύ και σήμερα διαβάζεις, επιμένεις, βασανίζεσαι. Όμως καμιά δυνατή χαρά, καμιά ερεθιστική έκπληξη. Κανείς δε βγάζει με το μαχαίρι του φλούδες από το κορμί σου, όπως γινότανε παλιά, όταν ανακάλυπτες και τούτο και κείνο και το άλλο και ξενύχταγες και μεθυσμένος, μεταρσιωμένος και πήγαινες ως τα χαράματα.
Τώρα έχασες το ενδιαφέρον σου ακόμα και για την ποίηση, όπως χάνει κανείς – ας πούμε απʼ τα σαράντα κι ύστερα – σιγά σιγά τα μαλλιά του, τα δόντια του ή τη μνήμη του. Αυτά (σε σένα φυσικά) πάνε. Δεν απομένει παρά να χάσεις τʼ αρχίδια σου, να γυρίσεις ξερός στον τοίχο και να πεθάνεις.
(σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος“)











19 ποιητικές συλλογές, 18 ποιητές, 1 εκτενής εισαγωγή του Ζ.Δ.Αϊναλή,
το αφιέρωμα στην ελληνική ποίηση 1952-1974
http://www.poiein.gr/category/greek-poetry-1952-1974
ολοκληρώνεται σήμερα.
Μερικές αναρτήσεις σχολιάστηκαν επίμονα, άλλες λιγότερο, εκεί που πιστεύαμε πως είχαμε απλώς ένα μουσειακό υλικό, κάναμε λάθος, η ποίηση, τα ποιήματα κυρίως, δεν κατατάσσονται εύκολα, δεν γίνονται ανδριάντες.
Νέες αναγνώσεις, νέες οπτικές γωνίες, νέα ερεθίσματα, τα κάνουν να παραμένουν εκεί, ανοικτά κάθε φορά στην αντίληψη του “ωραίου” που συνεχώς μεταβάλλεται μέσα μας επειδή αλλάζει πρώτα “γύρω μας”.
Το αφιέρωμα του Ζήση, ένα από τα πρώτα που κινείται στην κατεύθυνση του “ποιήματος” κι όχι του “ποιητή”, παρόλες τις αδυναμίες του (μικρός αριθμός ποιημάτων για μια τόση μεγάλη περίοδο) δείχνει πλέον τον δρόμο που θα ακολουθήσουν οι ανθολογίες στον νέο αιώνα:
ανθολογίες ποιημάτων και όχι ποιητών.
Ήδη δεν είναι μόνος: ο Δημήτριος Μουζάκης στο “Στιχοδρόμιο” http://stixodromio.blogspot.com/
επιχειρεί μια παρόμοια ανθολογία ποιημάτων και μάλιστα με το ρίσκο της άμεσης ποιητικής παραγωγής, χωρίς τα ευεργετικά όρια του χρόνου (ο οποίος χρόνος κάνει τη σημαντικότερη δουλειά απ’ όλους τους ανθολόγους μαζί: το κοινώς πανθομολογούμενο κι απαραίτητο “ξεσκαρτάρισμα”).
Στην ίδια κατεύθυνση πρέπει να αναφέρω τη δουλειά του Γιάννη Λειβαδά, με την “Ανθολογία νεότερης Ελληνικής Ποίησης” που στηρίξαμε από την πρώτη στιγμή, με δηλωμένη την αγάπη του Λειβαδά στα ποιήματα και όχι στα ονόματα των ποιητών.
Να ευχαριστήσουμε και πάλι τον Αϊναλή για το αφιέρωμά του, γνωρίζοντας πως μια παρόμοια “ανθολογία ποιημάτων και όχι ονομάτων”, (άσχετα από το ποιός θα την κάνει)κάποια μέρα θα είναι το ανάγμωσμα της νέας χιλιετηρίδας (για να χρησιμοποιήσουμε κι έναν όρο αγαπημένο στον κ. Μπαμπινιώτη και τη Στοά του)…
ο γιατρός ποιητής
ποίηση σαν γιατρικό
ποιήματα με πυρετό
και προπαντώς πόνος για την
αιμάσσουσα πατρίδα
για τον γυμνό άνθρωπο
κι έτσι ο Σινόπουλος
-τύχη καλή-
ζωντανός ανάμεσά μας
Η διεύθυνση αυτή http://www.poiein.gr/category/greek-poetry-1952-1974
με πετάει έξω. Είναι καλό να βάλεττε αυτό το αφιέρωμα στο χώρο σας