Μια πρώτη προσέγγιση
με αφορμή την ποιητική συλλογή του
Σωτήρη Παστάκα
Χόρχε Μελάνι 2008
Οι ποιητές είναι γνωστό ότι γοητεύονται πολύ από τα ζώα και ιδιαίτερα από τις γάτες από τις οποίες εμπνέονται και γράφουν. Πράγματι είναι πολύ στενός ο δεσμός ανάμεσα στην ποίηση και στα μικρά αιλουροειδή: γοητευμένοι από τις ντελικάτες κινήσεις τους, από τον ανεξάρτητο χαρακτήρα τους, από την αφοσίωσή τους, μεγάλοι ποιητές όλων των εποχών έχουν τους αφιερώσει ερωτικούς στίχους.
Ο ποιητής Aldous Huxley έλεγε στους μαθητές του που του είχαν ζητήσει το μυστικό της επιτυχίας στην λογοτεχνία: “Εάν θέλετε να γράφετε, να έχετε μαζί σας γάτες». Ο μεγάλος ιταλός ποιητής του 1500 Torquato Tasso, έγραψε το «Σονέτο για τις γάτες μου», στο οποίο ζητούσε από την ψιψίνα του να του δανείσει τα μάτια της για να μπορεί να γράφει και τη νύχτα. Ο Charles Baudelaire, ο ποιητής της συλλογής Τα άνθη του Κακού , αγαπούσε πολύ τα γατιά στα οποία αφιέρωσε και πάρα πολλούς στίχους, που περιέχονται όλοι στην συλλογή Spleen e Ideale.
Στην μικρή αυτή ανθολογία που ετοιμάσαμε, περιλαμβάνονται ποιήματα ελλήνων και ξένων ποιητών που είναι αφιερωμένα στις γάτες ή που κάνουν κάποια μικρή αναφορά σ’ αυτές. Κάποια τα παραθέτουμε και μεταφρασμένα.
Charles Baudelaire
Le Chat
Viens, mon beau chat, sur mon coeur amoureux;
Retiens les griffes de ta patte,
Et laisse-moi plonger dans tes beaux yeux,
Mêlés de métal et d’agate.
Lorsque mes doigts caressent à loisir
Ta tête et ton dos élastique,
Et que ma main s’enivre du plaisir
De palper ton corps électrique,
Je vois ma femme en esprit. Son regard,
Comme le tien, aimable bête
Profond et froid, coupe et fend comme un dard,
Et, des pieds jusques à la tête,
Un air subtil, un dangereux parfum
Nagent autour de son corps brun.
Un chat
Dans ma cervelle se promène,
Ainsi qu’en son appartement,
Un beau chat, fort, doux et charmant.
Quand il miaule on l’entend à peine,
Tant son timbre est tendre et discret;
Mais que sa voix s’apaise ou gronde,
Elle est toujours riche et profonde.
C’est là son charme et son secret.
Cette voix, qui perle et qui filtre,
Dans mon fonds le plus ténébreux,
Me remplit comme un vers nombreux
Et me réjouis comme un philtre.
Elle endort les plus cruels maux
Et contient toutes les extases;
Pour dire les plus longues phrases,
Elle n’a pas besoin de mots;
Non, il n’est pas d’archet qui morde
Sur mon coeur, parfait instrument,
Et fasse plus royalement
Chanter sa plus vibrante corde,
Que ta voix, chat mystérieux,
Chat séraphique, chat étrange,
En qui tout est, comme en un ange,
Aussi subtil qu’harmonieux!
– De sa fourrure blonde et brune
Sort un parfum si doux, qu’un soir
J’en fus embaumé, pour l’avoir
Caressée une fois, rien qu’une.
C’est l’esprit familier du lieu;
Il juge, il préside, il inspire
Toutes choses dans son empire;
Peut-être est-il fée est-il dieu?
Quand mes yeux, vers ce chat que j’aime
Tirés comme par un aimant,
Se retournent docilement
Et que je regarde en moi-même,
Je vois avec étonnement
Le feu de ses prunelles pâles,
Clairs fanaux, vivantes opales,
Qui me contemplent fixement.
Charles Baudelaire
Ο Γάτος
Μες στο μυαλό μου περπατά,
Όπως στο διαμέρισμά του, ένας ωραίος,
Γάτος δυνατός, γλυκός και γοητευτικός
Όταν νιαουρίζει, μόλις που ακούγεται,
Τόσο ο ήχος του είναι τρυφερός και διακριτικός
Αλλά η φωνή του είτε μαλακώνει είτε μαλώνει,
είναι πάντα πλούσια και βαθιά.
Να, η γοητεία του και το μυστικό του.
Αυτή η φωνή που αναβλύζει κόμπο κόμπο
Κι εισδύει στα πιο σκοτεινά μου βάθη
Σαν έπος πολύστιχο με γεμίζει
Και μ’ ευχαριστεί σα φίλτρο !
Αποκοιμίζει τους πιο σκληρούς πόνους !
Έχει μέσα του όλες τις εκστάσεις !
δεν του χρειάζονται οι λέξεις
Για να εκφράσει τις μεγάλες φράσεις.
Όχι, δεν υπάρχει δοξάρι που ν’ αγγίζει
Την καρδιά μου, όργανο τέλειο,
Και να κάνει πιο βασιλικά
Να τραγουδά η παλλόμενη χορδή της,
Απ’ ό,τι η φωνή σου, γάτε μυστηριακέ
Γάτε αγγελικέ, γάτε μοναδικέ,
Που όλα μέσα σου είναι, σα σε άγγελο,
Το ίδιο τέλειος κι αρμονικός!
-Από την καστανόξανθή σου γούνα
Αναδύεται άρωμα τόσο γλυκό, που κάποιο δειλινό
Ευφράνθηκα χαϊδεύοντάς την
Μια φορά, μόνο μια φορά.
Είναι το φιλικό δαιμόνιο του τόπου
Κρίνει, προεδρεύει, εμπνέει
Το καθετί μες το βασίλειό του
Ίσως να είναι νεράιδα, ή Θεός;
Όταν τα μάτια μου στο γάτο που αγαπώ
Σα μαγνητισμένα,
Στρέφονται πειθήνια
Και κοιτάζω εντός μου,
Έκθαμβος βλέπω
Τη φωτιά απ’ τις χλομές του κόρες
Φάρους καθαρούς, ζωντανές οπάλιες.
Που μ’ ατενίζουν σταθερά.
T. S. Eliot
The Naming of Cats is a difficult matter,
It isn’t just one of your holiday games;
You may think at first I’m as mad as a hatter
When I tell you, a cat must have THREE DIFFERENT NAMES.
First of all, there’s the name that the family use daily,
Such as Peter, Augustus, Alonzo or James,
Such as Victor or Jonathan, George or Bill Bailey–
All of them sensible everyday names.
There are fancier names if you think they sound sweeter,
Some for the gentlemen, some for the dames:
Such as Plato, Admetus, Electra, Demeter–
But all of them sensible everyday names.
But I tell you, a cat needs a name that’s particular,
A name that’s peculiar, and more dignified,
Else how can he keep up his tail perpendicular,
Or spread out his whiskers, or cherish his pride?
Of names of this kind, I can give you a quorum,
Such as Munkustrap, Quaxo, or Coricopat,
Such as Bombalurina, or else Jellylorum-
Names that never belong to more than one cat.
But above and beyond there’s still one name left over,
And that is the name that you never will guess;
The name that no human research can discover–
But THE CAT HIMSELF KNOWS, and will never confess.
When you notice a cat in profound meditation,
The reason, I tell you, is always the same:
His mind is engaged in a rapt contemplation
Of the thought, of the thought, of the thought of his name:
His ineffable effable
Effanineffable
Deep and inscrutable singular Name.
το να βαφτίζεις τα γατιά, έχει μια δυσκολία…
δεν είναι επιπόλαιη κι ανάλαφρη ασχολία
καθόλου δεν τρελάθηκα και δεν το λέω αστεία:
κάθε μια γάτα , ονόματα πρέπει να έχει τρία!
ένα να τη φωνάζουμε στην οικογένειά της
ας πούμε, βίκτωρ, αύγουστος, τζωρτζίνα, ιπποκράτης
ας πούμε μέρλιν, τζόναθαν, αλόνζο, μανταλένα
καθημερινά ονόματα, καλά, συνηθισμένα.
να βρείτε ωραιότερα υπάρχουν ευκαιρίες
ονόματα για τζέντλεμεν και άλλα για κυρίες
ας πούμε, πλάτων , άδμητος, ηλέκτρα, ευρυάλη
μα όλα αυτά είναι κοινά και θα τα έχουν κι άλλοι.
μια γάτα όμως, να ξέρετε, θέλει και το δικό της
το δεύτερό της τ’ όνομα να ν ‘αποκλειστικό της!
για να μπορεί αφ’ υψηλού τον κόσμο να κοιτάει
και την ουρά της πάντοτε ψηλά να την κρατάει.
πρέπει να είναι όνομα μονάχα για μια γάτα:
χουρχούρης, για παράδειγμα, γλείψος, χνουδοπατάτα
κι άλλα πολλά τέτοιας λογής μπορώ να αναφέρω:
μπομπαλουρίνα, πιρπιρής, φρουφρου, τρελοκαμπέρω.
πέρα όμως απ’ αυτά τα δυο, υπάρχει κι ένα άλλο
τ΄ όνομα το μοναδικό, το τρίτο, το μεγάλο
το όνομα το μυστικό, που άνθρωπος δεν ξέρει
και γάτα σ’ άνθρωπο μπροστά ποτέ δεν αναφέρει.
όταν σε διαλογισμό λοιπόν μια γάτα δείτε
πάντα ο λόγος είν’ αυτός και να το θυμηθείτε:
σ’ απύθμενους συλλογισμούς βρίσκεται βυθισμένη
για τ’ όνομα το άρρητο
το αρρητορητονιάρρητο
το όνομά της το κρυφό σκέφτεται μαγεμένη…
T. S. Eliot
Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής του Γέρο-Πόσουμ
Μετ.Παυλίνα Παμπούδη, Γιάννης Ζέρβας
T. S. Eliot
T he Old Gumbie Cat
I have a Gumbie Cat in mind, her name is Jennyanydots;
Her coat is of the tabby kind, with tiger stripes and leopard spots.
All day she sits upon the stair or on the steps or on the mat:
She sits and sits and sits and sits – and that’s what makes a Gumbie Cat!
But when the day’s hustle and bustle is done,
Then the Gumbie Cat’s work is but hardly begun.
And when all the family’s in bed and asleep,
She slips down the stairs to the basement to creep.
She is deeply concerned with the ways of the mice –
Their behaviour’s not good and their manners not nice;
So when she has got them lined up on the matting,
She teaches them music, crocheting and tatting.
I have a Gumbie Cat in mind, her name is Jennyanydots;
Her equal would be hard to find, she likes the warm and sunny spots.
All day she sits beside the hearth or in the sun or on my hat:
She sits and sits and sits and sits – and that’s what makes a Gumbie Cat!
But when the day’s hustle and bustle is done,
Then the Gumbie Cat’s work is but hardly begun.
As she finds that the mice will not ever keep quiet,
She is sure ist is due to irregular diet
And believing that nothing is done without trying,
he sets straight to work with her baking and frying.
She makes them a mouse-cake of bread and dried peas,
And a beautiful fry of lean bacon and cheese.
I have a Gumbie Cat in mind, her name is Jennyanydots;
The curtain-cord she likes to wind, and tie it into sailor-knots.
She sits upon the window-sill, or anything that’s smooth and flat:
She sits and sits and sits and sits – and that’s what makes a Gumbie Cat!
But when the day’s hustle and bustle is done,
Then the Gumbie Cat’s work is but hardly begun.
She thinks that the cockroaches just need employment,
So she’s formed, from that lot of disorderly louts,
A troop of well-disciplined helpful boy-scouts,
With a purpose in life and a good deed to do –
And she’s even created a Beetles’ Tattoo.
So for Old Gumbie Cats let us now give three cheers –
On whom well-ordered households depend, it appears.
Macavity: The Mystery Cat
Macavity’s a Mystery Cat: he’s called the Hidden Paw –
For he’s the master criminal who can defy the Law.
He’s the bafflement of Scotland Yard, the Flying Squad’s despair:
For when they reach the scene of crime – Macavity’s not there!
Macavity, Macavity, there’s no one like Macavity,
He’s broken every human law, he breaks the law of gravity.
His powers of levitation would make a fakir stare,
And when you reach the scene of crime – Macavity’s not there!
You may seek him in the basement, you may look up in the air –
But I tell you once and once again, Macavity’s not there!
Mcavity’s a ginger cat, he’s very tall and thin;
You would know him if you saw him, for his eyes are sunken in.
His brow is deeply lined with thought, his head is highly domed;
His coat is dusty from neglect, his whiskers are uncombed.
He sways his head from side to side, with movements like a snake;
And when you think he’s half asleep, he’s always wide awake.
Macavity, Macavity, there’s no one like Macavity,
For he’s a fiend in feline shape, a monster of depravity.
You may meet him in a by-street, you may see him in the square –
But when a crime’s discovered, then Macavity’s not there!
He’s outwardly respectable. (They say he cheats at cards.)
And his footprints are not found in any file of Scotland Yard’s.
And when the larder’s looted, or the jewel-case is rifled,
Or when the milk is missing, or another Peke’s been stifled,
Or the greenhouse glass is broken, and the trellis past repair –
Ay, there’s the wonder of the thing! Macavity’s not there!
And when the Foreign Office find a Treaty’s gone astray,
Or the Admiralty lose some plans and drawings by the way,
There may be a scrap of paper in the hall or on the stair –
But it’s useless to investigate – Mcavity’s not there!
And when the loss has been disclosed, the Secret Service say:
`It must have been Macavity!’ – but he’s a mile away.
You’ll be sure to find him resting, or a-licking of his thumbs,
Or engaged in doing complicated long-division sums.
Macavity, Macavity, there’s no one like Macavity,
There never was a Cat of such deceitfulness and suavity.
He always has an alibi, and one or two to spaer:
At whatever time the deed took place – MACAVITY WASN’T THERE!
And they say that all the Cats whose wicked deeds are widely known
(I might mention Mungojerrie, I might mention Griddlebone)
Are nothing more than agents for the Cat who all the time
Just controls their operations: the Napoleon of Crime!
Gus: The Theatre Cat
Gus is the Cat at the Theatre Door.
His name, as I ought to have told you before,
Is really Asparagus. That’s such a fuss
To pronounce, that we usually call him just Gus.
His coat’s very shabby, he’s thin as a rake,
And he suffers from palsy that makes his paw shake.
Yet he was, in his youth, quite the smartest of Cats –
But no longer a terror to mice and to rats.
For he isn’t the Cat that he was in his prime;
Though his name was quite famous, he says, in its time.
And whenever he joins his friends at their club
(Which takes place atthe back of the neighbouring pub)
He loves to regale them, if someone else pays,
With anecdotes drawn from his palmiest days.
For he once was a Star of the highest degree –
He has acted with Irving, he’s acted with Tree.
And he likes to relate his success on the Halls,
Where the Gallery once gave him seven cat-calls.
But his grandest creation, as he loves to tell,
Was Firefrorefiddle, the Fiend of the Fell.
`I have played’, so he says, `every possible part,
And I used to know seventy speeches by heart.
I’d extemporize back-chat, I knew how to gag,
And I know how to let the cat out of the bag.
I knew how to act with my back and my tail;
With an hour of rehearsal, I never could fail.
I’d a voice that would soften the hardest of hearts,
Whether I took the lead, or in character parts.
I have sat by the bedside of poor Little Nell;
When the Curfew was rung, then I swung on the bell.
In the Pantomime season I never fell flat
And I once understudied Dick Whittington’s Cat.
But my grandest creation, as history will tell,
Was Firefrorefiddle, the Fiend of the Fell.’
Then, if someone will givve him a toothful of gin,
He will tell how he once played a part in East Lynne.
At a shakespeare performance he once walked on pat,
When some actor suggested the need for a cat.
He once played a Tiger – could do it again –
Which an Indian Colonel pursued down a drain.
And he thinks that he still can, much better than most,
Produce blood-curdling noises to bring on the Ghost.
And he once crossed the stage on a telegraph wire,
To rescue a child when a house was on fire.
And he says: `Now, these kittens, they do not get trained
As we did in the days when Victoria reigned.
They never get drilled in a regular troupe,
And they think they are smart, just to jump through a hoop.’
And he’ll say, as he scratches himself with his claws,
`Well, the Theatre’s certainly not what it was.
These modern productions are all very well,
But there’s nothing to equal, from what I hear tell,
That moment of mystery
When I made history
As Firefrorefiddle, the Fiend of the Fell.’
T. S. Eliot
Bustopher Jones: The Cat about Town
Bustopher Jones is not skin and bones –
In fact, he’s remarkably fat.
He doesn’t haunt pubs – he has eight or nine clubs,
For he’s the St. James’s Street Cat!
He’s the Cat we all greet as he walks down the street
In his coat of fastidious black:
No commonplace mousers have such well-cut trousers
Or such an impeccable back.
In the whole of St. James’s the smartest of names is
The name of this Brummell of Cats;
And we’re all of us proud to be nodded or bowed to
By Bustopher Jones in white spats!
His visits are occasional to the Senior Educational
and it is against the rules
For any one cat to belong both to that
And the Joint Superior Schools.
For a similar reason, when game is in season
He is found, not at Fox’s, but Blimp’s;
But he’s frequently seen at the gay Stage and Screen
Which is famous for winkles and shrimps.
In the season of venison he gives his ben’son
To the Pothunter’s succulent bones;
And just before noon’s not a moment too soon
To drop in for a drink at the Drones.
When he’s seen in a hurry there’s probably curry
At the Siamese – or at the Glutton;
If he looks full of gloom then he’s lunched at the Tomb
On cabbage, rice pudding and mutton.
So, much in this way, passes Bustopher’s day –
At one club or another he’s found.
It can cause no surprise that under our eyes
He has grown unmistakably round.
He’s a twenty-five pounder, or I am a bounder,
And he’s putting on weight every day:
But he’s so well preserved because he’s observed
All his life a routine, so he’ll say.
And (to put it in rhyme) `I shall last out my time’
Is the word of this stoutest of Cats.
It must and it shall be Spring in Pall Mall
While Bustopher Jones wears white spats!
T. S. Eliot
Skimbleshanks: The Railway Cat
There’s a whisper down the line at 11.39
When the Night Mail’s ready to depart,
Saying `Skimble where is Skimble has he gone to hunt the thimble?
We must find him orthe train can’t start.’
All the guards and all the porters and the stationmaster’s daughters
They are searching high and low,
Saying `Skimble where is Skimble for unless he’s very nimble
Then the Night Mail just can’t go.’
At 11.42 then the signal’s nearly due
And the passengers are frantic to a man –
Then Skimble will appear and he’ll saunter to the rear:
He’s been busy in the luggage van!
He gives one flash of his glass-green eyes
And the signal goes `All Clear!’
And we’re off at last for the northern part
Of the Northern Hemisphere!
You may say that by and large it is Skimble who’s in charge
Of the Sleeping Car Express.
From the driver and the guards to the bagmen playing cards
He will supervise them all, more or less.
Down the corridor he paces and examines all the faces
Of the travellers in the First and in the Third;
He establishes control by a regular patrol
And he’d know at once if anything occurred.
He will watch you without winking and he sees what you are thinking
And it’s certain that he doesn’t approve
Of hilarity and riot, so the folk are very quiet
When Skimble is about and on them ove.
You can play no pranks with Skimbleshanks!
He’s a Cat that cannot be ignored;
So nothing goes wrong on the Northern Mail
When Skimbleshanks is aboard.
Oh it’s very pleasant when you have found your little den
With your name written up on the door.
And the berth is very neat with a newly folded sheet
And there’s not a speck of dust on the floor.
There is every sort of light – you can make it dark or bright;
There’s a button that you turn to make a breeze.
There’s a funny little basin you’re supposed to wash your face in
And a crank to shut the window if you sneeye.
Then the guard looks in politely and will ask you very brightly
`do you like your morning tea weak or strong?’
But Skimble’s just behind him andwas ready to remind him,
For Skimble won’t let anything go wrong.
And when you creep into your cosy berth
And pull up the counterpane,
You are bound to admit that it’s very nice
To know that your won’t be bothered by mice –
You can leave all that to the Railway Cat,
The Cat of the Railway Train!
In the middle of the night he is always fresh and bright;
Every now and then he has a cup of tea
With perhaps a drop of Scotch while he’s keeping on the watch,
Only stopping here and there to catch a flea.
You were fast asleep at Crewe and so you never knew
That he was walking up and down the station;
You were sleeping all the while he was busy at Carlisle,
Where he greets the stationmaster with elation.
But you saw him at Dumfries, where he summons the police
If there’s anything they ought to know about:
when you get to Gallowgate there you do not have to wait –
For Skimbleshanks will help you to get out!
He gives you a wave of his long brown tail
Which says: `I’ll see you again!
You’ll meet without fail on the Midnight Mail
The Cat of the Railway Train.’
Pablo Neruda
Oda al gatto
Los animales fueron
imperfectos,
largos de cola, tristes
de cabeza.
Poco a poco se fueron
componiendo,
haciéndose paisaje,
adquiriendo lunares, gracia, vuelo.
El gato,
sólo el gato
apareció completo
y orgulloso:
nació completamente terminado,
camina solo y sabe lo que quiere.
El hombre quiere ser pescado y pájaro,
la serpiente quisiera tener alas,
el perro es un león desorientado,
el ingeniero quiere ser poeta,
la mosca estudia para golondrina,
el poeta trata de imitar la mosca,
pero el gato
quiere ser sólo gato
y todo gato es gato
desde bigote a cola,
desde presentimiento a rata viva,
desde la noche hasta sus ojos de oro.
No hay unidad
como él,
no tienen
la luna ni la flor
tal contextura:
es una sola cosa
como el sol o el topacio,
y la elástica línea en su contorno
firme y sutil es como
la línea de la proa de una nave.
Sus ojos amarillos
dejaron una sola
ranura
para echar las monedas de la noche.
Oh pequeño
emperador sin orbe,
conquistador sin patria,
mínimo tigre de salón, nupcial
sultán del cielo
de las tejas eróticas,
el viento del amor
en la intemperie
reclamas
cuando pasas
y posas
cuatro pies delicados
en el suelo,
oliendo,
desconfiando
de todo lo terrestre,
porque todo
es inmundo
para el inmaculado pie del gato.
Oh fiera independiente
de la casa, arrogante
vestigio de la noche,
perezoso, gimnástico
y ajeno,
profundísimo gato,
policía secreta
de las habitaciones,
insignia
de un
desaparecido terciopelo,
seguramente no hay
enigma
en tu manera,
tal vez no eres misterio,
todo el mundo te sabe y perteneces
al habitante menos misterioso,
tal vez todos lo creen,
todos se creen dueños,
propietarios, tíos
de gatos, compañeros,
colegas,
discípulos o amigos
de su gato.
Yo no.
Yo no suscribo.
Yo no conozco al gato.
Todo lo sé, la vida y su archipiélago,
el mar y la ciudad incalculable,
la botánica,
el gineceo con sus extravíos,
el por y el menos de la matemática,
los embudos volcánicos del mundo,
la cáscara irreal del cocodrilo,
la bondad ignorada del bombero,
el atavismo azul del sacerdote,
pero no puedo descifrar un gato.
Mi razón resbaló en su indiferencia,
sus ojos tienen números de oro.
Edmond Rostand
Le Petit Chat
C’est un petit chat noir effronté comme un page,
Je le laisse jouer sur ma table souvent.
Quelquefois il s’assied sans faire de tapage,
On dirait un joli presse-papier vivant.
Rien en lui, pas un poil de son velours ne bouge ;
Longtemps, il reste là, noir sur un feuillet blanc,
A ces minets tirant leur langue de drap rouge,
Qu’on fait pour essuyer les plumes, ressemblant.
Quand il s’amuse, il est extrêmement comique,
Pataud et gracieux, tel un ourson drôlet.
Souvent je m’accroupis pour suivre sa mimique
Quand on met devant lui la soucoupe de lait.
Tout d’abord de son nez délicat il le flaire,
La frôle, puis, à coups de langue très petits,
Il le happe ; et dès lors il est à son affaire
Et l’on entend, pendant qu’il boit, un clapotis.
Il boit, bougeant la queue et sans faire une pause,
Et ne relève enfin son joli museau plat
Que lorsqu’il a passé sa langue rêche et rose
Partout, bien proprement débarbouillé le plat.
Alors il se pourlèche un moment les moustaches,
Avec l’air étonné d’avoir déjà fini.
Et comme il s’aperçoit qu’il s’est fait quelques taches,
Il se lisse à nouveau, lustre son poil terni.
Ses yeux jaunes et bleus sont comme deux agates ;
Il les ferme à demi, parfois, en reniflant,
Se renverse, ayant pris son museau dans ses pattes,
Avec des airs de tigre étendu sur le flanc.
Rainer Maria Rilke
Black Cat
A ghost, though invisible, still is like a place
your sight can knock on, echoing; but here
within this thick black pelt, your strongest gaze
will be absorbed and utterly disappear:
just as a raving madman, when nothing else
can ease him, charges into his dark night
howling, pounds on the padded wall, and feels
the rage being taken in and pacified.
She seems to hide all looks that have ever fallen
into her, so that, like an audience,
she can look them over, menacing and sullen,
and curl to sleep with them. But all at once
as if awakened, she turns her face to yours;
and with a shock, you see yourself, tiny,
inside the golden amber of her eyeballs
suspended, like a prehistoric fly.
William Butler Yeats
THe cat and the moon
The cat went here and there
And the moon spun round like a top,
And the nearest kin of the moon,
The creeping cat, looked up.
Black Minnaloushe stared at the moon,
For, wander and wail as he would,
The pure cold light in the sky
Troubled his animal blood.
Minnaloushe runs in the grass
Lifting his delicate feet.
Do you dance, Minnaloushe, do you dance?
When two close kindred meet,
What better than call a dance?
Maybe the moon may learn,
Tired of that courtly fashion,
A new dance turn.
Minnaloushe creeps through the grass
From moonlit place to place,
The sacred moon overhead
Has taken a new phase.
Does Minnaloushe know that his pupils
Will pass from change to change,
And that from round to crescent,
From crescent to round they range?
Minnaloushe creeps through the grass
Alone, important and wise,
And lifts to the changing moon
His changing eyes.
John Keats
To Mrs. Reynolds’ Cat
Cat! who hast pass’d thy grand climacteric,
How many mice and rats hast in thy days
Destroy’d? — How many tit bits stolen? Gaze
With those bright languid segments green, and prick
Those velvet ears — but pr’ythee do not stick
Thy latent talons in me — and upraise
Thy gentle mew — and tell me all thy frays
Of fish and mice, and rats and tender chick.
Nay, look not down, nor lick thy dainty wrists —
For all the wheezy asthma, — and for all
Thy tail’s tip is nick’d off — and though the fists
Of many a maid have given thee many a maul,
Still is that fur as soft as when the lists
In youth thou enter’dst on glass-bottled wall.
Fernando Pessoa
Gato que brincas na rua
Gato que brincas na rua
como se fosse na cama,
invejo a sorte que é tua
porque nem sorte se chama.
Bom servo das leis fatais
que regem pedras e gentes,
que tens instintos gerais
e sentes só o que sentes.
És feliz porque és assim,
todo o nada que és, é teu.
Eu vejo-me e estou sem mim,
conheço-me e não sou eu.
************************
Gato que juegas en la calle
como si fuese en la cama,
envidio la suerte que es tuya
porque ni suerte se llama.
Buen siervo de las leyes fatales
que rigen piedras y gentes,
que tienes instintos generales
y sientes sólo lo que sientes.
Eres feliz porque eres así,
toda la nada que eres, es tuya.
Me veo y estoy sin mí,
me conozco y no soy yo.
Umberto Saba
La gatta
La tua gattina è diventata magra.
Altro male non è il suo che d’amore:
male che alle tue cure la consacra.
Non provi un’accorata tenerezza?
Non la senti vibrare come un cuore
sotto alla tua carezza?
Ai miei occhi è perfetta
come te questa tua selvaggia gatta,
ma come te ragazza
e innamorata, che sempre cercavi,
che senza pace qua e là t’aggiravi,
che tutti dicevano :”È pazza”.
È come te ragazza.
Jorge Luis Borges
A un gato
No son más silenciosos los espejos
ni más furtiva el alba aventurera;
eres, bajo la luna, esa pantera
que nos es dado divisar de lejos.
Por obra indescifrable de un decreto
divino, te buscamos vanamente;
tuya es la soledad, tuyo el secreto.
Tu lomo condesciende a la morosa
caricia de mi mano. Has admitido,
desde esa eternidad que ya es olvido,
el amor de la mano recelosa.
En otro tiempo estás. Eres el dueño
de un ámbito cerrado como un sueño.
Jorge Luis Borges
Σ’ ΕΝΑ ΓΑΤΟ
Είσαι πολύ πιο σιωπηλός απ’ τους καθρέφτες
και πιο κρυφός από την πολυκύμαντη αυγή
είσαι κείνος ο πάνθηρας που μόνο από μακριά,
κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο, μας επιτρέπει να κοιτάζουμε η μοίρα.
Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους
μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου
πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ’ το Γάγγη
εσύ κρατάς το μυστικό κλειδί της μοναξιάς.
Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο
του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα
που πια έχουν γίνει λησμονιά, αφήνεις μόνο
στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά.
Ζεις σε αλλιώτικους καιρούς. Εξουσιάζεις
έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου.
Wislawa Szymborska
Kot w pustym mieszkaniu
Umrzeć – tego nie robi się kotu.
Bo co ma począć kot
w pustym mieszkaniu?
Wdrapywać się na ściany.
Ocierać między meblami?
Nic niby tu nie zmienione,
a jednak pozamieniane.
Niby nie przesunięte,
a jednak porozsuwane.
I wieczorami lampa już nie świeci.
Słychać kroki na schodach,
ale to nie te.
Ręka, co kładzie rybę na talerzyk,
także nie ta, co kładła.
Coś się tu nie zaczyna
w swojej zwykłej porze.
Coś się tu nie odbywa
jak powinno.
Ktoś tutaj był i był,
a potem nagle zniknął
i uporczywie go nie ma.
Do wszystkich szaf się zajrzało.
Przez półki przebiegło.
Wcisnęło się pod dywan i sprawdziło.
Nawet złamało zakaz
i rozrzuciło papiery.
Co więcej jest do zrobienia.
Spać i czekać.
Niech no on tylko wróci,
niech no się pokaże.
Już on się dowie,
że tak z kotem nie można.
Będzie się szło w jego stronę
jakby się wcale nie chciało,
pomalutku,
na bardzo obrażonych łapkach.
I żadnych skoków pisków na początek.
Wislawa Szymborska
Cat in an Empty Apartment
Die—you can’t do that to a cat.
Since what can a cat do
in an empty apartment?
Climb the walls?
Rub up against the furniture?
Nothing seems different here,
but nothing is the same.
Nothing has been moved,
but there’s more space.
And at nighttime no lamps are lit.
Footsteps on the staircase,
but they’re new ones.
The hand that puts fish on the saucer
has changed, too.
Something doesn’t start
at its usual time.
Something doesn’t happen
as it should.
Someone was always, always here,
then suddenly disappeared
and stubbornly stays disappeared.
Every closet has been examined.
Every shelf has been explored.
Excavations under the carpet turned up nothing.
A commandment was even broken,
papers scattered everywhere.
What remains to be done.
Just sleep and wait.
Just wait till he turns up,
just let him show his face.
Will he ever get a lesson
on what not to do to a cat.
Sidle toward him
as if unwilling
and ever so slow
on visibly offended paws,
and no leaps or squeals at least to start.
Lawrence Ferlinghetti
The cat
The cat
licks its paw and
lies down in
the bookshelf nook
She
can lie in a
sphinx position
without moving for so
many hours
and then turn her head
to me and
rise and stretch
and turn
her back to me and
lick her paw again as if
no real time had passed
It hasn’t
and she is the spinx with
all the time in the world
in the desert of her time
The cat
knows where flies die
sees ghost in motes of air
and shadows in sunbeams
She hears
the music of the spheres and
the hum in the wires of houses
and the hum of the universe
in interstellar spaces
but
prefers domestic places
and the hum of the heater
Eugenio ΜONTALE
di un gatto sperduto
Il povero orfanello
Non s’ era ancora inselvatichito
Se fu scacciato dal condominio
Perche non lacerasse les moquettes con gli ungielli
Me ne ricordoancora passando per quella via
Dove accaddero fatti degni di storia
Ma indegni di memoria.
Fors’ ‘e che qualche briciola voli per conto suo.
Από τη συλλογή Quaderno di quattro anni
Cesare Pavese
I gatti lo sapranno
Ancora cadrà la pioggia
sui tuoi dolci selciati,
una pioggia leggera
come un alito o un passo.
Ancora la brezza e l’alba
fioriranno leggere
come sotto il tuo passo,
quando tu rientrerai.
Tra fiori e davanzali
i gatti lo sapranno.
Ci saranno altri giorni,
si saranno altre voci.
Sorriderai da sola.
I gatti lo sapranno.
Udrai parole antiche,
parole stanche e vane
come i costumi smessi
delle feste di ieri.
Farai gesti anche tu.
Risponderai parole
viso di primavera,
farai gesti anche tu.
I gatti lo sapranno,
viso di primavera;
e la pioggia leggera,
l’alba color giacinto,
che dilaniano il cuore
di chi più non ti spera,
sono il triste sorriso
che sorridi da sola.
Ci saranno altri giorni,
altre voci e risvegli.
Soffieremo nell’alba,
viso di primavera.
Cesare Pavese
Οι γάτες θα το ξέρουν
Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ’ ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.
Θά ‘ρθουν άλλες μέρες
θά ‘ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ’ ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ’ απαντάς με λέξεις’
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.
Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά ‘ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.
[10 Απριλίου 1950]
Μετάφραση: Γιάννης Η.Παππάς
Ζακ Πρεβέρ
Ο Γάτος και το Πουλί
Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο Το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού
Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού
Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού
Που το μισόφαγε
Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει
Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει
Και να γλείφει τη μουσούδα του
Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί
Κηδεία επίσημη
Κι ο γάτος είναι καλεσμένος
Προχωρεί πίσω από ένα μικρό αχυρένιο φέρετρο
Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί
Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι
Το κορίτσι αυτό δεν σταματάει να κλαίει
Αν ήξερα που σου ’κανα τόσο κακό
Λέει ο γάτος στο κορίτσι
Θα το είχα φάει ολόκληρο
Κι ύστερα θα ’λεγα
Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει
Μέχρι τα πέρατα της γης
Κάτω εκεί τόσο μακριά
Απ’ όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει
Ίσως τότε πονούσες λιγότερο
Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.
Ποτέ δεν πρέπει ν’ αφήνουμε κάτι μισό
(«Θέαμα και Ιστορίες», μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης, εκδ. Ύψιλον).
2.Έλληνες ποιητές
Κ.Π.Καβάφης
Σπίτι με Kήπον Κρυμμένα
Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
Κ.Π.Καβάφης
Η Γαλή
Είν’ η γαλή αντιπαθής εις τους κοινούς ανθρώπους.
Μαγνητική και μυστική, τον επιπόλαιόν των
κουράζει νουν· και τους χαρίεντάς της τρόπους
δεν εκτιμούν. [ ]
[ ]
[ ]
Aλλ’ είναι της γαλής ψυχή η υπερηφάνειά της.
Το αίμα και τα νεύρα της είν’ η ελευθερία.
Ποτέ δεν είναι ταπεινά τα βλέμματά της.
Εν των παθών της δε τω πάντοτε κρυπτώ,
εν τη καθαριότητι, εν τη ηρεμία
και καλλονή των στάσεων, τη εγκρατεία
ενδείξεων, πόση λεπτή αισθήσεων αγνότης
ευρίσκεται. Ότ’ αι γαλαί ρεμβάζουν ή κοιμώνται
τας περιβάλλει οραματισμού ψυχρότης.
Ίσως τριγύρω των τότε περιπλανώνται
φάσματα παλαιών καιρών. Ίσως η οπτασία
εις Βούβαστιν τας οδηγεί· όπου τα ιερά των
ήνθουν, και Pαμεσών τας έστεφε λατρεία,
κ’ ην οιωνός εις ιερείς παν κίνημά των.
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
Γιώργος Σεφέρης
Επιτύμβιο στη Γάτα μου την Τούτη
Είχε το χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης
η Τούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη, μη σταθείς.
Βγήκε απ’ το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι
τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.
Άγκυρα 22. 8. 1949
(από το Τετράδιο Γυμνασμάτων, β΄, Ίκαρος 1976)
Γιώργος Σεφέρης
Οι γάτες τ’ Άη Νικόλα. Αθήνα, 1970.
«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!»
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.
…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.
«Τούτη η καμπάνα ―μέρα που είναι―
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.
»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα τό είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ως την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.
Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969
Γιάννης Ρίτσος
Επιτάφιος (απόσπασμα)
Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.
Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.
Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου τ᾿ ασβεστωμένο δώμα.
Θα καρτεράει κ᾿ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει
Γιάννης Ρίτσος
ΙΙΙ.
Το σώμα -λέει-
στη γενική: του σώματος
και γενικά το σώμα
άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
παίρνω τη νάυλον σακούλα
μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείμματα -λέει-
κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια-
τι απέραντη απόσταση διανύω
απ᾿ το σώμα σου
έως το σώμα σου.
Αθήνα 19.11.80
Νίκος Καββαδίας
Οι Γάτες των Φορτηγών
Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι’ αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.
Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ’ ένα αργό και ηδονικό σπασμό.
Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι’ αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.
Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.
Γιατί είναι τ’ άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ’ ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.
Λίγο πριν απ’ το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού ‘δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ’ στη θάλασσα την άγρια την πετά.
Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.
Νίκος Καββαδίας
GABRIELLE DIDOT
Το βράδυ ετούτο κάρφωσε μ’ επιμονή το νου μου
κάποια γυναίκα που άλλοτες εγνώρισα, κοινή,
που ωστόσο αυτή ξεχώριζεν από τις αδελφές της,
γιατί ήταν πάντοτε σοβαρή, θλιμμένη και στυγνή.
Θυμάμαι που την πείραζαν συχνά τ’ άλλα κορίτσια,
γελώντας την για το ύφος της το σοβαρό,
και μεταξύ τους έλεγαν, αισχρό κάνοντας σχήμα,
πως θα συνήθιζε και αυτή με τον καιρό.
Κι αυτή, ψυχρή και σιωπηλή, καθόταν στη γωνιά της,
ενώ μια γάτα χάιδευε με αυτάκια μυτερά
κι ένα σκυλί που δίπλα της στεκόταν λυπημένο –
ένα σκυλί όπου ποτέ δεν κούναε την ουρά.
Κι έμοιαζ’ η γάτα, που αυστηρή την κοίταζε στα μάτια,
η πλήξη ως να ‘ταν, που με μάτια κοίταε ζοφερά,
και το σκυλί που εδάγκωνε το κάτασπρό της χέρι,
η τύψη ως να ‘ταν έμοιαζε, που δάγκωνε σκληρά.
Πολλές φορές περίεργες την εκύκλωναν σκέψεις
και προσπαθούσε – μου ’λεγε- συχνά να θυμηθεί,
το νου της βασανίζοντας τις ώρες της ανίας,
όσους μαζί της είχανε μια νύχτα κοιμηθεί.
Ώρες πολλές εκοίταζε τα σκοτεινά της μάτια
κι ενόμιζα πως έβλεπα βαθιά μέσα σε αυτά
τρικυμισμένες θάλασσες, νησιά του αρχιπελάγους
και καραβάκια που έφευγαν με τα πανιά ανοιχτά.
Απόψε αναθυμήθηκα κάποια κοινή γυναίκα
κι ένα τραγούδι εσκάρωσα σε στυλ μπωντλαιρικό,
που ως το διαβάζεις, σιωπηλέ, παράξενε αναγνώστη,
γελάς γι’ αυτόν που το ‘γραψε, με γέλιο ειρωνικό.
Μίλτος Σαχτούρης
Ο περίπατος
μνήμη Άρη Κωνσταντινίδη
Βάδιζα κατά μήκος της ακτής
μια βαριά συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό
τα κύματα γκρίζα κι ανατριχιαστικά
κύματα γκρίζα σκάζαν στην παραλία
μια δύναμη μ᾿ έσπρωχνε να κάνω στροφή
ν᾿ αρχίσω να περπατάω πάνω στα κύματα
μαύρες γάτες περπατούσαν πάνω στα γκρίζα
κύματα
και η ψυχή μου ήταν νεκρή.
Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα
σύννεφα.
η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι η ψυχή μου
κι εξακολούθησα τον περίπατό μου.
από τη συλλογή
ΕΚΤΟΤΕ (1996)
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Οι ακρότητες του μέλλοντος
Εκείνο το καλοκαίρι δεν έλεγε να ‘ρθει. κάτι σαν οργασμός που όλο αναβάλλεται μες στη νύχτα. Η γάτα γέννησε δίπλα στ’ αυτί μου έτσι όπως ξαπλωμένη ατένιζα το μέλλον στο ταβάνι. Τα μωρά της και οι φαντασιώσεις μου έσταζαν αίμα. Έβλεπα τον έρωτα σαν μεγάλη αγριότητα: ένα γδαρμένο ζώο και κρεμόταν απ’ το τσιγκέλι. Ο πόνος κι η ηδονή του, όλα αναίτια. Το μέλλον βαστιέται από άλλα κι όχι από κει που δίνουμε τη ζωή μας όλη. Για τους Κινέζους το μέλλον βρίσκεται πίσω μας. Όπως όταν ταξιδεύεις και κάθεσαι πλάτη πλάτη με τον οδηγό. Τότε το παρελθόν, ο δρόμος που διάνυσες είναι το μόνο που έχεις μπροστά σου. Και δε θα δούμε ποτέ τον οδηγό. Ποτέ δε θα ‘μαστε πλάι στη ζωή ή μαζί της. Η πλάτη της μόνο θα μας ζεσταίνει την πλάτη για λίγο, όσο να φτάσουμε.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Ενάντιος Έρωτας»
(από τη συλλογή “Ποιήματα 1978-1985”, εκδ. Καστανιώτη).
Τάσος Δενέγρης
Μαύρο αγκάθι
Και ξαφνικά την είδα
Γάτα με το κεφάλι μέσα στα σκουπίδια
Κι αμέσως γράφτηκε εικόνα
Που βγήκε από τα σκοτεινά
Μπουντρούμια της ψυχής μου
Πως είν’ εκείνη
Η μυστηριώδης
Ατλαντική
Άστραψε κάτι μέσα μου
Μια φλογερή χαρά
Πως ήμουν δήμιος
Και το μισάνοιχτο των σκουπιδιών καπάκι
Λαιμητόμος.
Και να σκεφτεί κανείς
Πως η αγάπη
Άδολη λένε πως είναι
Σαν τις γλαδιόλες
Ή σαν τα νήπια που αρμενίζουν μες στις κούνιες
Βαρκούλες φωτεινές στον ουρανό
30 Μαρτίου 1975
Από το βιβλίο:
«Ακαριαία», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1985.
Κική Δημουλά
Δεν έχεις τι να χάσεις
Καλά τα βγάζει πέρα η μοναξιά
φτωχικά αλλά τίμια.
Αλλού κοιμάται αυτή
κι αλλού το εγκρατές σκεπτικό εάν.
Μόνο καμιά φορά
σε πειραματισμούς την παρασύρει
η περιέργεια
– όφις προγενέστερος
και πιο φανατικός
απ’ τον νερόβραστον εκείνον της μηλέας.
.
Δοκίμασε της λέει, μη φοβάσαι
δεν έχεις τι να χάσεις
και την πείθει
να κουλουριάζεται πνιχτά
να τρίβεται σα γάτα ανεπαίσθητη
πάνω στον διαθέσιμο αέρα
που αφήνεις προσπερνώντας.
.
Απόλαυση πολύ μοναχικότερη
από τη στέρησή της.
Από την συλλογή Χλόη Θερμοκηπίου
Τίτος Πατρίκιος
Όπως οι γάτες
Όπως οι γάτες όταν αρρωσταίνουν
κουρνιάζουν στις πιο απόμερες γωνιές
όσο μονάχες τους να γιάνουν
έτσι κι εγώ σ’ αυτή την κόχη θ’ απομείνω
όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο
υπόγεια να σχηματίζει τ’ όνομά σου .
1949
Γιώργης Παυλόπουλος
Ο γάτος μου
Ο γάτος μου
έχει όλα τα ελαττώματα
και τις αδυναμίες μου.
Νωχελής και ακαμάτης
νυχτόβιος και ονειροπόλος
του αρέσει να μυρίζει το σκοτάδι.
Σπάταλος στα χάδια
ρίχνεται στο κορίτσι μου
χώνεται στα πόδια της
κι όταν τον διώχνω
μου παρασταίνει τον τίγρη.
Συχνά τον γελοιοποιώ
και τότε αγριεύει
σηκώνουνται στη ράχη του οι τρίχες
και μου δείχνει τα νύχια του.
Όταν οι καλεσμένοι μου
μιλάνε για πολιτική
πλήττει και κοιμάται στο χαλί.
Δεν μου επιτρέπει να βλέπω τηλεόραση
κι έμαθε με την ουρά του
να μου κλείνει το κουμπί.
Ωστόσο δεν χώνει την ουρά του πουθενά.
Δειλός και άτολμος
δεν ανεβαίνει ποτέ στα κεραμίδια.
Αγαπάει τις όμορφες γάτες
αλλά κανείς δεν ξέρει
πού σμίγει τις φιλενάδες του.
Αλχημιστής απολαύσεων
αριστοτέχνης εκπλήξεων
σκηνοθέτης της σκιάς του
κυνηγάει πεταλούδες.
Με εκλιπαρεί να τον προσέξω
μα εγώ τον αποφεύγω επίτηδες
και τον παρακαλώ να με αφήσει ήσυχο
να γράψω αυτό το ποίημα για το γάτο μου
που με βασανίζει χρόνια.
Μου γυρίζει τότε την πλάτη
και χάνεται στο σκοτάδι.
Και βέβαια δεν με ζηλεύει καθόλου
για τις επιδόσεις μου στην Ποίηση.
Θέλει να μοιράζεται το πιάτο μου
αλλά δεν του κάνω ποτέ το χατίρι
κι ας λένε πως η Ποίηση
είναι το πιάτο που μοιράζεται
ο ποιητής με το γάτο του.
Σωτήρης Παστάκας
Χόρχε
Εκδόσεις Μελάνι 2008
*
Κοιτάζω τον γάτο μου
στα μάτια,
όταν θέλω να κοιτάξω
κατάματα το σκοτάδι,
όταν βλέπω το χαμηλό ποτήρι
ν’ απομένει δίχως ουίσκι.
Κοιτάζω τον γάτο μου
στα μάτια,
όταν τελειώνει το μολύβι,
τα πυρομαχικά,
τα λόγια μου,
τα χέρια που είχα
κάποτε εκπαιδεύσει
να κλέβουν απαρατήρητα
τις καρδιές των γυναικών,
χέρια λωποδύτη,
χέρια απατεώνα,
χέρια που έκλεβαν την αγάπη
και δεν τα καταλάβαινε κανένας,
σε κόσμο, σε πλατείες
κατάφωτες, και σ’ έρημους
δρόμους τα χέρια μου.
Αν δεν εύρισκαν λεία
το αριστερό μου χέρι
ήταν ικανό να κλέψει
το δακτυλίδι μου
από τον δεξιό παράμεσο,
το ακριβό μου rolex από τον
αριστερό καρπό
το δεξί μου χέρι,
έτσι σε διαρκή εξάσκηση
να μη χάνουν το ρυθμό
και τα δυο μαζί
να βυθίζονται στο μυαλό μου
και να μου κλέβουν τις σκέψεις,
τα όνειρα,
τις υποσχέσεις,
τα χθεσινά αναφιλητά,
λέξεις από τα τραγούδια μου,
μεμονωμένες λέξεις-
όταν τραγουδούσα την αγάπη,
τα μαλλιά και τα μάτια της,
τις στροφές και τις ρίμες.
Κοιτάζω στα μάτια τον γάτο μου,
χρόνος συμπυκνωμένος,
όταν έχω χάσει το χρόνο μου
τη χρονιά που μόλις διανύουμε
αν κι είναι στις απαρχές της,
το ήμισυ του μηνός Απριλίου
του σωτηρίου έτους 2007,
ο γάτος μου δεν το γνωρίζει.
Χρόνος αδάμαστος
χρόνος διαρκής
τα μάτια του,
κι έπειτα από το χρόνο
θα με κοιτάνε πάντα.
Κοιτάζω στα μάτια του
τον γάτο μου
τη χαμένη μου αιωνιότητα,
τις ώρες,
τις μέρες,
τα χρόνια,
χωρίς να επιθυμώ
να πάρω πίσω
ό,τι αγάπησα
κι ό,τι έχασα
δεν μπορώ να τα βρω στα μάτια του.
Κοιτάζω τον γάτο μου
κατάματα
να αντικρύσω το βλέμμα
που θα με εκμηδενίσει,
το χρόνο που θα στερέψει,
τον προσωπικό μου χρόνο
τον αστείρευτο επιθυμιών
που δεν έχω ακόμη γνωρίσει,
κοιτάζω στα μάτια
τον γάτο μου,
για να δω τον χρόνο
που θα συνεχίσει να κυλά
και μετά από μένα,
αυτή την ασήμαντη μονάδα
της οικουμένης,
το αφόρητο ονοματεπώνυμο,
τα χιλιοφορεμένα ενδύματα
του εγώ, του θέλω και του τώρα,
τον πληθωρικό παρουσιαστικό μου
σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία
την σωματική επιβάρυνση
που επέφεραν στον αρκτικό κύκλο
οι σινιέ μου γαλότσες,
το πρόσθετο βάρος
που κουβάλησα πάνω από τον Ατλαντικό
στην υπερπόντια πτήση μου,
δυο-τρία βιβλία
δυο-τρεις φιάλες double malt-
αλλά όχι το γάτο μου
μες στο κλουβί του.
Νοσταλγώ το βλέμμα του,
εννιά χιλιάδες χιλιόμετρα
μακριά από το γάτο μου
δεν μου φτάνει να δω τον κόσμο
αν δεν βλέπω τα μάτια του.
Κοιτάζω μέσα στα μάτια
τον γάτο μου
και βλέπω τον κόσμο.
(Σε συνεργασία με το ηλεκτρονικό περιοδικό “Διαπολιτισμός”)












Υπέροχο αφιέρωμα, αντάξιο των καλυτέρων λογοτεχνικών περιοδικών του κόσμου! Και, βεβαίως, θερμά συγχαρητήρια στον “Διαπολιτισμό”, στον Γιάννη Η. Παππά και στο… Ποιείν!
Αν μπορούσα, μάλιστα, με την ανοχή σας, να το διευρύνω λίγο: θαυμάσια κείμενα (και ποιήματα), αποκαλυπτικά της αγάπης της για τις γάτες, βρίσκονται και στο βιβλίο “Γάτες”, της Patricia Highsmith (των εκδόσεων “Άγρα”). Πρόκειται κι εκεί για μια ανθολογία, βέβαια, αλλά γραμμένη, μεταφρασμένη κι εκδοθείσα με τόση αγάπη, ώστε ακόμη κι εκείνοι που δεν πλησίασαν μέχρι σήμερα αυτά τα εκπληκτικά αιλουροειδή, αύριο θα τ’ αγαπήσουν (παραφράζω Οβίδιο, βέβαια, κατά μίμηση του Σεφέρη)!
Μετά από μέρες ατέλειωτης βροχής και χιονιά, χαιρετίζω με τις γάτες στο Ποιείν την πιο ηλιόλουστη κυριακή του κόσμου!
… κι επειδή αναφέραμε τον Σεφέρη, και λόγω του επιτυμβίου της γάτας του στην Άγκυρα, που κοσμεί την σημερινή ανάρτηση, ας μην υπάρχει αμφιβολία καμμία ότι το όνομά της (“Τούτη”) δεν έχει σχέση με την δεικτική αντωνυμία, στην οποία εύκολα μπορεί να παραπέμψει. Είναι κάτι περισσότερο: Είναι Toute!
Εξαιρετικό αφιέρωμα πράγματι!!!
Μπράβο!
Τις γάτες ως γνωστόν δεν τις συμπαθούν οι δικτάτορες. Θέλει κότσια για να δεχθείς μια τόσο ανεξάρτητη συμπεριφορά, μια συμπεριφορά που δεν δείχνει δουλικότητα (όχι ότι υποτιμώ τους σκύλους, τους αγαπώ πιο πολύ διότι έχουν άδολη αφοσίωση εκεί που θα επιλέξουν, λένε το “ευχαριστώ” τους με πιο έντιμο τρόπο, όχι προς χάριν της ανταλλαγής..), ένα μικρό πλασματάκι που τολμά να μην σε καταδέχεται όποτε αυτό θέλει και όχι όποτε θέλεις εσύ. Ένα ανεξάρτητο και δήθεν εξημερωμένο πλασματάκι…
Τις λατρεύουμε τις γάτες…ίσως διότι στην γάτα βλέπουμε κάτι δικό μας μέσα της, αυτό το κοιμισμένο ζώο που θα μπορούσε ακόμα να είναι ακόμα ισχυρότερο, ικανότερο από αυτό που είναι, μια άλλη μορφή, μια άλλη ικανότητα ή κυριαρχία…
Έχει μια γοητεία αυτό, πώς να το κάνουμε….
Και φυσικά μιλάω για το αιλουροειδές των…αυτό που μπορεί να κυριαρχεί στην ζούγκλα, να επιβιώνει.
Αυτό που ονειρευόμαστε ότι είμαστε..
Να συμπληρώσω ένα ποίημα του Σ. Παστάκα εδώ:
Στις αδιέξοδες νύχτες
ο γάτος μου κουλουριάζεται,
νίπτει τα χέρια του
τα πόδια του
πάει και βρίσκει το καλαθάκι
τον τελικό του προορισμό
να ονειρευτεί για άλλη μια φορά
πως ήταν αίλουρος .
(έχει μια τραγικότητα το όνειρο για όσους εμμένουν σε αυτό. Κάθε όνειρο έχει το ξύπνημά του, την πραγματικότητά σου και την επαναφορά στον ρόλο που συνήθισες να έχεις, που επιβάλλεις στον εαυτό σου να έχει. Και που πατάσσει κάθε τρόπο διαφυγής. Είτε οι άλλοι, είτε συ ο ίδιος αυτόβουλα…
Και σε αυτό το αδιέξοδo απομένει η “παυσίπονος” διαφυγή του ονείρου, για λίγο, για τόσο λίγο, ξέροντας ότι δεν είναι απτό, αλλά ηθελημένη πλάνη…)
Και μια και έχετε Νερούδα (βοηθάτε κι εμάς τους αδαείς με τις μεταφράσεις, υπάρχουν και μη κάτοχοι της ισπανικής εδώ κι ούτε θα ψάχνω τώρα να δω σε ποια ανθολογία τον έχω και εάν τον έχω τον δικό του γάτο, και -κυρίως αυτό- αν με ικανοποιεί η μετάφραση…), ένα άλλο αριστουργηματικά ορμητικό και άγριο, πασίγνωστο αλλά, γιατί όχι;
(είναι ο βαθύτερος “γάτος” που εκεί θα προσηλώνεται, ο βαθιά χωμένος στην αφάνεια, εσώτερος εαυτός του)
Είμαι ο τίγρης.
Σου έστησα καρτέρι μεσ’στις φυλλωσιές
Πλατύς σαν όγκος
Μουσκεμένου ορυκτού.
Τ’άσπρο ποτάμι αβγαταίνει
κάτου απ’την καταχνιά. Έρχεσαι.
Βουτάς γυμνή.
Προσμένω.
Ύστερα με ένα σάλτο
φωτιάς, δοντιών, αιμάτου,
με μια νυχιά ξεσχίζω
το στήθος σου και τους γοφούς σου.
Ρουφώ το αίμα σου, σπάζω
τα μέλη σου ένα ένα.
και στέκω φύλακας
χρόνια εκεί στο δάσος
πάνω στα κόκαλά σου και στις στάχτες,
ασάλευτος, μακριά
απ’έχθρα ή θυμό,
αφοπλισμένος απ’ το θάνατό σου,
σταυρωμένος απ’αγριοκισσούς,
ασάλευτος μεσ’στη βροχή,
αμείλικτος φρουρός
του φονιά έρωτά μου.
(μετάφραση Ν. Χρυσόπουλου, αυτήν έχω, δεν ξέρω αν υπάρχει καλύτερη)
Το ζώο που έχουμε μέσα μας (μήπως για αυτό το “ζώο” μας αρέσουν αυτά τα αιλουροειδή;;; Για αυτές του τις ιδιότητες-ικανότητες; )
Κι άλλοτε αναδύεται, άλλοτε απλώς το ονειρευόμαστε.
(και τούτο εδώ, ο Τίγρης του Νερούδα, μου φέρνει στο νου ένα ποίημα που πρωτοείδα εδώ, του Χ. Γούδη ( http://www.poiein.gr/archives/2234/index.html ) που και τότε το είχα ξεχωρίσει- τα καλά ποιήματα, τα εντυπωσιακά καλά ποιήματα δεν χάνονται, αποθηκεύονται στον σκληρό δίσκο της αίσθησής μας. Και τα ανασύρουμε είτε συνειρμικά είτε όχι, πάντα όμως θα αναδυθούν στην μνήμη ή οι στίχοι των ή η αύρα που τα περιβάλλει.
Να ο μεγαλύτερος ρόλος αυτού του ιστοχώρου, να μας γνωρίζει πράγματα που δεν έτυχε να προσέξουμε. Ή δεν τα προσέξαμε αλλού.
Και κάποια από αυτά να μας κερδίζουν.
(κι όχι οι συμπάθειες κ.Σπύρο, σε αυτό που είπατε προ 2-3 ημερών απευθυνόμενος σε μένα, αυτές όπως ίσως θα αντιλαμβάνεστε είναι το τελευταίο που με ενδιαφέρει κινούμενη στο διαδίκτυο. Απαξιώ. Προς τούτο λέω τα πράγματα όπως ακριβώς τα σκέφτομαι, μια και δεν έχω τίποτε να ωφεληθώ από κανέναν. Ούτε έχω ανάγκη, μα ούτε και θέλω. Αν αυτό είναι ελευθερία, ναι, την έχω)
Αν μακρηγορώ, συγγνώμη. Στις αναρτήσεις που με κερδίζουν πολύ, αυτό κάνω.
(όποτε αν βλέπει κανείς το ignis επανω επάνω, απλώς θα παρακάμπτει το σχόλιο και θα είναι όλα μέλι γάλα!!!!)
Εθνική Οδός
Μικρή γκρίζα γάτα κοιμάται
στη μέση του δρόμου.
Γύρω φορτηγά, λεωφορεία.
Και δεν ακούς τίποτα
τίποτα
παρά την ανάσα της, που λείπει.
Νίκος Δήμου, Το βιβλίο των γάτων
Ας επιτραπεί και σε μένα να αφήσω εδώ ένα σχτικό με το θέμα του αφιερώματος παλιο μου στιχούργημα
ΑΓΓΕΛΟΙ ΓΑΤΕΣ
Αργά τα πόδια σου σε πάνε
στης γειτονιάς το ουζερί.
Γαλόνια ούζο σε κερνάνε
όσοι σε σκότωσαν νεκροί.
Κι εκεί, στα πόδια της καρέκλας
μαζεύονται ένα σωρό
ψυχές, με όραμα σαρδέλας
που θα ‘ναι μόνο ορεκτικό.
Βαρύ το σκύβεις το κεφάλι-
κουνούν με χάρη την ουρά.
Και μέσα στου πιοτού τη ζάλη
νομίζεις βγάλανε φτερά.
Τις βλέπεις ξάφνου να πετάνε
με ψαροκόκαλα αγκαλιά.
Είναι οι φίλοι που γυρνάνε
με μίας γάτας τη θωριά.
«Να ο Γιωργής με το μουστάκι
και ο Πανάγος με την πείνα,
να και το νόστιμο Μαράκι
που όλο τηγάνιζε αθερίνα,»
Μόλις τελειώσουν το φαΐ τους
γλείφοντας πόδια και κοιλιά
κάνουνε την υγιεινή τους
στου φεγγαριού τη μοναξιά.
Μεμιάς γυρνούν να τις χαϊδέψεις
κλείνουν τα μάτια ηδονικά.
Τη ζεστασιά τους θες να κλέψεις-
από τη σόμπα πιο γλυκιά.
Κι αν σηκωθείς απ’ το τραπέζι,
τις χαιρετίσεις νευρικά,
-το μάτι ίσως τρεμοπαίζει-
θα τις κοιτάς, ένοχος πια.
Πάντα στη μέση ενός δρόμου
θα συναντάς μία, νεκρή.
Κι οι ρόδες κάθε τροχοφόρου
θα την ισιώνουν σα χαλί.
«Να ο τεμπέλης ο Θανάσης,
ξαπλώνει ακόμα όπου βρει.»
Έτσι θα πεις και θα περάσεις
πάλι από πάνω της κι εσύ.
Γοργά το αμάξι σου σε πάει
στο σπίτι σου το ερημικό.
Μοιάζει η μνήμη που βρομάει
μ’ έναν πνιγμένο ποντικό…
Μα Ignis η διακηρυγμένη ελευθερία ειναι ελευθερία υψωμένη εις τη δευτέρα δύναμη – μία αντίληψη η οποία αναμφίβολα μας αναβιβάζει στο επίπεδο αυτών που φροντίζουν, με ύποπτη για τους πολλούς ένταση, το έργο τους να μαρτυρεί το ήθος τους. Στο προηγουμένο σχόλιό μου μίλησα για “ξιπασμένους ματαιόδοξους” (εμού συμπεριλαμβανομένου) που σχολιάζουν σε ιστοσελίδες ξεχωριστού κύρους για να “δουν τί παίζει”- κάτι που συμπλήρωνε την παρατήρησή σας “Στην Ελλάδα έισαι ό,τι σε δηλώσουν” και αυτονοήτως δεν αφορούσε στις στοχαστικές παρεμβάσεις σας.
ωραία ανθολογία…!!!
Στο επόμενο τους στίχους έχει γράψει ο Οδυσσέας Ιωάννου.
Μπορεί να είναι τραγούδι αλλά εγώ το θεωρώ ποίημα.
(τη μουσική έχει γράψει ο Θάνος Μικρούτσικος, το τραγουδά ο Χρήστος Θηβαίος και είναι στο δίσκο “Ο Άμλετ της σελήνης” Minos EMI, 2002)
“Οι γάτες”
Με συνειρμούς διαβολεμένους
Ψάχνω τους λόγους που με σπρώξαν στα ταξίδια μου
Λόγοι που πάντα μου διαφεύγουν
Μαζεύω τους αφηρημένους
Σαν γάτες έρχονται και τρων απ’ τα σκουπίδια μου
Τρων τα καλύτερα και φεύγουν
Κάθονται γύρω μου να ζήσουν
Και περιμένουνε ν’ αρχίσω να ονειρεύομαι
Νιώθω τα φίδια να γλιστράνε
Οι μαύρες σκέψεις θα με πνίξουν
Θα με σταυρώσουνε πριν φύγουν, δε γιατρεύομαι
Οι γάτες πάντα θα πεινάνε
Ο διάολος κάθεται και βλέπει
Να μου γελάει σαν παλιόφιλος ο θάνατος
Να μου θυμίζει κάτι πλάκες
Βάζει το χέρι του στην τσέπη
Και τι ψυχή έχει μια ψυχή, θα γίνω αθάνατος
Ο διάολος ψάχνει για μαλάκες
«Τι σας δίνει περισσότερη χαρά και ξεκούραση στις ώρες της σχολής σας;»
– «Η μουσική, το βιβλίο, -κι οι γάτες μου. Οι γάτες μου, έπειτ’ από τους γονείς μου, είναι οι τελευταίοι συγγενείς μου, κι απ’ τους φίλους μου, οι πιο αγαπημένοι.»
Από συνέντευξη του Ναπολέωντα Λαπαθιώτη στο περιοδικό “Νεοελληνικά Γράμματα» στις 09.04.1938
Απο το περιδικό “διαβάζω” τ.436 το τελευταίο ποίημα του Μ.Σαχτουρη που εκδόθηκε σε περιοδικό , αφιερωμένο στον Λ.Ξανθόπουλο (σκηνοθέτη του “Τρελού Λαγού). Το παρακάτω ποίημα βρίσκεται σε μορφή χειρόγραφου στην σελίδα 94 του περιοδικού.
ΘΑ ΦΥΓΟΥΝΕ
Μιά μέρα θα φύγω και εγώ
όπως έφυγε ο Ντύλαν Τόμας
όπως τα μανιτάρια απο το
πίατο του παπά
όπως οι φώκιες της Αλόνησου
όπως το περιστέρι του ψαρά
η μαύρη γαρίδα από την
μαύρη Θάλασσα
όπως η γάτα του λωτοφάγου
οι κάτοικοι του βυσσινόκηπου
από το κτήμα τους το αγαπημένο.
Όλα φεύγουν, όλα φεύγουν
που να πάρει ο διάβολος!
Πηγή:
http://www.kivernologotexnia.com/modules.php?file=article&name=News&sid=85
Και βεβαίως (επειδή έχουμε ένα κόλλημα με τη μουσική)
η Σερενάτα με τους στίχους της Μαριανννας Κριεζή (μουσική Λάκης Παπαδόπουλος, πρώτη εκτέλεση Αρλέτα στο δίσκο “Περίπου” Lyra, 1984):
Κάπως σαν αστείο είπαμε αντίο
πήρα το πικάπ σου και μου πήρες το ψυγείο
πήρες τα σεντόνια πήρα τη μπιγκόνια
κι απ’ το χωρισμό μας έχουν κλείσει τρία χρόνια
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα
Έκανε παιδάκια δυο τιγρέ γατάκια
τα ‘χει παρατήσει στης κουζίνας τα πλακάκια
Μοιάζουν τα καημένα παραζαλισμένα
κι έβγαλα το ένα Παναγιώτη σαν εσένα
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα
ʼραγε πού να ‘σαι άραγε θυμάσαι
που ‘λεγες στη γάτα “Σερενάτα μη φοβάσαι
σ’ όλη τη ζωή μου θα ‘σαι το γατί μου
δε θα ξαναδώσω σ’ άλλη γάτα την ψυχή μου”
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα
Μες στη σιφονιέρα έγινε μητέρα
άφησε τα δυο της τα γατάκια εδώ πέρα
κι έφυγε από μένα για να ‘ρθει σε σένα
πες μου τι να κάνω τα ‘χω πια κι εγώ χαμένα
Μαύρα τα μαντάτα για τη Σερενάτα
που παλιά την τάιζες μπαρμπούνια μαρινάτα
τώρα δε σε νοιάζει πού ξεχειμωνιάζει
ούτε άμα στην πάτησε κανένας καμικάζι
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα
Μάτια μου αντίο τέλειωσε τ’ αστείο
πήγα το πρωί και ξαν’ αγόρασα ψυγείο
πάρε άλλα πιάτα βρες μιαν άλλη γάτα
όμως να θυμάσαι πού και πού την Σερενάτα
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε χάσαμε τη γάτα
Καλή εβδομάδα!
κ. Μίχο
(κατ’αρχάς πολλά ευχαριστώ για την μετάφραση, την αποθηκεύω)
Το “βιγλίζω” που έχετε μου πάει πιο πολύ, αλλά αυτό χωρίς να ξέρω τι ήθελε να πει ο ίδιος ο δημιουργός του, κάποιον που ελλοχεύει και καραδοκεί απλώς ή κάποιον που έχει και δικαίωμα να το κάνει αυτό όπως ένας βιγλάτορας εποπτεύει;
Δικαιούται να την παρακολουθεί έτσι; Κτητικός μεν μέχρις απελπισίας, αλλά του έχει επιτραπεί αυτή η κυριαρχία ή αυτόβουλα καραδοκεί;
Οι υπόλοιποι 2 στίχοι της πρώτης στροφής έχουν άλλη ατμόσφαιρα, νοηματικά προτιμώ την δική σας, στέκει (το ορυκτό δεν μπορώ να κατανοήσω πώς μπορεί να πλατύνει)
Αλλά τι να παρασυρθώ σε λεπτομέρειες (σιγά και το αν αξίζει η δική μου κριτική και οι επισημάνσεις!!!) αποφάσισα πως καλύτερα για να δείξω τι ακριβώς θέλω να πω, να κάνω ένα ανατριχιαστικό ατόπημα, χωρίς να ξέρω γρι ισπανικά: θα φτιάξω δυο σε ένα (!!) με όσα μου αρέσουν (η ροή με κερδίζει σε μια μετάφραση, όχι η πιστότητα τόσο όσο η εύηχη γλώσσα και η εύληπτη) από τα δυο, προσπαθώντας να συνθέσω το λυσσαλέο ύφος που θα ήθελα να έχει ένα ποίημα αναφερόμενο σε ένα κορυφαίων δυνατοτήτων αιλουροειδές (ή σε μια κορυφαίων δυνατοτήτων –και ανυπολογίστων επιπτώσεων- σφοδρή επιθυμία)
Είναι η αίσθηση του ποιήματος και όχι η πιστότητα αυτή που με παροτρύνει να το κάνω.
(και ζητώ την επιείκειά σας για την όποια ανοησία της κίνησής μου)
Είμαι ο τίγρης
σε βιγλίζω ανάμεσα στα φύλλα
τα στενά σαν χρυσού ράβδους
μουσκεμένου ορυχείου.
Το λευκό ποτάμι τρέχει
κάτω από την καταχνιά. Φτάνεις.
Γυμνή βυθίζεσαι.
Προσμένω.
Τότε μ’ ένα σάλτο
από φωτιά, αίμα και δόντια
με μια νυχιά ξεσκίζω
το στήθος, τους γοφούς σου.
Ρουφώ το αίμα σου, σπάζω
τα μέλη σου ένα ένα.
Και παραμένω φύλακας
για χρόνια εκεί στο δάσος
στα οστά σου, στη στάχτη σου
ασάλευτος, μακριά
απ’ το μίσος κι απ’ την οργή
αφοπλισμένος του θανάτου σου
σταυρωμένος απ’ τους αγριοκισσούς
ακίνητος μες τη βροχή
φρουρός αμείλικτος
του φονιά έρωτά μου.
(βρήκα και λίγο το ισπανικό αρχικό, και κάτι οι συνειρμοί, κάτι ένα μικρό λεξικό, κάτι το κλίμα…)
Το “implacable” του προτελευταίου στίχου με ταξιδεύει εκεί που είναι, και όχι τόσο όσο για αμείλικτος, ανεξιλέωτοςκλπ. που πιθανώς το αποδίδουν, ή το στιβαρό αδιάλλακτος όπως το έχετε εσείς, μα και τα αμετακίνητος, ακαταπόνητος ακόμα και ακατάλυτος…τόσες παρεμφερείς λέξεις που να αποδίδουν την ένταση και την απόλυτη αφοσίωση σ’ αυτό που κάνει. Η τιμωρία που βάζει στον εαυτό του για την παραφορά του: να φρουρεί αενάως αυτό που δεν θα ανήκει ποτέ αλλού.
Όσο για τις λιάνες είναι πολύ εξωτικές για μας που δεν έχουμε σχέση με την βλάστηση αυτή την τροπική, ακόμα και αν έλεγε “στην αρπάγη μιας λιάνας” ή “στα δίχτυα (ή πλοκάμια) μιας λιάνας” δεν νομίζω ότι στον ανύποπτο Έλληνα αναγνώστη θα έδινε αυτό το κλίμα, και τι φυλακή μπορεί να γίνει, την ατμόσφαιρα μιας τέτοιας εικόνας ενός αιχμαλωτισμένου, ακινητοποιημένου, διασχισμένου (όπως ποιητικά το έχετε εσείς) και σταυρωμένου εντέλει ανθρώπου, αγκιστρωμένου από τα φυτά αυτά…μάλλον καμιά Λιάνα (=Αγγελική) θα μας έφερνε στο μυαλό, άρα μήπως θα έπρεπε να μπει κανένας αγριοκισσός ή ό,τι άλλο που θυμίζει και αναρριχόμενο όπως είναι οι λιάνες, σαν κι αυτά που υπάρχουν γύρω στους παραμελημένους και υγρούς τάφους;
( θα μπορούσε να μπει και το “κληματίδες” μια και αυτή η λέξη υπονοεί αναρριχόμενο φυτό, ή ακόμα και στην εκδοχή του καθόλου εύηχου “κληματσίδες” που δεν θυμίζει και τόσο το αμπέλι, αλλά δεν δίνουν αυτό το υγρό και άγριο στοιχείο που θα βλαστίσει και θα καθηλώσει ακίνητο τον Ποιητή πεθαμένο και αυτόν επάνω από ό,τι απέμεινε από αυτή που κατέστρεψε μες την παραφορά του)
Πολύ πολύ πρόχειρες σκέψεις όλα αυτά, από το βλέμμα ενός απλού (και αδαούς της ισπανικής) αναγνώστη που εξετίμησε την δική σας μετάφραση κ. Μίχο και επιπλέον την εθαύμασε (καμία διάθεση κολακείας εδώ)
Ναι, οι μεταφράσεις γίνονται από αγάπη. Και αυτή φαίνεται. Και το ταλέντο ακόμα, και κυρίως η αγάπη στην δική μας γλώσσα κ. Μίχο. Αυτό μού μετρά στο τέλος, διότι έχω δει μεταφράσεις (μπορεί να είναι πιστές, δεν ξέρω, δεν είμαι σε θέση να το εξακριβώσω) μα ελληνικά δεν είναι. Αγριεύουν το αυτί μου, βεβηλώνουν την γλώσσα μου.
Εκεί στην μετάφραση φαίνεται ο Ποιητής (ο μεταφραστής- ποιητής) διότι φτιάχνει ένα εντελώς καινούριο ποίημα: δημιουργεί.
Ο ρόλος του είναι καταλυτικός. Αναδεικνύει ή κατακρεουργεί τον ποιητή με τον οποίο ασχολήθηκε. (ή, μας τον αφήνει αδιάφορο. Όλα είναι στο χέρι του)
Αυτά τα (ασυγχώρητα…) πολλά
Κι από τις γάτες της ανάρτησης, στους μεγάλους αίλουρους των συμπεριφορών.
Στην ζούγκλα του ασυνειδήτου.
H σχέση της λογοτεχνίας και των λογοτεχνών με τις γάτες γνωστή από παλιά. Μου αρέσει η ιδέα και η συλλογή.
Κατά τ’ άλλα, υπάρχουν αυτοί που αγαπούν τις γάτες, εκείνοι που αγαπούν τους σκύλους, κι εμείς που αγαπάμε….τα ψάρια και μας αρέσουν τα ενυδρεία. Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, κανείς δεν έχει αφιερώσει ποιήματα σε ένα ενυδρείο τροπικών ψαριών!
Κατά τ’ άλλα
Σας παρακολουθώ με γαλήνια χαρά.
Υπέροχη ανάρτηση…
Κε Μίχο, Μανδάμ Ignis οι συνειρμοί εκ διαλόγου σας, χαϊδεύουν τα πυρόξανθα μαλλιά της ευγένειας, με αβρότητα..
Κύριε kyriaz (5),
διαβάζω με συγκίνηση και θαυμασμό το ποίημα σας για τους/τις “Αγγέλους γάτες” και αναρωτιέμαι αν γνωρίζατε ότι η Έλσα Μοράντε (η σύζυγος του Αλμπέρτο Μοράβια και η συγγραφέας της αξεπέραστης “Storia”) είχε κάποτε πει ότι “οι γάτες ενσαρκώνουν τους αγγέλους επί της γης και οι σιαμέζες τους αρχαγγέλους”.
Αν δεν το ξέρατε, μου φαίνεται εκπληκτική η σύμπτωση…
Βρίσκω ανάμεσα στα χαρτιά μου τις “Γάτες” της Χάισμιθ, κι επειδή, όπως λέει η ίδια “οι γάτες δεν αρέσουν μόνο στις γεροντοκόρες” κι αλλού (η Χάισμιθ, πάντα) “χαίρομαι που έχω γενέθλια την ίδια μέρα με τον Έντγκαρ Άλλαν Πόου, 19 Γενάρη. Ήταν ένας ακόμα φυσιολογικός άνθρωπος που αγαπούσε τις γάτες”, “και, επί πλέον, η γάτα είναι ένα έγο τέχνης που κινείται, κοιμάται και διαρκώς αλλάζει”, προτίθεμαι να σας αντιγράψω εδώ, σε “απόδοση” του Γιάννη Ζέρβα, το τρίτο από τα ποιήματα της Χάισμιθ, την “Γριά γάτα”, που με εκφράζει μάλλον περισσότερο από το “Γατάκι”, που προηγείται:
ΓΡΙΑ ΓΑΤΑ
Τίποτα πια για μένα
Ούτε το τζάκι
Γιατί όταν κρυώνω είναι σβηστό,
Κι άλλοτε δεν μ’ αφήνουν να το πλησιάσω
Βαριέμαι τις σκιές, ακόμα και τις μυστηριώδεις.
Γύρω μου παίζουνε τρισέγγονα, τώρα όμως ξέρω
Πώς το από κάτω των πραγμάτων είναι απλώς η κάτω τους μεριά
Και πίσω από τη μισοκλεισμένη πόρτα
Είναι άλλο ένα δωμάτιο σαν και τούτο εδώ.
Προτιμώ να κάθομαι με βλέφαρα κλειστά
Γιατί έχω δει τα πάντα
Οι αναμνήσεις μου έχουν περισσότερο ενδιαφέρον.
Έχω συμφιλιωθεί με όλα.
Και τα ποντίκια έρχονται δίπλα μου
Το ξέρουν πως ξέχασα τον πόλεμό μας.
Τα τρισέγγονα μονάχα μ’ ενοχλούν καμμιά φορά
Καθώς τραβούνε την ουρά μου, γλιστρούν, πηδούν επάνω μου.
Τους δίνω μια γερή σκουντιά στ’ αυτιά
Κι ύστερα γυρνάω εκεί που διέκοψα τις σκέψεις μου.
Έχω συμφιλιωθεί με όλα.
Κρατώντας τους ακροτελεύτιους πέντ’-έξι στίχους, κύριε Μίχο, θα έρθει και η ώρα της “Ωδής” (όχι ανταγωνιστικά, βεβαίως…)
Αγαπητή Σοφία, και για τα ψάρια έχουν γραφτεί πολλά. Σκέψου, μόνο, για να μην ξεφύγουμε από το πνεύμα της ημέρας, ότι η ζωή της γάτας -ενίοτε- τα προυποθέτει (είναι μακάβριο, το ξέρω, αλλά είναι φύση!)
Συμφωνώ με τον Μιχάλη Γελασάκη:
Καλή Εβδομάδα!
Κι ένα του Ορχάν Βελή…διπλό, όπου μια χασαπόγατα και μια κεραμιδόγατα τα λένε
Ποίημα με ουρά
Δεν ταιριάζουμε, οι δρόμοι μας χωριστοί
Εσύ χασαπόγατα κι εγώ κεραμιδόγατα
Το φαί σου σε τάσι γανωμένο
το δικό μου στου λιονταριού το στόμα
εσύ βλέπεις έρωτες στα όνειρά σου, εγώ κόκκαλα.
Αλλά και το δικό σου δεν είν’ εύκολο, αδερφέ μου
Καθόλου εύκολο
κάθε μέρα του Θεού, έτσι να κουνάει κανείς την ουρά του.
Kuyruklu şiir
Orhan Veli Kanık
(Yaprak, 15.12.1949)
Απάντηση
( από τη χασαπόγατα στην κεραμιδόγατα)
Μιλάς για την πείνα
Άρα είσαι κομμουνιστής
Άρα εσύ είσαι που έχεις κάψει όλα αυτά τα κτίρια
Αυτά στην Κωνσταντινούπολη, εσύ
κι αυτά στην Άγκυρα, εσύ…
Α ρε σύ, τι γουρούνι είσαι συ
Cevap
Orhan Veli Kanık
(Yaprak, 15.12.1949)
Σοφία κι ένα για ένα ψάρι στο ενυδρείο, εκείνο το τρελαμένο το μαύρο… στο ψάχνοντας το Νέμο 🙂
Μαζί, ματάκια μου γλυκά
Επιθυμία
για μιαγκαλιά θάλασσα
στο ενυδρείο
ψάρι ψυχάκιας
να θυμηθεί προσπαθεί
τα γλαροπούλια
σε αναμονή
για ένα καθάρισμα
για να κοιμηθεί
κι αναπάντεχα
μια πετρούλα πράσινη
του πε σαγαπώ
χαμηλόφωνα
κι ο ψυχάκιας… άκουσε
στο τσακ… και σπαρτάρτισε
ψυχούλα για λίγο
Καλό βράδυ 🙂
Κύριε Λυκοτραφίτη,
πιστέψτε με,ειλικρινώς δεν είχα ιδέα…
Απίστευτη σύμπτωση!
γατόφιλοι ήταν και οι συγγραφείς
(χαρακτηρισμένοι,άδικα εκ των πραγμάτων, ως μισάνθρωποι )
Λουί Φερντινάν Σελίν και Τσάρλς Μπουκόφσκι.
Μετά την τόσο μεγάλη επιτυχία στο αφιέρωμα αυτό για τις γάτες,να περιμένουμε κάτι ανάλογο και για τους σκύλους;…
όποιος έχει το μεράκι να δοκιμάσει…προς το παρόν κ. Κυριαζή απολαύστε αυτό
http://www.poiein.gr/archives/2108/index.html
Θαυμάσια Γιάννη Παππά, να φοβόμαστε λόγω ψευδωνύμου πλέον!
Θαυμάσια, κύριε κυβερνήτα του ΠΟΙΕΙΝ,
μας βάλατε να σας γράφουμε κοντά στα μεσάνυχτα, χαϊδεύοντας την κεντροευρωπαία κυρία Σιλβί!
Ο Νίκος Δήμου, επίσης, κάτι έχει να μας πει, με τρόπο κάπως πεζολογικό αλλά σαφή:
Ο Νίκος Δήμου επίσης εξέδωσε ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΓΑΤΩΝ (εκδόσεις Νεφέλη, 1977 ) [που την τέταρτη έκδοση είχε προλογίσει ο Ο. Ελύτης], με “ποιητικές βιογραφίες διάσημων και άσημων γάτων”. Μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα Ιταλικά, ενώ σε άλλη μορφή κυκλοφόρησε με φωτογραφίες των “πρωταγωνιστών” το 1985 ως “Νέο βιβλίο των Γάτων”.
Ακολουθούν τρία ποιήματα από
Το βιβλίο των γάτων
ΟΙ ΓΑΤΟΙ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
Οι γάτοι του La Fontaine: μοχθηροί, φαύλοι, υποκριτές,
όμοιοι αυλικό πορνογράφο,
που γύρισε θρησκόληπτος, με τρίχινο σάκο.
Οι γάτοι του Eliot: κατασκευές.
Οξφορδιανό χιούμορ,
κούφιοι ρυθμοί, μηχανικές ρίμες…
Γάτοι; μη-γάτοι; “σκέψεις στεγνού μυαλού
σε στεγνές ώρες”.
Οι πιο ζωντανές γάτες: της Colette. Οι πιο θηλυκές,
του Baudelaire. Δίπλα στις αιλουροειδείς του γυναίκες,
οι μαγνητικές του γάτες. Οι πιο μουσικές: του Verlaine
κι η νεραϊδοπαρμένη Minnaloushe του Yeats.
Οι γάτες της Νέμεσης: Hoffman και Poe.
Μα η πιο πραγματική γάτα, είναι η ανυπόστατη,
η μεταφυσική γάτα του Cheshire,
άπειρα επιμερισμένη σε φέτες ύπαρξης.
Χιούμορ γνήσια γατικό. Άψογη
γεωμετρική σκέψη του Carroll.
Εμείς έχουμε τη Σεμίρα του Ροΐδη. Την Τούτη
και τον Ραμαζάν του Σεφέρη.
Και τις γάτες του Αϊ-Νικόλα,
με το φαρμάκι της Ρωμιοσύνης.
Η ΓΑΤΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
Ηρθε στο καφενείο του χωριού.
Κάθισε δίπλα μου δύο ώρες.
Με συντρόφεψε όπως μόνο μια γάτα μπορεί
Ακίνητη
σιωπηλή
αλλά έντονα ζωντανή.
Ζωντανή.
Αυτό ήταν.
Συνέχισα.
ΕΥΝΟΥΧΟΣ
Δε λέω τ’ονομά του, γιατί ντρέπομαι.
Ηταν ο πιο λεβέντης γάτος της γειτονιάς,
τον έφθειραν ο πόλεμος κι ο έρωτας.
Μήνες ολόκληρους, χωρίς φαΐ και ύπνο,
γύριζε κουρέλι απ’τις πληγές.
-Αν δεν τον κόψετε, δε θα ζήσει, είπε ο γιατρός.
Τώρα είναι άλλος. Απόμακρος, γαλήνιος,
μεγαλόπρεπος πάντα, ολύμπιος αλλά
θεατής. Βλέπει να σφάζονται
αδιάφορος. Τρώει, συλλογίζεται, κοιμάται.
Κι εγώ που πήρα, γι’αυτόν, την απόφαση
δέκα φορές τη μέρα χαίρομαι, και δέκα λυπάμαι.
Έστω και, ΠΟΛΥ, καθυστερημένα, ΔΕΝ ΈΧΩ ΛΟΓΙΑ!
Νισάφι πια… Ο Μικρός Πρίγκηπας του Εξυπερύ έλεγε: “Τα λόγια είναι η αιτίσ των παρεξηγήσεων”, αν θυμάμαι καλά. Αυτά ως προς τις προηγούμενες μέρες…
Kοπίασα πάρα πολύ για να διαβάσω αυτό το αφιέρωμα στ’ αγαπημένα μου κατοικίδια “ζώα”.
Ό, τι αλλόγλωσο, νομίζω πως θα “έπρεπε” να είναι μεταφρασμένο στα καθ’ υμάς – δεν πρωτοτυπώ.
Ωστόσο, αν κρίνω από παλααιότερες αλλόγλωσσες αναρτήσεις, όπου συνήθως τα σχόλια είναι μηδενικά, ε, τότε οφείλω να συγχαρώ άπαντες για τα φιλοζωικά τους αισθήματα…
Αγγλικά γνωρίζω, μόνο, ο δυστυχής. Χάρηκα όμως τα περί των Ισπανικών. Θα μου επιτρέψετε όμως να πω ότι το “βιγλίζω”, νοηματικά, ίσως, προϋποθέτει μια θέα από ψηλά… Δεν θα επιμείνω…
Κάποια ποιήματα τα γνώριζα, κάποια άλλα όχι.
Κύριε Παππά, και Ποιειν (και δεν κάνω καμίαν εκδούλευση, αγαπητή μου Ignis ), σας ευχαριστώ, αν και καθυστερημένα, όντας πάντοτε γατομανής!
Τι να συνεισφέρω πια; Μόνον σε πεζό λόγο διαθέτουμε κάτι. Π.χ. Ροϊδης, Μητσάκης, κι ένα τρομερό αλληγορικό μυθιστόρημα με τον γάτο ντι Μπαλάτζα, σε μετάφραση βέβαια, από τα ιταλικά…
Τρεις γάτες έχουμε στο σπίτι μας και δεκατρείς στην αυλή μας…
ΥΓ. Κύριε Παστάκα, σας ευχαριστώ. Το σχόλιό μου θα έρθει, όπως και το podcast, στην ώρα τους.. . Έτοιμος, με όλη τη σημασία της λέξης δεν πρέπει να είμαι;
Προς άλλους φίλους του Ποιείν: Σας ευχαριαστώ, αν και δεν γνωριζόμαστε προσωπικά. Ας είναι καλά εκείνο το ψυχό… συνέδριο, που έφερε τον Παστάκα στην Κρήτη (και τη σιωπηλή Αλεξάνδρα
) στα μέρη μου. Φάγαμε, ήπιαμε και νηστικοί δεν κοιμηθήκαμε! Την αγάπη μου, σε όλους.
Ειλικρινά, το χάρηκα!
(ήσασταν όλοι σας υπέροχοι στην συνεισφορά σας!)
Η 7ψυχη και ανθεκτική ατομίστρια γαλή δεν είναι τυχαίο που ξεκίνησε την …θητεία της ως θεά Μπαστετ (τι πιο παραπάνω ως ρόλος!!)
Φοβούμαι ότι οι σκύλοι κ. Κυριαζή δεν προσφέρονται τόσο για να υμνηθούν ποιητικά…η αφοσίωση δεν εκτιμάται όσο θα έπρεπε μια και συνήθως θεωρείται ως κεκτημένο δικαίωμα του “αφέντη”.
Κρίμα, πολύ κρίμα…
(«ατίμητος πέφτει κι όλη του η αξία ένα τίποτα περνιέται» στο ποίημα του Λόρδου Βύρωνα, που υπενθύμισε ο κ. Παστάκας)
Η γάτα αγαπά μόνον τον εαυτό της και την βολή της. Το μόνον που μπορεί να την κρατήσει εντός τειχών είναι το χουζούρι της. Η συμπεριφορά της είναι η τιμωρία στην έπαρση του ιδιοκτήτη της: τον ταπεινώνει στερώντας του κάθε αίσθηση σιγουριάς.
Τις σπούδασα μια εποχή που έφτασα να συμπληρώνω …ποδοσφαιρική ομάδα με αυτές. Πιο περήφανα ζώα δεν υπάρχουν. Και πιο γοητευτικά κατοικίδια.
(κι όποιος τα αντέχει…)
Στους ρόλους των ανθρώπων όποιος προλάβει γίνεται γάτα κι όποιος όχι, απλώς ποντίκι.
Να είστε καλά
ΥΓ. καλές οι γάτες των ποιητών, έξοχες όλες, συναρπαστικές, αλλά δεν ξέρω αν συναγωνίζονται την φήμη (το χιούμορ όχι στα σίγουρα) της Λουκρητίας του Αρκά που παραμένει το πιο αντιπροσωπευτικό κάθαρμα του είδους.
ΥΓ (2) κ. Ψαραδάκη σοφά επισημαίνετε το από ψηλά του “βιγλίζω”. Έτσι πρέπει να είναι η θέση αυτού που έχει την εποπτεία. Κρίμα, διότι έτσι δεν ταιριάζει εδώ μια λέξη έξοχη κατά τα άλλα, που έδινε και έναν δυναμισμό στην κίνησή του και όχι απλώς ένα ύπουλο παραμόνεμα ανάμεσα από τις φυλλωσιές…. Πόσο λεπτεπίλεπτη, δύσκολη, είναι η διαδικασία της νοηματικής απόδοσης, αλήθεια…
Σαν ακροβασία σε λεπτό και τεντωμένο σχοινί.
Στην εξαιρετική αναθολόγηση ποιημάτων και τραγουδιών για γάτες επιτρέψτε μου να προσθέσω και την “Ασπρούλα” του Κ. Παλαμά απ΄το έργο του “Δειλοί και Σκληροί στίχοι”
Ασπρούλα, ήρθες πλασμένη εδώ, δίψυχο μάτι,
βλέπεις με το τοπάζι και με το ζαφείρι,
πότε τα γόνατά μου παίρνεις για κρεββάτι,
πότε ολόρθη αγναντεύεις απ’ το παραθύρι,
σάμπως μ’ έγνοια ανθρωπιάς , του δρόμου το διαβάτη.
Στα νύχια σου είναι ο νους, καρδιά σου το λιοπύρι,
γεννοβόλι , φαγί, και ώ χάιδεμα, ώ ραχάτι!
-Ασπρούλα , αργά ή γοργά ο καθένας μας θα γείρη,
θέλει δε θέλει, τη δαρμένη του την πλάτη,
κ’ εσύ στα σκύβαλα κ’ εγώ στο κοιμητήρι,
κι απ’ της ζωής το σιχαμένο πανηγύρι
μήτε, σ’ εμέ, σ’ εσέ , που θ’ απομείνη κάτι
Με μικρή αργοπορία,
εστάλη από τον κ. Κώστα Μόντη.
Δεν μπορώ παρά να σας το κοινοποιήσω:
ΕΝΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΓΑΤΑΚΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
Είναι πια, βέβαια, θέαμα κοινό στη λεωφόρο
τα μικρά γατάκια
που πάν να διασχίσουν και τα σκοτώνουν τ’ αυτοκίνητα.
Όμως αυτό
έτσι που άπλωσε απαλά
το μπροστινό του ποδαράκι στην άσφαλτο
σα χεράκι κοιμισμένου παιδιού στο στήθος μας,
όμως αυτό
έτσι που αγκάλιασε την άσφαλτο,
έτσι που κάτι της ζήτησε…
Αγνώστω Ανθρώπω (1968)
Αγαπητοί φίλοι
Η υποδοχή της ανθολογίας ήταν πολύ συγκινητική. Επειδή η έρευνα συνεχίζεται παραθέτω ποιήματα του Λόρκα στα ιταλικά, που αναφέρονται κατά κάποιον τρόπο στα συμπαθητικά αυτά τετράποδα.Θα παρακαλούσα τον μεταφραστή του Λόρκα στα Ελληνικά, τον φίλο Βασίλη Λαλιώτη, να μας παραθέσει τις μεταφράσεις μαζί με το ισπανικό κείμενο.
FWDERICO GARCIA LORCA
INFANZIA E MORTE
Per cercar la mia infanzia, Dio mio,
mangiai arance marce, vecchie carte, colombaie vuote
e trovai il mio corpicino mangiato dai topi,
sul fondo della cisterna e con i capelli da matti.
Il mio vestito alla marinara
non era inzuppato dell’olio delle balene,
ma aveva l’eternità vulnerabile delle fotografie.
Affogato, sí, proprio affogato. Dormi, figlio mio, dormi.
Bambino vinto nel collegio e nei valzer della rosa ferita.
Colpito dall’alba scura della peluria sopra i polpacci
agonizzando col suo uomo che masticava tabacco dal suo lato sinistro.
Odo un fiume secco pieno di latte di conserva
dove cantano le fogne e buttano le camicie piene di sangue:
un fiume di gatti marci che fingono corolle e anemoni
per ingannare la luna e appoggiarsi dolcemente sopra.
Qui solo col mio annegato.
Qui solo con la brezza di muschi freddi e i coperchi di latta.
Qui solo vedo che mi hanno già chiuso la porta.
Mi hanno chiuso la porta e c’è un gruppo di morti
che fa il tiro al bersaglio e un altro gruppo di morti
che cerca in cucina le bucce di melone
e un solitario, azzurro, inspiegabile morto
II
Una vecchia che vive in miseria
nella parte piú alta del paese,
e possiede una rocca inservibile,
una vergine e due gatti neri,
mentre fa la calza
con le dita secche e tremanti,
circondata da buone comari
e da sporchi bambini vivaci,
nella pace della notte tranquilla
con le sierre perdute nel buio
racconta con lenti ritmi
la visione avuta ai suoi tempi.
1910 (INTERMEZZO)
Quei miei occhi millenovecentodieci
non videro seppellire i morti,
né la festa di cenere di colui che piange all’alba,
né il cuore che trema rannicchiato come un cavalluccio
marino.
Quei miei occhi millenovecentodieci
videro la bianca parete dove orinavano le bambine,
il muso del toro, il fungo velenoso
e una luna incomprensibile che illuminava negli angoli
i pezzi di limone secco sotto il nero duro delle bottiglie.
Quei miei occhi sul collo del ronzino
nel seno trafitto di Santa Rosa addormentata,
sui tetti dell’amore, con gemiti e fresche mani,
in un giardino dove i gatti mangiavano le rane.
Soffitta dove la polvere vecchia raccoglie statue e muschi,
casse che nascondono silenzi di granchi divorati
nel luogo dove il sogno inciampava nella realtà.
Là i miei piccoli occhi.
Non chiedermi nulla. Ho visto che le cose
quando cercano il loro corso trovano il vuoto.
C’è un dolore di vuoti nell’aria senza gente
e nei miei occhi creature vestite senza nudo!
IN ALTRO MODO
Il falò pianta sul campo della sera
corna di cervo infuriato.
Tutta la valle è distesa. Sui suoi dorsi
caracolla il vento.
Il vento cristallizza sotto il fumo.
Occhio di gatto triste e giallo -.
Io, nei miei occhi, passeggio sui rami.
I rami passeggiano sul fiume.
Vengono le mie cose essenziali.
Sono ritornelli di ritornelli.
Fra i giunchi e la sera bassa,
che strano chiamarsi Federico!
4 • ROMANZA SONNAMBULA
A Gloria Giner e a Fernando de los Rios
Verde que te quiero verde.
Verde vento. Verdi rami.
La barca sul mare
e il cavallo sulla montagna.
Con l’ombra alla cintura,
essa sogna al suo balcone
verde carne, capelli verdi,
gli occhi d’argento freddo.
Verde que te quiero verde.
Sotto la luna gitana
le cose la stanno guardando
ed essa non può guardarle.
Verde que te quiero verde.
Grandi stelle di brina
vengono col pesce d’ombra
che apre la strada dell’alba.
Il fico raschia il vento
con la squama dei suoi rami,
e il monte, gatto ladro,
alza le sue agavi.
Ma chi verrà? e da dove?
Essa sta sempre al balcone
verde carne, capelli verdi,
sognando il mare amaro.
PAESAGGIO DELLA FOLLA CHE VOMITA
(CREPUSCOLO DI CONEY ISLAND)
La donna grassa avanzava
strappando le radici e bagnando la pelle dei tamburi;
la donna grassa
che sbudella i polipi agonizzanti.
La donna grassa, nemica della luna,
correva per le strade e gli appartamenti abbandonati
e lasciava negli angoli piccoli teschi di colombe
e scatenava la furia dei banchetti degli ultimi secoli
e chiamava il demonio del pane sulle colline del cielo spazzato
e filtrava un’ansia di luce nelle circolazioni sotterranee.
Sono i cimiteri, lo so, sono i cimiteri
e il dolore delle cucine sepolte nell’arena,
sono i morti, i fagiani e le mele d’altro tempo
quelli che ci spingono nella gola.
Giungevano i rumori della selva del vomito
con le donne vuote, con bambini di cera calda,
con alberi fermentati e camerieri infaticabili
che servono piatti di sale sotto le arpe della saliva.
Non c’è altra via, figlio, vomita! Non c’è scampo.
Non è il vomito degli ussari sui seni della prostituta
né quello del gatto che ha inghiottito una rana per distrazione.
Sono i morti che graffiano con le mani di terra
le porte di pietra dove marciscono nuvole e desserts.
La donna grassa avanzava
con la gente delle navi, delle taverne e dei giardini.
Il vomito agitava delicatamente i tamburi
fra ragazze di sangue
che chiedevano protezione alla luna.
Ahimè! Ahimè’ Ahimè!
Questo mio sguardo è stato mio ma ora non lo è piú,
questo sguardo che trema nudo nell’alcol
e congeda navi incredibili
sugli anemoni dei moli.
Mi difendo con questo sguardo
che nasce dalle onde là dove l’alba non si azzarda,
io, poeta senza braccia, smarrito
tra la folla che vomita,
senza cavallo scalpitante che tagli
gli spessi muschi delle mie tempie.
Ma la donna grassa avanzava sempre
e la gente cercava le farmacie
dove l’amaro tropico si fissa.
Solo quando alzarono la bandiera e giunsero i primi cani
la città intera si raccolse contro le spallette dell’imbarcadero.
New York, 29 dicembre 1929
LUI
La vera sfinge
è l’orologio.
Edipo nascerà da una pupilla.
Limita il nord
con lo specchio
e il sud
con il gatto.
Donna Luna è una Venere.
(Sfera senza sapore).
Gli orologi ci portano
gl’inverni.
(Rondini ieratiche
migrano d’estate).
L’alba ha
una marea di orologi.
Συγχαρητήρια για την όμορφη ανάρτηση! Να προσθέσω κι εγώ το ακόλουθο, που ανήκει στον σημαντικό Κύπριο ποιητή Κώστα Βασιλείου:
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
“Μια γάτα εφτάψυχη βυζαντινή”
(από τη συλλογή Pietà, Λευκωσία 1983)
Μπορεί οι άλλοι να το δέχτηκαν
Λίγοι με ενθουσιασμό, οι πιο πολλοί με συγκατάβαση
Σαν λύση έσχατης ανάγκης, μα εκείνοι
Δεν το χώνεψαν κι ούτε πρόκειται
Να το χωνέψουν, έλεγαν
Εκεί που είχαμε ανάγκη ένα Διγενή
Ακρίτα, να μας σώσει, αν θα μας έσωζε
Απο του Χάρου τα σαγόνια — ο Ριμαχό
Εκεί που είχαμε ανάγκη έναν τετραπέρατο
Δυσσέα, να μας βγάλει, αν θα μας έβγαζε
Απο τη δρακοσπηλιά — ο Ριμάχο
Και να στρογγυλοκάθεται στο σβέρκο μας αυτός
Αυτός ο νάνος, ο χτικιάρης — πώς να το χωνέψουμε;
Κι έχετε δίκαιο, τους είπε η Ριμαχόνα
Έτσι που μετράτε τους άντρες με μέτρο
Το φαλλό του Πολυφήμου, έτσι π αλληθωρίζετε
Ο ένας δυτικά κι ο άλλος ανατολικά, αλλιώς θα βλέπατε
Π’ αυτός ο νάνος όσος είναι πάνω απο τη γη
Άλλος τόσος είναι και κάτω απο τη γη, σαν δέντρο
Με κάτι ρίζες που βυζαίνουν κοκκαλα και πέτρες
Κι αν φαίνεται χτικιάρης είναι γιατί κρύβει μέσα του
Έτοιμη να χιμήξει μέσα στο σκοτάδι με αστραφτερά
Τα μάτια της τα νύχια και τα δόντια της, μια γάτα
Μιαν αγριόγατα που θρέφεται με το αίμα της καρδιάς του
Μια γάτα εφτάψυχη, βυζαντινή — εμένα.
Δε με χωνεύετε λοιπόν — και καλά κάνετε
Πού ξανακούστηκε τα φίδια και οι ποντικοί
Να χωνεύουν τις γάτες.