Σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος”
Ικεσία
Μπροστά μου υψωνόταν αγέρωχο, το πανάρχαιο δέντρο με τη χαλκοπράσινη φυλλωσιά. Μια βραχνή φωνή αντήχησε μες στην ψυχή μου.
Έπεσα στα γόνατα. Καθώς προσευχόμουν, είδα τα χέρια μου τʼ απλωμένα ικετευτικά, να φεύγουν απʼ τους ώμους μου και σαν περιστέρια να περνούν ψηλά φτερουγίζοντας και να χάνονται μέσα στα φουντωμένα κλαδιά που σκιρτούσαν.
Ο ερημίτης
Η ξύλινη πόρτα έτριξε ανοίγοντας, και μια μακριά πάλλευκη γενειάδα στρώθηκε στα πόδια μας κι έφεξε τις μορφές μας, αστράφτοντας μες στο σκοτάδι. Περπατώντας επάνω της, μπήκαμε στην καλύβα. Δυο κορμοί δέντρων ήταν γερμένοι, για καθίσματα, καταγής. Αφού φιλήσαμε πρώτα το χέρι του γέροντα, αρχίσαμε να γδυνόμαστε. Εκείνος είχε τραβηχτεί σε μια γωνιά και, δίχως να μας προσέχει, κούρντιζε ήσυχα το πανάρχαιο βιολί του, απʼ όπου έσταζαν κάθε τόσο χοντρά δάκρυα κερί.
Το σπαθί
Σύρθηκα στα στενά μουχλιασμένα λαγούμια, βαθιά μες στη γη. Το σπαθί αυλακώνοντας τα σκοτάδια, προχωρούσε κατά πάνω μου απειλητικό. Έκλεισα τα μάτια κι είπα μια μικρή προσευχή, όλη-όλη δυο λόγια. Που περίσσευε τόπος να κάνω το σταυρό μου, έτσι που ήμουν σφηνωμένος σαν την ψίχα μέσα στο ξύλο του κλώνου.
Περάσανε στιγμές τραγικής αγωνίας. Το λαγούμι αντηχούσε ως πέρα τους χτύπους της καρδιάς μου. Δειλά-δειλά ξανάνοιξα τα βλέφαρα.
Δεν μπορούσα να πιστέψω τα μάτια μου. Μια στραφτερή δέσμη φωτός, ολόιδια με το σπαθί που είδα, χυνόταν απʼ την τρύπα στο βάθος. Γύρω στο άνοιγμα θροΐζανε λουλούδια.
Άρχισα να γελώ και να κλαίω, βγάζοντας άναρθρες κραυγές όπως τʼ αγρίμια.
Τα μήλα Foul Shot divx
Περπατώ στο χωριό με τα παλιά μισογκρεμισμένα του σπίτια. Τα πιο πολλά, για παραθυρόφυλλα έχουνε κόκκινους μπερντέδες και καθώς ο άνεμος τους σηκώνει κάθε τόσο, φανερώνονται από μέσα καπνισμένα δοκάρια. Σʼ ένα μπαλκόνι με ωραία σκαλισμένα κάγκελα, στέκεται μια γυναίκα με άσπρα μαλλιά και μακρύ φόρεμα• το χρώμα του θυμίζει βατόμουρα. Στο λαιμό της για μαντήλι φοράει ένα ολοκαίνουργιο πράσινο χαρτονόμισμα, πιασμένο με μια καρφίτσα που το ρουμπίνι της λάμπει σαν χοντρός κόμπος αίμα. Είναι σκυμμένη στη γλάστρα της και την ποτίζει τραγουδώντας. Έχει γλυκιά κι απαλή φωνή• κάθομαι δακρυσμένος και την ακούω. Για μια στιγμή οι ματιές μας συναντιούνται και μου γνέφει πως θέλει κάτι να μου δώσει. Απλώνω τα χέρια μου – όπως μου δείχνει – αγκαλιά. Κι αρχίζει να μου ρίχνει, βγάζοντας μέσʼ απʼ το φουστάνι της που τα είχε κρυμμένα, μήλα ζεστά, όπως αυτά που πουλάνε στα πανηγύρια, ψημένα σε μικρούς χωματένιους φούρνους, πασπαλισμένα με άχνη ζάχαρη και καρφωμένα ύστερα, σαν κεφαλάκια μωρών, πάνω σε μακριά ξύλα με πολλά παρακλάδια.
Φυλακισμένος
Φυλακισμένος μες στο γυαλί, δεν έβλεπα παρά τα παχουλά χέρια της μητέρας μου που ξαναβούλωνε σφιχτά το καπάκι. Ύστερα κόλλησε μια ετικέτα στο μπουκάλι, και μʼ απόθεσε ψηλά, σʼ ένα ράφι της κουζίνας ανάμεσα στα άλλα βάζα με τις μαρμελάδες της.
Η συκιά
Έσκυψα και τη φίλησα.
«Είμαι ο άνεμος», της ψιθύρισα απαλά στʼ αυτί. «Πάμε πίσω από κείνη τη συκιά. Θα φυσήξω, και θα πέφτουν τα φύλλα της γύρω μας, σιγά-σιγά• έτσι κανένα αδιάκριτο μάτι δε θα μπορεί να μας δει όταν θα σʼ αγκαλιάζω».
Εκείνη, βγάζοντας απʼ τα μαλλιά της ένα μικρό νόμισμα, μου το ʽδειξε, κι ύστερα κοιτάζοντας πέρα, κατά τη μεριά που υψωνόταν μοναχική η συκιά, άρχισε να το παίζει στη φούχτα της.
«Η απάντηση είναι γραμμένη εδώ», είπε και πέταξε ψηλά το νόμισμα που λοξοδρομώντας έπεσε μέσα στη λίμνη, πλάι μας.
Χωρίς να διστάσω βούτηξα στο νερό. Έφτασα γλήγορα στο βυθό. Έψαχνα, έψαχνα, παραμερίζοντας τα ψηλά χορτάρια, όμως το νόμισμα δε φαινόταν πουθενά. Λυπημένος, αποφάσισα νʼ ανέβω, αφού πρώτα ξέχωσα μέσα απʼ το βούρκο ένα ασημένιο κουταλάκι να της το φέρω. Βαστώντας το σφικτά στο χέρι, βγήκα στην επιφάνεια.
«Μʼ αυτό έτρωγα μικρός», ετοιμαζόμουν να της πω, μα είχε γίνει άφαντη• και το νόμισμα που γύρευα τόσην ώρα γυάλιζε στις πέτρες της όχθης.
Κατάλαβα πως ήταν άσκοπο να τη φωνάξω• εξάλλου δεν ήξερα τʼ όνομα της.
Μάζεψα από χάμω το νόμισμα και τράβηξα για τη συκιά. Πλησιάζοντας παρατήρησα με φρίκη πως δεν είχε φύλλα. Ήταν κατάξερη, κι απʼ τις κουφάλες της μπαινόβγαιναν στρατιές μυρμήγκια.











Όταν,στο φως της μέρας,διηγηθούμε τους εφιάλτες μας, γίνονται λίγο περισσότερο ανεκτοί.
Η γραφή του Γονατά ,μαχαίρι κοφτερό,δε διατίθεται για τέτοιες εκπτώσεις και διευκολύνσεις.
Καλημέρα σ’ όλους.
Μα δεν είναι εξαιρετική η γραφή του;…
Προσέξτε ιδιαίτερα το τελευταίο κείμενο.
Για μένα ο Γονατάς παραμένει πάντα ένας από τους πιο κρυπτικούς κι αλληγορικούς ποιητές. Πριν ενάμιση χρόνο είχα ακούσει πώς οι εκδόσεις Στιγμή ετοιμάζουν συγκεντρωτική έκδοση του έργου του. Δεν το βλέπω να υλοποιείται. Μήπως γνωρίζει κανείς σχετικά;
Χρήστο (και Πάτρα ή Χρήστο από την Πάτρα;),
ενώ θεωρώ ότι το “κρυπτικός” μάλλον περιγράφει τον Επαμεινώνδα Γονατά, από το “αλληγορικός” σχεδόν βέβαια κινδυνεύει. Σε κάθε περίπτωση, τον γνωρίζουμε λίγο – αυτό δεν ήθελες πραγματικά να πεις;
Νομίζω ότι θα βοηθούσε την ανάγνωσή του, το να ξαναπιάσουμε τις μεταφράσεις που πρόλαβε να μας προσφέρει (αδικούνται, συνήθως, οι καημένες οι μεταφράσεις, ενώ πλείστοι όσοι δημιουργοί μας αποκαλύπτουν περισσότερα μέσω αυτών για το δικό τους έργο παρά το ίδιο τους το έργο αυτό καθ’ εαυτό…) Τι θά ‘λεγες, λοιπόν, αν ξαναρχίζαμε, επί παραδείγματι, με τις Voces του Πόρτσια από τον Γονατά;
Πάντως, οπωσδήποτε, νομίζω ότι θα έπρεπε πάντα να διαβάζεται παράλληλα με την ποίηση του Σαχτούρη (ναι, θυμάμαι, σε ορισμένους φίλους του Ποιείν δεν αρέσει η ιδέα – τους μένει, ως εκ τούτου η άλλη option, που ακολουθεί:) και, χωρίς αμφιβολία, παράλληλα με την πεζογραφία του Νίκου Καχτίτση.
Και οι δύο (:οι τρεις) υπέφεραν απ’ την στενομυαλιά και τις αθεράπευτες συμπλεγματικές καταστάσεις της μετεμφυλιακής Ελλάδας.
(Είναι, άραγε, συμπτωματικό το ότι, όλοι τους, βρήκαν διέξοδο στο φως της “τρέλλας” του Νίκου Εγγονόπουλου;)
…και συμπληρώνω, σε άλλο τόνο αυτή τη φορά: μήπως το τελευταίο κείμενο, που δικαίως επαινέθη από τον δεύτερο σχολιογράφο, θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί, ως εκ του θέματος αρμόζον, με τα “Συκολογήματα” του ομοτράπεζου Βαγγέλη Ψαραδάκη;
Λέω, μήπως;
Κύριε Λυκοτραφίτη συμφωνώ απόλυτα με όσα λέτε. Ωστόσο επιμένω στο αλληγορικός. Παράδειγμα Η ΑΝΟΙΞΗ. Ένα ποίημα, που αν εντούτοις διαβαστεί σε δεύτερο επίπεδο θα εντοπιστούν κρυμμένα κοινωνικά μηνύματα. Το αυτό και για τον ΕΡΗΜΙΤΗ και για κανα δύο ακόμα.
Την παραπάνω άποψη μου είχε διατυπώσει για τον Γονατά ο αείμνηστος ποιητής Χρίστος Λάσκαρης. Αν μη τι άλλο είναι κι αυτή μια πρόταση για να τον διαβάσουμε. Μια πρόταση που ούτε την ασπάζομαι ούτε βέβαια την απορρίπτω. Δε θα την πω όμως λαθεμένη. Σωστά;
Σωστά.
http://blog.libver.gr/blog/?p=816
Περνάω εγώ το σχόλιο γιατί εμφανίζεται στα κινέζικα…Ευχαριστούμε το φίλο που μας το έστειλε