Σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος”
Καμιά αφίσα ή τοίχος
Καμιά αφίσα ή τοίχος δεν θα μαρτυρεί
το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα
Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη
ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα
Καμιά σκαπάνη μουσικού δεν θα σε βρει
τόσο βαθιά στο αίμα
Μια πολυκατοικία άδεια
Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη
επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ
Βραδυπορεί με το στρατιώτη που ξεπάγιασε
τον άρρωστο πλασιέ που επιστρέφει σπίτι
Ανέραστη σαν τους μικρούς βοσκούς
τα ροζιασμένα όνειρα των ορεινών χωριών
με περιμένει
Ερείπιο απʼ τα ναρκωτικά
Ερείπιο απʼ τα ναρκωτικά του ήλιου έρχεσαι
νʼ αποτελειώσεις την παλιά συνομιλία
να με ξεπλύνεις απʼ την περασμένη άνοιξη
Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω
Τώρα επιστρέφω
Τώρα επιστρέφω στο δικό σου σώμα
στην αίσθηση μιας ξαφνικής καλοκαιριάς
που καθυστέρησε ραγίζοντας το τζάμι
Τώρα επιστρέφω στην ανάγκη να μιλήσουμε
όσο ποτέ, μακραίνοντας την τρυφερή αναμονή
διακριτικά καθώς εκείνοι που μας έλειψαν
ή γίναν διάφανοι απʼ την πολλή τη χρήση
Και περιμένω διακλαδίζοντας το αίμα μου
σε μια ακατάσχετη ροή στο ίδιο τέλμα
Το βράδυ
Τι ήταν αυτή η ξαφνική ευτυχία
Ανάβαν φώτα στις βεράντες κι η ψυχή μου
ανέμιζε στα ολάνοιχτα παράθυρα
μʼ ένα προχώρημα της άνοιξης
δειλά μες στο αθέατο καλοκαίρι
Τότε κατάλαβα τη νιότη μου νʼ ανοίγει
σαν τα λουλούδια και τους στίχους να καρπίζει
κήποι και ποιήματα ποτιστικά πλημμύρα
όχι καρδιά μου τόση ευτυχία











“..Βλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
Στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
Όπου βυθίζομαι για να σʼ αγγίξω μόλις,
Επειδή σʼ αγαπώ περισσότερο απʼ όλα τα κτίσματα
Και αν δε σε γνώριζα θα ʼταν όλα εφήμερα
Γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη και η πόλη
Αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
Πάνω σε φύλλα και δάκρυα..”
Του ίδιου αγαπημένου κι εξαίρετου Ποιητή..
Χρόνια πολλά και δημιουργικά φίλοι του Ποιείν..
Καλή κι εμπνευσμένη χρονιά εύχομαι..
TRISTIS USQUE AD MORTEM
Περίλυπος μέχρι θανάτου είμαι
Περνάς τώρα εσύ από μακρυά φορτωμένος χρόνια σιωπής
δειλινά φθινοπώρου σε άδειες πλατείες
χρόνια αγάπης νεκρής
Περνάς τώρα εσύ
και μου θυμίζεις το χτύπο της φλέβας στον καρπό
κορμί που τόνιωσα
θάλασσα της γερασμένης αναμονής
Ένα τσιγάρο μόνο στο στόμα
καπνίζοντας έναν κόσμο εγκατάλειψης
Το λιμάνι απόψε ήρεμο
κοιμούνται τα φορτωμένα καράβια
οι ίσκιοι της νύχτας στο καλντερίμι της αμαρτίας
Δεν έχω το νόημα πια πως περνάς.
ΝΙΚΟΣ – ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ
Υ.Γ. Αθήνα 22 – 2 – 1981 συνομίλησα με τον Ποιητή, μου χάρισε το ΔΥΣΚΟΛΟ ΘΑΝΑΤΟ
Αίμα, παγωμένα μάτια
Ο Μολώχ παίρνει το γεύμα του στην Παλαιστίνη
Νοιώθει ωραία στην πατρώα γη
Κόκκινες τουλίπες ανθίζουν
Πάνω σε τσακισμένα σώματα
Όλα τα τυλίγει μια ματωμένη ομίχλη
Η πίκρα βαθαίνει στις ψυχές
Πού είναι ο ήλιος;
Θανάσης Κριτσινιώτης
Λάρισα 6/1/09